Ακολουθήστε μας

Διεθνή

ΤΟ ΠΛΑΝΟ ΤΟΥ ΣΙΚΑΓΟΥ

Δημοσιεύτηκε στις

Αποδεχόμενοι τη δυσκολία επιστροφής στον κανόνα του χρυσού, η μοναδική
λύση είναι η κυκλοφορία 100% καλυμμένων χρημάτων – όπου οι τράπεζες θα
υποχρεωθούν να έχουν εγγυήσεις στις κεντρικές, ίσες με το σύνολο των χρημάτων
που δανείζουν

“Αυτό
που απομένει σε μία «μικτή Οικονομία» ως η καλύτερη «λύση», σε μία οικονομία
δηλαδή που πιστεύει σε ένα όσο το δυνατόν μικρότερο κράτος (το οποίο όμως
συνεχίζει να έχει στην κατοχή του τις κοινωφελείς, τις
κερδοφόρες μονοπωλιακές και τις στρατηγικές επιχειρήσεις), καθώς επίσης στην
ιδιωτική πρωτοβουλία (στην οποία θα πρέπει να τοποθετούνται όρια διασφάλισης
του ελεύθερου ανταγωνισμού, ενώ οφείλει να ελέγχεται), δεν είναι άλλο από την κρατικοποίηση των
κεντρικών τραπεζών – με τις εμπορικές να παραμένουν μεν στον ιδιωτικό τομέα,
αλλά να ελέγχονται αυστηρά από τις κεντρικές και κατ’ επέκταση από το κράτος.


Οι
κεντρικές τράπεζες οφείλουν να είναι εξ ολοκλήρου δημόσιοι οργανισμοί,
ανεξάρτητοι από τον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα, από τους ιδιώτες επενδυτές, καθώς
επίσης από τις κυβερνήσεις – αποτελώντας τον τέταρτο πυλώνα της κρατικής
εξουσίας. Δίπλα στις τρεις ανεξάρτητες εξουσίες, στην εκτελεστική (κυβέρνηση),
στη νομοθετική (κοινοβούλιο) και στη δικαστική, οφείλει να προστεθεί η νομισματική
εξουσία – ένας δημόσιος θεσμός δηλαδή, ο οποίος να έχει το προνόμιο, το
αποκλειστικό δικαίωμα καλύτερα της δημιουργίας των νόμιμων και αποδεκτών μέσων
ανταλλαγής: των εκάστοτε χρημάτων και νομισμάτων.  
Με
τον τρόπο αυτό θα είχε τη δυνατότητα το κράτος να δανείζεται άτοκα – με μέτρο
φυσικά και υπό τον διαρκή έλεγχο των υπολοίπων τριών εξουσιών, καθώς επίσης των
Πολιτών του. Έτσι θα μπορούσε να λειτουργήσει καλύτερα, όσον αφορά τις ανάγκες
του συνόλου της κοινωνίας – ενώ θα είχε τη δυνατότητα να κατευθύνει
ορθολογικότερα την ποσότητα χρήματος (επίσης τα βασικά επιτόκια κλπ.), χωρίς να
δημιουργούνται οι κερδοσκοπικές φούσκες, οι 
υφέσεις και οι  πληθωρισμοί από
τις μανιοκαταθλιπτικές, αχόρταγες «αγορές»”.  
 Άρθρο
Η
χρηματοπιστωτική κρίση, τα οδυνηρά επακόλουθα της οποίας συνεχίζει δυστυχώς να
βιώνει ολόκληρος ο πλανήτης, έχει αναμφίβολα πολλές διαφορετικές αιτίες – μερικές
από τις οποίες είναι η ασύμμετρη
παγκοσμιοποίηση
, οι ευρωπαϊκές
ασυμμετρίες
, καθώς επίσης η παγκόσμια αναδιανομή
των εισοδημάτων.
Οι
δύο πρώτες οφείλονται κυρίως στην προβληματική συνύπαρξη των ελλειμματικών με
τις πλεονασματικές οικονομίες, τόσο σε διεθνές, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο –
όπου δυστυχώς χώρες, όπως η Κίνα και η Γερμανία,
απειλούν με τις εξαγωγικές τους «επιδόσεις», σε συνδυασμό με τον σκόπιμο
περιορισμό της εσωτερικής τους ζήτησης, αφενός μεν ολόκληρο τον πλανήτη,
αφετέρου την Ευρωζώνη και το κοινό νόμισμα.    
Όσον
αφορά την τελευταία, με βάση την οποία οι μισθοί των αναπτυσσομένων οικονομιών
αυξάνονται, ενώ οι μισθοί των ανεπτυγμένων μειώνονται, «τείνοντας» σε ένα
σημείο ισορροπίας μεταξύ τους, οι επιπτώσεις της στις ελλειμματικές,
εξαρτημένες οικονομίες, στις οποίες ανήκει και η Ελλάδα, είναι εξαιρετικά
επώδυνες (ειδικά όταν παράλληλα σχεδιάζεται η δημιουργία ειδικών οικονομικών ζωνών
κατάργησης της εργατικής και λοιπής νομοθεσίας – έτσι ώστε οι μισθοί της Ελλάδας, για
παράδειγμα, να είναι ίσοι με τους μισθούς της Κίνας, συν το μεταφορικό κόστος). 
Περαιτέρω
τα κράτη, στα πλαίσια των προσπαθειών τους να αντιμετωπισθεί η χρηματοπιστωτική
κρίση, επεμβαίνουν μαζικά στις χρηματαγορές, με στόχο να διασώσουν τις υπερχρεωμένες
τράπεζες και τον ίδιο τον εαυτό τους – αφού τόσο ο δημόσιος, όσο και ο
ιδιωτικός τομέας των περισσοτέρων, έχει ξεπεράσει τα ανώτατα όρια του
δανεισμού.
Ένα
από τα βασικά όπλα τους, μία μέθοδος αντιμετώπισης της κρίσης καλύτερα, είναι η
πολιτική της αύξησης της ποσότητας χρήματος – η οποία θεωρείται ως η πολιτική
του μικρότερου κακού («το μη χείρων βέλτιστον»). Το αποτέλεσμα της είναι η
συνέχιση της αύξησης των χρεών, η οποία όμως κάποια στιγμή φτάνει στα ανώτατα
όρια της. Στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ειδικά στην περίπτωση της Ευρωζώνης,
η μοναδική λύση που θα απομείνει θα είναι η επέμβαση της ΕΚΤ – η οποία θα
αναγκασθεί να επιλέξει το «μονεταρισμό» των χρεών, με την μαζική έκδοση νέων
χρημάτων.
Το
γεγονός αυτό θα μας οδηγήσει δυστυχώς σε έναν υψηλό πληθωρισμό, όπως
τεκμηριώνεται από την ιστορία – όπου ο πληθωρισμός αποτελεί ουσιαστικά μία
φορολογία, όπως όλες οι άλλες, η οποία όμως είναι εξαιρετικά ύπουλη, ενώ
προκαλεί πολύ μεγάλες ζημίες στις οικονομίες των κρατών.
Ειδικότερα,
αν και ο πληθωρισμός περιορίζει τα χρέη, δεν οδηγεί δυστυχώς σε ένα καλύτερο
χρηματοπιστωτικό σύστημα. Στην καλύτερη περίπτωση, απλά επιτρέπει την περαιτέρω
προβληματική επιβίωση των οικονομιών – ενώ θεωρείται ως μία πολύ ακριβή λύση,
για να διατηρηθεί ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο είναι αδύνατον να
λειτουργήσει ως έχει μακροπρόθεσμα.
Βέβαια,
οι κεντρικές τράπεζες (τα ίδια προβλήματα με την Ευρωζώνη έχουν οι Η.Π.Α., η Μ.
Βρετανία, η Ιαπωνία και πολλές άλλες χώρες) τονίζουν κάθε φορά ότι, έχουν
αρκετά μέσα στη διάθεση τους, με τα οποία μπορούν να απορροφήσουν την
υπερβάλλουσα ρευστότητα από τις αγορές, έτσι ώστε να αποφευχθεί ο πληθωρισμός –
κάτι που τεχνικά είναι φυσικά εφικτό.
Εν
τούτοις, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι η τεχνική της μείωσης της ποσότητας
χρήματος, αλλά η δυνατότητα να αποφασισθεί κάτι τέτοιο από την πολιτική – κάτι
που είναι πολύ δύσκολο, αφού ο πληθωρισμός μειώνει τα χρέη των νοικοκυριών,
καθώς επίσης όλων των άλλων υπερχρεωμένων συντελεστών, ιδιαίτερα δε των
τραπεζών. 
Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ
ΧΑΡΤΙΝΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Συνεχίζοντας,
αν και ο κίνδυνος να εξελιχθεί ο πληθωρισμός σε υπερπληθωρισμό δεν φαίνεται
σήμερα μεγάλος, παραμένει υπαρκτός. Σε μία τέτοια περίπτωση, όλοι οι
συμμετέχοντες στην αγορά ανησυχούν, παρατηρώντας τη διαρκή αύξηση της ποσότητας
χρήματος – με αποτέλεσμα να μην εμπιστεύονται πλέον τα χάρτινα χρήματα, τα
οποία κατ’ επακόλουθο χάνουν ραγδαία, όσον αφορά την αγοραστική τους αξία.
Αν
και ο κίνδυνος δεν φαίνεται σήμερα υπαρκτός, έχουμε την άποψη ότι, δεν είναι
παράλογο να ασχοληθεί κανείς με ένα τέτοιο σενάριο, το οποίο έχει άμεση σχέση
με το μέλλον του «ακάλυπτου», του μη εγγυημένου δηλαδή «χάρτινου» χρήματος, το
οποίο επικράτησε στον πλανήτη μετά την κατάργηση του Bretton Woods.
Πολύ
περισσότερο, επειδή η ευρωπαϊκή «πολιτική διασώσεων» (EFSF, ESM κλπ.), στα
θεμέλια της οποίας «ελλοχεύει» μία τραπεζική βόμβα
μεγατόνων
, ενώ στο δρόμο της έχει τοποθετηθεί μία θανατηφόρα γερμανική παγίδα,
διορθώνει μόνο τα συμπτώματα της κρίσης – αφήνοντας ανέπαφες τις αιτίες
της.  
Αναλυτικότερα
«η αιτία των αιτιών», αυτή δηλαδή που «κρύβεται» στη βάση του προβλήματος,
είναι η αρχιτεκτονική του σημερινού, χάρτινου νομισματικού συστήματος – της
δημιουργίας χρημάτων από το πουθενά, μέσω κυρίως των εμπορικών τραπεζών.
Το
γεγονός αυτό οδηγεί υποχρεωτικά σε συνεχώς αυξανόμενες και συχνότερες
οικονομικές κρίσεις, οι οποίες αποτελούν ταυτόχρονα «την αιτία και το αιτιατό»
της υπερχρέωσης. Για εκείνο το χρονικό διάστημα λοιπόν που δεν θα αποφασισθεί η
αντιμετώπιση του κεντρικού προβλήματος της δημιουργίας χρημάτων από το πουθενά,
κυρίως εκ μέρους των εμπορικών τραπεζών, οι κρίσεις θα συνεχίζονται αυξανόμενες
– μέχρι την τελική κατάρρευση του συστήματος.
Τα
παραπάνω δεν αφορούν φυσικά μόνο την Ευρωζώνη, αλλά όλα εκείνες τις
«νομισματικές ζώνες», οι οποίες χρησιμοποιούν ακάλυπτα, χάρτινα χρήματα –
γεγονός που σημαίνει ότι, είμαστε αντιμέτωποι με μία παγκόσμια κρίση του
συστήματος των χάρτινων χρημάτων. Οι προσπάθειες δε καταπολέμησης της κρίσης με
την έκδοση νέων, «ακάλυπτων» χρημάτων, με τεχνητά χαμηλά επιτόκια δανεισμού (τα
οποία διαστρεβλώνουν τις αξίες, δημιουργούν τεράστιες φούσκες και
καταστρέφουν «το αόρατο χέρι της αγοράς»), είναι αδύνατον να έχουν αποτέλεσμα.
Κατά
την άποψη μας, όπως επίσης πολλών άλλων οικονομολόγων, αποδεχόμενοι τη δυσκολία
και τους κινδύνους της επιστροφής στον κανόνα του χρυσού,
η μοναδική λύση είναι η κυκλοφορία χρημάτων, τα οποία θα είναι 100% καλυμμένα
(εγγυημένα) – γεγονός που είναι δυνατόν να συμβεί, εάν οι εμπορικές τράπεζες
υποχρεωθούν να διαθέτουν εγγυήσεις στις εκάστοτε κεντρικές, ίσες με το 100% τω
χρημάτων που δανείζουν (αντί μόλις 2% σήμερα). 
Η ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ
Μετά
τη μεγάλη ύφεση του 1929, πολλοί Αμερικανοί οικονομολόγοι τότε ήταν επίσης της
άποψης ότι, οι εμπορικές τράπεζες θα έπρεπε να υποχρεωθούν να καλύπτουν όλα τα
δάνεια που ενέκριναν, διατηρώντας 100% εγγυήσεις στις εκάστοτε κεντρικές.
«Η
βασική ιδέα είναι να ανεξαρτητοποιηθούν τα χρήματα από τις πιστώσεις»,
τεκμηρίωσε τότε τη θέση του ο οικονομολόγος I. Fisher ολοκληρώνοντας με το
εξής: «Οφείλουμε να διαχωρίσουμε τη διαδικασία της δημιουργίας και της
καταστροφής των χρημάτων, από τις τραπεζικές λειτουργίες».
Η
πρόταση του κ. I. Fisher, γνωστή ως το «πλάνο του Σικάγου», εξετάσθηκε τότε
πολύ σοβαρά από τον Αμερικανό πρόεδρο (F. Roosevelt), ο οποίος όμως δεν μπόρεσε
να την εφαρμόσει στην πράξη – επειδή αντιστάθηκε με επιτυχία ο πανίσχυρος χρηματοπιστωτικός
κλάδος
, ο οποίος κερδίζει τεράστια ποσά, από το «βασιλικό» αυτό του
προνόμιο.
Δύο
οικονομολόγοι του ΔΝΤ τώρα ασχολήθηκαν με την ερώτηση, σχετικά με τα επακόλουθα
της εφαρμογής αυτής της ιδέας στη σημερινή εποχή, προσπαθώντας να απαντήσουν με
τη βοήθεια των μεθόδων της σύγχρονης μακροοικονομίας – δημιουργώντας ένα
μοντέλο, το οποίο εμπλούτισαν με στοιχεία της αμερικανικής οικονομίας.
Τα
αποτελέσματα των ερευνών τους ήταν εντυπωσιακά – αφού διαπιστώθηκε ότι, οι
μελέτες των οικονομολόγων από το 1930 είναι εξ ολοκλήρου σωστές.
«Η
εφαρμογή του πλάνου του Σικάγου σήμερα, θα μείωνε σημαντικά τις
μανιοκαταθλιπτικές εξάρσεις των αγορών, οι οποίες είναι συνδεδεμένες με τους
ρυθμούς ανάπτυξης-ύφεσης. Θα μπορούσε επί πλέον να εμποδίσει εντελώς τις
τραπεζικές επιθέσεις (bank runs), καθώς επίσης να οδηγήσει στον περιορισμό των
δημοσίων και ιδιωτικών χρεών.
Εκτός
αυτού, θα είχε σαν αποτέλεσμα την σημαντική καλυτέρευση του βιοτικού μας
επιπέδου – ενώ θα προκαλούσε ανάπτυξη, η οποία θα πλησίαζε ακόμη και το 10% του
ΑΕΠ», ήταν σε γενικές γραμμές τα συμπεράσματα των δύο οικονομολόγων. 
Ολοκληρώνοντας,
από τη στιγμή εκείνη που τα κράτη παρέδωσαν το κυριαρχικό τους προνόμιο,
σχετικά με τη δημιουργία χρημάτων, στις εμπορικές τράπεζες, καθώς επίσης τα
κέρδη τους από αυτό (υπολογίζονται μεταξύ 5% και 10% επί των δημοσίων εσόδων), οι τράπεζες
κατάφεραν να αναδειχθούν στον κυρίαρχο του παιχνιδιού – με αποτέλεσμα τα κράτη,
οι πολίτες τους δηλαδή, να πληρώνουν ετήσια υπέρογκους τόκους (στην Ελλάδα
σήμερα το κόστος δανεισμού του δημοσίου, οι τόκοι δηλαδή, ξεπερνούν το 25% των
εσόδων από τη φορολογία).       
Ολοκληρώνοντας,
σε σχέση με τη δημιουργία του χρήματος, είναι ίσως σκόπιμο να παραθέσουμε ξανά
το παρακάτω κείμενο: 
Η ΕΥΡΗΜΑΤΙΚΗ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ
Αναλυτικότερα,
με τη διαδικασία της «δημιουργίας» χρήματος «κατασκευάζεται» ουσιαστικά το «λογιστικό χρήμα»,
το οποίο στη συνέχεια «διοχετεύεται» στο κυκλοφοριακό σύστημα της Οικονομίας.
Το γεγονός αυτό δεν συμβαίνει βέβαια με την εκτύπωση χρημάτων, αλλά με την λήψη
δανείων εκ μέρους του δημοσίου, των επιχειρήσεων και των ιδιωτών, από τις
εμπορικές τράπεζες – επίσης, με τη δανειοδότηση των ιδιωτικών τραπεζών από τις
εκάστοτε κεντρικές τους, ή από την αντίστοιχη μεταξύ τους, στη διατραπεζική
αγορά.
Για
παράδειγμα, όταν μία εταιρεία (ιδιώτης, δημόσιο) δανείζεται από μία εμπορική
τράπεζα, «δημιουργούνται» αυτόματα νέα χρήματα – όπως και όταν η ιδιωτική
τράπεζα δανείζει κάποια άλλη ή δανείζεται από την κεντρική. Εκτός αυτού,
δημιουργούνται επίσης νέα χρήματα από τις ιδιωτικές τράπεζες, όταν αγοράζουν
στοιχεία του Ενεργητικού τους (αξιόγραφα, ακίνητα κλπ.), ανοίγοντας πιστωτικό
λογαριασμό (όψεως) στον πωλητή, με τον οποίο συναλλάσσονται.
Έτσι
λοιπόν, η «δημιουργία» του νέου χρήματος είναι συνδεδεμένη με τη δημιουργία
πιστώσεων, ενώ η εξόφληση των πάσης φύσεως δανείων, ή η πώληση των στοιχείων
του ενεργητικού από τις τράπεζες «καταστρέφει», περιορίζει δηλαδή, την
υφιστάμενη ποσότητα χρημάτων.
Τα
«άϋλα» χρήματα δε που «παρασκευάζονται» ή «καταστρέφονται» με αυτόν τον τρόπο,
ονομάζονται, σε αντίθεση με αυτά που προέρχονται από τα ευγενή μέταλλα, «Fiat Money»
– από το λατινικό «fiat», το οποίο μεταφράζεται ως «δημιουργία» (στην
προκειμένη περίπτωση, χρήματα που δημιουργούνται από το τίποτα).
Είναι
ίσως σκόπιμο να προσθέσουμε εδώ ότι, τα χρήματα που δημιουργούνται με αυτή τη
«μαγική» διαδικασία, αντιπροσωπεύουν πραγματικές αξίες (ΑΕΠ), εφόσον
δανείζονται έναντι υλικών αξιών (ακίνητα, αξιόγραφα, μετοχές κλπ.), οι οποίες
«δεσμεύονται» από τις τράπεζες σαν εγγυήσεις.
Όταν
όμως οι υλικές αυτές αξίες είναι υπερτιμημένες, όπως στο παράδειγμα των Subprimes
(Η.Π.Α., Ισπανία, Ιρλανδία κλπ.), όταν δηλαδή υπάρχουν «στρεβλώσεις» στις
αγορές, τότε τα χρήματα που δημιουργούνται με το συγκεκριμένο αντίκρισμα είναι
εντελώς αδικαιολόγητα – με αποτέλεσμα να «εκβάλλουν» στις γνωστές μας
χρηματοπιστωτικές κρίσεις, όπου «καταστρέφονται» (διαγράφονται, καίγονται) στην
πραγματικότητα οι υπερβάλλουσες ποσότητες.
Οφείλουμε
να σημειώσουμε επίσης ότι, οι εμπορικές τράπεζες επιτρέπεται να δανείζουν στους
καταναλωτές (επιχειρήσεις και ιδιώτες), ένα συγκεκριμένο πολλαπλάσιο ποσόν των
συναλλαγματικών αποθεμάτων τους (καταθέσεων), στην εκάστοτε κεντρική τράπεζα.
Στην
Ευρώπη (ΕΚΤ) είναι υποχρεωμένες να διαθέτουν ένα ελάχιστο απόθεμα καταθέσεων
(ρεζέρβα) ύψους 2% – γεγονός που σημαίνει ότι μπορούν να δανείζουν το 50πλάσιο
των καταθέσεων που διατηρούν στην κεντρική τράπεζα, με τη μορφή λογιστικών
χρημάτων (θα αλλάξει στο 33πλάσιο, με βάση τη συνθήκη της Βασιλείας ΙΙΙ, αλλά
από το 2018 – τόσος ήταν ο «πολλαπλασιαστής» κεφαλαίων στη Lehman Brothers,
όταν χρεοκόπησε).
Σε
ορισμένες χώρες (Καναδάς, Σουηδία, Μ. Βρετανία) δεν είναι υποχρεωμένες οι
ιδιωτικές τράπεζες να διαθέτουν ελάχιστα αποθέματα στις κεντρικές. Φυσικά
τηρούνται παράλληλα ορισμένοι άλλοι κανόνες, όπως το ύψος των καταθέσεων σε σχέση
με την εκχώρηση δανείων, έτσι ώστε να υπάρχει κίνητρο για τις τράπεζες, η «διαχείριση» των
αποταμιεύσεων
 και ιάφοροι άλλοι, στους οποίους θα αναφερθούμε
εκτενέστερα στο μέλλον. Ειδικά όσον αφορά τα μετρητά χρήματα, η δημιουργία τους
είναι αποκλειστικό «προνόμιο» της εκάστοτε κεντρικής τράπεζας – αν και
αποτελούν ένα ελάχιστο μέρος (περί το 3%), της συνολικής ποσότητας χρήματος,
ενώ βαίνουν συνεχώς μειούμενα.
Η
αιτία της μείωσης των μετρητών χρημάτων, ανεξάρτητα με τα όσα συνήθως λέγονται,
είναι η περιορισμένη ωφέλεια (κερδοφορία) των τραπεζών, αφού δεν μπορούν να
50πλασιαστούν ανάλογα – παράλληλα με το ότι απαιτούνται ίσου ύψους καταθέσεις
των εμπορικών, στις κεντρικές τράπεζες.
Αυτός
είναι ουσιαστικά ο κύριος λόγος, για τον οποίο οι συναλλαγές με μετρητά χρήματα
περιορίζονται συνεχώς, ακόμη και νομοθετικά, αντικαθιστάμενες με το «πλαστικό
χρήμα», με τη χρήση επιταγών ακόμη και για μικρά ποσά κλπ. Οι τράπεζες
αντιπαθούν λοιπόν τις συναλλαγές με μετρητά, επειδή διαθέτουν συνήθως πολύ
περιορισμένα αποθέματα πραγματικών χρημάτων – για κανέναν άλλο λόγο.     
Συνεχίζοντας,
από τα παραπάνω τεκμηριώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η «τοκογλυφική»
λειτουργία των τραπεζών
, η οποία δεν είναι «σχήμα λόγου», αλλά απτή
πραγματικότητα. Για παράδειγμα, όταν μία τράπεζα διαθέτει καταθέσεις ενός
εκατομμυρίου στην κεντρική μπορεί, σύμφωνα με όσα έχουμε αναφέρει, να δανείζει 50
εκατομμύρια – δηλαδή, 49.000.000 περισσότερα από αυτά που διαθέτει. Εάν χρεώνει
λοιπόν επιτόκιο 5%, κερδίζει ετήσια 2.500.000, διαθέτοντας καταθέσεις ύψους
1.000.000. Επομένως, κερδίζει 250% ετησίως στο ποσόν που πραγματικά «επενδύει»
– ένα εξόφθαλμα τοκογλυφικό επιτόκιο, άνω του 20% μηνιαία (οι τοκογλύφοι
κερδίζουν πολύ λιγότερα).
Εάν
συμπληρώσουμε δε ότι οι τράπεζες, με διάφορα τεχνάσματα, πολλαπλασιάζουν ακόμη
περισσότερο τον «αέρα» που δανείζουν (για παράδειγμα, όταν ασφαλίζουν τα δάνεια
τους, θεωρούνται σαν να μην υπάρχουν – έτσι λειτούργησαν οι τράπεζες με τα
γνωστά μας πια CDS, τα Credit Default Swaps),
τότε τα επιτόκια που απολαμβάνουν στο αρχικό τους εγγυητικό κεφάλαιο του 1.000.000,
ξεπερνούν κατά πολύ το 500% ετησίως. 
Ο
κίνδυνος τώρα των μαζικών αναλήψεων των καταθετών από τις τράπεζες (επιδρομή
στις τράπεζες – Bank run) οφείλεται στο ότι, οι τράπεζες διαθέτουν μόνο ένα
ελάχιστο ποσοστό των καταθέσεων σε μετρητά, της τάξης του 3%. Εάν λοιπόν ένας
μεγαλύτερος αριθμός καταθετών θελήσει να αποσύρει τα χρήματα του, οι τράπεζες
αδυνατούν να τα διαθέσουν.
Έτσι
συνέβη σε γενικές γραμμές στην κρίση του 1930 – κάτι που τελικά επιλύθηκε
αργότερα, ως ένα βαθμό, με τη βοήθεια της ίδρυσης των κεντρικών τραπεζών, οι
οποίες καλύπτουν (εν μέρει φυσικά), τέτοιου είδους ενδεχόμενα (Bank run).
Αυτό
που επίσης συνέβη στην ίδια κρίση (1930), ήταν η μανία «αποχρέωσης» των
νοικοκυριών (επιστροφή παλαιών δανείων, κανένας νέος δανεισμός) – γεγονός που είχε
σαν αποτέλεσμα, αφενός μεν την «καταστροφή» μεγάλων ποσοτήτων χρήματος,
αφετέρου το μηδενισμό της δημιουργίας νέων (μία από τις σημαντικότερες
«παρενέργειες» του φαινομένου του «στασιμοπληθωρισμού»,
από τον οποίο κινδυνεύει τα μέγιστα σήμερα η χώρα μας, λόγω της ΔΝΤ-πολιτικής,
στην οποία «σέρνεται» κυριολεκτικά η κυβέρνηση μας).     
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Σε
αρκετές χώρες δημιουργούνται ήδη κινήματα πολιτών, με στόχο την κατά 100%
κάλυψη των δανείων από τις εμπορικές τράπεζες – επίσης, με την επαναφορά της
νομισματικής κυριαρχίας, του αποκλειστικού προνομίου καλύτερα της έκδοσης
χρημάτων, στα κράτη.
Κατά
την άποψη μας και με δεδομένο το ότι, οφείλει να αντιμετωπισθεί άμεσα η δικτατορία των
τραπεζών
, πριν οδηγηθούμε στην ολοκληρωτική κατάρρευση του
χρηματοπιστωτικού μας συστήματος, ανάλογα κινήματα οφείλουν να υπάρξουν και
στην Ελλάδα – παρά το ότι τα προβλήματα της χώρας μας, η οποία ευρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα
για τέταρτο συνεχές έτος, οφείλονται κυρίως στη «χρήση» της ως πειραματόζωο, εκ
μέρους της Γερμανίας και των Η.Π.Α.
Βασίλης
Βιλιάρδος  
                                          
    Ο κ.
Βασίλης Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος (μακροοικονομία), πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ
Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή