Διεθνή
Η αναταραχή στις αραβικές χώρες και η ΕΕ
Λίγοι στις Βρυξέλλες ή στις πρωτεύουσες των κρατών-μελών προέβλεψαν τις
αραβικές εξεγέρσεις, αλλά από το 2010 και μετά οι φορείς χάραξης της
ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής αναγκάστηκαν να αφιερώσουν πολύ χρόνο
και προσοχή για να αποφασίσουν τί να κάνουν και τί να μην κάνουν στην
Τυνησία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη και τη Μέση Ανατολή. Ουδεμία λίστα
προτεραιοτήτων της εξωτερικής πολιτικής για το 2013 θα μπορούσε να
περιλαμβάνει όλες τις προκείμενες προκλήσεις και είναι βέβαιο πως η ΕΕ
θα κληθεί να ασχοληθεί με θέματα που δεν περιέχονται σε καμία ατζέντα.
Με το δεδομένο αυτό, κάποιος θα μπορούσε κάλλιστα να προβλέψει ορισμένες
ξένες πολιτικές προκλήσεις τις οποίες θα πρέπει να αντιμετωπίσει το
τρέχον έτος η ΕΕ. Η ανάπτυξη λειτουργικών σχέσεων με την Ουκρανία, τη
Ρωσία και άλλες γειτονικές χώρες στα ανατολικά, η αναβίωση της
διατλαντικής εταιρικής σχέσης στο εμπόριο, η επανεξισορρόπηση συμμαχιών
με τις ασιατικές χώρες, καθώς και η συγκέντρωση και η ανταλλαγή
αμυντικών δυνατοτήτων θα κερδίσουν την προσοχή όλων εκείνων που
διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική της ΕΕ. Αλλά η υπ’ αριθμόν ένα
πρόκληση που θα καταναλώσει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του
Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων είναι η Μέση Ανατολή.
Αυτή η ταραγμένη περιοχή είναι για την ΕΕ και μάλιστα για όλη την
υπόλοιπη διεθνή κοινότητα, ένα κουβάρι διασυνδεδεμένων προκλήσεων στον
τομέα της εξωτερικής πολιτικής: 1) την αντιμετώπιση της συνεχιζόμενης
αναταραχής στις αραβικές χώρες, 2) τον τερματισμό του εμφυλίου πολέμου
στη Συρία, 3) την προσπάθεια επίτευξης ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ
Ισραήλ και Παλαιστίνης, (4) το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Άλλες
κρίσιμες μεταβλητές στην περιοχή περιλαμβάνουν τον κατακερματισμό του
Ιράκ, την εμφάνιση των ριζοσπαστικών Ισλαμιστών κυβερνήσεων, καθώς και
τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα της Βουλής των Σαούντ.
Ξεπερνώντας τη συνεχιζόμενη αναταραχή στις Αραβικές χώρες
Ο αραβικός κόσμος είναι στο έλεος των μεγάλων ανακατατάξεων, οι οποίες
είναι πιθανό να οδηγήσουν σε κυβερνήσεις που είναι πιο ευαίσθητες στο
λαϊκό συναίσθημα απ’ ό,τι οι προκάτοχοί τους. Μπορεί να μην είναι οι
τέλειες δημοκρατίες, αλλά οι πολιτικοί ηγέτες θα ανησυχούν περισσότερο
για την κοινή γνώμη από τους δικτάτορες που κυβέρνησαν πριν από αυτούς.
Αλλά αυτή η διαδικασία θα πάρει χρόνο, ο οποίος μετράται σε χρόνια, όχι
μήνες. Όπως είδαμε στην Τυνησία, τη Λιβύη και την Αίγυπτο, τα γεγονότα
αυτά εγείρουν ερωτήματα-παγίδες στην ΕΕ: είναι μια ευκαιρία για να ένα
χτύπημα υπέρ της δημοκρατίας και την περαιτέρω περιθωριοποίηση των
αντιτιθέμενων στην ΕΕ δυνάμεων, ή μήπως η κατάρρευση της παλιάς τάξης
πραγμάτων υπονομεύει τους παραδοσιακούς φιλοευρωπαίους κι επιτρέπει
στους εξτρεμιστές ισλαμιστές (και αντιτιθέμενους με την ΕΕ) να έχουν μια
δυνατότερη φωνή στην πολιτική της περιοχής; Τι θα συμβεί αν η Ιορδανία,
ο Λίβανος, και οι Κούρδοι παρασυρθούν στη δίνη αυτή; Όπως ανακάλυψαν η
Ύπατη Εκπρόσωπος Ashton και ο Επίτροπος της ΕΠΓ Füle, η ΕΕ δεν έχει
μεγάλη επιρροή στην έκβαση αυτών των καταστάσεων και ελάχιστες
ελκυστικές πολιτικές επιλογές. Ανάμεσα σε αυτές τις επιλογές είναι τα
νομικά δεσμευτικά πολυμερή πλαίσια, όπως οι συνθήκες ενέργειας και
κοινοτικών μεταφορών για παράδειγμα. Το να συμπεριληφθούν οι νότιες
χώρες της ΕΠΓ στις υπάρχουσες συνθήκες θα στείλει ένα πραγματικό και
θετικό μήνυμα ότι η ΕΕ δεν αστειεύεται σχετικά με τη χορήγηση στις εν
λόγω χώρες μεριδίων στην εσωτερική αγορά και με την προβολή της
σταθερότητας και της ευημερίας στη νότια γειτονιά της.
Τερματισμός του εμφυλίου πολέμου στη Συρία
Πρώτον, η ΕΕ θα πρέπει να αποφασίσει το αν η χορήγηση στρατιωτικής
υποστήριξης ή όχι θα συμβάλει στον τερματισμό του αιματηρού αδιεξόδου
στη Συρία. Όταν, τον Δεκέμβριο του 2012 οι αρχηγοί κρατών και
κυβερνήσεων, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κορυφής, συμφώνησαν ότι η ΕΕ θα
πρέπει να εξετάσει «όλες τις επιλογές» για να βοηθήσει αντιπολίτευση της
Συρίας στον αγώνα της ενάντια στο «παράνομο» καθεστώς του προέδρου
Bashar al-Assad, απέφυγαν να απαντήσουν στο ζήτημα της στρατιωτικής
υποστήριξης της αντιπολίτευσης. Επί του παρόντος, η ΕΕ απαγορεύει την
πώληση και την προμήθεια όπλων και στις δύο πλευρές της σύγκρουσης. Αυτό
το εμπάργκο λήγει το Μάρτιο. Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν στην
πρώτη γραμμή των προσπαθειών να στραφεί η ΕΕ πέρα από τα όρια της
πολιτικής της για τις κυρώσεις, στην παροχή πολιτικής υποστήριξης στην
αντιπολίτευση και ανθρωπιστικής βοήθειας στους αμάχους. Μαζί με την
Ιταλία, έπεισαν τη Γερμανία, την Ισπανία, τις χώρες της Benelux και τα
άλλα κράτη-μέλη να αναγνωρίσουν το νέο ενιαίο Εθνικό Συνασπισμό των
Συριακών Επαναστατικών και Αντιπολιτευτικών Δυνάμεων ως «το μοναδικό
εκπρόσωπο του Συριακού λαού». Αλλά οι εκκλήσεις τους δεν έκαναν το
Συμβούλιο της ΕΕ να προχωρήσει πέρα από την αναγνώριση των
προαναφερθέντων ως τους «νόμιμους εκπρόσωπους των προσδοκιών του
συριακού λαού», ή να σχολιάσει το πρόγραμμα του αντιπολιτευτικού
συνασπισμού της Συρίας, ή να άρει το εμπάργκο στην προμήθεια όπλων που
έχει εμποδίσει την ΕΕ να εξοπλίσει τις ομάδες που επιδιώκουν να
ανατρέψουν το καθεστώς Assad. Η Σουηδία και η Γερμανία αντιτίθενται στην
προοπτική του εξοπλισμού του συνασπισμού από το φόβο της τυχόν συμβολής
τους σε έναν εμφύλιο πόλεμο πολύ μετά την αποχώρηση του Assad. Αν αυτές
οι βαθιές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών δεν ξεπεραστούν υπέρ μιας
πιο δυναμικής προσέγγισης, η ΕΕ δεν θα είναι σε θέση να δημιουργήσει το
απαραίτητο σημείο καμπής σε αυτή την παρατεταμένη σύγκρουση, όπου
ουδεμία πλευρά φαίνεται πρόθυμη να οπισθοχωρήσει ή να είναι σε θέση να
επικρατήσει. Κατά συνέπεια, η αρνητικότητα αυτής της κατάστασης
διαχέεται στη γειτονική Ιορδανία, τον Λίβανο και την Τουρκία.
Το πιο ανησυχητικό σενάριο μπορεί επίσης να είναι και το πιο πιθανό:
παρατεταμένο χάος και θρησκευτικές συγκρούσεις, αφήνοντας ένα κενό
ασφαλείας και μια ευκαιρία για τις τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η
Χεζμπολάχ που υποστηρίζεται από το Ιράν για την απόκτηση μεγάλων
μεριδίων από το χημικό οπλοστάσιο της Συρίας. Τα όρια της μονομέρειας
στη Μέση Ανατολή υπογραμμίζουν μια παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας, με
περιφερειακές δυνάμεις όπως το Ιράν, το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και
την Τουρκία να προσπαθούν να διατηρήσουν τα δικά τους συμφέροντα στη
Συρία.
Η αναζήτηση για την ειρηνική συνύπαρξη Ισραήλ και Παλαιστίνης
Η ΕΕ έχει επίσης να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι δεν πρόκειται
να βρεθεί μια λύση δύο κρατών μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων,
τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που είχε προβλεφτεί πριν λάβει η Παλαιστίνη
τη συντριπτική υποστήριξη στη Γενική Συνέλευση για το αίτημά της να
αναγνωριστεί ως μη κράτος μέλος παρατηρητής στα Ηνωμένα Έθνη. Η
ισραηλινή δεξιά δεν έχει επιδείξει κάποιο ενδιαφέρον για την λύση των
δύο κρατών, οι Παλαιστίνιοι είναι πολύ αδύναμοι και διχασμένοι για να
τους ασκήσουν κάποια ουσιαστική πίεση και οι ΗΠΑ είναι υπερβολικά
υπονομευμένες από το ισραηλινό λόμπι για να παίξουν το ρόλο ενός
αποτελεσματικού μεσολαβητή. Η λιτανεία της λύσης των δύο κρατών έχει
γίνει ένα βολικό φύλλο συκής για τους πολιτικούς, ενώ η πραγματικότητα
καθιστά κάτι τέτοιο όλο και λιγότερο πιθανό μέρα με τη μέρα. Στη σύνοδο
κορυφής το Δεκέμβριο του 2012 στις Βρυξέλλες, η ΕΕ και η Ρωσία έριξαν
την πρώτη βολή σε αυτή τη μάχη καλώντας για «τολμηρά και συγκεκριμένα
βήματα προς την ειρήνη» που πρέπει να γίνουν από τις δύο πλευρές «σε
άμεσες και ουσιαστικές διαπραγματεύσεις χωρίς προϋποθέσεις, προκειμένου
να επιτευχθεί μια οριστική επίλυση της σύγκρουσης». Η ΕΕ και η Ρωσία
δήλωσαν ότι «δεν θα αναγνωρίσουν καμία μεταβολή των προ του 1967
συνόρων, συμπεριλαμβανομένης της Ιερουσαλήμ, εκτός από εκείνες που θα
συμφωνηθούν από τα συμβαλλόμενα μέρη». Το 2013, η ΕΕ και τα άλλα μέλη
του Κουαρτέτου, θα πρέπει να κάνουν μια σοβαρή ενδοσκόπηση σχετικά με το
ποιά θα πρέπει να είναι η πολιτική εναλλακτική λύση για την
αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων σαν το πώς θα επιτευχθεί η ασφάλεια όλων,
το «ένα άτομο, μία ψήφος» και το πώς θα τερματιστεί η τρέχουσα
κατάσταση του απαρτχάιντ.
Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν
Αυτή τη χρονιά θα είναι απίθανο να γίνουμε μάρτυρες μιας
ένοπλης επίθεσης από το Ισραήλ ή τις ΗΠΑ κατά του Ιράν, γιατί το Ιράν
δεν θα προκαλέσει μια τέτοια αντίδραση ξεπερνώντας «κόκκινες γραμμές»,
που σημαίνει ότι δεν πρόκειται να προσπαθήσει να κατασκευάσει ή να
δοκιμάσει ένα πυρηνικό όπλο ή να αρχίσει τον εμπλουτισμό ουρανίου σε
ποσοστό 90%. Επίσης, το διακύβευμα και το κόστος ενός προληπτικού
χτυπήματος στο Ιράν είναι απλά πάρα πολύ υψηλό. Οι περισσότεροι από το
εθνικό σύστημα ασφάλειας των ΗΠΑ πιστεύουν ότι το Ιράν δεν βρίσκεται καν
κοντά στο επίπεδο κατασκευής πυρηνικής βόμβας ούτως ή άλλως. Την ίδια
στιγμή, η συναίνεση που προκύπτει είναι ότι οι ΗΠΑ, όπως άλλωστε και
ολόκληρη η διεθνής κοινότητα, θα πρέπει να προσαρμοστούν σταδιακά σε ένα
πυρηνικά ικανό (αλλά όχι με πυρηνικά όπλα) Ιράν. Με την
αναποτελεσματική πολιτική των κυρώσεων, οι επιλογές της Δύσης για τον
εξαναγκασμό του Ιρανικού καθεστώτος να εγκαταλείψει τις έρευνές του για
να μετατραπεί σε πυρηνική δύναμη λιγοστεύουν. Είναι επομένως πιθανό
φέτος να δούμε μια νέα ώθηση για κάποια διπλωματική συμφωνία με το Ιράν.
Έχει αναφερθεί (και κατόπιν διαψευσθεί) ότι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Obama
προτίθεται να συνεργαστεί με τους Ιρανούς άμεσα, αλλά μέχρι να δεχθεί
κάτι τέτοιο ο προαναφερθείς, η ΕΕ παραμένει στη θέση του οδηγού των
διαπραγματεύσεων των Ε3+3. Η ΕΕ, μέσω της Ύπατης Εκπροσώπου της και με
την υποστήριξη από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, θα πρέπει
να εργαστεί προς την επίτευξη μιας τυπικής διπλωματικής συμφωνίας, μιας
συμφωνίας που θα επιτρέπει στο Ιράν να εμπλουτίσει ουράνιο σε χαμηλά
επίπεδα με αντάλλαγμα την εγκατάλειψη των φιλοδοξιών του για την
κατασκευή πυρηνικών όπλων, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την ΕΕ να
μειώσει σταδιακά τις κυρώσεις και να ενισχύσει τους οικονομικούς της
δεσμούς. Το βήμα αυτό θα σημαίνει επίσης τη διαπραγμάτευση συμφωνιών
ασφαλείας με άλλες χώρες της περιοχής σε μια περίοδο όπου η περιφερειακή
πολιτική είναι ήδη αρκετά ευμετάβλητη. Αυτή είναι μια υπερβολική
απαίτηση για την ΕΕ και θα πρέπει να έχει τη συνεχή υποστήριξη όλων των
κρατών μελών για τον ηγετικό ρόλο του Ύπατου Εκπροσώπου στους E3+3,
καθώς και την υποστήριξη των μη-ευρωπαϊκών μονίμων μελών του Συμβουλίου
Ασφαλείας του ΟΗΕ. Υπάρχει η ελπίδα ότι οι προεδρικές εκλογές τον Ιούνιο
του 2013 θα φέρουν στην εξουσία ένα λιγότερο προκλητικό ηγέτη από τον
πρόεδρο Mahmoud Ahmadinejad και θα επιτρέψουν στην ΕΕ να ξεκινήσει ένα
νέο και αξιόπιστο γύρο διαπραγματεύσεων με το Ιράν.
Μεγάλο παζάρι
Η βίαιη κατάρρευση της Συρίας και ο πρόσφατος πόλεμος μεταξύ
Ισραήλ και Γάζας υπογράμμισαν την έντονη επιδείνωση του στρατηγικού
περιβάλλοντος στη Μέση Ανατολή. Είναι επίσης σαφές ότι οι προκλήσεις για
την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή είναι, σε μεγάλο βαθμό,
αλληλένδετες και ούτε η ΕΕ ούτε η διεθνής κοινότητα στο σύνολό της
μπορεί να διατηρήσει το status quo. Η ΕΕ πρέπει να αναθεωρήσει και να
αναπροσαρμόσει τις πολιτικές της γειτονιάς της και τα κράτη μέλη πρέπει
να συνειδητοποιήσουν ότι η ΕΕ δεν μπορεί να ακολουθήσει μια
αποτελεσματική ανθρωπιστική ή πολιτική στρατηγική, χωρίς να επικαλεστεί
τη στρατιωτική συνιστώσα, αλλά ούτε και μπορεί να το πράξει χωρίς τους
ΝΑΤΟϊκούς της συμμάχους, τη Ρωσία και την Κίνα. Η σφυρηλάτηση μιας
ισχυρότερης διεθνούς σύμπραξης είναι επομένως ζωτικής σημασίας για όλες
τις πλευρές. Μετά από μήνες κακοσχεδιασμένων, μονομερών προσπαθειών για
την επίλυση των ξένων πολιτικών προκλήσεων που τίθενται από τη Μέση
Ανατολή, έχει έρθει η ώρα για ένα μεγάλο παζάρι. Σε αυτό το εξαιρετικά
ασταθές περιβάλλον και με την αξιοπιστία της ως ξένη χαράκτρια πολιτικής
στη μέση, η ΕΕ δεν έχει την πολυτέλεια να παραμείνει καθισμένη στο
φράκτη. Η ίδια η ΕΕ πρέπει να είναι έτοιμη να λάβει τολμηρά και
συγκεκριμένα μέτρα για τη διασφάλιση της ειρήνης και της σταθερότητας
στη Μέση Ανατολή.
Πηγή:www.capital.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
