Διεθνή
Μπλέξιμο στον Καύκασο Το Ιράν και το Ισραήλ ανταγωνίζονται για επιρροή στο Αζερμπαϊτζάν
Καθώς η πρόοδος του Ιράν σχετικά με πυρηνικό του πρόγραμμα
συνεχίζεται αμείωτη, το 2013 μπορεί να σηματοδοτήσει την κορύφωση του
μακρόχρονου αδιεξόδου μεταξύ της Ισλαμικής Δημοκρατίας και της Δύσης. Οι
ελπίδες για μια διπλωματική λύση ξεθωριάζουν και ένα ισραηλινό ή
αμερικανικό στρατιωτικό χτύπημα στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν φαίνεται
όλο και πιο πιθανό. Το δυνητικό εξαγόμενο από μια τέτοια ενέργεια για
τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή ήταν το
αντικείμενο συχνών εικασιών. Έχει συζητηθεί πολύ λιγότερο, αν και δεν
είναι λιγότερο σημαντικό, το τι θα σήμαινε μια βίαιη αντιπαράθεση για
τον Νότιο Καύκασο – μια περιοχή ακριβώς βόρεια του Ιράν, όπου η
αντιπαράθεση μεταξύ της Ισλαμικής Δημοκρατίας και της Δύσης είναι ήδη
προφανής στην καθημερινή ζωή. Θεωρούμενη από παλιά ως μια
πυριτιδαποθήκη, η περιοχή, η οποία περιλαμβάνει την Αρμενία, το
Αζερμπαϊτζάν και τη Γεωργία, για άλλη μια φορά βρίσκεται στο χείλος του
γκρεμού.
Στο επίκεντρο των εντάσεων στην περιοχή βρίσκεται το Αζερμπαϊτζάν,
μια χώρα με σταθερούς ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με το Ιράν
αλλά του οποίου τα συμφέροντα έχουν ταιριάξει με εκείνα του Ισραήλ, του
θανάσιμου εχθρού της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Κατά τη διάρκεια της
επίσκεψής του στο Μπακού τον περασμένο Οκτώβριο, ο Ιρανός πρόεδρος
Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ περιέγραψε την σχέση της χώρας του με το
Αζερμπαϊτζάν ως «αδελφική και πολύ βαθιά», βασισμένη στην κοινή εθνοτική
και θρησκευτική κληρονομιά των δύο χωρών. (Αζέροι κατοικούν μεγάλο
μέρος της βορειοδυτικής περιοχής του Ιράν που είναι επίσης γνωστή ως
Αζερμπαϊτζάν, όπως επίσης, και οι δύο χώρες κατοικούνται κυρίως από
σιίτες). Η δήλωση του Αχμαντινετζάντ, όμως, διαστρέβλωσε κατάφωρα την
τρέχουσα κατάσταση των πραγμάτων. Σήμερα, δεν είναι η ιστορική συγγένεια
αλλά μάλλον η έντονη καχυποψία και η αντιπαλότητα που χαρακτηρίζουν
τους δεσμούς μεταξύ Μπακού και Τεχεράνης. Τον ίδιο μήνα που ο
Αχμαντινετζάντ έκανε τη δήλωση, ένα δικαστήριο στο Μπακού επέβαλλε
μεγάλες ποινές φυλάκισης σε 22 Αζέρους που κατηγορήθηκαν για κατασκοπεία
για λογαριασμό της ιρανικής Φρουράς της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC)
και ότι σχεδίαζαν να πραγματοποιήσουν επιθέσεις εναντίον αμερικανικών
και ισραηλινών στόχων στο Αζερμπαϊτζάν. Εν τω μεταξύ, τον Δεκέμβριο, η
Τεχεράνη έκανε φασαρία αφότου εθνοτικοί αυτονομιστές από την περιοχή
«Αζερμπαϊτζάν» βορειοδυτικά του Ιράν πραγματοποίησαν ένα συνέδριο στο
Μπακού.
Ωστόσο, η δήλωση του Αχμαντινετζάντ στο Μπακού δεν ήταν εντελώς
ανειλικρινής. Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων λίγων μηνών, Ιρανοί
αξιωματούχοι και τα κρατικά ελεγχόμενα μέσα μαζικής ενημέρωσης είχαν
τονίσει την επιθυμία της Τεχεράνης για πιο φιλικές σχέσεις με το Μπακού.
Την ίδια στιγμή, σπρώχνουν την κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν να
επανεξετάσει τις γραμμές της εξωτερικής της πολιτικής – κυρίως τους
στενούς δεσμούς της με το Ισραήλ. Πουθενά στην άμεση γειτονιά του το
Ιράν δεν βλέπει ένα τόσο ξεκάθαρο ισραηλινό αποτύπωμα όσο στο
Αζερμπαϊτζάν. Το Ισραήλ και το Αζερμπαϊτζάν μοιράζονται τον κοινό στόχο
να αναχαιτίσουν την επιρροή του Ιράν. Σε αυτό το κοινό μέτωπο, το
Αζερμπαϊτζάν παρέχει εγγύτητα με το Ιράν – με πολλές εικασίες ότι το
έδαφος του Αζερμπαϊτζάν χρησιμοποιείται ως ενδιάμεση βάση για ισραηλινές
στρατιωτικές επιχειρήσεις – ενώ το Ισραήλ διαθέτει όπλα ανώτερης
τεχνολογίας και άλλους πόρους.
Αλλά η συνεργασία Αζερμπαϊτζάν-Ισραήλ δεν
βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στο θέμα του Ιράν. Εκτείνεται σε
ευρύτερη οικονομική και στρατιωτική συνεργασία, στο εμπόριο και τις
επενδύσεις, καθώς και σε αμοιβαία διπλωματική υποστήριξη. Για τους
Ιρανούς ηγέτες, αυτή η δυσάρεστη πραγματικότητα έθεσε τον πήχη ψηλότερα,
αναγκάζοντάς τους να ταλαντεύονται μεταξύ απειλών και ανοιγμάτων
φιλίας, στην προσπάθειά τους να διακόψουν τη σχέση του Μπακού με το
Ισραήλ.
Παρ’ όλα αυτά, αν και η ισραηλινή παρουσία στο Αζερμπαϊτζάν αποτελεί
μια σημαντική ανησυχία για την ασφάλεια του Ιράν, αντιπροσωπεύει μία
μόνο πτυχή των συμφερόντων της Τεχεράνης στον Νότιο Καύκασο. Στην
πραγματικότητα, οι τρεις χώρες της περιοχής βλέπουν τον μεγάλο νότιο
γείτονά τους με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Το Ιράν έχει εγκάρδιες
σχέσεις με τη Γεωργία και στενές σχέσεις με την Αρμενία, η οποία μέσω
του τραπεζικού της τομέα βοήθησε την Τεχεράνη να αποφύγει κυρώσεις.
Καθώς η Δυτική αντιπαράθεση με το Ιράν θα εξελίσσεται το επόμενο
διάστημα, οι μελετητές και οι φορείς χάραξης πολιτικής δεν έχουν την
πολυτέλεια να αγνοήσουν τις παράλληλες εξελίξεις στον Νότιο Καύκασο.
ΑΛΛΗΛΕΝΔΕΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Έχουν περάσει σχεδόν 200 χρόνια από τότε που το Ιράν έχασε την
πρόσβασή του στον Νότιο Καύκασο. Το 1813 και το 1828, έχοντας αποτύχει
επανειλημμένα να αποκρούσει την εισβολή του ρωσικού στρατού, η περσική
δυναστεία Qajar υπέγραψε τις συνθήκες του Gulistan και του Turkmenchay.
Με τις δύο συμφωνίες, η Περσία εγκατέλειψε υπέρ της Ρωσικής
Αυτοκρατορίας τις εδαφικές διεκδικήσεις της για τα περισσότερα από τα
ανατολικά τμήματα της σημερινής Γεωργίας και τα εδάφη που απαρτίζουν
σήμερα την Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν. Στο Ιράν, η λέξη «Qajar»
εξακολουθεί να είναι συνώνυμη με την εδαφική απώλεια και την εθνική
ταπείνωση.
Περιστασιακές δηλώσεις από την Τεχεράνη δεν αφήνουν καμία αμφιβολία
ότι πολλοί Ιρανοί εξακολουθούν να θεωρούν τον Νότιο Καύκασο μέρος της
ιστορικής περιοχής τους, μια σφαίρα όπου ο σεβασμός στα ιρανικά
συμφέροντα είναι αναμενόμενος, αν δεν είναι φωναχτά απαιτητός. Τον
Αύγουστο του 2011, ο στρατηγός Hassan Firouzabadi, ο αρχηγός του
επιτελείου των ενόπλων δυνάμεων του Ιράν, επιτέθηκε στην κυβέρνηση του
Αζερμπαϊτζάν για τις κοσμικές πολιτικές της και τις σχέσεις της με το
Ισραήλ. Σε μια σαφή απειλή, ο Firouzabadi προειδοποίησε για εξέγερση στο
Αζερμπαϊτζάν, αναφέροντας ότι «ιρανικό αίμα ρέει στις φλέβες των
κατοίκων του [Αζερμπαϊτζάν] και η καρδιά τους χτυπάει για το Ισλάμ».
Ως δύο από τις μόλις τέσσερις σιιτικής πλειοψηφίας χώρες του κόσμου,
το Αζερμπαϊτζάν και το Ιράν μοιράζονται σημαντικούς θρησκευτικούς
δεσμούς. Και υπάρχουν περισσότεροι Αζέροι που ζουν στο Ιράν (ο πληθυσμός
τους εκτιμάται σε 15-20 εκατ.) από όσοι στην ίδια την Δημοκρατία του
Αζερμπαϊτζάν (περίπου εννέα εκατομμύρια). Πολλές οικογένειες έχουν
υποκαταστήματα και στις δύο πλευρές των συνόρων Αζερμπαϊτζάν-Ιράν. Με
τόσα πολλά κοινά σημεία, το Αζερμπαϊτζάν και το Ιράν θα φαινόταν πιο
πιθανό να είναι φυσικοί σύμμαχοι.
Αλλά έχει συμβεί το αντίθετο. Όταν το Αζερμπαϊτζάν αποκόπηκε από τη
Σοβιετική Ένωση το 1991, η Τεχεράνη γρήγορα το αναγνώρισε ως ανεξάρτητο
κράτος, με την ελπίδα ότι θα χρησιμεύσει ως γόνιμο έδαφος για τη διάδοση
της ισλαμικής επανάστασης. Όμως, από τις πρώτες μέρες της ανεξαρτησίας,
η ελίτ του Αζερμπαϊτζάν δεν βρήκε κανένα ενδιαφέρον να μιμηθεί τον γάμο
θρησκείας και πολιτικής του Ιράν, ενώ αντί για αυτό είδε την κοσμική
Τουρκία ως τον πρωταρχικό πολιτικό και οικονομικό εταίρο της. Η αρχική
ευφορία του Ιράν στην προοπτική ενός νέου κράτους σιιτών, γρήγορα
μετατράπηκε σε τρόμο, καθώς το Μπακού εξέφρασε αλυτρωτικά αισθήματα και
προώθησε την ιδέα του «Μεγάλου Αζερμπαϊτζάν», που θα ενώσει το
Αζερμπαϊτζάν (την χώρα) με το Αζερμπαϊτζάν (την περιοχή στο βορειοδυτικό
Ιράν). Φοβούμενοι ότι οι προθέσεις του Μπακού θα τροφοδοτήσουν
αποσχιστικές τάσεις μέσα από τα σύνορά του, το Ιράν παρέσχε ζωτικής
σημασίας υποστήριξη στην Αρμενία στον πόλεμο εναντίον τού Αζερμπαϊτζάν
για την αμφισβητούμενη περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, η οποία διήρκεσε
από το 1988 ως το 1994 και τελείωσε με μια ασαφή κατάπαυση του πυρός.
Στο Αζερμπαϊτζάν, η στάση του Ιράν στον εν λόγω ημιτελή πόλεμο δεν έχει
ποτέ συγχωρεθεί και η Τεχεράνη συνεχίζει να υποστηρίζει την Αρμενία
έκτοτε.
Από το τέλος του πολέμου για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ το 1994 ως τα πρώτα
χρόνια του εικοστού πρώτου αιώνα, οι επίσημες σχέσεις μεταξύ
Αζερμπαϊτζάν και Ιράν έγιναν πιο σταθερές. Η Τεχεράνη παραδέχθηκε
ανοιχτά ότι ο Νότιος Καύκασος περιέπεσε στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας
και έτσι απέφυγε να παίξει το ισλαμιστικό χαρτί της πολύ εμφανώς στο
Αζερμπαϊτζάν. Η Μόσχα είναι εξαιρετικά ευαίσθητη με τον Ισλαμισμό στη
νότια πλευρά της. Εν τω μεταξύ, κατά τη διάρκεια της θητείας του
προέδρου του Αζερμπαϊτζάν, Γκαϊντάρ Αλίεφ, από το 1993 ως το 2003, το
Μπακού σιγάνεψε τις εκκλήσεις του για ενοποίηση με την βορειοδυτική
ιρανική περιοχή «Αζερμπαϊτζάν». Σε αναγνώριση των βελτιωμένων σχέσεων,
το Ιράν αντάμειψε το Αζερμπαϊτζάν με ένα προξενείο στην βόρεια ιρανική
πόλη Ταμπρίζ, την δεύτερη μεγαλύτερη κατοικούμενη από Αζέρους πόλη στον
κόσμο.
Από τότε που ο Ilham Aliyev έγινε πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν το 2003,
ωστόσο, το Μπακού έχει αναπτυχθεί τόσο από πλευράς σημαντικού πλούτου –
χάρη στα έσοδα από τις εξαγωγές ενέργειας – όσο και από πλευράς αισθητά
μεγαλύτερης τόλμης στην εξωτερική του πολιτική. Τίποτα δεν εξηγεί αυτή
την τελευταία εξέλιξη πιο ζωηρά από όσο οι στενοί δεσμοί που έχει
αναπτύξει το Αζερμπαϊτζάν με το Ισραήλ, παρότι γνωρίζει πολύ καλά ότι
αυτό θα επισύρει την οργή του Ιράν. Το Αζερμπαϊτζάν ήταν ανένδοτο ότι το
Ιράν δεν έχει καμία βάση για να επικρίνει τους δεσμούς του με το
εβραϊκό κράτος, δεδομένου ότι η Τεχεράνη έχει αγνοήσει για πολύ καιρό
τις εκκλήσεις του Μπακού να κρατά σε απόσταση την χριστιανική Αρμενία.
Όταν η Τεχεράνη έκανε επίκληση στην ισλαμική ταυτότητα του
Αζερμπαϊτζάν, οι Αζέροι γρήγορα επισήμαναν ότι οι σχέσεις της Τεχεράνης
με την Αρμενία ήταν χωρίς προβλήματα, συγκρινόμενες με τους δεσμούς της
με τους μουσουλμάνους γείτονές της. Η Αρμενία και το Ιράν έχουν
υπογράψει πάνω από 30 διμερείς συμφωνίες, και το Ιράν παρέχει στην
Αρμενία περίπου το 23% του φυσικού αερίου του – την κύρια πηγή ενέργειας
της χώρας. Όπως το έθεσε πρόσφατα ο Araz Azimov, ο αναπληρωτής υπουργός
Εξωτερικών του Αζερμπαϊτζάν: «Το Ιράν δίνει ζωή στην Αρμενία».
ΜΙΑ ΕΥΘΡΑΥΣΤΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ
Ένας κύκλος προκλήσεων και αντιποίνων έχει γίνει το κεντρικό
χαρακτηριστικό των σχέσεων Ιράν – Αζερμπαϊτζάν στα τελευταία χρόνια.
Μέτρα του τύπου «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» που περιλαμβάνουν συλλήψεις
πολιτών της άλλης πλευράς με την κατηγορία της κατασκοπείας (οι πιο
πρόσφατες τον Μάρτιο και τον Ιούλιο του 2012), φονικά περιστατικά στα
σύνορα (τον Ιούλιο και τον Οκτώβριο του προηγούμενου έτους), η ανάκληση
των πρεσβευτών τον Μάιο του 2012 (αφότου η Τεχεράνη διαμαρτυρήθηκε για
το κάψιμο εικόνων του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, σε
ένα συλλαλητήριο στο Μπακού) και πολλή εμπρηστική ρητορεία.
Τον περασμένο Φεβρουάριο, όταν το Αζερμπαϊτζάν υπέγραψε μια αμυντική
συμφωνία με το Ισραήλ αξίας 1,6 δισ. δολαρίων που περιελάμβανε συστήματα
αντιαεροπορικής άμυνας, εξοπλισμό συλλογής πληροφοριών και μη
επανδρωμένα εναέρια οχήματα, το Ιράν αμέσως καταδίκασε την κυβέρνηση
Aliyev. Η Τεχεράνη ισχυρίζεται ότι το Μπακού έχει δώσει στην Μοσάντ
λευκή επιταγή για να διεξάγει επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν από το
έδαφος του Αζερμπαϊτζάν. Ο Esmail Kosari, ένα ανώτερο στέλεχος του
ιρανικού κοινοβουλίου και πρώην διοικητής της IRGC, δήλωσε ότι «η
συνεργασία του Αζερμπαϊτζάν με τις υπηρεσίες κατασκοπείας των ΗΠΑ και
του Ισραήλ θα βλάψει τον λαό του Αζερμπαϊτζάν» και υποστήριξε ότι το
Ιράν είχε έγγραφα που αποδεικνύουν ότι «αξιωματούχοι του Αζερμπαϊτζάν
έχουν βοηθήσει την Μοσάντ και πράκτορες της CIA» για «τη δολοφονία
Ιρανών πυρηνικών επιστημόνων». (Τα έγγραφα δεν έχουν ακόμη
δημοσιοποιηθεί). Το Μπακού, εν τω μεταξύ, διαμαρτύρεται ότι η Τεχεράνη
δεν σέβεται την κυριαρχία του Αζερμπαϊτζάν, χρηματοδοτεί ριζοσπαστικές
ισλαμικές ομάδες στην περιοχή και είναι πρόθυμοι να κάνουν το οτιδήποτε
για να υπονομεύσουν τη νομιμότητα της ηγεσίας του, συμπεριλαμβανομένης
της χρηματοδότησης εκπομπών κατά του Aliyev στην αζέρικη γλώσσα.
Ωστόσο, παρ’ όλη την πικρία, καμία πλευρά δεν φαίνεται έτοιμη να
αφήσει τους δεσμούς να διαρραγούν πολύ περισσότερο. Στο συνέδριο του
Κινήματος των Αδεσμεύτων στην Τεχεράνη τον περασμένο Σεπτέμβριο, ο
υπουργός Εξωτερικών του Αζερμπαϊτζάν Elmar Mammadyarov σύμφωνα με
πληροφορίες είπε στους Ιρανούς οικοδεσπότες του ότι «το Αζερμπαϊτζάν δεν
θα επιτρέψει ποτέ ενέργειες κατά του Ιράν από το έδαφός του». Λίγο
αργότερα, ο αντιπρόεδρος του Ιράν, Χασάν Μουσαβί, έτεινε κλάδον ελαίας
επισκεπτόμενος τον Αλίεφ στο Μπακού, και το Ιράν απελευθέρωσε δύο
Αζέρους που είχαν συλληφθεί με την κατηγορία της κατασκοπείας. Με τη
σειρά του, το Μπακού απελευθέρωσε έναν πολίτη του Αζερμπαϊτζάν ο οποίος
είχε κατηγορηθεί για κατασκοπεία υπέρ του Ιράν.
Τα πρόσφατα ανοίγματα της Τεχεράνης προς το Αζερμπαϊτζάν είναι μέρος
μιας ευρύτερης προσπάθειας να περιορίσει την απομόνωση του Ιράν και να
αποτρέψει το Μπακού από το να υποβοηθήσει ή να συμμετάσχει σε μια
ισραηλινή ή αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση κατά του πυρηνικού
προγράμματός του. Αλλά αυτές οι ανησυχίες είναι πολύ υπερβολικές. Τα
Μπακού κατανοεί πλήρως τους κινδύνους ασφαλείας που θα αντιμετωπίσει σε
περίπτωση ενός πολέμου μεταξύ του Ιράν και της Δύσης,
συμπεριλαμβανομένης της μαζικής εισροής προσφύγων, της αδυναμίας
πρόσβασης στον ημι-αυτόνομο θύλακα του Ναχιτσεβάν (μια περιοχή του
Αζερμπαϊτζάν ανάμεσα σε νότια Αρμενία και βόρειο Ιράν), και, στη
χειρότερη περίπτωση, άμεσα ιρανικά στρατιωτικά αντίποινα. Επιπλέον, δεν
υπάρχει καμία απόδειξη ότι το Μπακού θα εκλάβει μια επίθεση στο Ιράν ως
την κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιήσει τα όνειρά του περί
αλυτρωτισμού. Είναι σαφές ότι η ιδέα δεν έχει δυναμική μεταξύ των Αζέρων
που ζουν στο Ιράν, ένα γεγονός που η ηγεσία στο Μπακού το γνωρίζει πολύ
καλά. Όπως ένας παλιός βουλευτής του Αζερμπαϊτζάν, ο Asim Mollazade, το
έθεσε σε μένα στο Μπακού, «Δεν υπάρχει σοβαρός άνθρωπος στο
Αζερμπαϊτζάν που να μιλά για ενοποίηση [με τον νότο]».
Η αντιπαράθεση μεταξύ του Ιράν και της Δύσης απειλεί επίσης και την
Αρμενία. Από τότε που τα σύνορα της Αρμενίας με την Τουρκία και το
Αζερμπαϊτζάν έκλεισαν το 1993, το Ερεβάν είναι περισσότερο εξαρτημένο
από το Ιράν και τη Γεωργία, χώρες οι οποίες έχουν καταστεί αποκλειστικές
διέξοδοι της Αρμενίας στις παγκόσμιες αγορές και οι κυριότεροι
εμπορικοί εταίροι της. Ένας πόλεμος που θα εμπλέξει το Ιράν, ως εκ
τούτου, θα ήταν σχεδόν σίγουρα επιβλαβής για τα οικονομικά συμφέροντα
της Αρμενίας.
Και ο πολιτικός αντίκτυπος θα μπορούσε να είναι ακόμη μεγαλύτερος: ο
κύριος φόβος στο Ερεβάν αυτή τη στιγμή είναι ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε
να αναγκαστεί να επανεξετάσει τους στενούς δεσμούς της με την Αρμενία,
ως αποτέλεσμα του αδιεξόδου. Εάν το Ιράν θέλει να κατευνάσει το
Αζερμπαϊτζάν για να διασφαλίσει ότι δεν θα βοηθήσει τις Ηνωμένες
Πολιτείες ή το Ισραήλ σε μια στρατιωτική επιχείρηση, η Τεχεράνη θα
μπορούσε να συμφωνήσει να αποστασιοποιηθεί από την Αρμενία. Από την
πλευρά της Αρμενίας, όμως, αυτό θα ήταν το χειρότερο σενάριο, διότι θα
μπορούσε να ενθαρρύνει το Αζερμπαϊτζάν και να το δελεάσει να αναζητήσει
μια στρατιωτική λύση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Ο πρόεδρος της Αρμενίας Σερζ
Σαργκσιάν πρόσφατα υπαινίχθηκε ότι η αμυντική ενίσχυση του Μπακού θα
μπορούσε να είναι ένας πρόδρομος για ένα νέο γύρο πολέμου: το 2003, το
Μπακού ξόδευε 175 εκατομμύρια δολάρια για την άμυνα. Το 2012, ο αριθμός
αυτός υπολογίζεται σε 4,3 δισ. δολάρια. Κυβερνητικά στελέχη σε όλον τον
Νότιο Καύκασο βιώνουν τώρα από πρώτο χέρι το κόστος των τριών ανεπίλυτων
εδαφικών διαφορών της περιοχής (Ναγκόρνο-Καραμπάχ, Νότια Οσετία και
Αμπχαζία): όταν το status quo είναι τόσο εύθραυστο, κάθε τράνταγμα στο
γεωπολιτικό τοπίο έχει τη δυνατότητα να αναζωπυρώσει παλιές, βίαιες
συγκρούσεις.
Και πού ταιριάζει το Ιράν στο γεωπολιτικό τοπίο του Νοτίου Καυκάσου;
Κατ’ αρχήν, οι τελευταίοι πολιτικοί ελιγμοί της Τεχεράνης έναντι του
Αζερμπαϊτζάν καθοδηγούνται από την αντίληψη ότι η ασφάλειά του βρίσκεται
σε κίνδυνο. Αν και είναι συζητήσιμο το κατά πόσον το Αζερμπαϊτζάν
συμφώνησε να γίνει βάση για ισραηλινές επιχειρήσεις, αυτό η Τεχεράνη το
πιστεύει, γεγονός το οποίο με τη σειρά του κινητοποιεί το μείγμα των
ιρανικών απειλών και διαλλακτικών μέτρων που στοχεύουν στο Μπακού. Αλλά
υπάρχει και ένας μεγαλύτερος παράγοντας στο παιχνίδι: η άνοδος του
Αζερμπαϊτζάν ως οικονομικού και στρατιωτικού παίκτη. Αυτό, περισσότερο
από οτιδήποτε άλλο, υποχρεώνει την Τεχεράνη να επανακαθορίσει την
συνολική προσέγγισή της στο Νότιο Καύκασο.
Είτε η αντιπαράθεση μεταξύ του Ιράν και της Δύσης κορυφωθεί το 2013
είτε όχι, ο Νότιος Καύκασος θα παραμείνει μπλεγμένος στο αδιέξοδο με
πολλά να διακυβεύονται. Το Αζερμπαϊτζάν είναι απίθανο να εγκαταλείψει τη
σύσφιγξη των δεσμών του με το Ισραήλ ή να προβεί σε περιπετειώδεις
ενέργειες κατά του Ιράν. Από την πλευρά του Μπακού, το να πολιορκείται
τόσο από το Ιράν όσο και από το Ισραήλ έχει τα οφέλη του, παρά το
γεγονός ότι το Ισραήλ είναι πιο αξιόπιστος εταίρος. Αυτή η περιφερειακή
δυναμική, με τη σειρά της, αποδυναμώνει την Αρμενία, η οποία φοβάται
δικαιολογημένα μια πιο επιθετική στάση του Αζερμπαϊτζάν. Σε γενικές
γραμμές, η αντιπαράθεση μεταξύ του Ιράν και της Δύσης αλλάζει την
γεωπολιτική του Νοτίου Καυκάσου. Τόσο μια πιο σταθερή ειρήνη όσο και μια
ακόμα διολίσθηση σε πόλεμο, φαίνεται να απέχουν όσο το πάχος μιας
τρίχας.
Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/138753/alex-vatanka/tangle-in-the…
Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition»
στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/#!/foreigngr αλλά και στο
FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

