Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αναπόφευκτο το χτύπημα κατά του Ιράν

Δημοσιεύτηκε στις

ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΜ:
Ο συνδυασμός σκληρών κυρώσεων και στρατιωτικών μέσων είναι η μόνη διέξοδος στο πρόβλημα

Της Ξένιας Τούρκη
Φωτογραφία

Καθώς το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο με τις συνομιλίες να ακροβατούν, το μεγάλο ερώτημα είναι πώς θα αντιδράσει το Ισραήλ. Το σενάριο μιας οργανωμένης επίθεσης από το Ισραήλ για να πλήξει στρατηγικούς στόχους στην Τεχεράνη παραμένει επίμονα στις πρώτες γραμμές της επικαιρότητας. Μάλιστα, δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που θεωρούν ότι η συζήτηση δεν πρέπει να περιστρέφεται στο αν θα γίνει μια επίθεση, αλλά στο πότε. Άλλωστε, αυτό ήταν και το μήνυμα της επίσκεψης του πρωθυπουργού Μπένιαμιν Νετανιάχου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Ισραήλ, είπε, θα διαφυλάξει τα συμφέροντά του και δεν είναι διατεθειμένο να περιμένει πολύ καιρό την Τεχεράνη να συμβαδίσει με τις διεθνείς υποδείξεις, θέτοντας τέρμα στο πυρηνικό του πρόγραμμα. Ο δρ Εφραίμ Καμ, υποδιευθυντής του Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ, είναι πεπεισμένος πως η χώρα του μπορεί να διενεργήσει σειρά χειρουργικών χτυπημάτων κατά του Ιράν. Σε συνέντευξή του στον Φιλελεύθερο επεσήμανε πως δεν θα είναι μια μακροχρόνια σύρραξη. Μια επίθεση, όπως είπε, δεν αποτελεί μονόδρομο, αλλά σε συνδυασμό με πραγματικά σκληρές κυρώσεις, ίσως αποδώσει. Θεωρεί πως η ικανότητα της Τεχεράνης να ανταποκριθεί είναι περιορισμένη, έτσι θα αναγκαστεί να συμμορφωθεί. Πάντως δεν είναι εύκολο εγχείρημα και οι εξελίξεις ίσως είναι ανεξέλεγκτες.

Θεωρείται πως το πρόβλημα με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν μπορεί να λυθεί μέσω συνομιλιών;
Όχι, καθόλου δεν πιστεύω πως οι συνομιλίες μπορεί να φέρουν λύση. Τα τελευταία χρόνια οι δυτικές χώρες, κυρίως η ΕΕ και οι ΗΠΑ, συνομιλούν με την Τεχεράνη για το πυρηνικό της πρόγραμμα και δεν είχαμε κανένα αποτέλεσμα. Πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε πως απλώς συνομιλώντας με τους Ιρανούς δεν πρόκειται να τους κάνουμε να αλλάξουν πολιτική. Άρα λοιπόν, αν οι συνομιλίες δεν επιλύσουν το πρόβλημα, ποια είναι τα επόμενα βήματα που πρέπει να γίνουν;  
Όπως είπα, οι συνομιλίες από μόνες τους δεν είναι λύση. Αυτό που πιστεύω ότι θα βοηθήσει, χωρίς βεβαίως να είμαι εντελώς σίγουρος, είναι ένας συνδυασμός δύο λύσεων. Το πρώτο είναι να επιβληθούν στο Ιράν πραγματικά αυστηρές και οδυνηρές κυρώσεις. Αυτές που έχουν επιβληθεί μέχρι στιγμής αποδείχτηκαν ανεπαρκείς και στην ουσία καθόλου δύσκολες για το Ιράν. Για παράδειγμα το εμπάργκο στο ιρανικό πετρέλαιο θα εφαρμοστεί τον Ιούλιο. Μέχρι τότε το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε να δούμε τι αποτελέσματα θα έχει. Είναι μια θετική εξέλιξη, αλλά πρέπει να δούμε τι επιπτώσεις θα έχει. Αν οι ιρανικές Αρχές δεν συνεργαστούν επαρκώς με τις δυτικές κυβερνήσεις, τότε θα πρέπει να περάσουμε σε μια μεσαίου τύπου επέμβαση. Ο συνδυασμός συνομιλιών και στρατιωτικού χτυπήματος είναι ο μόνος δρόμος για να έχουμε αποτελέσματα.
 
Όταν λέτε επέμβαση μεσαίου μεγέθους, τι ακριβώς εννοείτε;
Μιλώ για στρατιωτικά χτυπήματα κατευθείαν στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Δεν αναφέρομαι σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτές που έγιναν στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν. Στην ατζέντα ακριβώς τέτοιου είδους επιχείρηση βρίσκεται, μια μικρή αλλά δυνατή.
 
Πιστεύετε ότι υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα το Ιράν να επιτεθεί πρώτο στο Ισραήλ; Το θεωρώ εντελώς απίθανο αυτό το ενδεχόμενο. Αυτή τη στιγμή, αλλά ακόμη και στο κοντινό μέλλον, η Τεχεράνη δεν έχει ούτε πυρηνικά όπλα ούτε άλλο εξοπλισμό που να της επιτρέπει να χτυπήσει το Ισραήλ. Οι στρατιωτικές της ικανότητες είναι σχετικά περιορισμένες και οι επιχειρήσεις στις οποίες μπορεί να συμμετάσχει είναι μικρές.
 
Άρα το Ιράν δεν διαθέτει, για παράδειγμα, πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, ώστε να μπορεί να χτυπήσει στόχους στο Ισραήλ; Το Ιράν διαθέτει πυραύλους μεγάλους βεληνεκούς, οι οποίοι μπορεί να φτάσουν μέχρι το Ισραήλ. Πιστεύω ότι έχει αυτή την ικανότητα τα τελευταία δέκα χρόνια. Θεωρώ όμως ότι αν προηγηθεί επίθεση, δεν θα τολμήσει να προχωρήσει σε τέτοιου είδους επίθεση.
 
Το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών θεωρεί πως μια ισραηλινή επίθεση δεν θα αποτρέψει την Τεχεράνη από το να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Ποια είναι η άποψή σας; Θα έλεγα ότι υπάρχει μια γενική συμφωνία ότι μια στρατιωτική επίθεση δεν θα σταματήσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Μια σειρά από επιθέσεων, ίσως μπορεί. Μια επίθεση ίσως αποτρέψει για λίγο καιρό την απόκτηση πυρηνικών όπλων, αλλά αυτό δεν θα είναι για πάντα. Οι Ιρανοί πρέπει να συνειδητοποιήσουν τι γίνεται και να σταματήσουν από μόνοι τους το πυρηνικό τους πρόγραμμα.
 
Θεωρείτε πως η απόσταση μεταξύ Ισραήλ και Ιράν είναι ένας αρνητικός παράγοντας στην περίπτωση που το Τελ Αβίβ θα θελήσει να χτυπήσει τις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις; Σίγουρα είναι ένας αρνητικός παράγοντας και κάτι που λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψη από το Ισραήλ, στους σχεδιασμούς που γίνονται. Οι ιρανικοί στρατηγικοί στόχοι που θα θελήσει να πλήξει το Ισραήλ βρίσκονται αρκετά μακριά, πάνω από 1.500 χιλιόμετρα. Είναι ένας παράγοντας που προβληματίζει και γι’ αυτό μελετώνται όλα τα ενδεχόμενα.
 
Σε περίπτωση που οδηγηθούμε σε σύγκρουση, πιστεύετε ότι θα είναι διάρκειας ημερών ή βδομάδων, ή θα είναι ένας πόλεμος που θα κρατήσει καιρό; Πιστεύω πως θα είναι μια επιχείρηση που δεν θα διαρκέσει καιρό. Το Ισραήλ δεν πρόκειται να εισβάλει στο Ιράν για να κάμει κατοχή των εδαφών του. Δεν βλέπω να γίνεται χρήση χερσαίων δυνάμεων. Και οι δύο πλευρές αναμένεται ότι θα κάνουν χρήση εναέριων δυνάμεων και φυσικά πυραύλων.

Μεγάλο το δίλημμα για Χεζμπολάχ

Φωτογραφία

Η Χαμάς έχει ήδη δηλώσει πως δεν πρόκειται να εμπλακεί στην περίπτωση ισραηλινής επίθεσης κατά του Ιράν. Τι συμβαίνει όμως με τη Χεζμπολάχ; Θα παραμείνει αμέτοχη ή θα σπεύσει να βοηθήσει την Τεχεράνη; Είναι μια ενδιαφέρουσα ερώτηση. Η Χεζμπολάχ, όπως και η Χαμάς, βρίσκονται κάτω από την επιρροή του Ιράν. Η Τεχεράνη ίσως ζητήσει από τη Χεζμπολάχ να διενεργήσει επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ. Από την άλλη πλευρά, όμως, θεωρώ πως η Χεζμπολάχ θα είναι πολύ προσεκτική στις κινήσεις της και δεν θα θελήσει να εμπλακεί, επειδή έτσι θα δώσει την ευκαιρία στο Ισραήλ να κινηθεί εναντίον της. Όπως και να έχει, το δίλημμα για τη Χεζμπολάχ θα είναι μεγάλο, καθώς από τη μια η σύνδεσή της με το Ιράν είναι δεδομένη, αλλά από την άλλη θεωρώ πως δεν θέλει να δώσει αφορμή στο Ισραήλ να επιτεθεί στο Λίβανο. Πιστεύω όμως πως σε περίπτωση που προχωρήσουμε σε στρατιωτική επιχείρηση, το Ιράν δεν θα ελπίζει στη βοήθεια της Χεζμπολάχ.


Θα είναι μια επιχείρηση χειρουργικών χτυπημάτων

Φωτογραφία

ΤΟ ΙΣΡΑΗΛέχει την ικανότητα να προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση από μόνο του, προκειμένου να σταματήσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν; Όπως έχω πει, θα είναι μια επιχείρηση μικρής διάρκειας και σίγουρα δεν θα είναι πόλεμος. Αν γίνει κάτι, θα είναι μια σειρά χειρουργικών χτυπημάτων. Το Ισραήλ μπορεί να διεξαγάγει μια τέτοιου είδους σύντομη επιχείρηση από μόνο του. Εξάλλου, είναι μια διαβεβαίωση που δίνει σύσσωμη η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της χώρας. Σίγουρα δεν θα είναι μια εύκολη επιχείρηση. Πρέπει να ληφθούν υπόψη πολλοί παράγοντες, θα είναι μια δύσκολη και περίπλοκη κίνηση. Το Ισραήλ μπορεί να χτυπήσει από μόνο του το Ιράν, απλά ίσως θα αντιμετωπίσει δυσκολίες. Πρέπει, επίσης, να πω ότι και η Κυβέρνηση και ο Στρατός δεν περιμένουν αμέτοχοι τις εξελίξεις. Το Ισραήλ προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο επίθεσης κατά του Ιράν και είναι κάτι που έχει λεχθεί εξάλλου.

Σε περίπτωση που αποφασιστεί μια σειρά χειρουργικών χτυπημάτων κατά του Ιράν, από ποιες χώρες θα αναζητήσει βοήθεια το Ισραήλ; Δεν πιστεύω ότι υπάρχει οποιαδήποτε χώρα που θα θελήσει να βοηθήσει το Ισραήλ και σίγουρα δεν αναμένουμε βοήθεια από οποιαδήποτε αραβική χώρα. Ωστόσο, πρέπει να επισημάνω πως αρκετές χώρες βλέπουν με καλό μάτι το ενδεχόμενο ισραηλινής επίθεσης και μάλλον θα χαρούν αν επιβεβαιωθεί το σενάριο αυτό, όπως για παράδειγμα η Σαουδική Αραβία. Το Ριάντ ανησυχεί με την πιθανότητα η Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να βοηθήσει κατά οποιοδήποτε τρόπο το Ισραήλ.
Από την Τουρκία, όμως, το Ισραήλ θα μπορούσε να περιμένει βοήθεια; Κατηγορηματικά όχι. Η Τουρκία δεν πρόκειται να συνδράμει με οποιοδήποτε τρόπο σε περίπτωση ισραηλινής επίθεσης. Αν και η Τουρκία επίσης ανησυχεί για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, εντούτοις δεν θα βοηθήσει το Ισραήλ.
 
Αν το Ισραήλ χτυπούσε το Ιράν πριν από δύο χρόνια, όταν οι σχέσεις του με την Τουρκία ήταν σε πολύ καλύτερο σημείο από ό,τι είναι σήμερα, υπήρχε περίπτωση η Άγκυρα να συνδράμει;
Δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτό.
Θεωρώ πάντως, πως ούτε και τότε θα βοηθούσε. Είναι μια υποθετική ερώτηση, που σήμερα δεν έχει νόημα. Ούτως ή άλλως, είναι εντελώς διαφορετική υπόθεση μια χώρα να είναι φιλική από το να είναι έτοιμη να βοηθήσει με στρατιωτικά μέσα. Επομένως, ούτε σήμερα, ούτε τότε η Άγκυρα θα βοηθούσε στρατιωτικά τα Τελ Αβίβ.
 
Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής παραδοσιακά είναι καλός σύμμαχος του Ισραήλ. Τι ρόλο αναμένετε ότι θα διαδραματίσουν σε περίπτωση επίθεσης; Υποθέτω αυτό θα εξαρτηθεί από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα αποφασιστεί τυχόν επίθεση. Και φυσικά το μεγάλο ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό η αμερικανική Κυβέρνηση θα θελήσει να βοηθήσει. Είναι όμως πολύ πιθανόν οι ΗΠΑ να μην παραμείνουν αμέτοχες. Όπως επίσης δεν μπορώ να πω ότι βλέπω οι επικείμενες προεδρικές εκλογές τους να παίζουν οποιοδήποτε ρόλο.

ΕΤΣΙ ΜΑΘΑΜΕ ΝΑ ΖΟΥΜΕ Θεωρείτε πως η κατάσταση όπως διαμορφώνεται στη Συρία αποτελεί πρόβλημα για το Ισραήλ; Ό,τι λαμβάνει χώρα στη Συρία αυτή τη στιγμή, αποτελεί εσωτερική υπόθεση της Δαμασκού. Το Ισραήλ δεν αναμιγνύεται σε ξένες χώρες, επομένως η κατάσταση όπως διαμορφώνεται δεν αποτελεί πρόβλημα. Το μεγάλο ερώτημα, όμως, είναι τι είδους καθεστώς θα προκύψει μετά τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα τώρα. Επομένως τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα για το Ισραήλ θα εξαρτηθούν από το τι μέλλει γενέσθαι στη Συρία. Το Ισραήλ είναι η μόνη δημοκρατική χώρα στην περιοχή και είναι περιτριγυρισμένο από αυταρχικά καθεστώτα. Είμαστε το μοναδικό μη αραβικό, μη μουσουλμανικό κράτος στη Μέση Ανατολή. Είμαστε διαφορετικοί, αλλά έτσι μάθαμε να ζούμε. 
http://www.philenews.com/

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός3 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή