Ακολουθήστε μας

Διεθνή

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΚΑΓΚΕΛΑΡΙΟΥ

Δημοσιεύτηκε στις

Βασίλης Βιλιάρδος

Η χρησιμοποίηση της κρίσης για την επιβολή των νεοφιλελεύθερων
αλλαγών στην ΕΕ, οι οποίες δεν είναι επιθυμητές ούτε από το λαό, ούτε από την
πλειοψηφία των πολιτικών κομμάτων – με γρήγορο ρυθμό, πριν προλάβουν να
συνέλθουν οι πολίτες από το σοκ

“Μέσω των έντονων διαρθρωτικών
επεμβάσεων στον ευρωπαϊκό Νότο, έχει
τεθεί ουσιαστικά σε λειτουργία η διαδικασία της κατάλυσης του εναπομένοντος
κοινωνικού κράτους της ΕΕ.
Η «κατεδάφιση» αυτή έχει ήδη προηγηθεί στη
δυτική, καθώς επίσης στην ανατολική Ευρώπη – μέσω της εκποίησης των κοινωφελών
δημοσίων επιχειρήσεων, η οποία εξυπηρετεί κυρίως την «πάταξη» του συνδικαλισμού
(η διαφθορά, καθώς επίσης η γενικότερη
«αμετροέπεια» αρκετών συνδικαλιστών, μάλλον διευκολύνει
την όλη διαδικασία).
Εάν η πολιτική λιτότητας συνεχισθεί έως το 2014/15,
παρά τις λαϊκές αντιδράσεις, εκβάλλοντας νομοτελειακά σε μία αντιστροφή της
τάσης, σε μία νέα ανάπτυξη δηλαδή, τότε ο
θάνατος της σοσιαλδημοκρατίας, καθώς
επίσης των εργατικών συνδικάτων, θα είναι τέλειος
– ενδεχομένως
ολοκληρωτικός
”.
Ανάλυση
Θα επιθυμούσαμε να κάνουμε κριτική στην ελληνική πολιτική, στην κυβέρνηση
και στην αντιπολίτευση, εμπλουτισμένη με οικονομικές προτάσεις εξόδου της
πατρίδας μας από την παγίδα του χρέους – κυρίως επειδή με τη βοήθεια της παγίδας αυτής πρόκειται να επιβληθεί στην Ελλάδα η
νεοφιλελεύθερη πολιτική
, να λεηλατηθεί ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας,
να αποκρατικοποιηθεί η εξουσία, καθώς επίσης να
μετατραπεί σε προτεκτοράτο των δανειστών της.
Εν τούτοις, οι αποφάσεις δεν
λαμβάνονται δυστυχώς από την
πολιτική της χώρας μας – χωρίς να εξαιρούμε την αξιωματική αντιπολίτευση,
την (δήθεν) «αριστερά» παράταξη δηλαδή, αφού είμαστε ουσιαστικά αντιμέτωποι με έναν «μονοδιάστατο δικομματισμό», ο
οποίος υπηρετεί αφενός μεν ιδιοτελή κομματικά συμφέροντα, αφετέρου ατομικές
φιλοδοξίες. 
Θεωρούμε προτιμότερο λοιπόν να επικεντρωθούμε στην κριτική της κυβέρνησης εκείνης της χώρας, η οποία «κινεί τα νήματα»
στην Ευρώπη
– με τη βοήθεια πληροφοριών Γερμανών συναδέλφων μας, οι οποίοι
έχουν καλύτερη εικόνα της πολιτικής που ακολουθείται στην πατρίδα τους, από την
καγκελάριο τους (η κ.Merkel φαίνεται πως,
μεταξύ άλλων, «χειραγωγεί» αρκετά ΜΜΕ
– αφού τα εκλογικά αποτελέσματα είναι συνήθως αντίθετα από τις δημοσκοπήσεις,
στις οποίες θριαμβεύει).    
Σύμφωνα λοιπόν με τις «αντιλήψεις» που επικρατούν σήμερα στη Γερμανία, όλοι οι ηγέτες είναι υπέρ τη ανάπτυξης.
Εν τούτοις, οφείλουμε να είμαστε πολύ προσεκτικοί, όταν οι νεοφιλελεύθεροι
πολιτικοί τεκμηριώνουν τις αποφάσεις τους, με στόχο τη μεγαλύτερη ανάπτυξη –
επειδή, για τους ίδιους, η ανάπτυξη είναι συνώνυμη με την «καθαίρεση» του κοινωνικού κράτους,
ενώ δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την ευημερία των ανθρώπων. 
Ειδικά όσον αφορά την καγκελάριο, τη φημισμένη πλέον «βερολινέζα νοικοκυρά», σπάνια
αναφέρεται δημόσια ή/και καθαρά σε αυτά που πραγματικά πιστεύει, σχετικά με την
οικονομία. Αναγκαστικά λοιπόν οι
επικριτές της αναζητούν την ιδεολογική βάση, επάνω στην οποία στηρίζει τις
αποφάσεις της
– αποφάσεις που αφορούν καταρχήν τη Γερμανία και στη συνέχεια
ολόκληρη την Ευρώπη.
Μία πρώτη απάντηση εδώ, σε σχέση με την ιδεολογική της βάση, θα μπορούσε να
δώσει το παρακάτω απόσπασμα της
κυβερνητικής της ανακοίνωσης
, κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας του συμφώνου
δημοσιονομικής σταθερότητας και του ESM. Λέει λοιπόν η
κ. Merkel:
“Κοιτάξτε – εάν μου επιτρέπετε να το
αναφέρω ξανά: Ο πλανήτης έχει πλέον 7 δισεκατομμύρια κατοίκους. Όλοι επιθυμούν
να ζήσουν όσο το δυνατόν καλύτερα. Όταν
ο
Adenauer αγόρευε στη Βουλή, ο παγκόσμιος πληθυσμός ήταν μόλις
2,5 δισεκατομμύρια
– ενώ εμείς οι
Ευρωπαίοι 500 εκατομμύρια. Σήμερα, εμείς οι Ευρωπαίοι είμαστε ακόμη 500
εκατομμύρια, ενώ αποτελούμε το 8,7% του συνολικού πληθυσμού του πλανήτη.
Παράγουμε το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ και δαπανάμε το 50% περίπου, από όσο
ξοδεύει ολόκληρος ο πλανήτης για κοινωνικές παροχές.
Εάν θέλουμε να διατηρήσουμε αυτό το κοινωνικό μοντέλο,
το κράτος πρόνοιας δηλαδή, στο οποίο πιστεύουμε όλοι, περισσότερο ή λιγότερο,
με διάφορες παραλλαγές, εάν θέλουμε να
πολεμήσουμε για την ελεύθερη οικονομία με κοινωνικό πρόσωπο,
τότε θα πρέπει
να καταλάβουμε το εξής: Δεν πρόκειται να εξασφαλίσουμε την ευημερία της χώρας
μας και της Ευρώπης, χωρίς την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας
μας.
Η ανταγωνιστικότητα δεν είναι αυτοσκοπός. Η ανταγωνιστικότητα δεν σημαίνει τίποτα
άλλο από το ότι, οι επιχειρήσεις μας πρέπει να είναι σε θέση να πουλούν τα
εμπορεύματα τους στο εξωτερικό:
αυτοκίνητα της
VW ή άλλων βιομηχανιών, χημικά προϊόντα και πολλά άλλα.
Αυτό σημαίνει ανταγωνιστικότητα
”.
ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΕΠΙΚΡΙΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΓΚΕΛΑΡΙΟΥ
Σύμφωνα τώρα με τους επικριτές της κυρίας Merkel (είναι μεγάλο λάθος να ταυτίζουμε τη χώρα με τη νεοφιλελεύθερη, μερκαντιλίστρια
καγκελάριο
, μάλλον πρωσικών και εξτρεμιστικά
«προτεσταντικών» αντιλήψεων ή/και να κατηγορούμε «συλλήβδην» τους Γερμανούς
),
στην εποχή του Adenauer, το 1950, ο
μέσος μισθός ενός Γερμανού εργαζόμενου ήταν 1,24 ΓΜ την ώρα – με τα οποία
μπορούσε να αγοράσει τότε λιγότερα από μισή δωδεκάδα μήλα ή αυγά.
Το γεγονός ότι, ο πληθυσμός της Ευρώπης από τότε δεν έχει αυξηθεί
σημαντικά, δεν έχει κανένα ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο – όσον αφορά
τουλάχιστον τη σημερινή μας ευημερία. Αντίθετα, ο μέσος μισθός των εργαζομένων στη Γερμανία, μεταξύ των ετών 1950 και
1990, έχει υπερτετραπλασιαστεί – με αποπληθωρισμένα μεγέθη.
Η αιτία αυτής
της εξέλιξης ήταν η τεχνολογική πρόοδος, η υγιής ανάπτυξη, καθώς επίσης η
ελεύθερη αγορά, με κοινωνικό πρόσωπο – το κράτος πρόνοιας, σαν ένα
οικονομικοπολιτικό σύστημα.
Μόλις μετά το 1990, όταν δηλαδή επικράτησε ο μετασχηματισμός της
κοινωνικής, φιλελεύθερης αγοράς, στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή της, σταμάτησε να αυξάνεται το πραγματικό μέσο
εργατικό εισόδημα στη Γερμανία
– ενώ συνέχισε να αυξάνεται σε ορισμένες
άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Για παράδειγμα, εάν είχαν αυξηθεί οι μισθοί στη
Γερμανία ανάλογα με αυτούς στη Δανία, η αμοιβή του μέσου Γερμανού εργαζόμενου
θα ήταν σήμερα κατά 380 € υψηλότερη. 
Περαιτέρω, δεν τεκμηριώνεται σε καμία περίπτωση ο ισχυρισμός ότι, η αύξηση
του βιοτικού επιπέδου μίας χώρας έχει σχέση με το μέγεθος της εκάστοτε
Οικονομίας ή/και με δημογραφικές εξελίξεις – με την αύξηση ή με τη μείωση του
πληθυσμού δηλαδή.
Αντίθετα, είναι αποδεδειγμένο από τη επιστήμη το ότι, η αύξηση του βιοτικού επιπέδου προκαλεί μείωση των γεννήσεων. Εάν
λοιπόν η συνολική παγκόσμια οικονομία είχε την εποχή του Adenauer το βιοτικό και εκπαιδευτικό επίπεδο, καθώς επίσης το
κοινωνικό σύστημα της Ευρώπης, ο πληθυσμός του πλανήτη μας δεν θα είχε
πιθανότατα αυξηθεί – θα παρέμενε στα 2,5 δις.
Συνεχίζοντας, είναι αναπόφευκτο από μαθηματικής πλευράς το γεγονός ότι σε
έναν πλανήτη, στον οποίο το βιοτικό επίπεδο οφείλει να εξισωθεί, υπαγόμενο στον
κανόνα των συγκοινωνούντων δοχείων, εκείνα
τα κράτη, τα οποία υστερούν, θα έχουν μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης από τα
υπόλοιπα
– τα ήδη ανεπτυγμένα. Αυτό οφείλουν να το γνωρίζουν οι Γερμανοί
πολίτες περισσότερο από κάθε άλλο λαό.
Ειδικότερα, μόνο μεταξύ των ετών 1951 και 1958 (όπου διαγράφηκε μεγάλο μέρος των χρεών της Γερμανίας, μειώθηκαν τα επιτόκια
και συνδέθηκε η πληρωμή των υπολοίπων οφειλών της με την αύξηση των εξαγωγών
),
η χώρα πέτυχε καθαρούς (αποπληθωρισμένους) ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του
8,26% – με αποτέλεσμα να μειώσει τη διαφορά του βιοτικού επιπέδου της (το οποίο
κατέρρευσε μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο), από τους γείτονες της.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 λοιπόν το
βιοτικό επίπεδο της Γερμανίας έφτασε το αντίστοιχο της Μ. Βρετανίας
– χωρίς
αυτό να σημαίνει ότι, οι Βρετανοί ζούσαν χειρότερα, αφού και εκεί αυξανόταν το
μέσο εισόδημα των εργαζομένων (αν και με χαμηλότερο ρυθμό).
Η εξέλιξη αυτή στη Βρετανία
διακόπηκε μετά την άνοδο της κυρίας
Thatcher και του νεοφιλελευθερισμού στην εξουσία – όπως συνέβη και στις Η.Π.Α., υποχρεώνοντας
τους εργαζομένους να υπερχρεωθούν, για να καλύψουν τη διαφορά (γεγονός που μας
οδήγησε στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007). Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί είναι
χαρακτηριστικός:
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξέλιξη δημοσίου χρέους των Η.Π.Α. σε τρις $,
Δημόσιο χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, έλλειμμα (πλεόνασμα) σε τρις $
Έτος
Δημόσιο Χρέος
Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ
Έλλειμμα
1981
1,0
32,5%
-0,08
1985
1,8
43,8%
-0,21
1990
3,2
55,9%
-0,22
1995
4,9
67,0%
-0,16
2000
5,6
57,3%
+0,24
2005
7,9
63,5%
-0,32
2009
11,9
83,4%
-1,41
2010*
13,8
94,0%
-1,42
2011*
15,1
100,0%
-1,27
* Πρόβλεψη της αμερικανικής κυβέρνησης
Πηγή: Spiegel
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Σημείωση: Το χρέος των νοικοκυριών στη χώρα πλησιάζει τα 14 τρις $ (100% του ΑΕΠ), ενώ έχει
20πλασιασθεί, σε σχέση με τη δεκαετία του ’70. 
Από τον Πίνακα Ι τεκμηριώνονται, μεταξύ άλλων, τα καταστροφικά αποτελέσματα
της εφαρμογής του νεοφιλελευθερισμού, του κυρίαρχου δόγματος καλύτερα του μονοπωλιακού
καπιταλισμού, στις Η.Π.Α. – από τον τότε πρόεδρο Ronald Reagan, για τον οποίο
το κράτος δεν αποτελούσε τη λύση για τα
προβλήματα, αλλά ήταν το ίδιο πρόβλημα
(ως γνωστό, «απελευθέρωσε» τις
αγορές, άνοιξε τα κλειστά επαγγέλματα, αποκρατικοποίησε ακόμη και τις
κοινωφελείς επιχειρήσεις, ενίσχυσε τα μέγιστα το Κεφάλαιο, το οποίο σήμερα προσπαθεί να διαφύγει
στην Ασία από την «έξοδο κινδύνου», μείωσε τους ανώτατους φορολογικούς
συντελεστές από το 70% στο 28% κλπ.).
Στην εποχή του δόθηκε τεράστια
σημασία στον τραπεζικό κλάδο, ο οποίος διπλασίασε έκτοτε την κερδοφορία του

– ενώ πριν τη χρηματοπιστωτική κρίση, το 40% των κερδών όλων των αμερικανικών
επιχειρήσεων προερχόταν από τον τραπεζικό τομέα.
Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ
Επιστρέφοντας στην καγκελάριο, όπως φαίνεται, δεν έχει ακόμη κατανοήσει την
παγκοσμιοποίηση. Ειδικότερα, εάν κανείς συμπεράνει πως οι διαφορές του βιοτικού
επιπέδου σε παγκόσμια βάση θα εξισωθούν, είναι προφανώς αναπόφευκτο το ότι, οι πιο αδύναμες περιοχές του πλανήτη θα
έχουν μεγαλύτερο ρυθμό ανάπτυξης
, σε σχέση με τις πιο πλούσιες.
Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αρνητικό για τη Γερμανία, δεν αποτελεί δηλαδή
μειονέκτημα για την ίδια, η προοπτική αύξησης του ρυθμού ανάπτυξης των χωρών
της Ανατολικής Ευρώπης ή της Ασίας – εκτός
εάν η κυρία Merkel διακατέχεται από συναισθήματα κακεντρέχειας, φθόνου ή
μισαλλοδοξίας ή εάν επιθυμεί να αναπτύσσεται εις βάρος των άλλων,

απολαμβάνοντας «σαδιστικά» όχι την ευημερία της πατρίδας της, αλλά την οδύνη
και τα βάσανα των υπολοίπων.
Αυτό που είναι σημαντικό, αποφασιστικό καλύτερα για τη Γερμανία, είναι η
σταθερή αύξηση του δικού της βιοτικού επιπέδου, σε απόλυτα και όχι σε σχετικά
μεγέθη – ποσοτικά και όχι ποσοστιαία. Για παράδειγμα, εάν οι ρυθμοί ανάπτυξης της Κίνας είναι πολύ πιο υψηλοί από αυτούς της
Γερμανίας, δεν σημαίνει ότι μειώνεται το βιοτικό επίπεδο των Γερμανών
–
όπως φαίνεται ότι θέλει να πιστέψουμε η καγκελάριος. Αντίθετα, εάν κανείς
παρατηρήσει τους αριθμούς σε απόλυτα μεγέθη, θα διαπιστώσει ότι η αύξηση της
παγκόσμιας οικονομίας ωφελεί, αργά ή γρήγορα, όλα τα επί μέρους κράτη.
Ειδικότερα, για τους ανθρώπους είναι
εντελώς αδιάφορο το σχετικό, το συγκριτικό μέγεθος του «κομματιού της πίτας»

– αυτό δηλαδή που κατέχει το κράτος τους, η οικονομία της χώρας τους, στην
«παγκόσμια πίτα». Αποφασιστικό για τους
ανθρώπους είναι το απόλυτο μέγεθος του
– το πόσο μεγάλο είναι καλύτερα και
σε πόσους μοιράζεται.
Μελλοντικά, το ευρωπαϊκό «κομμάτι
της πίτας» θα είναι πιθανότατα μεγαλύτερο σε απόλυτα μεγέθη, αλλά συγκριτικά
μικρότερο σε σχέση με το «παγκόσμιο κομμάτι της πίτας»
– αφού η πίτα θα
μεγαλώνει συνολικά. Το 1950, το μερίδιο της δυτικής Ευρώπης στην παγκόσμια
οικονομία ήταν 26,3% – το 1998 μόλις 20,6%. Εν τούτοις, κανένας δεν συμπεραίνει
ανόητα από τα νούμερα αυτά πως το βιοτικό μας επίπεδο ήταν χαμηλότερο το 1998,
σε σχέση με το 1950 – ότι ζούμε δηλαδή σήμερα χειρότερα από το 1950. 
Ασφαλώς, το μερίδιο του ευρωπαϊκού
ΑΕΠ, σε σχέση με το παγκόσμιο, είναι σήμερα μικρότερο.
Εν τούτοις, επειδή
το μέγεθος της «παγκόσμιας πίτας» είναι σημαντικά μεγαλύτερο, το μερίδιο μας σε
απόλυτα νούμερα, το ευρωπαϊκό «κομμάτι της πίτας» δηλαδή, είναι πολύ πιο υψηλό.
Το ότι αρκετοί Ευρωπαίοι, κυρίως δε οι Γερμανοί πολίτες, έλαβαν δυστυχώς
μικρότερο «κομμάτι της ευρωπαϊκής ή της γερμανικής πίτας» τις δύο τελευταίες
δεκαετίες, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης των
αδύναμων οικονομιών της περιφέρειας. Αντίθετα, έχει άμεση σχέση με την λιγότερο δίκαια αναδιανομή των εισοδημάτων
– με το μοίρασμα λοιπόν του δικού μας «κομματιού πίτας», μεταξύ μας.
Η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού ήταν ουσιαστικά η αιτία, σύμφωνα με την
οποία οι πλούσιοι λάμβαναν όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας, ενώ οι φτωχοί
όλο και μικρότερο – γεγονός που σημαίνει ότι, το πρόβλημα οφείλεται σε εμάς, είναι εθνικό και προέρχεται από τους
δικούς μας μηχανισμούς αναδιανομής.
Εάν η κυρία Merkel βρίσκει προβληματικό
το ότι, η Ευρώπη έχει σχετικά μικρότερο μερίδιο (όχι απόλυτα) στην παγκόσμια
οικονομία, τότε σημαίνει πως αυτό που
την ενδιαφέρει δεν είναι οι άνθρωποι στην ήπειρο μας αλλά, αποκλειστικά και
μόνο, η «συγκριτική» ισχύς των εθνικών κρατών
και της «εθνικιστικής»
Ευρώπης – γεγονός που κινεί τη υποψία ότι, η καγκελάριος θέλει να μετατρέψει το
σύστημα της Ευρώπης σε έναν κρατικό καπιταλισμό, αντίστοιχο ενδεχομένως του
κινεζικού ή του «εθνικοσοσιαλιστικού» παρελθόντος. 
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ MERKEL
Χωρίς καμία αμφιβολία, σε έναν πλανήτη που (ευχόμαστε να) ευημερεί συνεχώς
περισσότερο και στον οποίο οι υπόλοιπες
περιοχές, από την Ασία έως την Αφρική, μειώνουν την απόσταση τους από το δικό
μας βιοτικό επίπεδο
, περιορίζεται το προβάδισμα, καθώς επίσης η πολιτική ισχύς
της Ευρώπης.
Εάν λοιπόν κάποια στιγμή τόσο η Κίνα, όσο και η Ινδία φτάσουν το δικό μας
επίπεδο, εάν καταφέρουν δηλαδή να έχουν το ίδιο κατά κεφαλή ΑΕΠ (κάτι μάλλον
απίθανο), η Ευρώπη θα πάψει να έχει τη
σημερινή πολιτική ισχύ
– αφού ο πληθυσμός των δύο αυτών χωρών είναι κατά
πολύ μεγαλύτερος.
Θα ήταν όμως τόσο προβληματικό για εμάς τους Ευρωπαίους; Ο άνθρωπος, το
άτομο καλύτερα, καθορίζεται από τη δική του ευημερία – σε καμία περίπτωση από
το κατά πόσον το δικό του βιοτικό επίπεδο είναι υψηλότερο, από αυτό του γείτονα
του. Όπως φαίνεται όμως, η καγκελάριος
επιθυμεί να διατηρήσει η Ευρώπη το προβάδισμα της, σε σχέση με όλους τους
άλλους λαούς
– ενώ αδιαφορεί για τις ανθρώπινες θυσίες που απαιτούνται, με
στόχο να διατηρηθεί η ηγεμονία της στον πλανήτη.
Για να το πετύχει λοιπόν είναι
πρόθυμη να επιβάλει μία
οικονομική πολιτική, η οποία δεν στηρίζεται στην αύξηση του
ρυθμού ανάπτυξης, αλλά στη μείωση του
. Διαφορετικά δεν είναι δυνατόν να
εξηγηθεί η (εγκληματική) πολιτική λιτότητας, την οποία υποστηρίζει με όλες τις
δυνάμεις της.
Ουσιαστικά δε η καγκελάριος, με
αυτήν την μερκαντιλιστική πολιτική, θέλει να μειώσει τις εισαγωγές μας και να
αυξήσει τις εξαγωγές
– αφενός μεν εις βάρος των πολιτών της Γερμανίας και
της Ευρώπης (αφού η μείωση των εισαγωγών απαιτεί περιορισμό των μισθών –
γεγονός που προϋποθέτει με τη σειρά του
την αύξηση της ανεργίας,
αφού διαφορετικά δεν μειώνονται οι μισθοί),
αφετέρου εναντίον των χωρών του υπολοίπου πλανήτη. 
Για την κ.Merkel η
ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης είναι απόλυτα συνδεδεμένη με τους μισθούς των
εργαζομένων της – οι οποίοι πρέπει να
μειωθούν σε επίπεδα ανάλογα με τις υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη
(κατά
προτίμηση δε να είναι χαμηλότεροι από τους μισθούς στην Κίνα). Από οικονομικής
πλευράς όμως, η συγκεκριμένη επιδίωξη είναι εντελώς παρανοϊκή.
Ειδικότερα, ποιος θα αγοράζει τότε τα προϊόντα μας, καθώς επίσης τα εμπορεύματα
άλλων χωρών, όταν η ζήτηση καταρρεύσει, σαν αποτέλεσμα την κατακόρυφης πτώσης
των εισοδημάτων;
Φυσικά η καγκελάριος επιθυμεί να αυξηθεί σε τέτοιο
βαθμό η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, κυρίως βέβαια των
γερμανικών, έτσι ώστε να μπορούν να πωλούνται τα προϊόντα τους στο εξωτερικό –
όπως ακριβώς πρεσβεύει ο οικονομικός μερκαντιλισμός των προηγουμένων αιώνων,
καθώς επίσης ο σύγχρονος γερμανικός. Είναι όμως λογικό κάτι τέτοιο;
Είναι σε θέση μία ήπειρος, όπως η δική μας, να ζήσει εις βάρος όλων των
άλλων, περιορίζοντας τις εισαγωγές και αυξάνοντας τις εξαγωγές της; Θα
ήταν κάτι τέτοιο ανεκτό από άλλες ισχυρές χώρες, όπως οι Η.Π.Α., η Κίνα, η
Ρωσία, η Βραζιλία και οι υπόλοιπες;
Δεν μπορεί να καταλάβει αλήθεια το
αυτονόητο η κ. Merkel; Πως είναι
δυνατόν να τοποθετείται φραστικά (δήθεν) υπέρ της εθνικής ανταγωνιστικότητας
και να εφαρμόζει πρακτικά την εθνικιστική «παραλλαγή» της;
Εντελώς ανόητες είναι φυσικά και οι αναφορές της, σύμφωνα με τις οποίες ”Η Ευρώπη κατέχει το 50% των συνολικών
κοινωνικών δαπανών στον πλανήτη”
. Τι θέλει να μας πει και τι επιδιώκει
αλήθεια με αυτή τη σύγκριση; Οι κοινωνικές δαπάνες, το κράτος πρόνοιας δηλαδή που οικοδομήσαμε, δεν είναι σε καμία
περίπτωση ανταγωνιστικό μειονέκτημα
. Καθαρά από οικονομικής πλευράς,
πρόκειται για ένα σύστημα αναδιανομής εισοδημάτων με το οποίο, μεταξύ άλλων,
επιτυγχάνεται η αύξηση της ζήτησης.
Όταν λοιπόν η καγκελάριος αναφέρεται σε αυτούς τους αριθμούς, ισχυριζόμενη
ότι πρέπει να γίνουμε ανταγωνιστικότεροι, έτσι ώστε να προστατεύσουμε την
οικονομία της αγοράς με κοινωνικό πρόσωπο (σοσιαλδημοκρατία), έχει κάτι κοινό με το γνωστό μας «1984» του
Orwell, σύμφωνα με το
οποίο:
ο πόλεμος είναι ειρήνη, η ελευθερία
είναι σκλαβιά, η άγνοια είναι δύναμη
– στην περίπτωση της καγκελαρίου, «το
κοινωνικό κράτος πρέπει να καταστραφεί, για να μπορέσει να επιβιώσει, να
διατηρηθεί
»!    
Ολοκληρώνοντας, φαίνεται ότι ο κόσμος της Merkel είναι ο κόσμος της «άμετρης» ανταγωνιστικότητας – στον οποίο προηγείται
και κερδίζει αυτός που παράγει όσο το δυνατόν φθηνότερα. Στον κόσμο της Merkel δεν υπάρχει ο όρος της Ζήτησης – της είναι αδιάφορο το ποιος θα αγοράζει
τα εμπορεύματα που θα παράγονται φθηνά.
Στον κόσμο της Merkel δεν έχει καμία σημασία η ευημερία των εργαζομένων –
αντίθετα, επειδή οι μισθοί των εργαζομένων από τη μία πλευρά, είναι κόστος των
εργοδοτών από τη άλλη, η συλλογική ευημερία είναι μάλλον προβληματική.
Στον κόσμο της Merkel πρέπει το
εκάστοτε άτομο, σαν μονάδα, να περιορίζει το βιοτικό του επίπεδο, έτσι ώστε να
αυξάνεται η πολιτική ισχύς του συνόλου. “Εσύ είσαι ένα μηδενικό, είσαι εντελώς
αδιάφορος
” λέει η καγκελάριος σε όλους τους Γερμανούς, καθώς επίσης
στους Ευρωπαίους συνεχίζοντας “Το έθνος μας, η φυλή μας είναι το παν”.
Δεν είναι εντελώς παρανοϊκός και δεν μας οδηγεί σε έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο
ο κόσμος της Merkel; 
Η ΕΥΡΩΠΗ ΣΗΜΕΡΑ
Από ευρωπαϊκής πλευράς τώρα, κατά την άποψη μας και με
δεδομένο το ότι, η επιστροφή στην
ανάπτυξη πολλών χωρών το 2014/15 δεν θα είναι καθόλου δύσκολη, μετά από τόσα
χρόνια ύφεσης
, οι πιθανότητες να συμβεί πράγματι κάτι τέτοιο δεν είναι
αμελητέες – επιβεβαιώνοντας τις προσδοκίες και επιβραβεύοντας άδικα την
πολιτική της Γερμανίδας καγκελαρίου.
Από την άλλη πλευρά βέβαια, στα πλαίσια της όλης
«διαδικασίας εξυγίανσης», οι ρωγμές που έχουν προκληθεί στο ευρωπαϊκό
οικοδόμημα είναι αρκετά επικίνδυνες – με αποτέλεσμα να είναι μάλλον αβέβαιο το
μέλλον του. Η μεγαλύτερη απειλή δε
είναι, χωρίς καμία αμφιβολία, η
ανεργία
– ειδικά η ανεργία των νέων. Παράλληλα, δεν έχουν καθόλου ομαλοποιηθεί οι ευρωπαϊκές ασυμμετρίες, ενώ η Ευρωζώνη συνεχίζει να είναι ένας μη άριστος
νομισματικός χώρος.  
Επί πλέον, όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι, η Ευρώπη είναι «διαμελισμένη» σε πάρα πολλά
«ασύμμετρα» κομμάτια,
τα οποία επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο τις
προοπτικές της:
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Οι
επί μέρους περιοχές της Ευρώπης, ο ρυθμός ανάπτυξης (αύξησης ή μείωσης του ΑΕΠ)
την περίοδο 2011-12 σε ποσοστά (%), το ποσοστό ανεργίας το Σεπτέμβρη του 2012
και η εξέλιξη, επίσης σε ποσοστά, των πραγματικών αμοιβών των εργαζομένων
(2011-12)   
Περιοχή
Χώρα
Ρυθμός ανάπτυξης (%)
Ανεργία (%)
Εξέλιξη πραγ. Αμοιβών (%)
Ευρωζώνη (17)
-0,4
11,6
-0,1
ΕΕ (27)
-0,3
10,6
-0,1
Αυστρία
0,8
4,4
0,5
Βέλγιο
-0,2
7,4
0,5
Πυρήνας
Φιλανδία
0,1
7,9
0,2
της
Γαλλία
0,2
10,8
0,2
ΕΕ
Γερμανία
0,8
5,4
1,0
Λουξεμβούργο
0,4
5,2
-0,4
Ολλανδία
-0,3
5,4
-0,3
Ελλάδα
-6,0
25,4
-7,8
Περιφέρεια
Ιρλανδία
0,4
15,1
-1,2
Ιταλία
-2,3
10,8
-1,4
Πορτογαλία
-3,0
15,7
-5,1
Ισπανία
-1,4
25,8
-1,8
Κύπρος
-2,3
12,2
-3,7
Εσθονία
2,5
10,0
0,9
Νέες χώρες
Μάλτα
1,0
6,4
-1,3
Ευρωζώνης
Σλοβακία
2,6
13,9
-2,1
Σλοβενία
-2,3
8,4
-2,2
Βόρειες
Δανία
0,6
8,3
-0,5
χώρες
Σουηδία
1,1
7,8
1,9
εκτός
Μ. Βρετανία
-0,3
7,8
-0,2
Ευρωζώνης
Βουλγαρία
0,8
12,4
2,1
Κροατία
-1,9
15,2
-1,9
Ανατολικές
Τσεχία
-1,3
6,8
-0,5
χώρες
Ουγγαρία
-1,2
10,6
-1,2
εκτός
Λετονία
4,3
15,9
0,5
Ευρωζώνης
Λιθουανία
2,9
12,9
0,1
Πολωνία
2,4
10,1
0,3
Ρουμανία
0,8
7,1
0,9
Πηγή: Eurostat, Ameco
(11/2012)
Πίνακας: Β.Βιλιάρδος
Από τον Πίνακα Ι συμπεραίνουμε πως η Ευρώπη είναι ήδη διαχωρισμένη σε πολλές
περιοχές
, με διαφορετικά οικονομικά μεγέθη και προοπτικές – ενώ φαίνεται
καθαρά ότι, οι χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης αντιμετωπίζουν τα μεγαλύτερα
προβλήματα.
Μεταξύ αυτών, στην
Ελλάδα διαπιστώνονται οι υψηλότερες μειώσεις των πραγματικών αμοιβών των εργαζομένων
της
, παράλληλα με τρομακτικά επίπεδα ανεργίας, ίσα με αυτά της Ισπανίας.
Με κριτήριο τώρα τα συγκεκριμένα μεγέθη, η επόμενη
«αναζωπύρωση» της κρίσης (η οποία πιθανότατα θα συνοδευθεί από μεγάλες
κοινωνικές αναταραχές, ενδεχομένως με αιματηρές εκρήξεις βίας), αφενός μεν θα συμβεί, αφετέρου θα προέλθει
είτε από την Ελλάδα, είτε από την Ισπανία
– με την Ελλάδα να έχει πολύ
μεγαλύτερες πιθανότητες, εάν δεν πάψει άμεσα να εφαρμόζεται η πολιτική που
ακολουθείται.
Η ΚΑΓΚΕΛΑΡΙΟΣ ΣΤΟ ΝΤΑΒΟΣ
Κατά τη διάρκεια του φετινού Νταβός η καγκελάριος, θεωρώντας πως η Γερμανία
είναι πλέον ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Ευρώπης, έχοντας καταφέρει να ανέλθει στην πρώτη θέση του βάθρου με τη βοήθεια της κρίσης, μίλησε
πια ολοκάθαρα και χωρίς κανέναν ενδοιασμό.
Κρίνοντας από αυτά που είπε, θεωρεί
χωρίς καμία αμφιβολία την κρίση χρέους της Ευρώπης, της Δύσης καλύτερα, σαν μία
μεγάλη ευκαιρία
– μία μοναδική συγκυρία, με τη βοήθεια της οποίας θα
οδηγήσει ολόκληρη την Ευρώπη, όπως έχει ήδη συμβεί με τη Γερμανία, σε ένα
«εξτρεμιστικά» νεοφιλελεύθερο καθεστώς. Ειδικότερα, είπε τα εξής:
“Εμείς στην Ευρώπη θέλουμε να
εξελίξουμε την οικονομική και νομισματική ένωση, σε μία ένωση σταθερότητας –
ενώ είμαστε όλοι εντός της ΕΕ σύμφωνοι. Αυτό είναι το ακριβώς αντίθετο από μία βραχυπρόθεσμη εγχείρηση, στην
οποία αναγκάζεται να υποβληθεί κανείς επειγόντως.
Πρόκειται ασφαλώς για έναν μακροπρόθεσμο δρόμο – έναν
δρόμο, τα βασικά χαρακτηριστικά του οποίου είναι από τη μία πλευρά οι
διαρθρωτικές αλλαγές, με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, ενώ από την
άλλη η εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών.
Θέλω να τονίσω ακόμη μία φορά εδώ το ότι, για εμένα
είναι και τα δύο άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Η δημοσιονομική πειθαρχία και η ανάπτυξη είναι βασικά οι δύο όψεις του
ενός και μοναδικού νομίσματος
, όταν το ζητούμενο είναι η επανάκτηση της
εμπιστοσύνης
”.
Η ερώτηση που τίθεται αυτόματα εδώ είναι, ποιού ακριβώς την εμπιστοσύνη θέλει να επανακτήσει η κυρία Merkel; Πρόκειται για τη εμπιστοσύνη των ανθρώπων; Μήπως το
ζητούμενο είναι η εμπιστοσύνη των αγορών, μία «συμβατή» με το «χρηματοπιστωτικό
τέρας» παρωδία της δημοκρατίας;
Μία νέα τάξη πραγμάτων, στην οποία η ελίτ του παγκόσμιου
καρτέλ
και των τραπεζών θα
έχει την απόλυτη εξουσία;
Μήπως αυτοί είναι οι κρυφοί εργοδότες της
καγκελαρίου και όχι ο γερμανικός λαός που την ψήφισε;
Ένας λαός που θα κληθεί πιθανότατα να πληρώσει ακόμη μία φορά τα τεράστια
σφάλματα της ηγεσίας του; Ένας λαός που
δεν εμπιστεύεται τον ίδιο τον εαυτό του,
φοβούμενος την «αναζωπύρωση» του
ναζιστικού παρελθόντος, εάν τυχόν εμφανισθεί ένας αντίστοιχος με το Χίτλερ
ηγέτης;   
ΟΙ ΦΟΒΟΙ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ
Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, θεωρούμε πως το παρακάτω δημοσίευμα
μίας σοβαρής γερμανικής ηλεκτρονικής εφημερίδας (NDS), από την οποία αντλήσαμε τις απαραίτητες πληροφορίες, σε ελεύθερη
μετάφραση, δίνει με τον καλύτερο δυνατό
τρόπο τις απαντήσεις που χρειαζόμαστε
. Το δημοσίευμα γράφει, μεταξύ άλλων,
τα παρακάτω:
“Όπως είχε πει ο B.Brecht, «Μόνο τα πιο ανόητα μοσχάρια επιλέγουν μόνα τους το χασάπη». Κατ’
επέκταση, τα «γερμανικά μοσχάρια», εμείς δηλαδή, πρέπει να είμαστε αρκετά
ανόητοι – αφού διαφορετικά δεν μπορούν να εξηγηθούν οι συνεχείς εκλογικές
επιτυχίες της κυρίας Merkel, σε μία χώρα που οι άνθρωποι υποφέρουν όλο και πιο
πολύ.

Στο σημείο αυτό, όσον αφορά δηλαδή εμάς
τους Γερμανούς που ανεχόμαστε από τόσα χρόνια τώρα την πολιτική λιτότητας
,
τις αμοιβές πείνας, τους φορολογικούς διωγμούς και την κατάλυση του κράτους
πρόνοιας στην πατρίδα μας, δεν μπορούν να κάνουν δυστυχώς τίποτα οι Ευρωπαίοι
γείτονες μας.

Η Ευρώπη όμως δεν είναι γερμανικό προτεκτοράτο, αλλά μία ένωση εθνικών κρατών, όπου η Γερμανίδα καγκελάριος δεν έχει κανένα
θεσμοθετημένο δικαίωμα να επιβάλλει τη δική της πολιτική
– όσο μεγάλη και
αν είναι η κρίση χρέους.

Εάν, παρ’ όλα αυτά, η καγκελάριος συνεχίσει να εγείρει την απαίτηση να
διαδραματίσει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ευρώπη, όπως διαβάζουμε μεταξύ άλλων στην ιστοσελίδα της, τότε πρόκειται
μάλλον για μία απίστευτη συνθηκολόγηση της λογικής.

Δηλαδή, η καγκελάριος δεν φαίνεται να
έχει καταλάβει καθόλου τι σημαίνει Δημοκρατία,
έχοντας χαθεί στο λαβύρινθο
του «οίστρου» και της «λεκτικής ανισορροπίας» της. Για να μπορέσει να πετύχει
τους στόχους της, παίζει το παιχνίδι
χέρι-χέρι με την Κομισιόν.
Ποιος μπορεί λοιπόν να απορήσει σχετικά με το
ότι, όλοι οι Ευρωπαίοι έχουν κουραστεί ήδη από την Ευρώπη;

Μία Ευρώπη, η οποία έχει σαν
αποκλειστικό στόχο την κατεδάφιση της Δημοκρατίας, της εθνικής κυριαρχίας
και
της ίσης συμμετοχής στις αποφάσεις, δεν έχει κανένα μέλλον και κανένα νόημα
ύπαρξης.

Εάν λοιπόν επιθυμούν οι Ευρωπαίοι γείτονές μας να σώσουν την Ευρώπη και την
ευρωπαϊκή ιδέα, τότε θα πρέπει να
απελευθερωθούν από την «κακοποίηση» της καγκελαρίου
. Πρέπει να ορθώσουν το
ανάστημα τους απέναντι στην Merkel. Έχει φτάσει πλέον το πλήρωμα του χρόνου, η
ύστατη στιγμή για να αντιδράσουν”.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η στρατηγική της καγκελαρίου, την οποία αποκάλυψε ολοκάθαρα στο Νταβός, είναι παρόμοια με αυτήν που γνωρίζουμε από το «Δόγμα του Σοκ» – η
χρησιμοποίηση δηλαδή μίας καταστροφής, για την επιβολή των νεοφιλελεύθερων
διαρθρωτικών αλλαγών, οι οποίες δεν είναι επιθυμητές ούτε από το λαό, ούτε από
την πλειοψηφία της πολιτικής του ηγεσίας. Όλα αυτά με γρήγορο ρυθμό, πριν
προλάβουν να συνέλθουν οι άνθρωποι από το σοκ και πριν περάσει η κρίση.
Η ειρωνεία της μοίρας είναι το ότι,
η πολιτική αυτή ξεκίνησε από τον σοσιαλιστή προκάτοχο της κ.
Merkel – από τον κ. Schroeder ο οποίος, στην ίδια πόλη πριν από 8 χρόνια, στο
Νταβός (28.01.2005), είχε πει τα εξής:
«Έπρεπε
και καταφέραμε να απελευθερώσουμε την αγορά εργασίας στη χώρα μας, στη
Γερμανία. Έχουμε οικοδομήσει μία από τις καλύτερες και τις πλέον χαμηλόμισθες
οικονομικές
ζώνες
στην Ευρώπη».
Σειρά έχουν προφανώς οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, οι οποίες πρέπει να οικοδομήσουν τα δικά τους «κρεματόρια» –
δηλαδή, ειδικές οικονομικές ζώνες μηδενικής κοινωνικής ασφάλισης και χαμηλού
κόστους εργασίας.
Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις των χωρών-προτεκτοράτων οφείλουν, μάλλον με τη
συνδρομή της γερμανικής οικονομικής αστυνομίας, της μυστικής υπηρεσίας και
άλλων, να εξαπολύσουν φορολογικούς και άλλους διωγμούς επί δικαίων και αδίκων – φροντίζοντας
για τη βίαιη καταστολή των αντιδράσεων των πολιτών, οι οποίοι δεν αποδέχονται
τα σχέδια της εξουσίας, επιμένοντας στις γνωστές «ανοησίες»: όπως για
παράδειγμα στη δημοκρατία, στην ελευθερία, στη δικαιοσύνη και στην
ισότητα.     
Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright)
Αθήνα, 29. Ιανουαρίου 2013
Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος
είναι, οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο
Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις26 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις56 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή