Διεθνή
Ασία: Η νέα πυριτιδαποθήκη του πλανήτη

Στην Ασία στρέφονται πλέον τα σκόπευτρα των μεγάλων πολεμικών βιομηχανιών του πλανήτη καθώς οι ραγδαία αναπτυσσόμενες περιφερειακές υπερδυνάμεις της επιδεικνύουν μιαν ακόρεστη δίψα για σύγχρονα όπλα. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία, μάλιστα, η Ευρώπη παύει να είναι ο μεγαλύτερος πελάτης όπλων παραδίδοντας τα σκήπτρα στους Ασιάτες. Πάνε, λοιπόν, πέρασαν οριστικά οι εποχές που η μικρή πλην υπερήφανη Ελλάδα αναγορευόταν επί σειρά ετών παγκόσμια πρωταθλήτρια εισαγωγής οπλικών συστημάτων. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του σουηδικού Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη (SIPRI), η Ασία ήδη αγοράζει τα μισά σχεδόν καινούργια όπλα (44%) που βγαίνουν στο παγκόσμιο παζάρι, με τη μαστιζόμενη από τη φτώχεια Ινδία και την αναπτυσσόμενη ακόμη Κίνα να ξεχωρίζουν ως οι πλέον «αχόρταγοι» πελάτες προηγμένου στρατιωτικού υλικού και να οδηγούν αυτή τη νέα, πρωτοφανή, κούρσα εξοπλισμών.
Για την ακρίβεια, τα στατιστικά των σουηδών αναλυτών δείχνουν ότι ο τζίρος του παγκοσμίου εμπορίου όπλων αυξήθηκε κατά 24% μεταξύ του 2007 και του 2011, με την Ινδία να προηγείται στη λίστα των καλύτερων πελατών, εισάγοντας πλέον διπλάσια σε αξία όπλα σε σχέση με την Κίνα – το 10% του παγκοσμίου συνόλου. Στο πλαίσιο του «Ψυχρού Πολέμου» με τους βόρειους γείτονές της, τους Πακιστανούς, τους οποίους τα τελευταία χρόνια εκτός από τις ΗΠΑ οπλίζουν και οι Κινέζοι, και παρά το γεγονός πως και οι δύο χώρες διαθέτουν ατομικά όπλα, η ινδική κυβέρνηση έχει αποφασίσει να ξοδέψει σε όπλα πάνω από 120 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη δεκαετία. Πρόκειται για μια πραγματική ψύχωση με τα όπλα, που βέβαια καθυστερεί ακόμη περισσότερο την κοινωνική ανάπτυξη της χώρας.
Οι Ινδοί έχουν κυριολεκτικά βγει στο παζάρι για ψώνια και αγοράζουν ό,τι βρουν: μαχητικά, μεταγωγικά και βομβαρδιστικά αεροσκάφη, πολεμικά πλοία επιφανείας, υποβρύχια, αντιαεροπορικά συστήματα, τεθωρακισμένα, κανόνια, ακόμη και νέα τουφέκια για τους φαντάρους της. Και είναι χαρακτηριστικό πως μόνο για το μεγαλύτερο από αυτά τα τρέχοντα χρυσοφόρα ινδικά συμβόλαια, αυτό για την αγορά 126 σύγχρονων μαχητικών αεροσκαφών, ύψους 12 δισ. ευρώ, «σφάζονται» στην ποδιά των Ινδών οι μεγαλύτερες χώρες του πλανήτη – με τα γαλλικά Rafale να κερδίζουν την «κούρσα» έναντι των πολυεθνικής κατασκευής Eurofighter Typhoon!
Εχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε εδώ ότι στον σχετικό κατάλογο του SIPRI δεύτερη έρχεται η Νότια Κορέα με 6% του συνόλου των παγκόσμιων εισαγωγών, ενώ η Κίνα και το Πακιστάν μοιράζονται την τρίτη θέση με 5% και την πέμπτη θέση καταλαμβάνει η Σιγκαπούρη με 4%. Οι πέντε αυτές χώρες εισήγαγαν πάνω από το 1/3 των συνολικών όπλων μεταξύ 2007 και 2011!
Η Κίνα και εισάγει και κατασκευάζει
Βέβαια η παραπάνω κατάταξη δεν σημαίνει ότι η γιγαντιαία Κίνα, που ήταν παγκόσμια πρωταθλήτρια εισαγωγών μεταξύ 2002 και 2006, αγοράζει σήμερα λιγότερα όπλα. Στην πραγματικότητα, αγοράζει όλο και περισσότερα, με τον αμυντικό προϋπολογισμό της να σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Απλά, αυτό που συμβαίνει είναι ότι το Πεκίνο έχει τα τελευταία χρόνια ενισχύσει πάρα πολύ την εγχώρια πολεμική βιομηχανία παράγοντας (και εξάγοντας) υπερσύγχρονα οπλικά συστήματα και περιορίζοντας έτσι τις ανάγκες της για εισαγωγές όπλων μόνο σε ό,τι δεν μπορεί να κατασκευάσει η ίδια. Οπως, ας πούμε, το γνωστό ρωσικό αεροπλανοφόρο Varyag, που ήδη «κινεζοποιήθηκε» και αναμένεται να αλλάξει άρδην την αεροναυτική ισορροπία στα στενά της Ταϊβάν…
Ακόμη όμως και με την Κίνα να περιορίζει σταδιακά τις εισαγωγές της, νέα στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Σπουδών (IISS), με έδρα το Λονδίνο, δείχνουν ξεκάθαρα ότι η Ασία θα ξεπεράσει μέσα στο 2012 την Ευρώπη σε συνολικές πολεμικές δαπάνες. Πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν αναγκαστεί λόγω της κρίσης να παγώσουν τις νέες προγραμματισμένες παραγγελίες τους για πολεμικό υλικό – και δεν είναι τυχαίο πως η μελέτη του IISS κάνει λόγο για «παγκόσμια αναδιανομή της στρατιωτικής ισχύος» ως αποτέλεσμα αυτής της διεθνούς «στροφής».
Στοίχημα της Δύσης η ποιοτική υπεροχή
Φυσικά για μια τέτοια «αναδιανομή» δεν αρκεί μόνο η ποσότητα των όπλων αλλά μετρά και η ποιότητα: η έκθεση του IISS συμπεραίνει πως οι ΗΠΑ και άλλες, μικρότερες δυτικές δυνάμεις, «θα κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να διατηρήσουν την ποιοτική υπεροχή» έναντι των ασιατικών κρατών και ιδιαίτερα της πιο προηγμένης εξ αυτών, της Κίνας, συνεχίζοντας να επενδύουν μεγάλα ποσά σε νέες πολεμικές τεχνολογίες.
Αλλωστε, όσον αφορά την προέλευση των όπλων, τα περισσότερα εξακολουθούν να παράγονται από τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Βρετανία: οι πέντε αυτές χώρες παράγουν πάνω από το 75% των οπλικών συστημάτων του πλανήτη – ενώ η Κίνα έγινε πέρυσι η έκτη μεγαλύτερη παραγωγός και αναμένεται σύντομα να εκτοπίσει τη Βρετανία για να μπει στο «Top 5» των εξαγωγέων χάρη στις συνεχείς παραγγελίες από το Πακιστάν, τη Βενεζουέλα και άλλα κράτη που δυσκολεύονται να προμηθευτούν δυτικά οπλικά συστήματα.
Να τονιστεί εδώ ότι η Κίνα μπορεί να αυξάνει συνεχώς την παραγωγή όπλων χάρη στην τεράστια βιομηχανική βάση της αλλά εξακολουθεί να υπολείπεται σε κρίσιμη τεχνογνωσία: είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ κατασκευάζει τα δικά της μαχητικά αεροσκάφη, αναγκάζεται να τα εξοπλίζει με ρωσικούς κινητήρες τζετ και να αγοράζει ηλεκτρονικά και πυραυλικά υποσυστήματα γι’ αυτά από πολυάριθμους προμηθευτές στη Ρωσία, στη Γαλλία, στην Ελβετία, στη Βρετανία, στην Ουκρανία και στη Γερμανία.
Παρομοίως η ινδική πολεμική βιομηχανία παράγει μεν «δικά της» υποβρύχια, μαχητικά αεροσκάφη και τεθωρακισμένα άρματα μάχης, αλλά στην πραγματικότητα μόνο… δικά της δεν είναι, αφού όλα είναι αντίγραφα ξένων όπλων που κατασκευάζονται κατόπιν αδείας: τα υποβρύχια είναι πιστά αντίγραφα των γαλλικών Scorpene, τα αεροσκάφη είναι ρωσικά Σουχόι Su-30MKI, όπως βέβαια και τα τανκς T-90S. Μια που μιλάμε μάλιστα για «συμπαραγωγές», αξίζει να σημειωθεί η κατασκευή από τη Νότια Κορέα εννέα υποβρυχίων Type-214 κατόπιν αδείας από τη γερμανική HDW – ναι, τα ίδια ακριβώς αμφιλεγόμενα «υποβρύχια που γέρνουν» σαν τα ελληνικά…
«Κρυφές» αμυντικές δαπάνες
«Πολιτικός»… Πόλεμος των Αστρων
Ο αμυντικός προϋπολογισμός της Κίνας θα ξεπεράσει εφέτος για πρώτη φορά τα 100 δισ. δολάρια. Ωστόσο στο ποσό αυτό δεν περιλαμβάνονται αρκετές «κρυφές» αμυντικές δαπάνες, όπως ας πούμε μεγάλο μέρος του διαστημικού προγράμματος της χώρας, που χαρακτηρίζεται «πολιτικό», ακόμη κι όταν αφορά δοκιμές συστημάτων για την κατάρριψη εχθρικών στρατιωτικών δορυφόρων!
Τζετ κινητήρες… κλοπιράιτ!
Μια κακή συνήθεια της Κίνας είναι ότι δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό της… κλοπής ευαίσθητων τεχνολογιών: ενώ είχε συμβόλαιο για την προμήθεια από τους Ρώσους 35 κινητήρων τζετ για μια σειρά νέων αεροσκαφών, την ακύρωσε και κατασκεύασε υπερσύγχρονο εργοστάσιο που κατασκευάζει πιστά αντίγραφα ρωσικών κινητήρων! Ο Πούτιν θύμωσε πολύ και οι Κινέζοι για να τον εξευμενίσουν παρήγγειλαν νέα αεροσκάφη Su-35, ώστε μελλοντικά να τα αντιγράψουν κι αυτά…
Ινδοί, οι πιστοί… αντιγραφείς
Σε αντίθεση με τους Ρώσους, η ινδική πολεμική βιομηχανία αντιγράφει επακριβώς υποβρύχια, μαχητικά αεροσκάφη και τεθωρακισμένα άρματα μάχης. Πρόκειται για πιστά αντίγραφα ξένων όπλων που κατασκευάζονται κατόπιν αδείας: τα υποβρύχια είναι «κόπιες» των γαλλικών Scorpene, τα αεροσκάφη είναι ρωσικά Σουχόι Su-30MKI, όπως βέβαια και τα τανκς T-90S.
Νέος «Ψυχρός Πόλεμος»
Φοβάται ο Γιάννης το θεριό
Ο Ραχούλ Ρόι-Τσαουντάρι είναι ο επικεφαλής ειδικός σε θέματα ΝΑ Ασίας για το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Σπουδών (IISS). Τον ρωτήσαμε για την κούρσα των εξοπλισμών στην Ασία – ένα θέμα που αναδείχθηκε από τις τελευταίες εκθέσεις του ινστιτούτου και προκαλεί πολλές συζητήσεις παγκοσμίως.
Τι ωθεί την Κίνα και την Ινδία σε τόσο μεγάλη αύξηση των στρατιωτικών δαπανών τους;
«Κατ’ αρχάς δεν είναι μόνο η Κίνα και η Ινδία. Μεγάλες αμυντικές δαπάνες σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν πραγματοποιούν η Ινδονησία, η Ιαπωνία, η Μαλαισία, η Σιγκαπούρη, ακόμη και η Ταϊλάνδη ή το Βιετνάμ. Κατά κάποιον τρόπο πρόκειται για ένα “ντόμινο”: η Κίνα αυξάνει τις δαπάνες της επειδή αυξάνει τις δικές της δαπάνες η Αμερική, με αποτέλεσμα η Ινδία και η Ιαπωνία να αυξάνουν τις δικές τους δαπάνες για να ισορροπήσουν με την Κίνα και μετά το Πακιστάν αγοράζει όπλα για να “παρακολουθήσει” την Ινδία…
Κανείς φυσικά δεν το παραδέχεται ανοιχτά, αλλά ο ένας παρακολουθεί και επηρεάζει τον άλλον. Οταν λοιπόν ο Μπαράκ Ομπάμα ανακοινώνει περικοπές στις στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ για την Ευρώπη αλλά αύξησή τους για την Ασία και τον Ειρηνικό, τότε η Κίνα λογικά αγχώνεται και, αφού δεν μπορεί να φτιάξει το δικό της αεροπλανοφόρο, αγοράζει ένα “έτοιμο” από τους Ρώσους… Αυτή όμως η ενίσχυση της κινεζικής περιφερειακής δύναμης αναγκάζει ακόμη και κράτη όπως το Βιετνάμ ή οι Φιλιππίνες να ενισχύσουν τις ναυτικές ιδίως δυνάμεις τους γιατί αισθάνονται απειλή».
Υπάρχει όντως «Ψυχρός Πόλεμος» μεταξύ Ινδίας και Κίνας;
«Δεν θα το χαρακτήριζα “Ψυχρό Πόλεμο” αλλά υπάρχει οπωσδήποτε μια αμοιβαία ανησυχία που έχει να κάνει τόσο με την κατοχή του Θιβέτ όσο και με τη συγκέντρωση όλο και μεγαλύτερων κινεζικών στρατιωτικών δυνάμεων στο οροπέδιο του Ταουάνγκ, κοντά στα σύνορα με την ινδική επαρχία Αρουναχάλ Πράντες. Η περιοχή είναι διεκδικούμενη μετά το 1962 και η Ινδία έχει αποστείλει εκεί εσχάτως δύο ορεινές μεραρχίες με σύγχρονο οπλισμό, σαν ένα πρόσθετο “μήνυμα” προς την Κίνα».
Πιστεύετε ότι η Κίνα θα εξελιχθεί πράγματι σε στρατιωτική υπερδύναμη, αντίστοιχη των ΗΠΑ, και πόσο σύντομα θα συμβεί αυτό;
«Η Κίνα είναι ήδη υπερδύναμη αλλά δεν την ενδιαφέρει τόσο η προβολή της ισχύος της σε μακρινούς τόπους, όπως κάνει η Αμερική, αλλά η διατήρηση της σταθερότητας στο εσωτερικό, το μονοπώλιο της ισχύος στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και η απρόσκοπτη πρόσβαση σε πολύτιμους για τη βιομηχανία της πόρους, όπως το πετρέλαιο και μια σειρά βιομηχανικά μέταλλα. Γι’ αυτό ξοδεύει ήδη μόνη της για όπλα όσα ξοδεύουν μαζί η Ινδία και η Ιαπωνία – με τη διαφορά ότι παράγει σήμερα πολύ περισσότερα οπλικά συστήματα από τους άλλους δύο. Μην ξεχνάμε ότι, εκτός από τα όπλα, μετράνε και οι αριθμοί στο έμψυχο υλικό: αν προσθέσεις όλα τα σώματα, στρατιωτικά και αστυνομικά/παραστρατιωτικά, προκύπτει ένας αριθμός κοντά στα 15 εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες!».
Σφαίρες επιρροής, ζωτικά συμφέροντα, καθεστωτικά στηρίγματα
Οι αιτίες πίσω από την «κούρσα» των εξοπλισμών
Ποιοι φόβοι και ποιες ανομολόγητες φιλοδοξίες θρέφουν τη νέα ασιατική κούρσα των εξοπλισμών; Εντάξει, για τη νέα πρωταθλήτρια εισαγωγών, την Ινδία, η πηγή της στρατηγικής ανασφάλειας είναι προφανής και ακούει στο όνομα «Πακιστάν»: οι δύο χώρες έχουν πολεμήσει μεταξύ τους τρεις φορές τα τελευταία 70 χρόνια, εξακολουθούν να φιλονικούν για το οροπέδιο του Παντζάμπ και άλλες αμφισβητούμενες περιοχές και η ένταση μεταξύ τους συνεχίζεται λόγω των σποραδικών τρομοκρατικών επιθέσεων από ισλαμιστές στο εσωτερικό της Ινδίας, με αποκορύφωμα το μακελειό του 2009 στο Μουμπάι.
Καθώς η Κίνα εξοπλίζει όλο και περισσότερο το Πακιστάν, είναι «λογικό» η Ινδία να προσπαθεί να καλύψει αυτή την απόσταση με συνεχείς αγορές ακόμη πιο σύγχρονων ρωσικών και ευρωπαϊκών κυρίως όπλων – έστω και αν αυτό γίνεται σε βάρος των τεράστιων κοινωνικών αναγκών του πληθυσμού της. Το ίδιο «λογικός» είναι ο συνεχιζόμενος υπερεξοπλισμός της Νότιας Κορέας, που προσπαθεί με τον τρόπο αυτόν να ισοσκελίσει την πυρηνική και πυραυλική υπεροχή των βόρειων γειτόνων της. Τι αναγκάζει όμως μια ήδη πανίσχυρη χώρα σαν την Κίνα να οπλίζεται σαν αστακός;
Την απάντηση δίνουν οι ίδιοι οι Κινέζοι: σε πρόσφατο κύριο άρθρο της «Λαϊκής Ημερησίας», επίσημου οργάνου του Πεκίνου, ανώνυμος κομματικός συντάκτης παραδέχεται μεν την επιτάχυνση της ασιατικής κούρσας των εξοπλισμών αλλά την αποδίδει στην εξωτερική πολιτική «περικύκλωσης» της Κίνας από τις ΗΠΑ καλώντας μάλιστα την Ουάσιγκτον να σταματήσει να υποστηρίζει την εχθρική στάση άλλων ασιατικών δυνάμεων προς την Κίνα.
Πέρα από την ίδια την Ταϊβάν, την παλιά Φορμόζα των εθνικιστών, η ενσωμάτωση της οποίας στη Μητέρα Πατρίδα είναι το μόνιμο απωθημένο των Κινέζων, συντάκτης κατηγορεί εμμέσως την Αμερική ότι «σπρώχνει» την Ινδία σε μια κούρσα εξοπλισμών που στρέφεται (και) ενάντια στην Κίνα και σκοπεύει στον γεωστρατηγικό περιορισμό της.
Πόσο αληθινή είναι αυτή η προσέγγιση; Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια η ραγδαία βιομηχανική ανάπτυξη και η ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση της Κίνας από εισαγόμενες πρώτες ύλες την έχουν αναγκάσει να επεκτείνει τη σφαίρα των ζωτικών συμφερόντων της σε περιοχές όπου ως τώρα δεν είχε παρουσία και ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική αλλά και στη Βόρεια και στην Ανατολική Αφρική. Η «εξάπλωση» αυτή έχει εμφανέστατα ενοχλήσει τις ΗΠΑ, που βλέπουν όλο και περισσότερο την Κίνα ως τον μεγάλο αντίπαλό τους για την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία στον 21ο αιώνα.
Από αυτή την άποψη, οι Κινέζοι έχουν δίκιο να κατηγορούν τις ΗΠΑ ότι προσπαθούν να τους περιορίσουν στρέφοντας άλλες χώρες εναντίον τους. Για την κούρσα των εξοπλισμών, όμως, φταίνε πρωτίστως οι ίδιοι οι Κινέζοι με τις συνεχείς αυξήσεις στον αμυντικό προϋπολογισμό τους (εφέτος θα ξεπεράσει τα 100 δισ. δολάρια για πρώτη φορά στην ιστορία σημειώνοντας ενίσχυση 11,5%!) αλλά και με την υποστήριξη που παρέχουν στον «τρελό» της περιοχής, τη Βόρεια Κορέα. Κάθε φορά που οι Βορειοκορεάτες δοκιμάζουν κάποιο καινούργιο είδος πυραύλου, με στόχο συνήθως τη Θάλασσα της Ιαπωνίας, οι παραγγελίες νέων οπλικών συστημάτων στην ευρύτερη περιοχή εκτοξεύονται μαζί του…
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
