Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αναστολή της δημοκρατίας με πρόσχημα την κρίση Η Ευρώπη στον δρόμο του κατά Γκράμσι καισαρισμού

Δημοσιεύτηκε στις

dimanche 9 décembre 2012, par Durand Cédric ,
Keucheyan Razmig ,
[Κούτσης Θανάσης (μτφ)]

Καυστική ειρωνεία, ενθάρρυνση ή επιτάφιος ; Η
απονομή του Νόμπελ Ειρήνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση προξενεί αμηχανία όταν,
την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Επιτροπή των
Βρυξελλών διεξάγουν δημοσιονομικό πόλεμο εναντίον αρκετών κρατών-μελών.
Γι’ αυτό και απαιτείται ένας στοχασμός πάνω στη φύση του πολιτικού
καθεστώτος που σήμερα οικοδομείται στην Ένωση.

« Αν πετάξουμε
καταγής ένα κρύσταλλο, θρυμματίζεται –αλλά όχι με οποιονδήποτε τρόπο :
θρυμματίζεται σύμφωνα με τις οδηγίες θραύσης του σε κομμάτια των οποίων η
οριοθέτηση, αν και αόρατη, ήταν εκ των προτέρων καθορισμένη από τη δομή
του κρυστάλλου
 ». Η παρατήρηση αυτή του Σίγκμουντ Φρόιντ, που έγινε τη δεκαετία του 1930 [1]
και αφορούσε τους ψυχικά ασθενείς, έχει επίσης εφαρμογή και στους
πολιτικά ασθενείς, στην πρώτη γραμμή των οποίων βρίσκεται η Ευρωπαϊκή
Ένωση : μια δομή όντως γεμάτη ραγίσματα και θραύσματα.
Η οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2007 φανέρωσε τις
εγγενείς αντιφάσεις του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Κατέδειξε ιδίως ότι η
Ένωση εδραζόταν σε ένα αυταρχικό πολιτικό καθεστώς, το οποίο ρέπει προς
την αναστολή των δημοκρατικών διαδικασιών επικαλούμενο την επείγουσα
οικονομική ή χρηματοπιστωτική ανάγκη.
Έτσι, κατά τη διάρκεια των
τεσσάρων τελευταίων ετών, θεσμοί που ξεφεύγουν από κάθε λαϊκό έλεγχο,
όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή,
υπαγόρευσαν τον οδικό χάρτη τους στους λαούς της Ιρλανδίας, της
Ουγγαρίας, της Ρουμανίας, της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της
Γαλλίας κ.ά. –με την ενεργό συνεργασία της άρχουσας τάξης των χωρών
αυτών. Η Συνθήκη για τη σταθερότητα, τον συντονισμό και τη διακυβέρνηση
(ΣΣΣΔ / TSCG), ο έλεγχος του προϋπολογισμού των κρατών-μελών και η
επιτήρηση των τραπεζών από την Ένωση παρατείνουν αυτή τη μετατόπιση [2]. Πώς να χαρακτηρίσουμε αυτή τη μορφή διακυβέρνησης των λαών χωρίς τους λαούς ;
Προκειμένου να κατανοήσουμε τη φύση του νέου ευρωπαϊκού
πολιτικού καθεστώτος, πρέπει να επανέλθουμε στις τέσσερις φάσεις της
κρίσης. Όλα ξεκινούν τον Αύγουστο του 2007. Όταν η μεγαλύτερη γαλλική
τράπεζα, η BNP Paribas, ανακοινώνει το πάγωμα τριών επενδυτικών
κεφαλαίων της, επικαλούμενη την αδυναμία της να τα τιμολογήσει, η
Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει κανένα χρηματοπιστωτικό εργαλείο ικανό να
της επιτρέψει να παρέμβει : το ενιαίο νόμισμα μπορεί να οδήγησε στην
ανάδυση τραπεζών που δραστηριοποιούνται σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, όμως η
εποπτεία της δραστηριότητάς τους παραμένει προνόμιο των κρατών. Η ΕΚΤ
εγχέει σημαντική ρευστότητα, χωρίς να έχει ακόμη εξεταστεί το ενδεχόμενο
μιας σε βάθος μεταρρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η πτώχευση της τέταρτης επενδυτικής τράπεζας του κόσμου,
της Lehman Brothers, τον Σεπτέμβριο του 2008, δίνει το εναρκτήριο
λάκτισμα για τη δεύτερη φάση της κρίσης. Οδηγεί το παγκόσμιο
χρηματοπιστωτικό σύστημα στα πρόθυρα της χρεωκοπίας και προκαλεί μεγάλης
έκτασης πιστωτική συρρίκνωση (credit crunch). Για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, η παγκόσμια οικονομία βυθίζεται στην ύφεση.
Η απάντηση έρχεται πρώτα από τους G20 και τις κεντρικές
τράπεζες των κυριότερων οικονομιών του πλανήτη : όλοι αναγνωρίζουν την
αναγκαιότητα λήψης προσωρινών μέτρων για την αντιστροφή του υφεσιακού
κύκλου. Κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 2008, οι
κυβερνήσεις ανακοινώνουν την ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων
που αντιμετωπίζουν πρόβλημα και υπόσχονται να εγγυηθούν τα τραπεζικά
δάνεια. Στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δύο θεσμοί αυξάνουν την ισχύ
τους : η ΕΚΤ και η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής. Αποτελούν τα πραγματικά κέντρα ελέγχου μέσα στη θύελλα. Καθώς
δεν διαθέτουν εκλογική νομιμοποίηση, η ενδυνάμωσή τους εντείνεται με
τρόπο αντιστρόφως ανάλογο σε σχέση με το επίπεδο δημοκρατίας στην Ένωση.
Τρίτη φάση : στα τέλη του 2009, η Ευρώπη γίνεται το
επίκεντρο της παγκόσμιας κρίσης. Και αρχίζει να ξετυλίγεται μια σατανική
σπείρα : απογειώνονται τα επιτόκια του δημόσιου χρέους των χωρών της
περιφέρειας, γενικεύονται τα μέτρα λιτότητας, με την ανάπτυξη να
αγκομαχάει ή να βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Μέσα στην αναταραχή,
κυρίαρχα κράτη που εγκλείστηκαν στο κοινό νόμισμα βρίσκονται στο έλεος
κερδοσκοπικών επιθέσεων από τη στιγμή που η ΕΚΤ αρνείται να προσφέρει
την εγγύησή της.

Από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη στον Μάριο Ντράγκι

Μάιος 2010. Το πρώτο σχέδιο διάσωσης της Ελλάδας θέτει
την Αθήνα υπό την κηδεμονία της « τρόικας » : Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
(ΔΝΤ), ΕΚΤ και Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στον απόηχό του, τα επιτόκια της
Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας τρελαίνονται, με τα επιτόκια της Ισπανίας
και της Ιταλίας να ακολουθούν, ακυρώνοντας την εικασία σύμφωνα με την
οποία η Ελλάδα ήταν ειδική περίπτωση. Την ίδια στιγμή, το Ευρωπαϊκό
Ταμείο για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα (EFSF) βλέπει το φως της
ημέρας. Παρά την αντίθεση ενός μέρους των ελίτ της ηπείρου, η ΕΚΤ
διευρύνει το πεδίο των προνομίων της και αρχίζει να επαναγοράζει κρατικά
χρεόγραφα στη δευτερογενή αγορά.
Οι αλλαγές αυτές αγκαλιάζουν τα συμφέροντα του
χρηματοπιστωτικού τομέα. Ο Κλάους Ρέγκλινγκ αναλαμβάνει επικεφαλής του
EFSF. Πρώην στέλεχος του ΔΝΤ, του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών και
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, πέρασε ένα μέρος της καριέρας του στον
ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό τομέα, εργάστηκε κατά τη διάρκεια της
δεκαετίας του 1980 για την Ομοσπονδιακή Ένωση Γερμανικών Τραπεζών,
διεύθυνε ένα κερδοσκοπικό κεφάλαιο (hedge fund)
μεταξύ του 1999 και του 2001 στο Λονδίνο και απασχολήθηκε ως ιδιωτικός
σύμβουλος στις Βρυξέλλες. Παρόμοια περίπτωση : ο Ζακ ντε Λαροζιέρ. Πρώην
γενικός διευθυντής του ΔΝΤ, υψηλόβαθμος αξιωματούχος του γαλλικού
υπουργείου Οικονομικών, κατόπιν σύμβουλος του Μισέλ Πεμπερό,
προέδρου-γενικού διευθυντή της BNP Paribas, τον Φεβρουάριο του 2009 ήταν
επικεφαλής της ομάδας των εμπειρογνωμόνων που απέστειλε στην Ευρωπαϊκή
Επιτροπή μια έκθεση για τη μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής
αρχιτεκτονικής. Τέσσερα από τα οκτώ μέλη αυτής της ομάδας έχουν ή είχαν
δεσμούς με χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς : την Goldman Sachs, την BNP
Paribas, τη Lehman Brothers και τη Citigroup.
Κατά την τέταρτη φάση, που αρχίζει τον Ιούλιο του 2011, η
κρίση του δημόσιου χρέους στην ευρωπαϊκή περιφέρεια εξαπλώνεται σε
ορισμένες χώρες του ιστορικού πυρήνα της Ένωσης, όπως η Ιταλία, η οποία
βλέπει τα επιτόκια του χρέους της να εκτοξεύονται σε σχέση με εκείνα της
Γερμανίας. Το σύνολο της ευρωπαϊκής ηπείρου φλερτάρει και πάλι με την
ύφεση, ενώ οι χώρες του Νότου βυθίζονται στην κρίση. Ταυτόχρονα, η κρίση
πολιτικοποιείται όλο και πιο πολύ. Οι εντάσεις μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών
σε διεθνές επίπεδο οξύνονται, κυρίως στους κόλπους των πιο τυραννισμένων
από τις οικονομικές αναταράξεις κοινωνιών : της Ισπανίας, της Ιταλίας,
της Πορτογαλίας και της Ελλάδας.
Ο ρόλος που έπαιξε το Διεθνές Χρηματοπιστωτικό
Ινστιτούτο (IIF) κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης αποδεικνύεται
αποφασιστικός. Ο οργανισμός αυτός, ένα είδος λόμπι των μεγάλων
παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, πίεσε με όλο του το βάρος τους
εκπροσώπους των εθνικών κυβερνήσεων και της Ένωσης.
Ενεπλάκη ευθέως στις
διαπραγματεύσεις γύρω από τη μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής
χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής, καταφέρνοντας λόγου χάρη να
εκτροχιάσει τις συζητήσεις γύρω από την πρόταση επιβολής νέου φόρου στον
τραπεζικό τομέα [3].
Όταν τον Οκτώβριο του 2012 ο Έλληνας πρωθυπουργός,
Γιώργος Παπανδρέου, ανακοινώνει την πρόθεσή του να διενεργήσει
δημοψήφισμα σχετικά με το νέο σχέδιο βοήθειας, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις
γίνονται απειλητικές. Ο Νικολά Σαρκοζί επικαλείται για πρώτη φορά το
ενδεχόμενο της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ. Ο Γ. Παπανδρέου
παραιτείται· αντικαθίσταται από τον Λουκά Παπαδήμο, πρώην κεντρικό
τραπεζίτη σε Αθήνα και Φρανκφούρτη, επικεφαλής μιας « κυβέρνησης εθνικής
ενότητας ».
Στην Ιταλία, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι γνωρίζει την ίδια
μοίρα. Μετά την επιστολή που απηύθυνε στην Ιταλία ο Επίτροπος για
οικονομικά και νομισματικά θέματα, Όλι Ρεν και με την οποία απαιτούσε
δραστικές οικονομικές και φορολογικές μεταρρυθμίσεις, ο Μπερλουσκόνι
υποχρεώθηκε σε παραίτηση. Αντικαταστάθηκε από τον Μάριο Μόντι, έναν
νοτίως των Άλπεων κλώνο των κ.κ. Παπαδήμου, Λαροζιέρ και Ρέγκλινγκ.
Πρώην Ευρωπαίος Επίτροπος για τον ανταγωνισμό, ο κ. Μόντι έχει
χρηματίσει πρόεδρος του European Money and Finance Forum (Ευρωπαϊκό
Νομισματικό και Χρηματοπιστωτικό Φόρουμ, μια δεξαμενή σκέψης που
συνενώνει τραπεζίτες, χρηματιστές, πολιτικούς και πανεπιστημιακούς) και
σύμβουλος της Goldman Sachs και της Coca-Cola.
Η ανικανότητα των εθνικών κυβερνήσεων να αντεπεξέλθουν
οδηγεί σε επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η εν αναμονή της
επικύρωσής της νέα συνθήκη περιορίζει ασφυκτικά τις εθνικές πολιτικές
σχετικά με τους προϋπολογισμούς, υποβάλλοντάς τους στην κηδεμονία της
Επιτροπής και άλλων κυβερνήσεων. Η αρχή σύμφωνα με την οποία « η εθνική
κυριαρχία σταματά όταν σταματά η φερεγγυότητα » υποβιβάζει τις χώρες που
δέχονται πρόγραμμα βοήθειας σε οιονεί προτεκτοράτα.
Σε Αθήνα, Λισαβόνα
και Δουβλίνο, οι άντρες με τα μαύρα της τρόικας υπαγορεύουν τη σειρά των
μέτρων που πρέπει να υιοθετηθούν, εκθέτοντας σε κοινή θέα τις
νεοαποικιακές σχέσεις στις οποίες υποβάλλονται οι χώρες της περιφέρειας.
Υποστηριζόμενες από τη νέα κυβέρνηση της Γαλλίας, η Ισπανία και η
Ιταλία απέσπασαν στην ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής του Ιουνίου 2012 μια
αόριστη υπόσχεση, σύμφωνα με την οποία η επιβολή κηδεμονίας θα είναι
λιγότερο αυστηρή στο μέλλον. Αυτές οι πλάνες θρυμματίστηκαν μετά τις
πρόσφατες δηλώσεις του Μάριο Ντράγκι, ότι δεν προτίθεται να προσφέρει
την πλήρη εγγύηση της ΕΚΤ –της οποίας έγινε διοικητής τον Νοέμβριο του
2011– παρά μόνο με αντάλλαγμα την απόλυτη συμμόρφωση των εθνικών αρχών
στις προσταγές της τρόικας [4].
Έτσι, από την έναρξη της κρίσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν
σταμάτησε να επιδεικνύει χαρακτηριστικά αυταρχικού καθεστώτος.
Εκλεγμένες κυβερνήσεις που εξαναγκάζονται σε παραίτηση και
αντικαθίστανται από τεχνοκράτες χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση· απόλυτο
προβάδισμα υποτιθέμενα « ουδέτερων » θεσμών όπως η ΕΚΤ· εξάλειψη του
ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τον οποίο ο Γερμανός σοσιαλδημοκράτης
πρόεδρος, Μάρτιν Σουλτς, εις μάτην προσπαθεί να αναδείξει [5]·
ματαίωση δημοψηφισμάτων· παρείσφρηση του ιδιωτικού τομέα στη λήψη
πολιτικών αποφάσεων…
 
Προκειμένου να κατανοήσουμε αυτή την
αντιδημοκρατική δυναμική, που μόνο ένα ευρύ κοινωνικό κίνημα
πανευρωπαϊκής κλίμακας θα μπορούσε να αναστρέψει, δεν θα ήταν ανώφελο να
στραφούμε προς έναν σύγχρονο του Φρόιντ, έναν επίσης διορατικό
παρατηρητή της κρίσης του πολιτισμού στη δεκαετία του 1930 : τον Αντόνιο
Γκράμσι.
Σύμφωνα με τον Ιταλό διανοούμενο, κατά τη διάρκεια των
μεγάλων κρίσεων του καπιταλισμού, οι θεσμοί που εξαρτώνται από την
καθολική ψηφοφορία, όπως τα κοινοβούλια, περνούν σε δεύτερο πλάνο.
Αντιθέτως, οι περιστάσεις ενισχύουν « τη σχετική θέση
της εξουσίας της γραφειοκρατίας (πολιτικής και στρατιωτικής), των υψηλών
χρηματοπιστωτικών κύκλων, της Εκκλησίας και εν γένει όλων των
οργανισμών που είναι σχετικά ανεξάρτητοι από τις διακυμάνσεις της κοινής
γνώμης
 [6] ».
Σε κανονικές συνθήκες, όλοι αυτοί οι πόλοι εξουσίας αφήνουν τους
δημοκρατικούς θεσμούς να κρατούν τα ηνία χωρίς ιδιαίτερα προσκόμματα.
Κάτι τέτοιο δεν ισχύει πλέον σε κατάσταση κρίσης : από τη μία, οξύνονται
οι εγγενείς αντιφάσεις των θεσμών που νομιμοποιούνται σε εκλογικό
επίπεδο, ελαττώνοντας την ικανότητά τους να λαμβάνουν τις αποφάσεις που
απαιτεί η επιτάχυνση των πολιτικών εξελίξεων· από την άλλη, η κοινή
γνώμη έχει σημαντικότατες διακυμάνσεις, απειλώντας να στραφεί προς τις
πιο ριζοσπαστικές λύσεις.
Ο Γκράμσι ονομάζει « καισαρισμό » την προδιάθεση αυτή
των δημοκρατικών καθεστώτων να επιδεικνύουν αυταρχικές τάσεις σε καιρούς
κρίσης.
Κατά τον 19ο αιώνα και στο πρώτο μισό του 20ού, τα
« καισαρικά » στοιχεία αναδύονταν από τους κόλπους των στρατευμάτων
–κάτι που ισχύει για τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, τον Όττο φον Βίσμαρκ και
τον Μπενίτο Μουσολίνι, τρεις εμβληματικές μορφές του φαινομένου.
Εξάλλου, ο καισαρισμός δανείζεται το όνομά του από έναν χαρισματικό
Ρωμαίο στρατηγό που, διαβαίνοντας τον Ρουβίκωνα, εξάλειψε τα όρια μεταξύ
στρατού και πολιτικής. 
Ο Γκράμσι, ωστόσο, είχε διαβλέψει ότι και μη
στρατιωτικοί παράγοντες μπορούν επίσης να ασκήσουν τη λειτουργία του
καίσαρα : πρόκειται για την περίπτωση της Εκκλησίας, του
χρηματοπιστωτικού τομέα ή της κρατικής γραφειοκρατίας. Ο συγγραφέας των
« Τετραδίων της Φυλακής » καταγράφει λόγου χάρη την κατακερματισμένη
φύση του έθνους που προέκυψε από την Ιταλική Αναβίωση του 19ου αιώνα : η
σύστασή του μέσα από διαδοχικές προσκτήσεις περιφερειών λαμβάνει χώρα
χωρίς την πραγματική εμπλοκή των λαϊκών μαζών. Μόνη η γραφειοκρατία
εγγυούνταν την ενότητα, παίζοντας τον ρόλο του καίσαρα, χωρίς τον οποίο
οι φυγόκεντρες δυνάμεις θα διαρρήγνυαν το σύνολο.
Οι δυναμικές που αυτή την περίοδο αναπτύσσονται στους
κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραπέμπουν σε μια μορφή καισαρισμού όχι
στρατιωτική, αλλά χρηματοπιστωτική και γραφειοκρατική. Πολιτική οντότητα
με κατακερματισμένη κυριαρχία, η Ευρώπη δεν βλέπει την ενότητά της να
διασφαλίζεται παρά μόνο μέσα από τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών και τη
δομική παρέμβαση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού τομέα στη λειτουργία
της.
Και οι υποτιθέμενες « πρόοδοι » που έχουν συντελεστεί προς την
κατεύθυνση της ολοκλήρωσης κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών,
δίνουν έμφαση σε αυτόν τον χαρακτήρα.
Ο καισαρισμός αυτός δεν αποτελεί πρόσφατο φαινόμενο στη
σύγχρονη Ευρώπη. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ορισμένοι μη δημοκρατικοί
θεσμοί, ανάμεσα στους οποίους τα συνταγματικά δικαστήρια ή οι
ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες, ισχυροποιούνταν όλο και περισσότερο στη
δυτική Ευρώπη. Η ιδέα που εκείνη την εποχή κινητοποιεί τις ελίτ της
ηπείρου είναι ότι οι « δίδυμοι » ολοκληρωτισμοί –ναζισμός και
σταλινισμός– αποτελούσαν προϊόν των « υπερβολών » της δημοκρατίας –κι
αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο η τελευταία θα έπρεπε να προστατευθεί
απέναντι στον ίδιο της τον παραλογισμό [7].
Ήδη από την έναρξή της, η ευρωπαϊκή ιδέα εγγράφεται σε αυτή τη λογική
της αποστασιοποίησης από τους λαούς. Όμως, η βάρβαρη επιτάχυνση που
επιτελέστηκε από το 2009 ριζοσπαστικοποίησε τη διαδικασία : η οικονομική
και νομισματική ένωση έγινε ένα αυταρχικό εργαλείο διαχείρισης των
κοινωνικών και οικονομικών αντιφάσεων που προξένησε η κρίση.
Έτσι, οι επιλογές που από εδώ και στο εξής προσφέρονται
δεν αντιπαραθέτουν πλέον την επιδίωξη της ευρωπαϊκής οικοδόμησης με την
επιστροφή στην εθνική κλίμακα, όπως θα ήθελαν να μας κάνουν να
πιστέψουμε τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης και οι ευρωφιλελεύθεροι
διανοούμενοι, αλλά δύο ανταγωνιστικά μεταξύ τους ενδεχόμενα : τον
καισαρισμό ή τη δημοκρατία.

Notes

[1] Sigmund Freud, « Nouvelles Conférences d’introduction à la psychanalyse », Gallimard, Παρίσι, 1984 (1η έκδοση : 1933).
[2]
Βλ. Raoul Marc Jennar, « Deux traits pour un coup d’Etat européen » και
« Traité flou, conséquences limpides », « Le Monde Diplomatique »,
Ιούνιος και Οκτώβριος 2012 αντιστοίχως.
[3] « Financial Times », Λονδίνο, 20 Ιουλίου 2011
[4] « Financial Times », Λονδίνο, 7 Σεπτεμβρίου 2012
[5] « Le Monde », Παρίσι, 19 Ιανουαρίου 2012
[6]
AntonioGramsci, « Guerre de mouvement et guerre de position », κείμενα
από τα « Τετράδια της Φυλακής » επιλεγμένα και σχολιασμένα από τον
Razmig Keucheyan, La Fabrique, Παρίσι 2012. Βλ. επίσης « Gramsci, une
pensée devenue monde », « Le Monde Diplomatique », Ιούλιος 2012.
[7]
Βλ. Jan-Werner Müller, « Contesting Democracy. Political Ideas in
Twentieth-Century Europe », YaleUniversity Press, New Haven, 2011.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO56 λεπτά πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή