Ακολουθήστε μας

Διεθνή

ΛΙΤΟΤΗΤΑ ΕΚΤΟΣ ΟΡΙΩΝ

Δημοσιεύτηκε στις

ΛΙΤΟΤΗΤΑ ΕΚΤΟΣ ΟΡΙΩΝ: Η υφεσιακή πολιτική φαίνεται να προετοιμάζει την έλευση απολυταρχικών καθεστώτων σε ολόκληρη την ΕΕ, μέσα από μεγάλες κοινωνικές αναταραχές, διαδοχικές καταρρεύσεις κυβερνήσεων, επικίνδυνες αντιπαραθέσεις και εκρηκτικές διαμαρτυρίες.

“Η Ελλάδα μοιάζει με ένα πολυτελέστατο, πλούσιο κρουαζιερόπλοιο, το οποίο ευρίσκεται στο κέντρο μίας τρομακτικής καταιγίδας, έχοντας καταληφθεί από δύο αντίπαλες «συμμορίες» – οι οποίες επιμένουν ότι, σκοπός τους είναι να βοηθήσουν, αφού διαφορετικά το καράβι κινδυνεύει να βυθιστεί.

Οι «πειρατές» έχουν τοποθετήσει δικό τους καπετάνιο, τρομοκρατούν και εκβιάζουν το πλήρωμα, σχεδιάζουν προσεκτικά τη λεηλασία ότι πολύτιμου ανακαλύψουν, ενώ ρίχνουν στη φουρτουνιασμένη θάλασσα τους πιο φτωχούς επιβάτες – ισχυριζόμενοι ότι, μόνο με αυτόν τον τρόπο, ελεύθερο περιττών βαρών δηλαδή, θα καταφέρει το καράβι να ξεφύγει από την τρικυμί
α”.
“Η κατοχή δεν μπορεί να είναι ανθρώπινη. Υπάρχουν επομένως δύο επιλογές: ή αποδέχεσαι την κατοχή και όλες τις μεθόδους που είναι αναγκαίες για την επιβολή της ή, διαφορετικά, την απορρίπτεις εξ ολοκλήρου και όχι μόνο κάποια συγκεκριμένα μέρη της (Simone de Beauvoir).

Κατ’ αναλογία, με το ΔΝΤ και με τη Γερμανία δεν διαπραγματεύεσαι – είτε τους αποδέχεσαι όπως είναι, είτε τους απορρίπτεις εξ ολοκλήρου. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλά για «τα μάτια» – για τις ψήφους, για τα προνόμια και για τις (απολύτως θεμιτές, εάν δεν είναι εις βάρος της πατρίδας σου) φιλοδοξίες
“.
Άρθρο
Στην Τοσκάνη, το Σάββατο το πρωί, άγνωστοι έριξαν βόμβες μολότοφ στην ιδιωτική εταιρεία είσπραξης φόρων – στα πλαίσια συνεχών επιθέσεων και διαμαρτυριών εναντίον των εισπρακτικών εταιρειών της Ιταλίας (Equitalia), τις οποίες ενοχοποιούν οι Πολίτες για τα μέτρα λιτότητας, καθώς επίσης για τις φορολογικές επιδρομές της κυβέρνησης του τεχνοκράτη, πρώην υπαλλήλου της Goldman Sachs. Μεταξύ άλλων, στα κεντρικά της “ιδιωτικής εφορίας” της Ρώμης, ανακαλύφθηκε ένα πακέτο με πυρίτιδα, το οποίο όμως δεν ήταν ενεργό.

Την Παρασκευή στη Νάπολη, αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι διαδήλωσαν χωρίς προειδοποίηση στην έδρα της εκεί Equitalia – ρίχνοντας δυστυχώς αυγά, πέτρες, μπουκάλια και σάκους απορριμμάτων εναντίον των δυνάμεων της αστυνομίας, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν πάνω από 10 αστυνομικοί.

Αρχές της εβδομάδας ένας κατασκευαστής στο Μιλάνο επιτέθηκε εναντίον δύο φορολογικών ελεγκτών – με αποτέλεσμα να τους τραυματίσει σοβαρά. Το Μάρτιο ένας οικοδόμος αυτοπυρπολήθηκε, επειδή δεν μπορούσε να πληρώσει τα χρέη του στην εφορία – φέρνοντας στην επιφάνεια την αύξηση των αυτοκτονιών στην Ιταλία, όπου από την αρχή του έτους έχουν αποφασίσει να δώσουν τέλος στη ζωή τους, λόγω της κρίσης, 32 άτομα.
Σύμφωνα με την ιταλική εφορία (Equitalia), «Η υπερβολική ελαφρότητα, με την οποία ενοχοποιείται η υπηρεσία μας για τις αυτοκτονίες, αυξάνει επικίνδυνα τις κοινωνικές εντάσεις». Από την άλλη πλευρά, η ιταλική κυβέρνηση σχεδιάζει τη δραστηριοποίηση του στρατού, για την προστασία των βιομηχανιών και των (ιδιωτικών) εταιρειών είσπραξης φόρων (ας σημειωθεί εδώ ότι, το δημόσιο χρέος της Ιταλίας ξεπέρασε κάθε προηγούμενο ρεκόρ, φτάνοντας το Φεβρουάριο το 1,93 τρις € – από 1,89 τρις € στα τέλη του 2011, με τα δημόσια έσοδα να μειώνονται κατά 3,6% το Μάρτιο).
Περαιτέρω, στην Ισπανία χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους την Κυριακή, οι Πορτογάλοι, οι Ιρλανδοί και οι Βέλγοι είναι στα όρια, οι Αυστριακοί τρέμουν για τις τράπεζες τους και οι Ολλανδοί, έχοντας τεράστιο εξωτερικό χρέος (300% του ΑΕΠ τους), βλέπουν τα συνεχώς αυξανόμενα επιτόκια και τα σκοτεινά σύννεφα της ύφεσης να προειδοποιούν για την έλευση μίας μεγάλης καταιγίδας, στο μέχρι πρότινος γαλάζιο ουρανό τους.
Αν και το πραγματικό πρόβλημα της Ευρωζώνης είναι η Ισπανία, στην οποία τράπεζες, δήμοι, νοικοκυριά και επιχειρήσεις είναι βυθισμένοι στα χρέη (μαζί με το δημόσιο, το συνολικό χρέος της Ισπανίας υπολογίζεται στο αστρονομικό ποσόν των 3,1 τρις €), η Γαλλία δεν βρίσκεται σε καθόλου καλύτερη θέση – με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται, για τη συνοχή της ζώνης του ευρώ.

Δυστυχώς, η πολιτική λιτότητας της «άκαμπτης» βερολινέζας νοικοκυράς, φαίνεται να προετοιμάζει την έλευση απολυταρχικών καθεστώτων σε ολόκληρη την ΕΕ, μέσα από μεγάλες κοινωνικές αναταραχές, διαδοχικές καταρρεύσεις κυβερνήσεων, επικίνδυνες εθνικές αντιπαραθέσεις και εκρηκτικές διαμαρτυρίες
.
Η Ελλάδα ευρίσκεται στα όρια του χάους, με τη δημιουργική καταστροφή «προ των πυλών» – γεγονός όμως που τρομάζει κυρίως ορισμένους διεφθαρμένους πολιτικούς, οι οποίοι φοβούνται την τιμωρία, καθώς επίσης τη διεθνή κοινότητα, η οποία φοβάται τους δικούς της Πολίτες.
Σύμφωνα τώρα με μία πρόσφατη μελέτη των οικονομολόγων μεγάλης επενδυτικής τράπεζας, υπάρχει ένα όριο ταχύτητας (speed limit) στην επιδιωκόμενη πολιτική λιτότητας και περιορισμού των ελλειμμάτων μίας χώρας. Ειδικότερα, όταν οι μειώσεις των δαπανών και οι αυξήσεις των φόρων φτάσουν σε ένα ορισμένο «ανώτατο» μέγεθος, τότε επενεργούν αρνητικά σε μία Οικονομία, δυσχεραίνοντας «αντιπαραγωγικά» τη συνολική της θέση και προοπτική.
Το όριο αυτό επιτυγχάνεται, κατά μέσον όρο, όταν οι κυβερνήσεις προσπαθούν να περιορίσουν αμέσως (μεμιάς) τα «δομικά ελλείμματα» της χώρας τους, προ τόκων, περισσότερο από το 2% του ΑΕΠ της – σύμφωνα με τους αναλυτές. Για να έχουμε μία συγκριτική εικόνα, η Ελλάδα, κατά τους Ftd, έχει μειώσει το «δομικό» της έλλειμμα περισσότερο από το 12% του ΑΕΠ της από το 2009 – κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ μέχρι σήμερα σε μία ανεπτυγμένη οικονομία (η Γερμανία, κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του δικού της προγράμματος λιτότητας, με την ονομασία «Agenda 2010», δεν είχε υπερβεί ποτέ το 2% του ΑΕΠ της).
Πάντοτε κατά την ίδια μελέτη, τα επιτρεπόμενα «όρια ταχύτητας» μείωσης των δομικών ελλειμμάτων, διαφέρουν από χώρα σε χώρα και από εποχή σε εποχή – ενώ μπορεί να είναι χαμηλότερα από το 2%, αλλά ποτέ υψηλότερα. Εάν η οικονομία ενός κράτους είναι εξαγωγική, όπως στο παράδειγμα της Γερμανίας ή της Ολλανδίας, τότε η ζημία που προκαλούν τα προγράμματα λιτότητας είναι μικρότερη, επειδή η μείωση της εσωτερικής κατανάλωσης αντισταθμίζεται από την αύξηση των εξαγωγών – για εκείνο το χρονικό διάστημα όμως και εφόσον η ανάπτυξη στις υπόλοιπες χώρες του εξωτερικού είναι θετική.
Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, στις σημερινές συνθήκες παγκόσμιας ύφεσης, καθώς επίσης μίας γενικότερης κρίσης χρέους και δανεισμού, το 2% «δομική λιτότητα», ακόμη και για ένα εξαγωγικά ισχυρό κράτος, θα ήταν αδύνατον να επιτευχθεί – πόσο μάλλον σε μία αδύναμη εξαγωγικά χώρα, όπως η Ελλάδα, η οποία οδηγείται στην κυριολεξία στο «ικρίωμα» από τη Γερμανία, ένα κράτος που γνωρίζει πολύ καλά ότι, απαιτεί το ανέφικτο από τη χώρα μας.
Περαιτέρω, εάν υπάρχουν επί πλέον σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες, όπως στην περίπτωση των χωρών-μελών της Ευρωζώνης,  οι οποίες αποκλείουν την υποτίμηση του νομίσματος, τα «όρια ταχύτητας» μείωσης των δομικών ελλειμμάτων είναι ακόμη μικρότερα. Επίσης, όταν η εκάστοτε κεντρική τράπεζα δεν μπορεί να βοηθήσει, μειώνοντας τα βασικά επιτόκια δανεισμού.
Στην περίπτωση λοιπόν της Ελλάδας, οι εξαγωγές της οποίας είναι της τάξης του 10% του ΑΕΠ, ενώ η κεντρική της τράπεζα δεν μπορεί να βοηθήσει, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι, το ΑΕΠ της έχει συρρικνωθεί σχεδόν κατά 20% από το ξεκίνημα της κρίσης – επίσης δεν αποτελεί έκπληξη το ότι, το ποσοστό του δημοσίου χρέους της, ως προς το ΑΕΠ, συνεχίζει να αυξάνεται, παρά τη τρομακτική πολιτική λιτότητας.
Εδώ οι «υποδείξεις» της Ευρώπης, σχετικά με τη δήθεν επιτυχημένη εφαρμογή της πολιτικής λιτότητας από την Ιρλανδία, είναι ανόητες και δεν βοηθούν κανέναν. Η οικονομία της Ιρλανδίας είναι σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό εξαγωγική, κυρίως λόγω της εγκατάστασης των αμερικανικών πολυεθνικών (οι οποίες εκμεταλλεύονται τη μικρή φορολογία, καθώς επίσης την συμμετοχή της Ιρλανδίας στην Ευρωζώνη), ενώ η «αναδιάρθρωση» και η «θεραπεία» της, έλαβε χώρα σε εποχές που η παγκόσμια ανάπτυξη ήταν σχεδόν εκρηκτική – αν και τα αποτελέσματα της όλης διαδικασίας είναι μάλλον «πενιχρά».
Σε κάθε περίπτωση, από την εποχή που η παγκόσμια οικονομία έπαψε να αναπτύσσεται, από το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης δηλαδή, η Ιρλανδία βυθίστηκε επίσης στην ύφεση. Το ΑΕΠ της είναι κατά 12% χαμηλότερο από την εποχή προ της κρίσης, οι επενδύσεις στη χώρα είναι κατά πολύ μικρότερες από την περίοδο του 1990, ενώ το δημόσιο χρέος της συνεχίζει να αυξάνεται, παρά τα συνεχή προγράμματα λιτότητας – από περίπου 30% του ΑΕΠ το 2007 στο 130% σήμερα.
Αντίθετα η Μ. Βρετανία επιβράδυνε σημαντικά τη λιτότητα, μετά από δύο αναμφίβολα αποτυχημένα έτη εφαρμογής της – ενώ η οικονομία της παραμένει σε ύφεση και η ανεργία έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων είκοσι ετών. Η κυβέρνηση της Μ. Βρετανίας σχεδιάζει την αύξηση του ελλείμματος του προϋπολογισμού της (νέα χρέη), κατά σχεδόν 100 δις στερλίνες τον επόμενο χρόνο – το διπλάσιο ποσόν δηλαδή, από αυτό που είχε ανακοινώσει ο πρωθυπουργός της το 2010, όταν ανέλαβε την κυβέρνηση.
Αυτό σημαίνει ότι, η Μ. Βρετανία «επενδύει» ξανά στην ανάπτυξη, αντί στη λιτότητα – με πιθανότερο αποτέλεσμα να μειώνεται με μικρότερο μεν ρυθμό το «δομικό» της έλλειμμα αλλά, όμως, σε σταθερή, βιώσιμη βάση – το ακριβώς αντίθετο από αυτό που δυστυχώς συμβουλεύει την Ελλάδα η Τρόικα, γεγονός που δεν επιτρέπει καμία αμφιβολία σε σχέση με τις πραγματικές επιδιώξεις της. 
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Όταν στη Γερμανία το 2005 επικράτησε η κούραση από τα προγράμματα λιτότητας (agenda 2010), η κυρία Merkel, μετά την εκλογή της, σταμάτησε αμέσως την εφαρμογή τους – ένα γεγονός που δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα.
Εκτός αυτού, η τότε νεοεκλεγείσα καγκελάριος διευκόλυνε τη διεξαγωγή νέων επενδύσεων, νομοθετώντας εξαιρετικά συμφέρουσες φορολογικές απαλλαγές για τις επιχειρήσεις – ένα de facto πρόγραμμα ανάπτυξης δηλαδή,βασισμένο στο δανεισμό και στα χρέη, με την ειδική, «χαριστική» συμφωνία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Όταν λοιπόν απαιτείται το εντελώς αντίθετο από εμάς τους Έλληνες, σε χρόνο μηδέν, θα έπρεπε τουλάχιστον να τεκμηριωθεί το πώς φαντάζονται, αυτοί που μας υποχρεώνουν σε τέτοια εγκληματικά μέτρα, ότι θα καλυτερέψει το μέλλον της χώρας μας – έστω μακροπρόθεσμα, εάν όχι μεσοπρόθεσμα. Διαφορετικά είναι αδύνατον να μπορέσει η οποιαδήποτε κυβέρνηση της Ελλάδας να πείσει και να εφαρμόσει ένα τέτοιο πρόγραμμα – ακόμη και αν θα ήταν η καλύτερη του κόσμου.
Μέχρι στιγμής, μετά από κάθε καινούργιο «διαρθρωτικό πακέτο», ακολουθούσε η επόμενη τρομακτική είδηση – επειδή οι μειώσεις των μισθών, των κοινωνικών δαπανών κλπ., σε συνδυασμό με την αύξηση των φόρων, επιδείνωναν την ύφεση, την ανεργία, τις χρεοκοπίες, τη φτώχεια και την εξαθλίωση.
Η πραγματικότητα αυτή έχει ριζώσει βαθιά μέσα στους Έλληνες, οι οποίοι πλέον δεν πιστεύουν τίποτα και κανέναν – με αποτέλεσμα να είναι πια αδύνατον να εφαρμοσθεί το οποιοδήποτε νέο μέτρο, εάν δεν επιθυμεί κανείς να προκαλέσει μία «κοινωνική επανάσταση» άνευ προηγουμένου, αντίστοιχη των απρόβλεπτων εκλογικών αποτελεσμάτων. Ενδεχομένως δε το ίδιο να ισχύει και στην Πορτογαλία, στην Ιρλανδία, στην Ισπανία, στην Ιταλία και αλλού – κάτι που ίσως να σημαίνει πως φτάνει μία μικρή σπίθα, για να ακολουθήσει μία τεράστια έκρηξη, στην «μπαρουταποθήκη» της Δύσης.      
Ολοκληρώνοντας, επαναλαμβάνουμε ακόμη μία φορά πως είναι επικίνδυνα ανόητο να ισχυρίζεται κανείς ότι, δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις εκτός, δήθεν, από την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη – κάτι για το οποίο δεν μπορεί να την υποχρεώσει κανένας απολύτως, ούτε άμεσα, ούτε έμμεσα, ενώ θα ισοδυναμούσε με την επιλογή της αυτοκτονίας, για την αποφυγή της φτώχειας. 
Αθήνα, 15. Μαΐου 2012

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;
s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);
})();

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή