Ακολουθήστε μας

Διεθνή

ΣΕ ΕΜΠΟΛΕΜΗ ΖΩΝΗ: Όταν οι πρώτες εικόνες χιλιάδων ανθρώπων μπροστά από κλειστές τράπεζες εμφανιστούν στα ΜΜΕ παγκοσμίως…

Δημοσιεύτηκε στις

η κατάσταση θα είναι πλέον μη αναστρέψιμη – ένα τρομακτικό σενάριο, το οποίο δεν θα εξυπηρετούσε απολύτως κανέναν

Βασίλης Βιλιάρδος  

“Το σύνολο του ισολογισμού (ενεργητικό, παθητικό) των ευρωπαϊκών τραπεζών είναι της τάξης των 31 τρις € – με τις τράπεζες της Ευρωζώνης να αποτελούν το 76% (23,5 τρις €). Όταν η Lehman Brothers χρεοκόπησε, η Fed υποχρεώθηκε να διασώσει το τραπεζικό σύστημα των Η.Π.Α., συνολικού ισολογισμού 16-17 τρις $ – κάτι που δεν θα είχε επιτυχία, εάν η υπερδύναμη δεν εξήγαγε (από το 2000 και μετά) τα προβλήματα της στον υπόλοιπο πλανήτη και κυρίως στην Ευρώπη.
Εάν συγκρίνει κανείς τώρα τα παραπάνω μεγέθη θα αντιληφθεί καθαρά ότι, ο ισολογισμός της ΕΚΤ θα επιβαρυνθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, από αυτόν της Fed, εάν υποχρεωθεί να διασώσει το τραπεζικό σύστημα της Ευρωζώνης – πόσο μάλλον αφού δεν έχει καμία δυνατότητα εξαγωγής της δικής της κρίσης, όπως στο παρελθόν η Fed.
Ειδικότερα, το τραπεζικό σύστημα της Ευρώπης είναι διπλάσιο, από αυτό των Η.Π.Α. Εάν λοιπόν συμβεί κάτι ανάλογο με τη Lehman Brothers (χρεοκοπία της Ελλάδας), πόσο μάλλον κάτι πολύ μεγαλύτερο (χρεοκοπία της Ισπανίας), θα έπρεπε να βρεθεί ένα πακέτο διάσωσης, το οποίο θα ξεπερνούσε το 50% του παγκοσμίου ΑΕΠ (το παγκόσμιο ΑΕΠ υπολογίζεται στα 60 τρις $).
Περαιτέρω, μόνο το εξωτερικό δημόσιο χρέος της Ισπανίας είναι σήμερα περί το 1 τρις € – υψηλότερο δηλαδή από αυτό της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ιταλίας μαζί. Επομένως, η αντίστροφη μέτρηση για το ευρώ, οευρωπαϊκός Αρμαγεδδών δηλαδή, ευρίσκεται ήδη εδώ – με τον τελικό να παίζεται στην Ισπανία και όχι στην Ελλάδα.

Δυστυχώς ο νέος πρωθυπουργός της Ισπανίας, πιστό «θύμα του δόγματος λιτότητας» της πρωσικής Γερμανίας (η οποία δεν κερδίζει τόσο από το ευρώ, όσο από την κρίση του), κατάφερε μέσα σε λίγους μήνες να οδηγήσει τη χώρα του στην καταστροφή – ενδεχομένως δε πολύ σύντομα στα νύχια του ΔΝΤ.

Όπως είπε τώρα χαρακτηριστικά γνωστός ευρωπαίος πολιτικός, «Όλα όσα μπορώ να σας διαβεβαιώσω είναι ότι, όταν κοιτάζω στα μάτια τους πρωθυπουργούς των χωρών της Ευρωζώνης, καθώς επίσης την ηγεσία της, αυτό που διακρίνω είναι ο παραλογισμός τους – ένας απόλυτος, ολοκληρωτικός και απύθμενος παραλογισμός».
Ολοκληρώνοντας, η Ευρώπη είναι το μεγαλύτερο οικονομικό μπλοκ του πλανήτη – εν τούτοις όμως, το συνολικό ΑΕΠ της δεν είναι περισσότερο από το 60% του ισολογισμού των τραπεζών της. Δυστυχώς, τόσο η ΕΕ, όσο και τα κράτη-μέλη της, επέτρεψαν να γιγαντωθεί σε τέτοιο βαθμό ο τραπεζικός τομέας τους, ώστε να τρέμει ολόκληρος ο πλανήτης – κυρίως επειδή οι τράπεζες της ΕΕ χρηματοδοτούν το 52% των παγκοσμίων δανείων με αποτέλεσμα, εάν συμβεί κάτι, να υποχρεωθούν σε μία καταστροφική ύφεση όλες οι χώρες (ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες).
Όσο λοιπόν και αν αντιδράει η Γερμανία στα διάφορα πακέτα διάσωσης, στο τέλος θα υποχρεωθεί να συμβιβαστεί – επειδή θα την αναγκάσουν οι Η.Π.Α., η Ρωσία, η Κίνα, η Ιαπωνία, η Βραζιλία κλπ., αφού δεν θέλουν να συμπαρασυρθούν οι οικονομίες τους στο χάος”.
Άρθρο
Όπως λέγεται, ο άνθρωπος κατέχεται από μία ασίγαστη τάση, από μία ατελείωτη καλύτερα επιθυμία για ευχαρίστηση – επειδή η ύπαρξη του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την οδύνη και με τον πόνο. Επομένως, οι περισσότερες πράξεις του καθορίζονται από τη «μανία» απόκτησης ιδιοκτησίας, η οποία εξασφαλίζει την ευχαρίστηση.
Κατ’ επακόλουθο, ο άνθρωπος έχει μία ατελείωτη επιθυμία απόκτησης δύναμης – με στόχο την απόκτηση ιδιοκτησίας, η οποία του εξασφαλίζει την ευχαρίστηση. Αναγκαστικά λοιπόν δημιουργείται στις κοινωνίες ένας διαρκής ανταγωνισμός, σε σχέση με την ιδιοκτησία και με τη δύναμη – ιδίως την πολιτική και την οικονομική.
Στα πλαίσια αυτά είναι απαραίτητη η ύπαρξη μίας ανώτερης (κρατικής) εξουσίας, η οποία να διατηρεί την τάξη και να ρυθμίζει τη διαδικασία του γενικότερου ανταγωνισμού, για την απόκτηση ιδιοκτησίας και δύναμης μεταξύ των ανθρώπων.
Εν τούτοις, η ύπαρξη του χρήματος, όχι ως μέσου ανταλλαγής, αλλά για την απόκτηση δύναμης και ιδιοκτησίας, επιδεινώνει τις ήδη προβληματικές ανθρώπινες σχέσεις – επειδή το χρήμα διαφθείρει, δημιουργώντας από υποσχέσεις και συμφωνίες, από κοινωνικές αξίες δηλαδή, χρέη: επομένως, χρηματοπιστωτικές ή/και «τοκογλυφικές» αξίες.
Περαιτέρω, το «οικονομικό αξίωμα» να πληρώνει κανείς τα χρέη του, είναι ισχυρότερο από αρκετά άλλα – όπως, για παράδειγμα, από το να μην κλέβει κανείς, να συμπεριφέρεται με σεβασμό απέναντι στους συμπολίτες του, να τιμάει το Θεό, να έχει αλληλεγγύη με αυτούς που υποφέρουν και αρκετά άλλα. Το γεγονός αυτό είναι γνωστό από πολλά χρόνια – αφού ακόμη και στο μεσαίωνα είχε διαπιστωθεί από τους σχολαστικούς ότι, η πανίσχυρη «ηθική του χρέους» ήταν ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής της Θεολογίας.
Η βαθιά πίστη μας λοιπόν στο «οικονομικό αξίωμα» της επιστροφής των χρεών και των δανεικών, επισκιάζει κάθε άλλη μορφή ηθικής – γεγονός που καταδικάζει τους οφειλέτες, πολίτες και κράτη, όχι μόνο να είναι, αλλά και να νοιώθουν σκλάβοι των δανειστών: υποδεέστερα όντα δηλαδή, τα οποία δεν είχαν την ικανότητα, την εξυπνάδα, την εργατικότητα, την επάρκεια κλπ. να αποκτήσουν χρήματα, εξελισσόμενα σε δανειστές.
Ολοκληρώνοντας, το χρηματοπιστωτικό σύστημα σήμερα θέλει να μας πείσει ότι, η διαγραφή μέρους των «σωρευμένων» χρεών θα οδηγήσει τον πλανήτη στο χάος. Εν τούτοις, δεν υπάρχει απολύτως καμία άλλη δυνατότητα, για να μπορέσουν να επιβιώσουν οι υπερχρεωμένες δυτικές κοινωνίες ειρηνικά, από τη διαγραφή χρεών – η οποία, εάν αργήσει, επιτρέποντας την περαιτέρω συσσώρευση τόκων και χρεολυσίων, θα θέσει σε κίνδυνο πολλά από όλα όσα δημιούργησε ο άνθρωπος τους τελευταίους αιώνες.
Ο ελεγχόμενος πληθωρισμός της τάξης του 4-6%, τα πολύ χαμηλά επιτόκια, η αύξηση της ποσότητας χρήματος, η «χαμηλότοκη» επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής δανείων κλπ. είναι οι ιδανικότεροι τρόποι μερικής «διαγραφής», περιορισμού δηλαδή των χρεών, χωρίς να δημιουργηθούν εντάσεις – κάτι που θα έπρεπε να σκεφθεί πολύ καλά η Ευρωζώνη, εάν δεν θέλει να οδηγηθεί σε καταστροφικούς μονόδρομους. 
ΟΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Οι Έλληνες αμφισβητούν την κοινοβουλευτική δημοκρατία – επιθυμώντας να «εγκαταστήσουν» στη θέση της τησυμμετοχική, άμεση δημοκρατία, η οποία θα τους προστατεύει καλύτερα στο μέλλον από οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές «καταρρεύσεις». Αμφισβητούν επίσης την υφιστάμενη λειτουργία των κομμάτων τα οποία, στη σημερινή τους μορφή, «εκτρέφουν» την ανεπάρκεια, την ανικανότητα, τη διαφθορά, τη διαπλοκή και την ιδιοτέλεια. Φυσικά αμφισβητούν την εύρυθμη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα ορισμένων άλλων «θεσμών» – όπως της Προεδρίας, της Κεντρικής Τράπεζαςπου δεν τους ανήκει, των ΜΜΕ, των συνδικαλιστικών οργανώσεων κλπ.  
Περαιτέρω, αμφισβητούν τη δυνατότητα επιβίωσης της Ευρωζώνης – ειδικά δε του κοινού νομίσματος, το οποίο δημιουργεί πολύ περισσότερα προβλήματα από αυτά που επιλύει, ενώ εντείνει τις οικονομικές ανισορροπίες μεταξύ των χωρών-μελών. Αμφισβητούν βέβαια την ίδια την Ευρωζώνη, το γραφειοκρατικό, πολυδάπανο Ευρωκοινοβούλιο, αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση: έναν μη άριστο νομισματικό χώρο, ο οποίος δεν μπορεί να προσφέρει στα μέλη του λύσεις στις βασικές τους ανάγκες – όπως στη δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων και στην απασχόληση, αφού «παράγει» σκόπιμα υψηλή ανεργία κατά τη νεοφιλελεύθερη «συνταγή», για την διατήρηση των εισοδηματικών ανισοτήτων, καθώς επίσης των χαμηλών μισθών. 
Συνεχίζοντας, οι Έλληνες αμφισβητούν την απολυταρχική ηγεμονία του Καρτέλ, του μονοπωλιακού καπιταλισμού καλύτερα, αλλά και την παντοδυναμία των εμπορικών τραπεζών – η οποία πηγάζει από την άδεια αποκλειστικής παραγωγής χρημάτων που τους έχει προσφερθεί από τις κυβερνήσεις και την ΕΚΤ. Επίσης, αμφισβητούν το σημερινό τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας – η οποία ουσιαστικά «εκτρέφει» το τοκογλυφικό κεφάλαιο, ενώ είναι παράλληλα ο απόλυτος κυρίαρχος του τραπεζοκεντρικού ευρωσυστήματος.
Κατ’ επέκταση, οι Έλληνες αμφισβητούν το χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύνολο του – γνωρίζοντας πλέον πως, παρά το ότι παράγει χρήματα από το πουθενά, εκμεταλλευόμενο με κάθε τρόπο την απίστευτη εξουσία του, καλεί τους Πολίτες να πληρώσουν για τα λάθη ή τις παραλείψεις του (ιδιοποιούμενο τα κέρδη και κοινωνικοποιώντας τις ζημίες του, όπως στο παράδειγμα των δύστυχων Ιρλανδών – οι οποίοι «σύρθηκαν» από την κυβέρνηση τους στη διάσωση των ιδιωτικών, κερδοσκοπικών τραπεζών!).  
Τέλος, οι Έλληνες αμφισβητούν τόσο τη λειτουργία, όσο και τα κίνητρα ορισμένων διεθνών οργανισμών – όπως τουΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, της Τράπεζας των Τραπεζών (BIS), των εταιρειών αξιολόγησης, των κερδοσκόπων-επενδυτών, των διεθνούς εμβέλειας οικονομολόγων κλπ. Φυσικά αμφισβητούν τις «αγαθές» προθέσεις της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Μ. Βρετανίας αλλά και των Η.Π.Α. – στα θέματα τουλάχιστον που τους αφορούν, έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει απόλυτα ότι καλούνται να επιβιώσουν σε μία εμπόλεμη ζώνη, όπου άλλοι λαοί (Ιρλανδοί, Πορτογάλοι) έχουν δυστυχώς αποδεχθεί τη μοίρα τους, σκύβοντας το κεφάλι.    
Ακριβώς για τους λόγους αυτούς, σύσσωμοι όλοι οι Έλληνες απαιτούν από την πολιτική ηγεσία της χώρας τους να πάψει πια να δανείζεται, επιτρέποντας τη λεηλασία τόσο της δημόσιας, όσο και της ιδιωτικής τους περιουσίας – υποθηκεύοντας παράλληλα την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους. Επίσης, να πάψει να «εκλιπαρεί» την καγκελάριο της Γερμανίας, χωρίς καν να τους ρωτήσει εάν είναι πρόθυμοι να υποκύψουν στον εχθρό της Ευρώπης. 
Παράλληλα οι Έλληνες απαιτούν από όλους τους συμπολίτες τους, μισθωτούς και επιχειρηματίες, να αλλάξουν ριζικά τα «κακώς κείμενα» και την «ανατολίτικη νοοτροπία» – συμπεριφορές στις οποίες είχαν ίσως οδηγηθεί από την υφιστάμενη διαπλοκή, από τη διαφθορά του δημόσιου βίου, από την έλλειψη επαγγελματικής ηθικής, από την αδικία και από την κάθε μορφής εκμετάλλευση. Ακόμη περισσότερο, πιστεύουν ότι είναι απαραίτητο να «αποκατασταθεί» η αμφίδρομη φορολογική συνείδηση και η συνέπεια, μεταξύ Πολίτη και Πολιτείας – η οποία έχει κοστίσει πανάκριβα και στους δύο «συναλλασσόμενους». Επίσης, απαιτούν να εμποδιστούν αποτελεσματικά και να τιμωρηθούν οι διαφθορείς συνειδήσεων – κυριότεροι των οποίων είναι οι Γερμανικές πολυεθνικές.        
Μείωση των υπέρογκων δημοσίων δαπανών, κατάργηση της γραφειοκρατίας, ορθολογικό πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων, συνεχής έλεγχος της εξουσίας από τους Πολίτες, παραδειγματική τιμωρία των όποιων διεφθαρμένων πολιτικών, εγκατάσταση ενός Κράτους Δικαίου, εκδίωξη της Τρόικας και «ανάπτυξη ή στάση πληρωμών», είναι πλέον τα βασικά αιτήματα των Ελλήνων. Επίσης, όχι νέα δάνεια και τέλος στη διεθνή επαιτεία, η οποία καταρρακώνει τόσο την υπερηφάνεια, όσο και την αξιοπρέπεια ενός ολόκληρου λαού, καταστρέφοντας την αυτοπεποίθηση του.
Ενός λαού που γνωρίζει μεν πόσο οδυνηρή είναι μία ξαφνική χρεοκοπία, αλλά την προτιμά από την υποδούλωση του, καθώς επίσης από την ολοσχερή απώλεια της εθνικής του κυριαρχίας – πόσο μάλλον όταν ξέρει πως η στάση πληρωμών ή/και η επιστροφή στη δραχμή ενός πάμπλουτου κράτους, όπως η Ελλάδα, δεν είναι σε καμία περίπτωση συνώνυμα με τη συντέλεια του κόσμου. 
Χωρίς να επεκταθούμε σε περαιτέρω ανάλυση του τι ακριβώς συμβαίνει ή τι «κυοφορείται» σήμερα στην Ελλάδα, η οποία δυστυχώς ευρίσκεται στο κέντρο των εξελίξεων, σε εμπόλεμη ζώνη καλύτερα, καλούμενη ακόμη μία φορά από την Ιστορία να προπορευθεί μίας επαναστατικής «αλλαγής πορείας» της δύσης, θα αναφερθούμε στην ανίερη συμμαχία μεταξύ τραπεζών και κυβερνήσεων.
Η ΑΝΙΕΡΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ
Στα πλαίσια μίας «σκοτεινής» συνεργασίας, η εκάστοτε κυβέρνηση προσφέρει το δικαίωμα της παραγωγής χρήματος στις τράπεζες, έναντι της χρηματοδότησης των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού της από αυτές – με τη μορφή της παροχής δανείων στο κράτος ή της αγοράς των ομολόγων που εκδίδει το δημόσιο. Κατ’ επέκταση η ανίερη συμμαχία των κεντρικών τραπεζών, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των κυβερνήσεων είναι πολύ βαθιά, ενώ λειτουργεί ως εξής:
“Η κεντρική τράπεζα δημιουργεί νέα χρήματα, όταν αγοράζει ομόλογα ή εγκρίνει δάνεια, τα οποία είναι εγγυημένα με ομόλογα του δημοσίου. Η κυβέρνηση πληρώνει τόκους στα ομόλογα ή στα δάνεια που λαμβάνει, οπότε δημιουργούνται κέρδη στην κεντρική τράπεζα. Τα κέρδη αυτά, εφόσον βέβαια η κεντρική τράπεζα ανήκει στο κράτος (κάτι που δυστυχώς δεν συμβαίνει με την Τράπεζα της Ελλάδας, αλλά ούτε με την ΕΚΤ), καταλήγουν ξανά στην κυβέρνηση – δια μέσου των μερισμάτων.
Όταν τα ομόλογα είναι ληξιπρόθεσμα, οι κυβερνήσεις δεν χρειάζεται να τα εξοφλήσουν – αφού, απλούστατα, η κεντρική τράπεζα αγοράζει από το κράτος νέα ομόλογα, τα οποία αντικαθιστούν τα παλαιότερα. Για παράδειγμα, εάν η ΤτΕ ανήκε στην Ελλάδα, με νόμισμα τη δραχμή, η κυβέρνηση θα μπορούσε να εκδώσει νέα ομόλογα, για την αντικατάσταση των παλαιοτέρων, πουλώντας τα στην ΤτΕ – οπότε δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να χρεοκοπήσει (υπενθυμίζουμε ότι, η τελική επιλογή στα καπιταλιστικά συστήματα είναι πληθωρισμός ή χρεοκοπία – όπου όμως με τον πληθωρισμό επιβιώνει κανείς, εάν καταφέρει να τον ελέγξει).     
Σε ένα άλλο επίπεδο τώρα, οι εμπορικές τράπεζες δημιουργούν επίσης χρήματα, αγοράζοντας ομόλογα του δημοσίου και χρησιμοποιώντας τα σαν εγγύηση για την παροχή δανείων από την κεντρική. Συνήθως, οι τράπεζες είναι απολύτως σίγουρες ότι η κεντρική τράπεζα θα αποδεχθεί τα ομόλογα του δημοσίου σαν εγγύηση”.  
Συνεχίζοντας, η παραπάνω ανάλυση είναι χαρακτηριστική – είναι δεδομένη δηλαδή για όλα τα δυτικά χρηματοπιστωτικά συστήματα, στα οποία οι τράπεζες (κεντρική, εμπορικές) δημιουργούνται και λειτουργούν, έχοντας την υποχρέωση να βοηθούν τα κράτη στη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων τους. Εν τούτοις, η Ευρωζώνη είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση, αφού υπάρχει ένα ιδιόρρυθμο κεντρικό τραπεζικό σύστημα (αποτελείται από την ΕΚΤ, καθώς επίσης από τις κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών), το οποίο ενισχύει διαφορετικές κυβερνήσεις στη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων τους.
Ειδικότερα, όταν οι κυβερνήσεις των χωρών-μελών της Ευρωζώνης εμφανίζουν ελλείμματα, τότε εκδίδουν ομόλογα, τα οποία αγοράζει το τραπεζικό σύστημα και όχι η ΕΚΤ. Το τραπεζικό σύστημα αγοράζει ευχαρίστως ομόλογα δημοσίου, αφού χρησιμοποιούνται ως εγγυήσεις στην ΕΚΤ, για την παροχή δανείων εκ μέρους της – πόσο μάλλον όταν τα δάνεια που λαμβάνει τοκίζονται με το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ, ενώ οι τράπεζες τα δανείζουν στα κράτη με αρκετά υψηλότερο επιτόκιο.
Σε τελική ανάλυση λοιπόν κερδίζουν οι εμπορικές τράπεζες εις βάρος των Πολιτών, αφού τα κράτη δεν συμμετέχουν στα κέρδη τους – όπως στο παράδειγμα της κεντρικής τράπεζας που ανήκει στο κράτος (Τράπεζα του Καναδά κλπ.). Δικαίως λοιπόν αναφέρεται κανείς «απαξιωτικά» σε μία Ευρωζώνη, ειδικά κατασκευασμένη για τις τράπεζες – σε μία Ευρώπη των τραπεζών της ή στη δικτατορία των τραπεζών. 
ΟΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩ
Κατά τη (νέο)φιλελεύθερη άποψη, η υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος είναι καταστροφική για το μέλλον των ανεξάρτητων χωρών. Αυτό οφείλεται στο ότι δεν διευκολύνει την ορθολογική, ελεύθερη ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ των κρατών-μελών, αλλά τη μονεταριστική αναδιανομή εισοδημάτων – όπου τα πλεονασματικά κράτη υποχρεώνονται να ενισχύουν τα ελλειμματικά, με τη βοήθεια της μεταφοράς πόρων.
Για παράδειγμα, η κυβέρνηση της Πορτογαλίας «επιδοτεί» σήμερα τη μη ανταγωνίσιμη οικονομία της, με έναν πολυπληθή δημόσιο τομέα, καθώς επίσης με πολύ υψηλούς πραγματικούς μισθούς (συγκριτικά πάντοτε με τους άλλους εταίρους της). Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η δημιουργία μεγάλων ελλειμμάτων στον προϋπολογισμό της – τα οποία χρηματοδοτούν το, σχετικά με την παραγωγικότητα τους, υψηλό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της.
Στη συνέχεια, η πορτογαλική κυβέρνηση εκδίδει ομόλογα για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων της χώρας της – τα οποία αγοράζονται από το τραπεζικό σύστημα, αφού τα αποδέχεται η ΕΚΤ σαν εγγύηση. Τα ομόλογα του πορτογαλικού δημοσίου λοιπόν τοποθετούνται σαν εγγύηση στην ΕΚΤ, οπότε δημιουργούνται νέα χρήματα – τα οποία αυξάνουν αργότερα τις τιμές των προϊόντων σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.
Ειδικότερα, η κυβέρνηση της Πορτογαλίας είναι η πρώτη που λαμβάνει αυτά τα νέα χρήματα, τα οποία χρησιμοποιεί για την πληρωμή των υποχρεώσεων της (μισθούς, συντάξεις κλπ.). Εάν τώρα ένας Πορτογάλος μισθωτός αγοράσει μία γερμανική τηλεόραση, τα νέα χρήματα εισρέουν στη Γερμανία – αυξάνοντας τις τιμές των τηλεοράσεων εκεί, λόγω της μεγαλύτερης ζήτησης. Ουσιαστικά λοιπόν η Πορτογαλία εισάγει νέα προϊόντα, «εξάγοντας» για την απόκτηση τους νέα χρήματα – το μεγαλύτερο μέρος των οποίων παραμένει στη Γερμανία, αφού τα πορτογαλικά εμπορεύματα δεν είναι ανταγωνίσιμα.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται στην Πορτογαλία ένα αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο με τη Γερμανία, όπου τα γερμανικά εμπορεύματα ανταλλάσσονται με νέα πορτογαλικά χρήματα. Σε τελική ανάλυση όμως, καμία χώρα δεν μπορεί να διατηρήσει ένα διαρκώς αυξανόμενο αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο – να επιδοτεί δηλαδή μία μη παραγωγική οικονομία, η οποία εισάγει περισσότερα εμπορεύματα από ότι εξάγει, ενώ καταναλώνει με δανεικά χρήματα.
Επομένως, αργά ή γρήγορα, η ελλειμματική χώρα υπερχρεώνεται, οπότε «αναγκάζεται» να διασωθεί από τις υπόλοιπες, λόγω της συμμετοχής της στην Ευρωζώνη. Εκείνη τη στιγμή η μεταφορά πόρων, από τις πλεονασματικές προς στις ελλειμματικές, γίνεται πραγματικότητα, αφού τέτοιου είδους διακρατικά δάνεια δεν είναι δυνατόν να εξοφληθούν ποτέ –πόσο μάλλον όταν χρεώνονται με επιτόκια πολύ υψηλότερα από το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας της εκάστοτε χώρας (όπως στο παράδειγμα της Ελλάδας, όπου το επιτόκιο υπερβαίνει το 5%, ενώ η ανάπτυξη είναι αρνητική, στο -7%).
Κατ’ επέκταση, το υπερχρεωμένο κράτος χάνει την εθνική του κυριαρχία και μετατρέπεται ουσιαστικά σε προτεκτοράτο των ισχυρών – αφού θα παραμένει αιώνια «στον ορό», προφανώς σκόπιμα, επειδή διαφορετικά δεν θα επιβαρυνόταν με τοκογλυφικά επιτόκια υποτέλειας. Γνωρίζοντας όμως ότι αργά ή γρήγορα αντιδρούν οι Πολίτες του, οι κοινωνικές εκρήξεις (ο διαφωτισμός προηγείται πάντοτε της επανάστασης), καθώς επίσης οι «διακρατικές αντιπαλότητες», είναι αδύνατον να αποφευχθούν.
Από την άλλη πλευρά βέβαια (στην Οικονομία τελικά, όπως και στη Φύση, τα πάντα εξισορροπούν, μετά από περιόδους αστάθειας), η χρηματοδότηση των ελλειμματικών χωρών (δανεισμός) επιβαρύνει τις πλεονασματικές οι οποίες, παρά το ότι αντιδρούν στη παροχή δανείων, στο τέλος συμφωνούν υποχρεωτικά – αφού διαφορετικά κινδυνεύουν να χάσουν τις απαιτήσεις  τους, όπως στο παράδειγμα της Γερμανίας, λόγω ενδεχομένων στάσεων πληρωμών ή δυσλειτουργιών του τραπεζικού συστήματος (Target 2, χρεοκοπία τραπεζών στην περιφέρεια κλπ.)        
Περαιτέρω στο παράδειγμα μας, εάν δεν υπήρχε το ευρώ, τότε το εθνικό νόμισμα της Πορτογαλίας θα υποτιμούταν, λόγω μειωμένης ανταγωνιστικότητας – οπότε θα αυξάνονταν οι εξαγωγές της, ενώ θα περιορίζονταν οι εισαγωγές της, με αποτέλεσμα την εξάλειψη των ελλειμμάτων του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της.
Φυσικά δε, η αύξηση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού της, αφενός μεν θα δυσκόλευε τον περαιτέρω δανεισμό της, αφετέρου θα τον καταστούσε ασύμφορο (λόγω των υπερβολικών επιτοκίων). Επομένως, θα αναγκαζόταν να πάψει να συντηρεί ένα μη παραγωγικό και πολυδάπανο δημόσιο – οπότε δεν θα υπερχρεωνόταν.
Αντίστοιχα, το μάρκο της Γερμανίας θα υπερτιμούταν, λόγω αυξημένης ανταγωνιστικότητας – οπότε θα μειώνονταν οι εξαγωγές της, ενώ θα αυξάνονταν οι εισαγωγές της, με αποτέλεσμα την εξάλειψη των πλεονασμάτων του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της, προς όφελος των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών.  
Συμπερασματικά λοιπόν, εάν η Ευρωζώνη δεν ενωθεί πολιτικά, εάν δηλαδή δεν επιταχυνθεί η ολοκλήρωση της Ευρώπης, όπουαφενός μεν θα καταπολεμηθεί με επιτυχία η ανίερη συμμαχία των κεντρικών και εμπορικών τραπεζών, αφετέρου θα λειτουργήσει σταδιακά η αναδιανομή εισοδημάτων από τις πλεονασματικές προς στις ελλειμματικές περιοχές, το Ευρώ θα αποβεί ένα καταστροφικό εγχείρημα – αφού οι ισχυρές, φυγόκεντρες δυνάμεις που αναπτύσσει το κοινό νόμισμα, είναι αδύνατον να αντιμετωπισθούν διαφορετικά.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Σοσιαλιστικό κόμμα χωρίς γεμάτα ταμεία, τα οποία να του επιτρέπουν την εκπλήρωση των (κοινωνικών) υποσχέσεων του, καθώς επίσης χωρίς καμία δυνατότητα δανεισμού, είναι αδύνατον να επιβιώσει. Φιλελεύθερο κόμμα, με ισχυρή σοσιαλιστική αντιπολίτευση, «τυφλά υποταγμένο» στο μνημόνιο, στην Τρόικα και στους δανειστές, είναι επίσης αδύνατον να επιβιώσει. Εάν λοιπόν δεν υπάρξει συναίνεση μεταξύ των αντίθετων κομμάτων, πράγμα πολύ δύσκολο (αν και όχι αδύνατον), αυτό που προβλέπεται είναι δυστυχώς διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις – τις οποίες όμως είναι αδύνατον να αντέξει η ελληνική οικονομία.

Η έξοδος της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ, υπό τις παρούσες προϋποθέσεις, θα ήταν ένα εισιτήριο προς την απόλυτη χρεοκοπία, χωρίς επιστροφή – όπως επίσης η συνέχιση της εφαρμογής του μνημονίου, το οποίο ουσιαστικά την καταδικάζει σε έναν αργό, εξαιρετικά επώδυνο θάνατο (βαθιά ύφεση, ανεργία, χρεοκοπίες επιχειρήσεων, κρατική πτώχευση, λεηλασία, εξαθλίωση, δραχμή).

Η Ευρώπη δεν θα μπορούσε επίσης να αντέξει την έξοδο της Ελλάδας, χωρίς να εκτοξευθεί ο κίνδυνος διάλυσης της στα ύψη – πόσο μάλλον όταν οι ανάγκες των ισπανικών τραπεζών υπολογίζονται πλέον στα 260 δις € από το IIF. Επομένως, δεν είναι τόσο πιθανή, όσο φαίνεται, ενώ είναι συνδεδεμένη με ένα τεράστιο, απρόβλεπτο ρίσκο.

Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι, η Ελλάδα θα πρέπει να συνεχίσει να δίνει την καταστροφική εντύπωση, αφενός μεν πως εκβιάζει την ΕΕ, αφετέρου πως δεν θέλει να πληρώσει τα χρέη της – αν και θα έπρεπε να τα διαπραγματευτεί άμεσα, με επιτόκια της τάξης του 1%, συν επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, με μία μικρή περίοδο χάριτος.

Επίσης, η Ελλάδα πρέπει να σταματήσει να δίνει την εντύπωση ότι, δεν επιθυμεί την εξυγίανση της οικονομίας της(τακτοποίηση τα του οίκου της, σωστή λειτουργία του δημοσίου, επιχειρηματικό πλαίσιο, κάθαρση, τιμωρία των όποιων διεφθαρμένων πολιτικών ή πολιτών κλπ.), εάν δεν θέλει να βρεθεί προ απροόπτου.

Από την άλλη πλευρά, η κατάσταση τόσο στην Ευρωζώνη, όσο και στην Ελλάδα, έχει περάσει πια το σημείο μηδέν – ενώ η ΕΚΤ, με την απόφαση της να αφήσει ως έχει το βασικό επιτόκιο, παρέδωσε ουσιαστικά τη σκυτάλη, όσον αφορά την επίλυση της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους και δανεισμού, στην Πολιτική. Αν και η απόφαση της ΕΚΤ ηρέμησε αρχικά τις αγορές, ιδίως τα χρηματιστήρια, επειδή έδειξε ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος βιασύνης (άρα τα προβλήματα της Ευρωζώνης είναι ελεγχόμενα), το άμεσο μέλλον θα δείξει, εάν τελικά έπεισε πραγματικά ή όχι.

Σε γενικές γραμμές λοιπόν είμαστε αντιμέτωποι με ένα θερμό καλοκαίρι, με τις συνέπειες μίας πιθανής Lehman Brothers στο πολλαπλάσιο. Εάν δε προσθέσουμε στις «εκρηκτικές αυτές εστίες φωτιάς» τις αυξημένες πιθανότητες οδυνηρών κοινωνικών αναταραχών, με την παράλληλη «έξαρση» της εγκληματικότητας, καθώς επίσης τα γεωπολιτικά προβλήματα στην περιοχή μας, θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε μία ανεξέλεγκτη πυρκαγιά – χωρίς καμία απολύτως διάθεση καταστροφολογίας ή απαισιοδοξίας.

Ας ελπίσουμε ότι, στο τέλος θα πρυτανεύσει η λογική σε όλα τα επίπεδα – στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και σε ολόκληρη τη Δύση, η οποία κινδυνεύει πολύ σοβαρά να χάσει τόσο την πρωτοκαθεδρία της στον πλανήτη, όσο και τη Δημοκρατία της.
Βασίλης Βιλιάρδος  
                                          
Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι συγγραφέας, οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. 
Πηγή

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;
s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);
})();

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή