Διεθνή
Η ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ
κλιμάκωση του πολέμου, ο συσχετισμός δυνάμεων, ο (νέο)μερκαντιλισμός, η
πολιτική του μηδενικού αθροίσματος, η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, οι
διαπραγματευτικές μας δυνατότητες, οι σημερινές λύσεις της Ελλάδας και οι
μεγάλες ευθύνες όλων μας
“Σε αδρές
γραμμές, η γρήγορη επίθεση εναντίον ενός λαού και η ακαριαία επικράτηση, θέτει
υπό έλεγχο το περιβάλλον και παραλύει ή
υπερφορτώνει τις αισθήσεις του αντιπάλου, επηρεάζοντας την ικανότητα του να
κατανοεί τα γεγονότα. Σκοπός της μεθόδου «σοκ και δέος», είναι να καταστεί
ο αντίπαλος εντελώς ανίκανος να λειτουργήσει – πόσο μάλλον να αντισταθεί”.
Είναι προφανές πως ο γερμανικός κίνδυνος είχε
υποτιμηθεί σοβαρά από τις Η.Π.Α, οι οποίες είχαν επικεντρώσει την προσοχή τους
κυρίως στην Κίνα – κατά δεύτερο λόγο, στη Ρωσία (η αποτυχία του ΔΝΤ, κατά τη διάρκεια της ρωσικής χρεοκοπίας, να
λειτουργήσει υπέρ των Η.Π.Α., είναι ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα της
πρόσφατης ιστορίας του – σε αντίθεση με τη Γερμανία, η οποία εκμεταλλεύτηκε
σωστά την ξαφνική κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, εξαγοράζοντας πολύ φθηνά
την επανένωση της).
οικονομική επέλαση της Γερμανίας στην Ευρωζώνη, με την παράλληλη επέκταση της στην υπόλοιπη Ευρώπη, φαίνεται πως
έχει στεφθεί με απόλυτη επιτυχία – πόσο
μάλλον όταν το Βερολίνο έχει υποκαταστήσει σχεδόν ολοκληρωτικά τις Βρυξέλλες.
Μοναδικό ίσως «ψεγάδι» της όλης διαδικασίας είναι η εισβολή του ΔΝΤ στην Ευρωζώνη,
την οποία όμως η ίδια η Γερμανία προκάλεσε – αν και με στόχο να το
αντικαταστήσει αργότερα με το ESM, αφού
χρησιμοποίησε το «Ταμείο» αφενός μεν για να αναλάβει τη «βρώμικη δουλειά» προς
όφελος της, αφετέρου για να το εκμεταλλευθεί, μαθαίνοντας από τις γνώσεις και
τις εμπειρίες του.
παρά το ότι διαισθάνεται που ακριβώς
οδηγείται η ήπειρος μας, παράλληλα με την αποδεδειγμένη αδυναμία της
Γαλλίας να αντιμετωπίσει τη Γερμανία (ήδη η καγκελάριος ανέφερε επίσημα ότι «ανησυχεί
για την οικονομική κατάσταση της Γαλλίας», με προφανή στόχο την
τοποθέτηση των αγορών εναντίον της) «ο κύβος θα έχει ριφθεί» – είτε
καταρρεύσει το ευρώ, είτε όχι.
συνεχισθεί, με τη δημιουργία δορυφόρων (Ολλανδία, Αυστρία,
Φιλανδία κλπ.), καθώς επίσης «οικονομικών ζωνών» ολοκληρωτικής επιρροής της
(Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία κοκ), άμεσα εξαρτημένων από τη βιομηχανία της. Στη δεύτερη περίπτωση, εάν δηλαδή δεν
καταρρεύσει τελικά το ευρώ, η Γερμανία θα αναδειχθεί στον αδιαφιλονίκητο
ηγεμόνα της Ευρώπης – με την δουλική υποταγή όλων των «εταίρων» της, στις
δικές της επιθυμίες και στα δικά της σχέδια (η καγκελάριος ανέφερε επίσης ότι,
«δεν μπορεί μία χώρα που χρωστάει πάνω
από το 90% του ΑΕΠ της, να απαιτεί την εθνική της ανεξαρτησία».)
οικονομικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει άμεσα η πρόσβαση της στις
αγορές, είναι δύσκολο να αντιμετωπίσει μόνη της τη Γερμανία – ειδικά όταν η Ισπανία ευρίσκεται στα πρόθυρα της οικονομικής κατάρρευσης, η οποία απειλεί να
συμπαρασύρει ολόκληρο το Νότο.
της Γερμανίας, στη θέση της Γαλλίας – με κριτήριο τόσο το μέγεθος της
οικονομίας της, καθώς επίσης την αποδοχή της γερμανικής υπεροχής εκ μέρους της,
όσο και την επιρροή της σε χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι οποίες δεν
συμπαθούν καθόλου τη Ρωσία.
της Γερμανίας, φαίνεται να είναι η Ρωσία – η
οποία τοποθετείται πλέον ανοιχτά υπέρ της οικονομικής ενίσχυσης τόσο της
Ελλάδας, όσο και της Κύπρου (άρθρο μας), με φόντο
αφενός μεν τον «ελλιμενισμό» του πολεμικού ναυτικού της, αφετέρου τα πιθανότατα
πολύ πλούσια υποθαλάσσια ενεργειακά κοιτάσματα (ΑΟΖ) των δύο χωρών. Εκτός
αυτού, η ενεργειακή εξάρτηση της
Γερμανίας από τη Ρωσία, είναι ένα από τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα του Βερολίνου
– γεγονός που ίσως αποβεί μοιραίο στο μέλλον.
μεγάλο όπλο της Γερμανίας, το «μπαζούκας» της δηλαδή, είναι η ΕΚΤ – με τη
βοήθεια της οποίας έχει τη δυνατότητα να επιβάλλεται σε όλες τις άλλες χώρες,
αφού αφενός μεν την εξουσιάζει (άρθρο μας), αφετέρου
ελέγχει μέσω αυτής όλο το τραπεζικό σύστημα της Ευρώπης, το
οποίο είναι εξαιρετικά «επισφαλές». Ας μην ξεχνάμε εδώ τα λόγια του M.A. Rothschild, σύμφωνα με τον οποίο «Άφησε με ελεύθερο να εκδίδω και να ελέγχω τα χρήματα ενός έθνους και δεν
με ενδιαφέρει ποιος ψηφίζει τους νόμους του».
τεθεί ακόμη σε πλήρη λειτουργία (όταν
συμβεί, τότε θα μεταλλαχθεί σε ένα γερμανικό ΔΝΤ), είναι το ESM – μέσω του οποίου θα εξαγοράζει καταρχήν τα τραπεζικά
συστήματα των «εταίρων» της οι οποίοι, όχι
μόνο δεν θα αντιστέκονται αλλά, αντίθετα, θα την παρακαλούν (όπως συμβαίνει
ήδη με την Ισπανία, την Ιρλανδία, την Ελλάδα κοκ. οι οποίες, με στόχο να μην
επιβαρυνθεί το δημόσιο χρέος τους, πιέζουν για την ανακεφαλαιοποίηση των
τραπεζών τους μέσω του ESM).
σημαντικός ανταγωνιστής της Γερμανίας (άρθρο μας), με προσβάσεις τόσο στην Ελλάδα ή στην Ιταλία, όσο
και αλλού, όπως έχουμε αναλύσει στο κείμενο μας «Η κινεζική επιδημία». Αν και
στις δύο χώρες φαίνεται να υπερισχύει ο κρατικός (απολυταρχικός) καπιταλισμός
(όπως και στη Ρωσία), ένα είδος σύγχρονου εθνικοσοσιαλισμού καλύτερα, με
«νεομερκαντιλιστικές» δομές, η συνεργασία μεταξύ τους δεν είναι εύκολο να
επιτευχθεί.
δραστηριότητες της στην Ευρώπη, εξαγοράζοντας γερμανικές επιχειρήσεις – γεγονός που όμως δεν φαίνεται να ενοχλεί τη
Γερμανία, η οποία την αντιμετωπίζει περισσότερο με πνεύμα συνεργασίας
(ενδεχομένως με στόχο τον κοινό εχθρό των δύο χωρών, την Κίνα, στην οποία δεν
πρόκειται να επιτραπεί αδιαμαρτύρητα η είσοδος στην παραγωγή προϊόντων υψηλής
τεχνολογίας).
την Τουρκία να επισκέπτεται τη Γερμανία, «παρακαλώντας» ουσιαστικά για την
ένταξη της στην ΕΕ, δεν μπορεί κανείς να μην διακρίνει ορισμένες ομοιότητες
με το παρελθόν – αφού οι πρώην σύμμαχοι
του 2ου παγκοσμίου πολέμου ευρίσκονται σε «πορεία σύγκλισης» μεταξύ
τους. Η χώρα μας βέβαια, εάν δεν συνεχίζει να αποτελεί το Δούρειο Ίππο των Η.Π.Α.,
φαίνεται να έχει επιλέξει αυτή τη φορά τη γερμανική πλευρά – κρίνοντας
τουλάχιστον από την μονομερή πολιτική που ακολουθείται από μία κυβέρνηση, η
οποία στηρίζει όλες της τις ελπίδες στην καγκελάριο.
και της Γερμανίας (Κίνας, Ιαπωνίας, Ρωσίας), καθώς επίσης των χωρών που
ακολουθούν το «παράδειγμα» του ενός ή του άλλου, από οικονομικής πλευράς, είναι
το ότι οι Η.Π.Α. διακρίνονται από ένα
ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο, ενώ η Γερμανία από πλεονασματικό.
εμπορικό τους ισοζύγιο, σε σχέση με τη Γερμανία, την Κίνα και τη Ρωσία (της
οποίας το εξαγωγικό εμπόριο δεν είναι ανάλογα ασφαλές ή μερκαντιλιστικό με τις
υπόλοιπες, αφού στηρίζεται στην ενέργεια και στις πρώτες ύλες):
πλεονασματικές και ελλειμματικές οικονομίες παγκοσμίως, με κριτήριο το εμπορικό
ισοζύγιο – σε εκ. $ το 2010
|
Χώρα
|
Πλεόνασμα
|
Χώρα
|
Έλλειμμα
|
|
|
|
|
|
|
Γερμανία
|
201.737
|
Η.Π.Α.
|
-689.932
|
|
Κίνα
|
182.725
|
Μ. Βρετανία
|
-152.830
|
|
Σ. Αραβία
|
152.000
|
Ινδία
|
-106.540
|
|
Ρωσία
|
151.621
|
Γαλλία
|
-85.325
|
|
Ιαπωνία
|
77.218
|
-71.598
|
είναι στην υπηρεσία του ατόμου (φιλελευθερισμός και νεοφιλελευθερισμός), ενώ στη Γερμανία (Κίνα κλπ.) το άτομο είναι
στην υπηρεσία του κράτους (κρατικός καπιταλισμός ή ένα είδος
εθνικοσοσιαλισμού) – με την οικονομική αστυνομία σήμερα (ΣΔΟΕ), να έχει
αντικαταστήσει τα κάποτε «τάγματα ασφαλείας» (SS), ειδικά όσον αφορά την «απομύζηση» και την τρομοκρατία των πολιτών.
τεράστια (περί τα 38 τρις $), ενώ το δημόσιο χρέος επίσης (15 τρις $), όπως και
τα ελλείμματα του προϋπολογισμού – ενώ στην Κίνα ισχύει το αντίθετο, αφού η περιουσία των πολιτών της είναι χαμηλή,
ενώ το δημόσιο χρέος μηδαμινό. Όσον αφορά δε τη Γερμανία, φαίνεται ότι τώρα
αλλάζει πορεία, με στόχο την άμεση μείωση του δημοσίου χρέους της, αφού αυξάνει
συνεχώς τα φορολογικά της έσοδα, τα οποία θα ξεπεράσουν τα 600 δις € το 2012 –
ενώ μειώνει τις δαπάνες, με τη βοήθεια των «εταίρων» της (μηδενικά επιτόκια
δανεισμού κλπ.),
δημιουργούνται τέτοιου είδους «ασυμμετρίες» στην παγκόσμια οικονομία, οι
πόλεμοι είναι αναπόφευκτοι – όπως αποδείχθηκε ιστορικά τους αιώνες της
«βασιλείας» του μερκαντιλισμού. Οφείλουμε να σημειώσουμε δε πως, όταν αναφερόμαστε στη Γερμανία, δεν εννοούμε
φυσικά τους πολίτες της, αλλά την πολιτική της ηγεσία (η οποία ενεργεί κάτω
από τις εντολές ενός βιομηχανικού κατεστημένου διεθνούς εμβέλειας, με πρωσικά
χαρακτηριστικά και με απολυταρχικές δομές).
θεωρούμε σκόπιμο να αναλύσουμε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά του, έτσι ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τη
«νεομερκαντιλιστική» πολιτική που φαίνεται να ακολουθεί η Γερμανία (με κάποιες παραλλαγές φυσικά, «εναρμονισμένες» με τις
σημερινές οικονομικές συνθήκες).
απολυταρχικά κυβερνωμένων κρατών του 16ου – 18ου αιώνα,
για αυξανόμενα και σίγουρα δημόσια έσοδα, έτσι ώστε να μπορεί να πληρώνεται ο
στρατός, καθώς επίσης ο συνεχώς μεγαλύτερος δημόσιος τομέας (κρατικοί
υπάλληλοι), δημιουργήθηκε σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη ένα οικονομικοπολιτικό σύστημα, το οποίο διακρινόταν από την
ολοκληρωτική σχεδόν παρεμβατικότητα του κράτους στην οικονομία. Το βασικό
χαρακτηριστικό αυτού του συστήματος ήταν η επίτευξη πλεονασμάτων στο εξωτερικό
εμπόριο – η αύξηση των εξαγωγών δηλαδή, με την παράλληλη μείωση των εισαγωγών,
έτσι ώστε να μεγεθύνεται η ποσότητα των χρημάτων (τα αποθέματα χρυσού τότε).
παραγωγή και πώληση έτοιμων προϊόντων, τα οποία μπορούσαν να εξασφαλίσουν πολύ υψηλότερες τιμές πώλησης, θέσεις
εργασίας στο εσωτερικό κλπ. Απαγορευόταν δε αυστηρά η εξαγωγή ευγενών
μετάλλων, κυρίως του χρυσού, ενώ τα υψηλά επιτόκια καταθέσεων είχαν στόχο την
υποκίνηση των αποταμιευτών, να μην τοποθετούν τα χρήματα τους σε άλλες χώρες.
επανεξαγωγής προϊόντων, τα οποία εισάγονταν σε χαμηλές τιμές από τις χώρες
φθηνού εργατικού δυναμικού – μία πολιτική που εφαρμόζεται σήμερα από τη
Γερμανία η οποία, με τη βοήθεια του
ισχυρού ευρώ, καθώς επίσης της αυξημένης ρευστότητας της, πιέζει προς τα κάτω
τις τιμές των προϊόντων που εισάγει από την Ασία ή αλλού (προϊόντα που στη συνέχεια επανεξάγει στους ευρωπαϊκούς
«δορυφόρους» της).
βιομηχανία, παρατηρήθηκε το 17ο
αιώνα μία δραματική πτώση των επιτοκίων δανεισμού – όπως συμβαίνει σήμερα
στη Γερμανία, με τη βοήθεια της αυξημένης εισροής χρημάτων από την περιφέρεια,
για λόγους ασφαλείας (αφού προηγουμένως επιδιώχθηκε
και επιτεύχθηκε, δυστυχώς με τη βοήθεια των εταιρειών αξιολόγησης των Η.Π.Α., η
δημιουργία συνθηκών ανασφάλειας στις χώρες του Νότου – με αποτέλεσμα τη
μαζική εκροή καταθέσεων από τις εκεί τράπεζες, με κύριο προορισμό τη
Γερμανία).
εισαγωγών εκείνη την εποχή επιτυγχανόταν με την επιβολή δασμών στα ξένα
προϊόντα – σήμερα, με τη μείωση της
εσωτερικής κατανάλωσης, η «διαχείριση» της οποίας πραγματοποιείται με τη
βοήθεια της μισθολογικής πολιτικής (αμοιβές χαμηλότερες από την
παραγωγικότητα, αυξήσεις μικρότερες του πληθωρισμού, πάγωμα μισθών – μεθόδους
που χρησιμοποίησε η Γερμανία, μετά την είσοδο της στην Ευρωζώνη, με στόχο την
ηγεμονία της).
συνεχώς αυξανόμενη εχθρότητα μεταξύ των κρατών, ήταν το αποτέλεσμα αυτής της
πολιτικής, κυρίως επειδή ο
μερκαντιλισμός «ορίζει» το εξωτερικό εμπόριο ως ένα παιχνίδι «μηδενικού
αθροίσματος» – μία συναλλαγή δηλαδή, στην οποία ο ένας κερδίζει και ο άλλος
χάνει, αφού τα συνολικά έσοδα είναι δεδομένα και σταθερά.
πολιτική, με την οποία συμφωνούσαν όλοι οι οπαδοί του μερκαντιλισμού τότε, ήταν
η συνεχής καταπίεση της εργατικής τάξης. Τόσο οι βιομηχανικοί εργάτες, όσο
και οι χωρικοί, υποχρεώνονταν να ζουν στα όρια του ελάχιστου δυνατού – έτσι
ώστε τα προϊόντα που παρήγαγαν να κοστίζουν όσο το δυνατόν φθηνότερα. Ο στόχος ήταν η μέγιστη δυνατή αύξηση της
παραγωγής, με το χαμηλότερο δυνατό κόστος, σε καθεστώς πλήρους αδιαφορίας
για το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων.
ανάλογο απαιτεί η Γερμανία από τους εταίρους της, συμπεριλαμβανομένης της
Ελλάδας), μόνο μία χώρα που θα κατάφερνε
να προσφέρει στους εργαζομένους της τα ελάχιστα μέσα επιβίωσης με σκληρή
εργασία, θα ήταν δυνατόν να επιτύχει την ανώτατη δυνατή παραγωγή, με το
ελάχιστο δυνατόν κόστος.
υψηλότερες αμοιβές, ο ελεύθερος χρόνος ή η μόρφωση των χαμηλών εισοδηματικών
τάξεων, θα επιβάρυναν το κόστος των επιχειρήσεων, θα περιόριζαν την ανταγωνιστικότητα τους, θα οδηγούσαν τους
εργαζομένους στην «οκνηρία» και θα δημιουργούσαν μεγάλες ζημίες στο κράτος.
φιλελεύθερο Βρετανό A.Smith, ο οποίος αρνήθηκε επίσης να ασχοληθεί με την
πολιτική χρήματος – θεωρώντας πως τα προϊόντα, οι άνθρωποι και οι θεσμοί
αποτελούν τις βάσεις, επάνω στις οποίες μπορεί να οικοδομηθεί ειρηνικά, σε
συνθήκες ελευθερίας και δημοκρατίας, καθώς επίσης ορθολογιστικά, η ευημερία
μίας κοινωνίας και ενός κράτους.
μερκαντιλισμός, σε ορισμένους τομείς του, δεν είναι λανθασμένος. Ο κυριότερος όλων είναι ο J.M. Keynes, ο οποίος συμπεριέλαβε κάποια στοιχεία του
μερκαντιλισμού στη θεωρία του – αναφέροντας ότι η ποσότητα χρήματος, το εξωτερικό
ισοζύγιο και τα βασικά επιτόκια, είναι πολύ σημαντικά για μία οικονομία
(απόψεις που χρησιμοποιήθηκαν αργότερα ως βάση του σύγχρονου μονεταρισμού).
παραγωγή – πιστεύοντας πως η κατανάλωση
είναι ο μοναδικός δρόμος για την ανάπτυξη της οικονομίας. Αντίθετα, ο Keynes θεωρούσε ότι, η παραγωγή είναι σχεδόν στον ίδιο βαθμό
σημαντική με την ενίσχυση της κατανάλωσης – κατανοώντας επίσης πως, στην τότε
σύγχρονη εποχή, η επιδίωξη αυξημένων αποθεμάτων σε ευγενή μέταλλα ήταν λογική.
αύξηση των αποθεμάτων του χρυσού ήταν ο μοναδικός τρόπος αύξησης της ποσότητας
χρήματος – με τη βοήθεια της οποίας μπορούσαν να ενισχυθούν τόσο οι παραγωγικές
επενδύσεις, όσο και η κατανάλωση (σήμερα, η αύξηση της ποσότητας χρήματος
επιτυγχάνεται από την «εκτύπωση» νέων – είτε από τις κεντρικές, είτε από τις
εμπορικές τράπεζες).
1930, απέσυραν τα χρήματα τους από το εξωτερικό, σαν αποτέλεσμα της μεγάλης
ύφεσης, ενώ πολλές χώρες-οφειλέτες τους
δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους, λόγω υπερχρέωσης των οικονομιών τους (κάτι ανάλογο
συμβαίνει σήμερα με τη Γερμανία και το Νότο), ο Keynes αντιλήφθηκε τη σπουδαιότητα του (εξωτερικού) ισοζυγίου τρεχουσών
συναλλαγών.
κράτη προσπαθούν να αυξήσουν τις εξαγωγές τους, μειώνοντας ταυτόχρονα τις
εισαγωγές, για να εξοφλήσουν τα χρέη τους, καθώς επίσης για να ενισχύσουν την
εσωτερική αγορά εργασίας (όπως ουσιαστικά συμβαίνει σε κάποιο βαθμό σήμερα), η Γερμανία δεν θα μπορούσε να επιτύχει
πλεονασματικό ισοζύγιο, έτσι ώστε να πληρώσει τις υποχρεώσεις της
(επανορθώσεις του 1ου παγκοσμίου πολέμου).
Γερμανίας να περιορίσουν τις απαιτήσεις τους, εάν δεν ήθελαν να δημιουργηθούν
εκρηκτικές συνθήκες στην Ευρώπη – δυστυχώς
χωρίς επιτυχία, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε, μέσα από τη δημοκρατία της Βαϊμάρης, στο ναζισμό και στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (γεγονός που
σήμερα δεν φαίνεται να καταλαβαίνει η Γερμανία, σχεδιάζοντας τη δημιουργία αποικιών χρέους, στις οποίες θέλει θα
εγκαταστήσει βιομηχανίες φθηνού εργατικού δυναμικού και ασυναγώνιστου κόστους, συγκριτικά
με την Ασία – με, ουτοπικό προφανώς, στόχο, την κυριαρχία εν πρώτοις της ΕΕ και
στη συνέχεια του πλανήτη).
ιδέα της ενεργητικής επέμβασης του κράτους στην οικονομία – κάτι που
οδήγησε αργότερα στην πολιτική του «new deal» στις Η.Π.Α.
εκ μέρους του προέδρου Roosevelt (μαζική
ενίσχυση της απασχόλησης με τη βοήθεια του κράτους), η οποία υιοθετήθηκε από
πολλές άλλες χώρες και διήρκησε μέχρι τη δεκαετία του 1970.
θεωριών που τον «μιμήθηκαν», καθώς επίσης του προηγηθέντος μερκαντιλισμού, οδήγησαν στο να ονομασθούν οι οπαδοί αυτών
των οικονομικών θέσεων «νεομερκαντιλιστές» – ενώ άλλα οικονομικά συστήματα,
τα οποία ενέχουν ορισμένα μερκαντιλιστικά στοιχεία, όπως το άκρως προστατευτικό
οικονομικό σύστημα της Ιαπωνίας (λιγότερο της Γερμανίας), ονομάζονται επίσης
νεομερκαντιλιστικά.
δημιουργήθηκαν οι περισσότεροι σύγχρονοι οικονομικοί θεσμοί – όπως τα
χρηματιστήρια, το μοντέρνο τραπεζικό σύστημα και οι ασφαλιστικοί οργανισμοί. Σε
γενικές γραμμές δε οι «μερκαντιλιστές»
ήταν κυρίως είτε επιχειρηματίες, είτε κυβερνητικοί υπάλληλοι – σε καμία
περίπτωση εργαζόμενοι.
στη βιωσιμότητα ή μη του χρέους της πατρίδας μας – ενώ παράλληλα «πριονίζονται» διαρκώς οι όποιες προσπάθειες περιορισμού
ή/και εξυπηρέτησης του, παρά το ότι εφαρμόζονται «απάνθρωπα» προγράμματα
εξαντλητικής λιτότητας και υπερφορολόγησης (οικονομική γενοκτονία).
εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό, στην κυριολεξία οργιάζει – με στόχο τη χειραγώγηση των μαζών και τη
θυματοποίηση τους, έτσι ώστε να συνεχίσουν να αποδέχονται αδιαμαρτύρητα τη
λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας τους, την κατάλυση των πάσης
φύσεως δικαιωμάτων τους, τη φτωχοποίηση, την υποδούλωση, τους ύπατους αρμοστές
κοκ.
ακόμη και κατάλογοι «δυνητικών» φοροφυγάδων (πλαστοί ή μη), έτσι ώστε τα ελληνικά και παγκόσμια μέσα
ενημέρωσης να βρίσκουν ευκαιρία να κατηγορούν τους πολίτες της πατρίδας μας,
καθώς επίσης τους πολιτικούς της, ως αποκλειστικούς ενόχους της χρεοκοπίας της
– παρά το ότι δεν είναι ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία χώρα που πλήττεται από
τη διαφθορά ή/και που ήλθε αντιμέτωπη με την αδυναμία πληρωμών (μη εξαιρουμένης
φυσικά της Γερμανίας). Πόσο μάλλον όταν αυτό συμβαίνει σε συνθήκες μεγάλης,
διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, με
ασυμμετρίες τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, οι οποίες
φαίνεται πως οδηγούν σε σημαντικότατες γεωπολιτικές ανακατατάξεις.
κυριολεξία τα πόδια μας, το δημόσιο χρέος μας περιορίσθηκε κατά 106 δις €. Το
χρέος μας λοιπόν, από τα 368 δις € που ήταν στα τέλη του 2011, μειώθηκε περίπου
στα 262 δις € – στα οποία, εάν προσθέσουμε το έλλειμμα του 2012 ύψους περίπου
13 δις € (όπως αναγράφηκε στο προσχέδιο του προϋπολογισμού), θα ήταν στα τέλη του 2012 ίσο με 275 δις €
(και όχι 343 δις € που αναφέρονται, με την αυθαίρετη πρόσθεση ενισχύσεων προς
τράπεζες, ταμεία κλπ., οι οποίες δεν «περνούν» παραδόξως μέσα από το έλλειμμα).
θα είχε την ικανότητα να διαπραγματευθεί σωστά, καθώς επίσης εάν πράγματι
επιθυμεί να γίνει βιώσιμο το χρέος μας, χωρίς να περιμένει μάταια τον από
μηχανής θεό (μέσα από την πολιτική της
υποτέλειας και των υποκλίσεων απέναντι στην καγκελάριο), είναι να
απαιτήσει τα εξής:
του χρόνου αποπληρωμής των 275 δις €, με χρεολυτικές δόσεις ανάλογες με τα
πλεονάσματα του προϋπολογισμού μας, έτσι ώστε να μπορούν πραγματικά να
πληρώνονται – τουλάχιστον όσον αφορά τα δάνεια των κρατών της ΕΕ, καθώς επίσης
της ΕΚΤ και του ΔΝΤ, τα οποία δεν υπέστησαν καμία διαγραφή.
λίγο υψηλότερο από το βασικό της ΕΚΤ, αφού δεν είναι δυνατόν να κερδοσκοπούν οι
«εταίροι» μας, δανείζοντας μας. Στην προκειμένη περίπτωση και για τα
175 δις € περίπου του συμφωνημένου δανεισμού μας από την ΕΕ, το ΔΝΤ και την ΕΚΤ
(οι ιδιώτες δεν μπορούν να υποχρεωθούν σε μία ακόμη ζημία), εάν πληρώναμε επιτόκιο 1%, αντί 5%, η
εξοικονόμηση στον προϋπολογισμό μας θα ήταν περί τα 7 δις € – ενώ θα
επιβαρυνόμαστε με ετήσιο τόκο 1,75 δις € για τα κράτη, το ΔΝΤ και την ΕΚΤ,
καθώς επίσης με 4,25 δις € για τους ιδιώτες (συνολικά με 6 δις €, αντί 13 δις €
σήμερα – οπότε το έλλειμμα μας θα ευρισκόταν στα πλαίσια του 3%).
εκείνου του ποσού από την ΕΚΤ, το οποίο δεν πλήρωσε αγοράζοντας ομόλογα του
ελληνικού δημοσίου από τη δευτερογενή αγορά. Πρόκειται για περίπου 20
δις €, αφού αγόρασε ελληνικά ομόλογα 50 δις €, κατά μέσον όρο στο 60% της αξίας
τους (30 δις €). Στην περίπτωση αυτή τόσο οι τόκοι, όσο και τα χρεολύσια, θα
μειώνονταν ανάλογα.
των τραπεζών από τον ESM (προβλέπεται
για την Ισπανία, την Ιρλανδία κλπ.), έτσι ώστε να μην προστεθεί το ποσόν στο
δημόσιο χρέος μας – υπό την προϋπόθεση βέβαια της επιστροφής του από τις
τράπεζες μας, εντός πέντε ετών, για να
αποφευχθεί η αφελληνισμός τους (απόλυτα εφικτό, εάν αποκατασταθεί η
εμπιστοσύνη των πολιτών και επαναφέρουν τις καταθέσεις τους στην Ελλάδα – ύψους
περί τα 100 δις €).
παραπάνω (η εξόφληση των οφειλών της Γερμανίας απέναντι μας παραμένει
πάγια απαίτηση), τότε το χρέος μας θα
γίνει βιώσιμο, περιοριζόμενο στα 255 δις € – οπότε στο 131% του ΑΕΠ (εάν το
ΑΕΠ μειωθεί ακόμη περισσότερο, στα 195 δις €). Την ίδια στιγμή όμως θα μηδενισθούν σχεδόν τα ελλείμματα του
προϋπολογισμού μας, οπότε θα είναι δυνατή η εξυπηρέτηση του – γεγονός που
θα συμβάλλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, στην επαναφορά των καταθέσεων
στις ελληνικές τράπεζες, στην αισιοδοξία, στις επενδύσεις, στην αύξηση της
κατανάλωσης κοκ.
ποσοστό του χρέους επί του ΑΕΠ – παράλληλα, θα αυξάνονται τα έσοδα του
δημοσίου, επιτρέποντας σιγά-σιγά την αποκατάσταση του βιοτικού επιπέδου των
Ελλήνων.
παρά το ότι αυτά που ζητάει είναι έντιμα, εφικτά και λογικά, τότε οφείλει να αρνηθεί τη δόση της ντροπής
– επιλέγοντας άμεσα την αναβολή (στάση) πληρωμών εντός της Ευρωζώνης (κανένας
δεν μπορεί να μας αποβάλλει, χωρίς τη θέληση μας), αφού είναι εντελώς ανέντιμο και αναξιοπρεπές να δανείζεται κανείς χρήματα,
γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι δεν έχει καμία δυνατότητα επιστροφής τους.
υποχρεωμένοι να επιβιώσουμε, στηριζόμενοι στις δικές μας δυνάμεις και χωρίς
καθόλου δανεισμό – κάτι που είναι σε
μεγάλο βαθμό εφικτό, κρίνοντας από τα περιορισμένα πλέον πρωτογενή μας
ελλείμματα. Θα υπάρξουν φυσικά σημαντικές δυσκολίες, οι τράπεζες μας ίσως
χρειασθεί να κρατικοποιηθούν, είναι πολύ πιθανόν να απαιτηθεί η πληρωμή κάποιων
οφειλών του δημοσίου με υποσχετικές (όπως η Καλιφόρνια) και διάφορα άλλα, τα
οποία όμως δεν θα είναι η συντέλεια του κόσμου – αρκεί να αποκατασταθεί η
εμπιστοσύνη των Πολιτών προς την Πολιτεία και να προηγηθεί η σωστή
προετοιμασία.
λοιπόν να μην αποδεχθεί τα 31,5 δις €, αναλαμβάνοντας το ρίσκο της χρεοκοπίας
– την οποία έτσι ή αλλιώς δεν πρόκειται να αποφύγουμε στο μέλλον, εάν βέβαια
δεν συναινέσουμε στη μετατροπή της Ελλάδας σε γερμανικό προτεκτοράτο.
πληρωμές των δανειστών της η πατρίδα μας σήμερα (αν και θα ήταν προτιμότερο να
το είχε επιλέξει το 2010), όσο επώδυνα και αν είναι τα επακόλουθα, παρά να το
αναβάλλει για αργότερα – όπου δυστυχώς
θα οδηγηθεί στη χρεοκοπία, σαν τη στυμμένη
λεμονόκουπα (λεηλατημένη δηλαδή, πάμπτωχη και με εξαθλιωμένους
πολίτες).
ήρεμα, τόσο οι «υπέρμαχοι» της πολιτικής της Τρόικας, όσο και οι επικριτές της,
είναι το εάν η πατρίδα μας ευρίσκεται σε
καλύτερη θέση, σε σχέση με το 2008 ή με το χρόνο της εισβολής του ΔΝΤ και της
Γερμανίας στην επικράτεια μας. Εάν έχουν μεσολαβήσει δε σωστά βήματα
έκτοτε, όσο οδυνηρά και αν ήταν ή συνεχίζουν να είναι τα μέτρα λιτότητας,
πρέπει να «ψηφίσουμε» θετικά – χωρίς κανέναν ενδοιασμό.
δημόσιο χρέος μας το 2008 ήταν 262 δις € ή ίσο με το 113% του ΑΕΠ μας – ενώ
το έλλειμμα του προϋπολογισμού μας δεν ξεπερνούσε το 5%, με ανέπαφη τη δημόσια
και ιδιωτική μας περιουσία, το βιοτικό μας επίπεδο, τη βιωσιμότητα των τραπεζών
μας, τις συντάξεις, τους μισθούς, τα «κακώς κείμενα» του δημοσίου κοκ.
το επιχειρηματικό πλαίσιο ή η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας, όσο και το
Κράτος Δικαίου, ήταν και είναι στην ίδια ακριβώς κατάσταση – δεν έχουν
δηλαδή σε καμία περίπτωση καλυτερεύσει, παρά τη ραγδαία μείωση της κατανάλωσης
και του ΑΕΠ, τη δραματική αύξηση της ανεργίας, της φτώχειας, της
εγκληματικότητας κλπ.
κατά 40 δις €, κυρίως λόγω της πολιτικής λιτότητας, έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση των δημοσίων εσόδων κατά 10 δις €
ετήσια – όσο δηλαδή ο φόρος των
ακινήτων (χαράτσι) για 10 χρόνια, έντεκα φορές την αξία της ΔΕΗ (!) και σαράντα
φορές την αξία της Τράπεζας της Ελλάδας (με το σύνολο των εσόδων από τις
αποκρατικοποιήσεις, από την εκποίηση δηλαδή των δημοσίων επιχειρήσεων, να
υπολογίζεται μόλις 3 δις € παραπάνω – στα 13 δις €!).
από την απώλεια της εθνικής μας ανεξαρτησίας, καθώς επίσης μετά από μία
διαγραφή χρέους 106 δις €, η οποία μας εξευτέλισε διεθνώς, καταστρέφοντας
παράλληλα τις τράπεζες και τα ασφαλιστικά μας ταμεία, το δημόσιο χρέος μας τοποθετείται (αυθαίρετα) στα 345 δις € ή στο 175%
του ΑΕΠ μας – ενώ δεν διαφαίνεται καμία προοπτική για το μέλλον
μας.
έναντι 95 εκ. €, έχουμε επιβαρυνθεί με χρέη της ύψους περί τα 12 δις €, η
Δωδώνη εκποιείται έναντι 21 εκ. € (!), ενοικιάζεται
σκανδαλωδώς μία τεράστια έκταση εντός της Αθήνας μόλις για 0,45 το τετραγωνικό
μέτρο (!), το χρηματιστήριο μας έχει καταρρεύσει, η αγορά ακινήτων επίσης,
οι κερδοφόρες κοινωφελείς επιχειρήσεις προγραμματίζεται να ιδιωτικοποιηθούν με
εξευτελιστικό τίμημα, οι τράπεζες έχουν χρεοκοπήσει, οι μικρομεσαίες
επιχειρήσεις κλείνουν, οι νέοι Έλληνες
μεταναστεύουν, η Ελλάδα έχει χάσει και το τελευταίο ίχνος αξιοπρέπειας,
καθώς επίσης τόσα πολλά άλλα, τα οποία είναι εξαιρετικά οδυνηρό να αναφέρει
κανείς.
δηλαδή των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, εάν
πιστεύει κανείς ότι είναι δυνατόν να συμβεί με την πρωσική Γερμανία εντός της
ΕΕ και με πρωτεύουσα το Βερολίνο, οφείλει να «ψηφίσει» υπέρ – σε
οποιαδήποτε άλλη περίπτωση όμως είναι υποχρεωμένος να αντισταθεί, ακόμη και με
κίνδυνο να καταρρεύσει εντελώς το βιοτικό του επίπεδο ή/και το κοινό νόμισμα.
παρελθόν, συνεχίζει όμως να έχει κάποιες – αρκεί
φυσικά να βρεθεί μία επαρκής, υπερήφανη και θαρραλέα κυβέρνηση, η οποία να έχει την ικανότητα να
διαπραγματευθεί σωστά, λέγοντας παράλληλα ολόκληρη την αλήθεια στους Έλληνες
Πολίτες, όσο οδυνηρή και αν υποθέσουμε ότι θα ήταν.
που πληρώνουν το τίμημα πρέπει και να αποφασίζουν, έχοντας γνώση – όχι να
υπεξαιρείται η ψήφος τους για δεύτερη φορά, μέσω κενών υποσχέσεων, οι οποίες
ήταν εκ των προτέρων γνωστό στους κυβερνώντες ότι δεν πρόκειται να τηρηθούν.
νέα μέτρα λιτότητας των 13,5 δις € ή ο εργασιακός μεσαίωνας που
προγραμματίζεται, με την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αλλά η νομιμοποίηση της κυβέρνησης να τα
επιβάλλει, καθώς επίσης η έγκριση ή μη της πολιτικής υποτέλειας που ακολουθεί
– εκτός αυτού, τόσο το μέλλον των υπολοίπων χωρών της Ευρωζώνης, όσο και η
επιβίωση ή όχι της Δημοκρατίας στον πλανήτη.
– όπως επίσης οδυνηρές θυσίες, εάν επιθυμεί ένας λαός να διατηρήσει την εθνική
του κυριαρχία, την υπερηφάνεια και την αξιοπρέπεια του.
της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.
var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας


