Γενικά θέματα
Ψευδεπίγραφη Κεντροαριστερά
Σωτήρης Βαλντέν,
συγκρότηση μιας κεντροαριστεράς που «θα καλύπτει το κενό ανάμεσα στη ΝΔ
και τον ΣΥΡΙΖΑ». Πρωτοστατούν σ’ αυτές στελέχη και ομάδες που
προέρχονται κυρίως από το μνημονιακό ΠΑΣΟΚ, καθώς και από τον
προσκείμενο στη ΔΗΜΑΡ (εντός και εκτός της) «μεταρρυθμιστικό» χώρο. Το
«υπόλοιπον» ΠΑΣΟΚ του Β. Βενιζέλου, εκδηλώνει κι αυτό έντονο ενδιαφέρον
για τις κινήσεις αυτές, σε μια προσπάθεια να ανακόψει τη δική του
διαλυτική πορεία. Αντίθετα, η ΔΗΜΑΡ φαίνεται να χάνει το ενδιαφέρον της,
ίσως επειδή δεν επιθυμεί να δώσει σανίδα σωτηρίας στο ΠΑΣΟΚ, από το
οποίο αντλεί και τον όγκο των οπαδών της.
Ο υπογράφων υπήρξε και παραμένει θερμός οπαδός της «κεντροαριστεράς».
Υποστηρίζω τη διαμόρφωση ενός ισχυρού σοσιαλδημοκρατικού/σοσιαλιστικού
φιλοευρωπαϊκού πόλου, που να υπερβαίνει τις ιστορικές διαιρέσεις του
εργατικού κινήματος και να αποτελεί μια σύγχρονη και αξιόπιστη
εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης στην σήμερα κυρίαρχη
νεοφιλελεύθερη/συντηρητική. Ταυτόχρονα όμως είμαι πεπεισμένος ότι οι
τρέχουσες πρωτοβουλίες στηρίζονται σε ξεπερασμένες παραστάσεις από το
παρελθόν, είναι ψευδεπίγραφες και δεν έχουν πιθανότητες να πετύχουν τον
διακηρυγμένο στόχο τους. Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα παραγάγουν ένα
κεντροδεξιό, όχι κεντροαριστερό σχήμα, στη χειρότερη δε -και πιο
πιθανή- θα αποβούν πλήρως ατελέσφορες.
Τότε… (μια αυθεντικά σοσιαλδημοκρατική πολιτική)
Οι σημερινές πρωτοβουλίες εμπνέονται ως επί το πλείστον από το
πολιτικό σχέδιο της κεντροαριστεράς της εποχής Σημίτη. Ποια ήταν όμως η
κατάσταση τότε και ποιες είναι οι αναλογίες με το σήμερα;
Τότε η κεντροαριστερά είχε έναν κορμό της τάξης του 40% (το ΠΑΣΟΚ)
και ένα δυνητικό πρόσθετο ακροατήριο προς τα αριστερά. Επρόκειτο δηλαδή
για ένα πλειοψηφικό ή δυνάμει πλειοψηφικό ρεύμα στην ελληνική κοινωνία,
με επίκεντρο το ΠΑΣΟΚ. Το μπλοκ αυτό αντιπαραθέτονταν σε μια περίπου
ισοδύναμη κεντροδεξιά με την οποία διαγωνίζονταν για την εξουσία και το
κέντρο. Στα αριστερά του είχε και έναν οιονεί περιθωριακό χώρο, υπό την
ηγεμονία του ραγδαία επιστρέφοντος στον Στάλιν, ΚΚΕ. Το κεντροαριστερό
μπλοκ είχε και ένα μείζονα εσωτερικό αντίπαλο, το «όλον ΠΑΣΟΚ», εξ ου
και η επιτακτική ανάγκη στήριξής του και σε εκτός ΠΑΣΟΚ εκσυγχρονιστικές
δυνάμεις. Είχε όμως το πανίσχυρο όπλο της κυβέρνησης υπό έναν
μεταρρυθμιστή πρωθυπουργό, που καθιστούσε το εγχείρημα αν όχι εύκολο,
πάντως ρεαλιστικό.
Αναμφίβολα, πολλές από τις μακρόχρονες παθογένειες της ελληνικής
κοινωνίας διατηρήθηκαν, ή και ορισμένες φορές εντάθηκαν, στη διάρκεια
της σημιτικής οκταετίας (και σκέφτομαι εδώ ιδιαίτερα τη διαφθορά).
Παράλληλα άνθισε τότε και ένας «γιάπικος» εκσυγχρονισμός, που οδήγησε
μεταξύ άλλων και στην εύκολη και χωρίς αναστολές μεταπήδηση ενός
σημαντικού αριθμού στελεχών του στον τεχνοκρατικό νεοφιλελευθερισμό.
Όμως καλό θα ήταν να θυμηθούμε πως οι μεγάλες επιτυχίες του σημιτικού
εκσυγχρονισμού, πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο μιας πολιτικής αυθεντικά
σοσιαλδημοκρατικής και μάλιστα «αριστερής», συγκρινόμενη με τη
δυτικοευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Η «δημοσιονομική προσαρμογή» και η
ένταξή μας στο ευρώ επιτεύχθηκε με την παράλληλη σημαντική αύξηση του
βιοτικού επιπέδου του λαού. Το ειδικό βάρος του δημόσιου τομέα παρέμεινε
στα υψηλά επίπεδα του ευρωπαϊκού κράτους προνοίας. Τα ελλείμματα
περιορίστηκαν με την αύξηση των εσόδων και όχι τον περιορισμό των
δαπανών. Αφήνω εδώ και τη σημαντική συμβολή της περιόδου αυτής στην
προσπάθεια αποτοξίνωσης της χώρας από το νοσηρό εθνικισμό των
προηγουμένων ετών, με τις πρωτοβουλίες στα ελληνο-τουρκικά, το κυπριακό
και τα Βαλκάνια.
Όσοι λοιπόν εξισώνουν το (έστω και ημιτελές) εκσυγχρονιστικό
εγχείρημα Σημίτη με τη σημερινή πολιτική της τρόικας, είτε για να
υπερασπιστούν την τελευταία, είτε για να καταγγείλουν το πρώτο, πιστεύω
πως διαστρεβλώνουν χονδροειδώς την πραγματικότητα. Το ίδιο και όσοι
εξισώνουν τις αντιδράσεις στη μεταρρύθμιση λ.χ. Γιαννίτση, με αυτές προς
τις σημερινές πολιτικές των μνημονίων. Είναι νομίζω φανερό ότι μια
άβυσσος χωρίζει τις προσπάθειες παρεμπόδισης κάθε βήματος εκσυγχρονισμού
στο πλαίσιο μιας σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής το 2002, από την
αντίσταση στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα των μνημονίων σήμερα.
Ας θυμηθούμε δε και για λόγους ιστορικής δικαιοσύνης ότι ανάμεσα
στους πολλούς λόγους που ανέκοψαν τον σημιτικό εκσυγχρονισμό, η στάση
και δισταγμοί της τότε ανανεωτικής αριστεράς, με πολλούς από τους
σημερινούς φανατικούς «μεταρρυθμιστές», δεν ήταν ο μικρότερος.
…και τώρα (η επανάληψη της ιστορίας ως φάρσας)
Σήμερα οι συνθήκες για τη συγκρότηση μιας ισχυρής κεντροαριστεράς
διαφέρουν ριζικά και δυστυχώς το σημερινό εγχείρημα φέρνει στο νου τη
γνωστή ρήση για την επανάληψη της ιστορίας ως φάρσας.
Πρώτον, δεν μιλούμε πλέον για ένα πλειοψηφικό μπλοκ, αλλά για μια
εκλογική επιρροή που δύσκολα υπερβαίνει το 15%, ενώ ένα διπλάσιο 30%
περίπου βρίσκεται στα αριστερά του χώρου αυτού υπό τον ΣΥΡΙΖΑ (χωρίς να
συνυπολογίζω εδώ το ΚΚΕ). Είναι βέβαια θεμιτό να προσδοκά κανείς να
επεκτείνει την επιρροή του και στο χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, ελπίζοντας και
επιδιώκοντας ο τελευταίος να «ξεφουσκώσει». Όμως ας μείνουμε εδώ στη
διαπίστωση ότι «κυβερνώσα κεντροαριστερά» δεν νοείται πλέον χωρίς να
έχουμε στην οθόνη μας -και μάλιστα σε κεντρική θέση- και το χώρο αυτό.
Δυστυχώς στην τρέχουσα συζήτηση περί κεντροαριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ ή
απουσιάζει παντελώς, ή γίνεται αντικείμενο εξορκισμών.
Δεύτερον, ο κύριος αν όχι και ο μοναδικός αντίπαλος της προτεινόμενης
κεντροαριστεράς, εκ των πραγμάτων είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, αφού όλες οι
συνιστώσες τού υπό διαμόρφωση σχήματος βρίσκονται σε συμμαχία με τη
δεξιά στο πλαίσιο της συγκυβέρνησης και μιας κάθετης πόλωσης λόγω
μνημονίων. Όμως ιστορικό προηγούμενο συγκρότησης κεντροαριστεράς σε
αντιπαράθεση όχι με τη δεξιά, αλλά με την αριστερά, δυσκολεύεται κανείς
να βρει, μάλλον παγκοσμίως. Ακόμη και όταν η στρατηγική της
κεντροαριστεράς είχε ως συστατικό της στοιχείο την αποδυνάμωση των εξ
αριστερών της δυνάμεων (Γαλλία, δεκαετία ’70), η στρατηγική αυτή
υλοποιήθηκε μέσα από την αντιπαράθεση προς τη δεξιά και σε συμμαχία με
την (τότε κομμουνιστική) αριστερά.
Τρίτον, ποια μπορεί να είναι η πολιτική/προγραμματική βάση της νέας
πρωτοβουλίας; Η συμμετοχή σε μια κυβέρνηση που υλοποιεί ένα βάρβαρα
νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα καθιστά αδύνατη την ουσιαστική αποστασιοποίηση
από το πρόγραμμα αυτό. Το «κεντροαριστερό» εγχείρημα πολύ δύσκολα θα
βρει ένα ευρύ ακροατήριο που να στηρίζει ή να ανέχεται τις πολιτικές των
μνημονίων.
Αυτός είναι εξάλλου και ο βαθύτερος λόγος της φθοράς και
ακαταλληλότητας των επώνυμων στελεχών του ΠΑΣΟΚ που φιλοδοξούν να
ηγηθούν του εγχειρήματος. Πέρα από την τραγική εικόνα των προσωπικών
τους στρατηγικών που τους εμποδίζουν ακόμη και σήμερα να συνεργαστούν
μεταξύ τους, πέρα από την εγγύτητά τους σε έναν χώρο από όπου αναδύεται
έντονη δυσοσμία, στην ελληνική κοινωνία συμβολίζουν τους πιο πιστούς
(κάποτε και ενθουσιώδεις) εφαρμοστές της πολιτικής των μνημονίων, πιο
πιστούς κι από τη ΝΔ.
Από το ρεαλισμό στη μετάλλαξη
Οι υποστηρικτές της συγκυβέρνησης αναφέρουν συχνά ότι η επιλογή τους
είναι αναγκαστική. Οι διεθνείς συσχετισμοί δεν επιτρέπουν την
αμφισβήτηση των επιταγών της τρόικας, αφού κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην
έξοδο από την Ευρώπη. Κατά τα άλλα, προσθέτουν, ούτε με τα μνημόνια
συμφωνούν, ούτε με τον Σαμαρά. Η κατά κόρον εκβιαστική επανάληψη του
επιχειρήματος αυτού για την απόσπαση ανοχής στα μνημόνια και σε κάθε
πραγματικό ή κατασκευασμένο «προαπαιτούμενό» τους, το έχει καταστήσει
όλο και λιγότερο πειστικό. Πολλώ μάλλον που η αξιοπιστία των
περισσότερων που το προβάλλουν είναι μηδενική. Ωστόσο, δεν παύει να
εκφράζει σε κάποιο βαθμό ένα πραγματικό δίλημμα. Ο ρεαλισμός απέναντι
στο δίλημμα αυτό εξασφάλισε τον περασμένο Ιούνιο τη σημερινή
κοινοβουλευτική πλειοψηφία, έστω και αν χρειάστηκε να μεταμφιεστεί με
παχιές υποσχέσεις περί επαναδιαπραγμάτευσης και απόρριψης νέων μέτρων.
Όμως, ο κυρίαρχος λόγος των πρωταγωνιστών του νέου κεντροαριστερού
εγχειρήματος, δεν περιορίζεται στον παραπάνω ρεαλισμό. Στο όνομα ενός
άκρατου και ανεπαρκώς προσδιορισμένου «μεταρρυθμισμού», προχωράει στην
εκ βάθρων αλλοίωση και αναίρεση θεμελιωδών αξιών, αρχών και πολιτικών
στις οποίες βασίζεται η αριστερά απανταχού της γης. Η «τόλμη» μετράται
με το πόσο απομακρυνόμαστε από τα θεμέλια αυτά και από το πόσο
προσεγγίζουμε τις αποτυχημένες κοινοτοπίες του νεοφιλελεύθερου λόγου της
δεκαετίας του ’90. Μια ματιά στις πληθωρικές παρεμβάσεις σε
«μεταρρυθμιστικές» ιστοσελίδες και στην αντίστοιχη αρθρογραφία στον
τύπο, αρκεί για να πείσει ως προς την έκταση αυτής της εκτροπής.
Στο άκρο υπάρχουν όσοι ευθαρσώς δηλώνουν ότι η διάκριση
αριστεράς/δεξιάς δεν έχει (πλέον;) νόημα και μας καλούν σε ένα πλατύ
«μεταρρυθμιστικό» ή κεντρώο μέτωπο ή σχήμα, χωρίς ιδεολογικό πρόσημο,
μαζί με τους φιλελευθέρους. Εδώ θα βρούμε και επώνυμους μεγαλοαστούς που
με προκλητική κοινωνική αναλγησία προασπίζουν τα ταξικά τους
συμφέροντα, διακηρύσσοντας ότι οι θυσίες (των άλλων) είναι «οδυνηρές,
αλλά απαραίτητες».
Οι περισσότεροι πάντως, ανάγοντας τις καταβολές τους στη σημιτική
παράδοση, δέχονται το πρόσημο της κεντροαριστεράς. Μάταια όμως θα
αναζητήσει κανείς σε τι διαφέρει η νέα αυτή «κεντροαριστερά», από την
κεντροδεξιά. Και δεν πρόκειται μόνο για την άμβλυνση κάθε κριτικής προς
τα μνημόνια, την τρόικα, ακόμη και τον Σαμαρά και το κράτος της δεξιάς
που ξαναχτίζει, την ίδια στιγμή που δεν παύουν να καταγγέλλουν επί
παντός επιστητού τον ΣΥΡΙΖΑ.
Ας κάνει κανείς τον κόπο να μετρήσει τις παρεμβάσεις όπου επικρίνουν
τον κρατισμό, τις συντεχνίες, το λαϊκισμό, την αριστερόστροφη «ανομία»,
τις «άκαιρες» ή υπερβολικές μαζικές κινητοποιήσεις. Ας μετρήσει και όσες
προπαγανδίζουν τη «δημοσιονομική προσαρμογή», την «ανταγωνιστικότητα»,
τις ιδιωτικοποιήσεις, το «δικαίωμα της εργασίας» για τους απεργοσπάστες ή
και την ισοπεδωτική ηθικολογία του «τα φάγαμε όλοι μαζί». Και ας τις
συγκρίνει με τις (ελάχιστες) παρεμβάσεις για την ανεργία, την κάθετη
μείωση των αποδοχών και την εξαθλίωση, την υπερφορολόγηση μισθωτών και
συνταξιούχων, την ανακατανομή του εισοδήματος σε βάρος των εργαζομένων,
την κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων, την περικοπή των κονδυλίων για
παιδεία, υγεία και έρευνα, τη διακοπή των δημόσιων επενδύσεων, τον
εξευτελισμό του κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος με τις πράξεις
νομοθετικού περιεχομένου, την υποστήριξη κινητοποιήσεων των εργαζομένων
και τόσα άλλα.
Για τους κεντροαριστερούς μας «μεταρρυθμιστές», θα έλεγε κανείς ότι
αυτή η δεύτερη θεματολογία είναι παλαιομοδίτικη, μυρίζει «λαϊκισμό» και
Τσίπρα. Την αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι. Ακόμη και στη ρητορεία
περί «ανάπτυξης» αποφεύγουν τη χάραξη διαχωριστικών γραμμών
δεξιάς/αριστεράς, με αποτέλεσμα να παραμένουν στο απυρόβλητο οι
συντηρητικές απόψεις που την βλέπουν να έρχεται κυρίως μέσα από την
«ευελιξία» στην αγορά εργασίας και τη συμπίεση του εργατικού κόστους.
Ας μη γελιόμαστε. Η πολιτική ατζέντα των πρωταγωνιστών της νέας
κεντροαριστεράς στη χώρα μας, σ’ όλον τον υπόλοιπο κόσμο αποτελεί την
ατζέντα της (κεντρο)δεξιάς. Και η στάση τους αυτή αποτελεί κάτι
περισσότερο από πολιτικές τοποθετήσεις. Πρόκειται πλέον για κοινωνικά
αντανακλαστικά, βαθύτατα συντηρητικά. Γι’ αυτό και το εγχείρημα είναι
ψευδεπίγραφο. Και σε μια Ελλάδα που στενάζει, όχι βέβαια κάτω από
αριστερές πολιτικές, αλλά από τις επιπτώσεις της πιο ωμής επιδρομής της
δεξιάς, είναι και προκλητικό.
Ανυπόστατες ενστάσεις
Στην παραπάνω κριτική διατυπώνονται τρεις ενστάσεις:
Επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι η ανανεωτική αριστερά (από τις
ευρωκομμουνιστικές καταβολές της), όπως και ο σημιτικός εκσυγχρονισμός,
δίδαξαν πως η αριστερά δεν μπορεί να «χαρίζει» στη δεξιά τις αξίες της
φιλελεύθερης δημοκρατίας, της χρηστής διαχείρισης των δημοσίων
οικονομικών και της υπεύθυνης δράσης των μαζικών κινημάτων. Εδώ όμως
γίνεται η μεγάλη λαθροχειρία: άλλο η αναγκαία ενσωμάτωση των στοιχείων
αυτών στο σχέδιο και τη στρατηγική της αριστεράς, και άλλο βέβαια η
συρρίκνωση και συνόψιση της αριστεράς στα στοιχεία αυτά. Στη δεύτερη
περίπτωση, εξαφανίζεται κάθε λόγος ύπαρξης μιας
αριστεράς/κεντροαριστεράς, διακριτής από τη δεξιά. Φαίνεται πως όσοι επί
δεκαετίες έχουν εθισθεί στη άσκηση εξουσίας «από τα πάνω», ή και
αναλώνονταν σε σεχταριστικές διαμάχες με την δογματική αριστερά και τον
λαϊκισμό, όσοι σήμερα είναι αφοσιωμένοι στην αδιέξοδη στήριξη των
μνημονίων απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, χάνουν συχνά την ικανότητα να κάνουν
αυτήν την προφανή διάκριση.
Επικαλούνται επίσης μερικοί την ελληνική ιδιαιτερότητα: η οξύτητα της
ελληνικής κρίσης και οι βαθιές της ρίζες, καθιστούν, λένε, άνευ
νοήματος τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές. Όταν το καράβι
βουλιάζει, δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι να το σώσουμε. Το επιχείρημα αυτό
έχει κάποια αξία απέναντι σε απόψεις του τύπου «λεφτά υπάρχουν», καθώς
ασφαλώς μια σοβαρή κεντροαριστερά στην Ελλάδα σήμερα δεν μπορεί να
αγνοεί τους τεράστιους περιορισμούς που επιβάλλει η καταστροφική μας
κατάσταση. Κατά τα άλλα όμως, αποτελεί μια απλή επανάληψη του θατσερικού
TINA (there is no alternative/δεν υπάρχει εναλλακτική λύση –εννοείται
από τη φιλελεύθερη πολιτική).
Βρισκόμαστε άραγε υπό την αναγκαστική ομηρεία του νεοφιλελεύθερου
μονόδρομου; Αυτή πάντως δεν είναι η άποψη της κεντροαριστεράς ανά την
Ευρώπη και την Αμερική, που δεν παύει να καταφέρεται εναντίον της
ακραίας λιτότητας και των άλλων χαρακτηριστικών της γερμανικής
συντηρητικής πολιτικής και που ασκεί την κριτική αυτή ρητά και για την
περίπτωση της Ελλάδας. Εξάλλου, στο ζήτημα αυτό επιβάλλεται, κατά τη
γνώμη μου, μια ιδεολογική εντιμότητα: όποιος πιστεύει στην ΤΙΝΑ, δεν
μπορεί ταυτόχρονα να επαγγέλλεται την κεντροαριστερά. Οφείλει ευθαρσώς
να προσχωρήσει στο στρατόπεδο των «μεταρρυθμιστών» χωρίς πρόσημο. Η
θεωρία ότι η αριστερά είναι μόνο για τους καλούς καιρούς, ηχεί ως
εμπαιγμός σε μια χώρα όπου οι καιροί αυτοί ούτε που διαφαίνονται ακόμη
στον ορίζοντα και με τις σημερινές πολιτικές ίσως να μην έρθουν και
ποτέ.
Το τελευταίο ανάχωμα των ιδιόρρυθμων μνημονιακών «κεντροαριστερών»
μας, είναι η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας και της ευρωπαϊκής
σοσιαλδημοκρατίας. Η τελευταία, υποστηρίζεται, πέρα από τα ωραία λόγια,
στην πραγματικότητα ασκεί την ίδια περίπου πολιτική με τη δεξιά και άρα
τα περί εναλλακτικών πολιτικών αποτελούν όνειρα θερινής νυκτός. Οι
δυσκολίες που συναντά ο Ολάντ, φέρονται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα,
συχνά με μόλις αποκρυπτόμενη χαρά.
Ας σημειώσουμε καταρχάς την αντίφαση (και ειρωνεία) τού να
προβάλλεται (ορθά) η πολιτική συγγένεια με την ευρωπαϊκή
σοσιαλδημοκρατία ως «ατού» απέναντι στην ευρωπαϊκή μοναξιά του ΣΥΡΙΖΑ,
αλλά ταυτόχρονα να αμφισβητείται σχεδόν χαιρέκακα η αξιοπιστία αυτής της
πολιτικής οικογένειας. Παραδόξως, οι κεντροαριστεροί «μεταρρυθμιστές»
συναντούν εδώ όχι μόνο τους νεοφιλελεύθερους, αλλά και ορισμένους εκ των
αριστερών ριζοσπαστών εναντίον των οποίων μαίνονται.
Βέβαια, πρόβλημα αξιοπιστίας και ταυτότητας για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, υπάρχει.
Τούτο προκύπτει αβίαστα από τη δυσκολία που συναντά στην αμφισβήτηση
της συντηρητικής ηγεμονίας. Αναγνωρίζεται εξάλλου και στις έντονες
εσωτερικές διεργασίες του χώρου. Όμως στους προβληματισμούς αυτούς
κυριαρχεί η αυτοκριτική διάθεση απέναντι στην ταύτιση με την
κεντροδεξιά, με τις υπερβολές του μπλερισμού, καθώς και η προσπάθεια
επαναπροσδιορισμού προς τα «αριστερά» του προγραμματικού και ιδεολογικού
στίγματος του χώρου. Αντίθετα, στη χώρα μας, φαίνεται να επιχειρείται η
αναγέννηση της κεντροαριστεράς, με θέσεις και στάσεις που θα τρόμαζαν
ακόμη και τους πλέον φανατικούς οπαδούς του Μπλερ.
Ας συνοψίσω: Το εγχείρημα δημιουργίας μιας νέας κεντροαριστεράς που
επιχειρείται τον τελευταίο καιρό στη χώρα μας, παρουσιάζει μείζονα
προβλήματα. Απευθύνεται σε ένα μικρό υποσύνολο του δυνητικού του
ακροατηρίου, αντιπαρατιθέμενο κάθετα με τον κόσμο που θα αποτελούσε τον
κορμό μιας κεντροαριστερής πλειοψηφίας. Οικοδομείται σε αντιπαράθεση
προς την αριστερά και όχι τη δεξιά. Και διαμορφώνει μια πολιτική και
προγραμματική πλατφόρμα και μια νοοτροπία χαρακτηριστική της
κεντροδεξιάς, όχι της κεντροαριστεράς. Στην ευρύτερη κοινή γνώμη, το
εγχείρημα αυτό γίνεται αντιληπτό ως εγχείρημα στήριξης των μνημονίων και
της κυβέρνησης Σαμαρά και με ηγέτες τους πλέον ενθουσιώδεις οπαδούς των
μνημονιακών πολιτικών, πλήρως συνυπεύθυνους για την πρόσφατη
καταστροφική πορεία της χώρας και γι’ αυτό παντελώς αναξιόπιστους. Η
πιθανότητα μια τέτοια πρωτοβουλία να οδηγήσει στη δημιουργία φορέα
κεντροαριστερού, είναι, πιστεύω, μηδενική.
Προϋποθέσεις για μια πραγματική και μεγάλη κεντροαριστερά
Κατά τη γνώμη μου, σήμερα δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τη
δημιουργία ενός νέου κεντροαριστερού σχήματος, ούτε και για τη σύγκλιση
και ένωση σ’ αυτό το πλαίσιο ΔΗΜΑΡ και ΠΑΣΟΚ. Η δημιουργία τέτοιων
προϋποθέσεων δεν μπορεί παρά να αποτελεί μεσοπρόθεσμο σχέδιο, η
υλοποίηση του οποίου έπεται μιας σειράς εξελίξεων, όχι απόλυτα ορατών
σήμερα.
Δεν νομίζω πως το «υπόλοιπον» ΠΑΣΟΚ, ή τα προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ
ηγετικά στελέχη μπορούν -τουλάχιστον σ’ αυτήν τη φάση- να παίξουν πρώτο
ρόλο, για τους λόγους που εξηγήθηκαν παραπάνω. Είναι εξάλλου δύσκολο να
ηγηθούν στην προσπάθεια αυτή στελέχη που συμπεριφέρονται ως ξεπεσμένες
πριγκίπισσες, θεωρούν ότι η εξουσία τούς ανήκει δικαιωματικά και πως ο
λαός τούς χρωστάει, μεταξύ άλλων και για τα μνημόνια που υπέγραψαν και
υλοποίησαν. Δεν νομίζω επίσης πως το νέο σχήμα μπορεί να προκύψει από
πολιτική παρθενογένεση, και ασφαλώς όχι από παρέες πρώην αριστερών
διανοουμένων που σήμερα ανακαλύπτουν τον φιλελευθερισμό.
Η ΔΗΜΑΡ παραμένει ένας φορέας σχετικά άφθαρτος, που μπορεί να
διεκδικήσει το ρόλο του πρωταγωνιστή στην προσπάθεια αυτή, στο βαθμό
όμως που θα προβεί σε διορθωτικές κινήσεις σε σχέση με τη συγκυβέρνηση.
Στην αντίθετη περίπτωση, η εκλογική της βάση θα συνεχίσει να
μεταλλάσσεται, ωθώντας το κόμμα προς την κεντροδεξιά. Από την άποψη
αυτή, η απόφαση της ηγεσίας της ΔΗΜΑΡ να απαγκιστρωθεί από τη διαδικασία
ταχείας σύγκλισης με το βενιζελικό ΠΑΣΟΚ και τους μνημονιακούς
δορυφόρους και κομήτες του, αποτελεί κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση,
παρ’ όλο που (όπως το «παρόν» για το τρίτο μνημόνιο) έγινε χωρίς
διαφάνεια και άκομψα, προκαλώντας ερωτήματα ως προς τα κίνητρα, τη
σοβαρότητα και την εσωτερική λειτουργία του κόμματος. Πάντως, η
καταγγελτική συγχορδία των απανταχού «μεταρρυθμιστών», που οραματίζονται
μια ΔΗΜΑΡ «τολμηρή» στη στήριξη των μνημονίων, συνηγορεί μάλλον για το
ορθόν της κίνησης.
Προϋπόθεση κατά τη γνώμη μου για τη δημιουργία κεντροαριστερού
σχήματος, είναι η αυτονόμηση των φορέων του από τον θανάσιμο εναγκαλισμό
των μνημονίων και της ιδεολογίας που τα εμπνέει. Πολιτικά, αυτό
σημαίνει αποστασιοποίηση από τη συγκυβέρνηση Σαμαρά: αν είναι κατανοητό η
κεντροαριστερά να παρέχει ανοχή ενόσω δεν διαφαίνεται εναλλακτικό
φιλοευρωπαϊκό κυβερνητικό σχήμα, είναι εντελώς ακατανόητο να συμμετέχει
στην υλοποίηση της βάρβαρης μνημονιακής πολιτικής, ανεχόμενη συν τοις
άλλοις και τη νεοδημοκρατική παλινόρθωση στη σαμαρική εκδοχή της. Ακόμη
δε πιο απαράδεκτο είναι να εσωτερικεύει τη συμμετοχή της, μετατοπίζοντας
το ιδεολογικό της στίγμα προς τα δεξιά. Η αυτονόμηση, πολιτική και
ιδεολογική, είναι απαραίτητη και απολύτως εφικτή, μπορεί δε να γίνει και
δημιουργική αν περιλάβει και θετικές πολιτικές και προγραμματικές
προτάσεις, με σαφές και ορατό αριστερό στίγμα. Με τη διεκδίκηση της
ιδιοκτησίας μεγάλων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με προοδευτικό πρόσημο,
τόσο αναγκαίων σήμερα για τη χώρα μας.
Κρίσιμο, τέλος, στοιχείο για την πορεία προς μια μεγάλη
κεντροαριστερά, είναι ο επαναπροσδιορισμός της στάσης απέναντι στον
ΣΥΡΙΖΑ και τον κόσμο του.
Η πολιτική και ιδεολογική απόσταση μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής
κεντροαριστεράς από τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ, παραμένει ασφαλώς μεγάλη. Ο
ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να μην αποτελεί φερέγγυα κυβερνητική εναλλακτική λύση
και αξιόπιστο ευρωπαϊκό συνομιλητή. Στο ιδεολογικό του φορτίο
κυριαρχούν ακόμη οι περασμένες δεκαετίες. Και ορισμένες πλευρές της
πολιτικής του παραμένουν τυχοδιωκτικές. Δεν αποκλείεται εξάλλου ο ΣΥΡΙΖΑ
να αποτύχει να σταθεροποιηθεί ως μείζων πολιτικός φορέας, αν και δεν το
θεωρώ πολύ πιθανό.
Ωστόσο, η πολιτική των εξορκισμών και της κάθετης αντιπαράθεσης
απέναντι στο κόμμα αυτό, είναι κατά τη γνώμη μου απολύτως λαθεμένη,
ακόμη και όταν τέτοιες στάσεις παρατηρούνται και από την άλλη πλευρά. Η
αντιμετώπιση του ΣΥΡΙΖΑ αποκλειστικά ως μιας δύναμης ακινησίας,
συντηρητισμού και διάλυσης, αποτελεί χονδροειδή υπεραπλούστευση. Υποτιμά
την έκταση της φθοράς των κατεστημένων κομμάτων και τη δυναμική
ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού, ενώ κυριολεκτικά αντιστρέφει την
ιεράρχηση των ευθυνών για τη σημερινή κατάσταση και την εφεξής πορεία
της χώρας. Είναι απορίας άξιον πώς εκλεπτυσμένοι πολιτικοί και αναλυτές
με καταβολές στην ανανεωτική αριστερά, που ανδρώθηκαν μέσα σε μια
κουλτούρα που αποποιείται πρωτόλειες μορφές αντιπαραθέσεων και αναζητά
πλατειές συναινέσεις και συμμαχίες, γίνονται θιασώτες μιας σαρωτικής
αντι-ΣΥΡΙΖΑ εμπάθειας. Πολλώ μάλλον όταν, επί χρόνια και δεκαετίες,
στήριζαν ή συνέπλεαν με το «όλον ΠΑΣΟΚ».
Κατά τη γνώμη μου, η σχέση της κεντροαριστεράς με τον ΣΥΡΙΖΑ
περιλαμβάνει ασφαλώς την αντιπαλότητα, δεν μπορεί όμως να ανάγεται σ’
αυτήν. Οι δύο χώροι έχουν (ή πρέπει να έχουν) ιδεολογικοπολιτική
συγγένεια, ασφαλώς μεγαλύτερη από αυτήν της κεντροαριστεράς με τη ΝΔ. Η
κεντροαριστερά πρέπει να έχει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας και
διαλόγου, όχι μόνο με τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και με το ίδιο το
κόμμα, μεγάλο μέρος των στελεχών και διανοουμένων του οποίου μοιράζεται
πολλά με την κεντροαριστερά. Η θετική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ (πρέπει να)
ενδιαφέρει την κεντροαριστερά.
Σε τελευταία ανάλυση, το πλέον ρεαλιστικό μακροπρόθεσμο σενάριο για
μια πλειοψηφική φιλοευρωπαϊκή δημοκρατική (κεντρο)αριστερά, δεν μπορεί
παρά να περιλαμβάνει και τον χώρο ή και το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ίσως και ως
κορμό της, άσχετα αν σήμερα δεν διαφαίνεται ακόμη το πώς. Εξάλλου,
βραχυπρόθεσμα, οι φορείς της μελλοντικής νέας κεντροαριστεράς, πρέπει να
έχουν ανοικτό το ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ, να
ενδιαφέρονται για τις αναγκαίες προϋποθέσεις μιας τέτοιας συνεργασίας
και να μην αντιμετωπίζουν την προοπτική του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση ως
κατακλυσμό του Νώε.
Γενικά θέματα
Η πετρελαϊκή «μάχη» που ενώνει Τραμπ-Πούτιν και δισεκατομμυριούχους του Κόλπου
Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».
Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».
Η συμφωνία, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων της Lukoil σε διάφορες χώρες.
Σύμφωνα με τους «New York Times», στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμερικανό επενδυτή Τοντ Μπόελι, στην οποία συμμετέχουν επίσης επενδυτικοί όμιλοι από τη Μέση Ανατολή. Στην προτεινόμενη συμφωνία συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση, μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC).
Στο τραπέζι των συνομιλιών Τραμπ-Πούτιν
Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με οκτώ πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης που επικαλούνται οι «New York Times», συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία στο πλαίσιο των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Το ζήτημα της Lukoil φέρεται να τέθηκε από τον Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη συνάντησή του με τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Κρεμλίνο, στις 5 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρώσος πρόεδρος πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας ως ένδειξη ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά.
Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να απάντησαν ότι θα εργαστούν για την προώθηση της συμφωνίας, τόσο ως ένδειξη «καλής θέλησης» προς το Κρεμλίνο όσο και με στόχο τη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας.
Η ενδεχόμενη συμφωνία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον για τους υποψήφιους αγοραστές. Η έγκρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, αυξάνοντας παράλληλα την αξία τους.
Οι διασυνδέσεις των επενδυτών
Στην κορυφή της κοινοπραξίας βρίσκεται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και γνωστός υποστηρικτής του Τραμπ. Στο επενδυτικό σχήμα συμμετέχουν επίσης επιχειρηματικοί όμιλοι από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Οι «New York Times» επισημαίνουν ότι ορισμένοι από τους επενδυτές διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ.
Μεταξύ αυτών είναι οι αδελφοί Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ από το Κατάρ, οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου στην Αλβανία.
Στην κοινοπραξία συμμετέχει επίσης επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο ίδιος συνδέεται με επενδύσεις στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ.
Παράλληλα, επενδυτικό ταμείο που συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν αποτελεί σημαντικό μέτοχο της εταιρείας private equity που ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.
Τα ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων
Οι διασυνδέσεις αυτές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο προσωπικές επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να διασταυρώνονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μια συμφωνία που συνδέεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Οι «New York Times» αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ένδειξη πως ο Γουίτκοφ ή ο Κούσνερ πρόκειται να αποκομίσουν προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμφωνία. Ωστόσο, η υπόθεση έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών και προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ.
Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ανησυχητικές» και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο προσωπικά συμφέροντα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών.
Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Γουίτκοφ απέρριψε οποιοδήποτε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός διαπραγματευτής δεν λαμβάνει μισθό και καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα των ταξιδιών του στο πλαίσιο της αποστολής του για λογαριασμό του Τραμπ.
Η κούρσα για τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil
Η Lukoil είχε θέσει προς πώληση τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων. Αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και μεγάλοι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι.
Τον Ιανουάριο, η επενδυτική εταιρεία Carlyle είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.
Στη συνέχεια, ο όμιλος υπό τον Μπόελι εμφανίστηκε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές των περιουσιακών στοιχείων.
Η αξία των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil είχε υπολογιστεί από την ίδια την εταιρεία σε περίπου 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους. Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.
Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης
Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στην προτεινόμενη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation, η οποία επενδύει και παρέχει χρηματοδότηση για έργα στο εξωτερικό.
Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, να εξυπηρετήσει στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς.
Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται την έγκριση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Η ενεργειακή διάσταση
Στο υπό διαπραγμάτευση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και άλλες ενεργειακές υποδομές και πρατήρια καυσίμων σε διάφορες χώρες.
Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη Μόσχα ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Ο Ρώσος οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ έχει επίσης εμπλακεί στη διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τους «New York Times», έχει δηλώσει ότι ο διάλογος ΗΠΑ-Ρωσίας συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων και η ενέργεια.
Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει, πάντως, ανοικτή και δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αμερικανικών αρχών και της ρωσικής πλευράς.
skpress.gr
Γενικά θέματα
Πώς μια «Ελληνίδα» έγινε το «θεμέλιο» της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουγγαρίας
Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.
Πριν λίγο καιρό επισκεφθήκαμε την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, ένα από τα πλέον σημαντικά μουσεία της χώρας, στο οποίο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο η εξέλιξη της ουγγρικής εικαστικής τέχνης από τον 11ο αιώνα μέχρι σήμερα. Βρίσκεται στο Βασιλικό Ανάκτορο του Κάστρου της Βούδας και ιδρύθηκε το 1957 με βάση κυρίως τις ουγγρικές συλλογές του Μουσείου Καλών Τεχνών. Η συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 110.00 έργα.
Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.
Το έργο του με τίτλο «Ελληνίδα», φιλοτεχνημένο το 1845, θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία της συλλογής της Ουγγρικής Εθνικής Πινακοθήκης. Είναι το πρώτο έργο που σηματοδότησε την έναρξη της συστηματικής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής στα εθνικά ιδρύματα. Είναι επίσης το πιο γνωστό και εμβληματικό έργο του ζωγράφου.
Οι διαστάσεις του είναι 77Χ61,5 cm περίπου. Το μοντέλο δεν είναι Ελληνίδα, αλλά η σύζυγος του Marastoni, η Giovanna Bianchi, με καταγωγή από τη Βενετία. Ο ζωγράφος την απεικόνισε με παραδοσιακή (ή φανταστική) ελληνική φορεσιά της εποχής, σύμφωνα με τη μόδα του ρομαντισμού. Η εικόνα συνδυάζει εξωτισμό, ελαφρύ ερωτισμό και ιδανική ομορφιά.
Η ιστορία
Το 1845 η Pest Art Society — η πρώτη καλλιτεχνική εταιρεία στην Ουγγαρία — αγόραζε κάθε χρόνο ένα έργο από την ετήσια έκθεσή της για να το δωρίσει στο Ουγγρικό Εθνικό Μουσείο, το οποίο τότε περιλάμβανε και την πινακοθήκη.
Η «Ελληνίδα» του Marastoni ήταν αυτό που επέλεξαν και δώρισαν τον Νοέμβριο του 1845. Έτσι, καταγράφηκε ως το πρώτο έργο στη συλλογή ζωγραφικής του μουσείου. Το Εθνικό Μουσείο είχε ήδη κάποιες δωρεές, αλλά η συστηματική συλλογή ουγγρικής τέχνης ξεκινάει ουσιαστικά με αυτό το έργο. Η Εθνική Πινακοθήκη κληρονόμησε αυτή τη συλλογή από το Εθνικό Μουσείο.
Η επιλογή του προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αποτέλεσε το «πρώτο καλλιτεχνικό σκάνδαλο» της εποχής, λόγω του ερωτισμού που απέπνεε το μοντέλο. Ωστόσο ο πίνακας αυτός ήταν και ιδιαίτερα δημοφιλής, κάτι που ενίσχυσε την εθνική συζήτηση για την τέχνη.
Σήμερα, το έργο παραμένει εμβληματικό και εκτίθεται συχνά ως αφετηρία της συλλογής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Πινακοθήκη. Συμβολίζει το πώς η ουγγρική τέχνη χτίστηκε με συνεισφορές από ξένους καλλιτέχνες που ενσωματώθηκαν στη χώρα, όπως ο Marastoni.
Η δημιουργία της Πινακοθήκης
Αν κάνετε περίπατο στην οδό Deák Ferenc στο κέντρο της πόλης ίσως αξίζει κάποιες φορές να σηκώσετε το βλέμμα πάνω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Το βλέμμα σας θα συναντήσει όχι μόνο κλασικές προσόψεις, αλλά και αναμνηστικές πλάκες, όπως για παράδειγμα εκείνη στον αριθμό 21, όπου αναγράφεται: «Η Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής – ιδρυθείσα από τον Jakab Marastoni».
Η Πέστη του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά πολυπολιτισμική πόλη. Γερμανοί, Ούγγροι, Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες ζούσαν εδώ δίπλα-δίπλα ειρηνικά. Ο καθένας καλλιεργούσε τον δικό του πολιτισμό, αλλά ένα πράγμα τους ένωνε: όλοι ήθελαν να είναι και Ούγγροι και επιδίωκαν να υπηρετήσουν τον ουγγρικό πολιτισμό με τις δραστηριότητές τους.
Εκείνη την εποχή ο Marastoni υπέβαλε την αίτησή του για την ακαδημία ζωγραφικής στο Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, όταν ιδρύθηκε εντός του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου ο Σύλλογος Εθνικής Πινακοθήκης, ένα «τμήμα που συνέλεγε αποκλειστικά ουγγρική ζωγραφική».
Όλα αυτά συνέβησαν το 1845 και αυτή η μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα μπορεί να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εκείνη τη χρονιά το Εθνικό Μουσείο ήθελε να τιμήσει δεόντως την πεντηκοστή επέτειο της ανάληψης καθηκόντων του αρχιδούκα Ιωσήφ της Αυστρίας.
Ο σύλλογος που έφερε το όνομα του αρχιδούκα εγκρίθηκε τελικά από το Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών τον Σεπτέμβριο του 1845. Η Εθνική Πινακοθήκη του αρχιδούκα Ιωσήφ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως το πρώτο εθνικό ίδρυμα που συνέλεγε ουγγρικούς πίνακες.
Η πινακοθήκη δέχθηκε δωρεές έργων τόσο από συλλόγους, όσο και από ιδιώτες, και ανάμεσά τους το σημαντικότερο ήταν το έργο του Jakab Marastoni «H Ελληνίδα», το οποίο δωρήθηκε στην πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1845 από την Καλλιτεχνική Εταιρεία της Πέστης. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορία της μουσειακής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής ξεκίνησε με την «Ελληνίδα».
Αλλά γιατί μια Ελληνίδα; Το σύγχρονο (όχι αρχαίο) ελληνικό θέμα εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ζωγραφική με την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δεκαετία του 1820. Φυσικά, οι συμπάθειες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού προς τους Έλληνες άσκησαν επιρροή και στην ουγγρική τέχνη.
Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Ελληνίδες, αποτελούσαν συχνά θέμα στην ουγγρική ζωγραφική του 19ου αιώνα, και κατά μία έννοια η «Ελληνίδα» κατέληξε να αντιπροσωπεύει ένα εξωτικό θέμα αρωματισμένο με ερωτισμό.
Και αν σήμερα βρίσκουμε την «Ελληνίδα» να αποκαλύπτει ανοιχτά την ομορφιά και τη γοητεία της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για θέμα μόδας. Και όσο κι αν μας γνέφει σαγηνευτικά αυτή η όμορφη γυναίκα, με την ιστορική έννοια το έργο αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα της ουγγρικής μουσειολογίας.
Ο ζωγράφος
Ο Jakab Marastoni (Giacomo Marastoni) γεννήθηκε το 1804 στη Βενετία και σπούδασε στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών.
Ταξίδεψε στη Βιέννη στις αρχές της δεκαετίας του 1830, πέρασε από τη σημερινή Μπρατισλάβα το 1833 και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πέστη το 1836. Έγινε περιζήτητος πορτρετίστας μεταξύ αριστοκρατικών και αστικών οικογενειών, αλλά και κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων.
Το 1846 ίδρυσε την Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής στην Πέστη – την πρώτη ιδιωτική σχολή αποκλειστικά για ζωγραφική στην Ουγγαρία. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται σημαντικοί Ούγγροι καλλιτέχνες όπως ο Károly Lotz, ο Mihály Zichy, ο Soma Orlai Petrich κ.ά. Το 1846 έγινε Επίτιμος Πολίτης της Πέστης.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την δαγκεροτυπία ήταν ο πρώτος επαγγελματίας αυτής της τεχνικής στην Ουγγαρία. Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική και η σχολή του έκλεισε λίγο μετά.
tovima.gr
Γενικά θέματα
Ούμαρ Κρέμλεφ: Ο άνθρωπος του Πούτιν που «εισέβαλε» στον αμερικανικό αθλητισμό
Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο
Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο.
Όταν «πάτησε» τα 28 κι έχοντας, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, καταδίκες για εκβιασμό και ξυλοδαρμό, είδε τις φιλοδοξίες του για καριέρα στην πυγμαχία να σβήνουν εξαιτίας της έλλειψης πειθαρχίας και θέλησε να κάνει μια νέα αρχή για να ανεβεί τα σκαλοπάτια της ρωσικής κοινωνίας.
Ο 43χρονος μεγάλωσε στο Σερπούχοφ, μια πόλη περίπου 120.000 κατοίκων, 60 μίλια νότια της Μόσχας και 5.729 μίλια ανατολικά του Little Pipe Cay, του νησιού στις Μπαχάμες που νοίκιασε για τον γιο του Αμερικανού προέδρου. Γεννημένος από μητέρα Τατζίκα σε μουσουλμανική οικογένεια, «παντρεύτηκε» αρχή τον ρόλο του αουτσάιντερ.
Σύμφωνα με το ρωσικό ερευνητικό μέσο Proekt, καταδικάστηκε για εκβιασμό το 2004 και για ξυλοδαρμό το 2007, αν και οι ακριβείς συνθήκες των υποθέσεων παραμένουν ασαφείς. Ο ίδιος δεν έχει αρνηθεί τις καταδίκες.
Οι Night Wolves εμφανίστηκαν την περίοδο της Περεστρόικα, της οικονομικής αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1980, ως μια ομάδα μοτοσικλετιστών και φίλων της ροκ μουσικής. Επικεφαλής τους ήταν ο Αλεξάντερ Ζαλντοστάνοφ, γνωστός ως «Χειρουργός», στενός φίλος του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Μέσα σε αυτόν τον ετερόκλητο κόσμο που ο Κρεμλέφ άρχισε να καλλιεργεί τις σχέσεις που θα τον μετέτρεπαν από πυγμάχο σε ισχυρό παράγοντα της ρωσικής κοινωνίας. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν με τον Αλεξέι Ρουμπέζνι, υποστράτηγο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας (FSO) ψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων, με τον οποίο έγιναν αχώριστοι.
Το 2016, ο Ρουμπέζνι ήταν πλέον επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασφαλείας του Προέδρου και ο Κρεμλέφ είχε αποκτήσει, με αυτό τον τρόπο, πρόσβαση στον Πούτιν. Έκτοτε, η καριέρα του απογειώθηκε.
Ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία και το 2017 ανέλαβε την ηγεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας. Όμως η ορεξη του Κρεμλέφ είχε ανοίξει και δεν χόρταινε. Η Association Internationale de Boxe Amateur (AIBA – Διεθνής Ομοσπονδία Ερασιτεχνικής Πυγμαχίας) βρισκόταν τότε σε βαθιά κρίση, αντιμέτωπη με καταγγελίες διαφθοράς που οδήγησαν το 2019 στην αρχική αναστολή της από τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως φορέα που είχε την ευθύνη της ολυμπιακής πυγμαχίας.
Ο Κρεμλέφ υποσχέθηκε σαρωτικές μεταρρυθμίσεις και την εξόφληση χρέους που υπολογιζόταν στα 16 εκατ. δολάρια, με στόχο ο οργανισμός να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας. Έτσι, το 2020 κέρδισε με άνεση την ψηφοφορία για την προεδρία, ενώ το γεγονός ότι μιλούσε από ελάχιστα έως καθόλου αγγλικά δεν αποτέλεσε εμπόδιο. Και όπως έκανε με τον ίδιο του τον εαυτό, και σε αυτή την περίπτωση έκανε το restart με τον ίδιο τρόπο: άλλαξε το όνομα του οργανισμού σε International Boxing Association (IBA).
Ακολούθησε συνεργασία της IBA με την Gazprom, τον ρωσικό κρατικό ενεργειακό κολοσσό, με συνέπεια το χρέος να μηδενιστεί και τα χρηματικά έπαθλα να αυξηθούν. «Γιατί να μην μπορούν οι ερασιτέχνες πυγμάχοι να πληρώνουν τα στεγαστικά τους δάνεια και να στηρίζουν τις οικογένειές τους;» είχε δηλώσει τότε ο Κρεμλέφ.
Το 2022, η IBA ήρε περιορισμούς που είχαν επιβληθεί νωρίτερα την ίδια χρονιά και επέτρεψε σε Ρώσους και Λευκορώσους πυγμάχους να αγωνίζονται με τις εθνικές σημαίες και τους ύμνους τους, ενώ απέκλεισε από τις τάξεις της την Ουκρανική Ομοσπονδία Πυγμαχίας. Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ψήφισε – με αφορμή τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία – υπέρ της αφαίρεσης από την IBA της ιδιότητας της παγκόσμιας ομοσπονδίας του αθλήματος.
Ο Κρεμλέφ γίνεται ο «σκιώδης δήμαρχος»
Ωστόσο, δεν ήταν μόνο οι πυγμάχοι του Κρεμλέφ που πληρώνονταν καλά. Το 2019, μια εταιρεία του απέκτησε το δικαίωμα να γίνει ο μοναδικός διαχειριστής της εθνικής λοταρίας της Ρωσίας. Σε ένα μοτίβο που θα επαναλαμβανόταν αρκετές φορές, η λοταρία έγινε σύντομα χορηγός της IBA.
Τα επόμενα χρόνια, ο Κρεμλέφ απέκτησε μερίδια σε τρεις από τις μεγαλύτερες στοιχηματικές εταιρείες της Ρωσίας, τις Fonbet, Liga Stavok και Pari. Ρωσικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναφέρει ότι οι συμφωνίες αυτές είχαν την υποστήριξη του Αντρέι Κόστιν, του υπό κυρώσεις χρηματοδότη και προέδρου της συνδεδεμένης με το Κρεμλίνο τράπεζας VTB, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί «τραπεζίτης-κουμπαράς του Πούτιν».
Οι εταιρείες αυτές φαίνεται ότι είχαν συνολικά έσοδα περίπου 625 δισ. ρούβλια (5,5 δισ. λίρες) το 2023, ενώ η Liga Stavok αποτελεί πλέον βασικό εταίρο της IBA.
Ο Κρεμλέφ είχε επίσης αποκτήσει σταδιακά τον έλεγχο της Tsupis, μιας εταιρείας πληρωμών που συνδέει τους παίκτες με τις στοιχηματικές εταιρείες και εισπράττει προμήθεια από κάθε ποντάρισμα. Το 2021, ο Πούτιν εξέδωσε διάταγμα κατά της απάτης, το οποίο παραχώρησε στην Tsupis μονοπώλιο σε αυτή την εξαιρετικά επικερδή δραστηριότητα. Την ίδια περίοδο, οι φορείς που ρύθμιζαν την αγορά στοιχημάτων πέρασαν επίσης υπό τον έλεγχο του Κρεμλέφ και ενοποιήθηκαν σε έναν κοινό εποπτικό οργανισμό, με αρκετά μέλη του διοικητικού συμβουλίου να προέρχονται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, από το δίκτυό του στον χώρο της πυγμαχίας.
Στη γενέτειρά του, το Σερπούχοφ, καθώς εξελισσόταν σε ολιγάρχη, ο Κρεμλέφ απέκτησε το προσωνύμιο «σκιώδης δήμαρχος», έχοντας συγκεντρώσει ένα εντυπωσιακό χαρτοφυλάκιο ακινήτων. Κάποια από αυτά φέρεται να περιήλθαν στην κατοχή του μετά την αναδιανομή περιουσιακών στοιχείων του φυλακισμένου πρώην δημάρχου Αλεξάντερ Σεστούν.
Πηγές αναφέρουν ότι απέκτησε γεωργικές εκτάσεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ένα λιμάνι, ένα εμπορικό κέντρο και ένα ξενοδοχείο, ενώ το 2024, ο Κρεμλέφ φέρεται να επωφελήθηκε και από απαλλοτρίωση. Τον Φεβρουάριο, το Κρεμλίνο κατέσχεσε τη Rolf, τη μεγαλύτερη αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της Ρωσίας, από τον Σεργκέι Πετρόφ, τον εξόριστο ιδιοκτήτη της και πρώην βουλευτή της αντιπολίτευσης και μέχρι τον Σεπτέμβριο, η εταιρεία είχε περάσει στον Κρεμλέφ μέσω συμφωνίας ύψους 35 δισ. ρουβλίων.
Σε ανακοίνωσή της, η Rolf παρουσίασε τον Κρεμλέφ ως νέο ιδιοκτήτη της, χαρακτηρίζοντάς τον «στρατηγικό επενδυτή, ο οποίος θα επιτρέψει στην εταιρεία να διατηρήσει τη μοναδική εταιρική κουλτούρα της και να διευρύνει το φάσμα των δραστηριοτήτων της, με έμφαση στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και την προσέλκυση νέων συνεργατών και πελατών».
Ένας από αυτούς τους νέους συνεργάτες, σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιεύματα του Proekt, ήταν η IBA.
Η πίστη στον Πούτιν
Έχοντας συγκεντρώσει προσωπική περιουσία που υπολογίζεται έως και σε 300 εκατ. λίρες και αναλαμβάνοντας παράλληλα και άλλα αξιώματα – μεταξύ αυτών την προεδρία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ταβλιού – ο Κρεμλέφ δεν έκρυβε ποτέ τις πολιτικές του συμπάθειες.
«Χάρη σε έναν άνθρωπο, σήμερα υπάρχουν πραγματικά κάθε είδους ευκαιρίες να κερδίσεις χρήματα και να επιδιώξεις περισσότερα», είχε δηλώσει σε βιντεοσκοπημένη συνέντευξη το 2024, την οποία εντόπισε ο Guardian. «Αυτός ο άνθρωπος, φυσικά, είναι ο πρόεδρός μας, Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν».
Λίγους μήνες αργότερα, η Ουκρανία του επέβαλε κυρώσεις, χωρίς να βρίσκεται, ωστόσο, υπό κυρώσεις από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τον Απρίλιο, ο Πούτιν απένειμε στον Κρεμλέφ το Παράσημο της Φιλίας, ενώ λίγες ημέρες πριν από τον γάμο του Τραμπ Τζούνιορ, ο Κρεμλέφ συνόδευσε τον Ρώσο πρόεδρο σε επίσκεψη στην Κίνα, επιμένοντας πάντως ότι δεν βρισκόταν εκεί με επίσημη ιδιότητα.
Τα οφέλη για την οικογένειά του
Όπως συμβαίνει συχνά με τις οικογένειες ισχυρών και εύπορων πατριαρχών, και οι συγγενείς του Κρεμλέφ φαίνεται ότι επωφελήθηκαν από την άνοδό του. Το 2024, η ρωσική Novaya Gazeta ανέφερε ότι είχε παραχωρήσει στην τότε 21χρονη σύζυγό του, Αναστάσια Λεστσίνσκαγια, ένα κουρείο και ένα καφέ στο Σερπούχοφ, καθώς και πολυτελή αυτοκίνητα. Μάλιστα, αψηφώντας πλήρως τους νόμους, οι Porsche, Lamborghini και Aston Martin που φέρεται να της ανήκαν έχουν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συγκεντρώσει περίπου 50 κλήσεις από την τροχαία της περιφέρειας της Μόσχας.
Η Λεστσίνσκαγια ήταν γνωστή δημιουργός στο TikTok και το ένα από τα δύο μέλη του διδύμου «twinsrussian».
Ωστόσο, η δίδυμη αδελφή της είναι εκείνη που έχει προσελκύσει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η Εκατερίνα Λεστσίνσκαγια διευθύνει τη φιλοπουτινική οργάνωση Healthy Fatherland, ένα αθλητικό και πατριωτικό κίνημα στο οποίο το Κίεβο έχει επιβάλει κυρώσεις για τον φερόμενο ρόλο του στην απαγωγή, την απέλαση και την αναγκαστική μεταφορά παιδιών από την Ουκρανία. Η ίδια έχει επίσης συναντηθεί επανειλημμένα με τον Ρώσο πρόεδρο.
Και φαίνεται πως αυτή ακριβώς η σύνδεση του Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ ήταν που ώθησε τη Μελάνια Τραμπ – η οποία έχει μεσολαβήσει σε συμφωνίες με Ρώσους αξιωματούχους για την επιστροφή Ουκρανών παιδιών – να πάρει αποστάσεις από τον γάμο του θετού γιου της, με εκπρόσωπό της να δηλώνει: «Η κυρία Τραμπ δεν έχει και δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τον κ. Κρεμλέφ».
Ασαφής ο τρόπος σύνδεσης του Τραμπ Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ
Ο Τραμπ Τζούνιορ, όμως, έχει. Το πώς ακριβώς ο γιος του Αμερικανού προέδρου μπήκε στον κύκλο του Κρεμλέφ παραμένει ασαφές. Εκπρόσωπος του γιου του Αμερικανού προέδρου δήλωσε ότι οι δύο άνδρες, αμφότεροι λάτρεις του κυνηγιού, γνωρίστηκαν μέσω κοινού φίλου και «δέθηκαν χάρη στην αγάπη τους για την πυγμαχία και τις δραστηριότητες στη φύση».
Επιπλέον, ο Τραμπ Τζούνιορ είχε επαφή με την πυγμαχία από μικρή ηλικία, λόγω της δραστηριότητας του πατέρα του ως διοργανωτή αγώνων. Στα δέκα του χρόνια είχε παρακολουθήσει από κοντά τον Μάικ Τάισον να διαλύει τον Μάικλ Σπινκς μέσα σε μόλις 91 δευτερόλεπτα στο Trump Plaza Hotel του Ατλάντικ Σίτι.
Ο κοινός φίλος μέσω του οποίου γνωρίστηκαν δεν έχει κατονομαστεί, ωστόσο αμφότεροι διατηρούν στενές σχέσεις με έναν Τούρκο επιχειρηματία, τον Κάαν Καρακάγια. Ο Καρακάγια φέρεται, μάίστα, να ήταν παρών σε ένα αμφιλεγόμενο κυνηγετικό ταξίδι στη Μογγολία το 2019, κατά το οποίο ο Τραμπ Τζούνιορ πυροβόλησε και σκότωσε ένα απειλούμενο πρόβατο.
Τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, σε εκδήλωση της IBA στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία παρευρέθηκε και ο Μάνι Πακιάο, παγκόσμιος πρωταθλητής σε οκτώ διαφορετικές κατηγορίες βάρους, ο Κρεμλέφ ανακοίνωσε τον διορισμό του Καρακάγια ως εκπροσώπου της οργάνωσης στην Τουρκία.
«Ο Κάαν υπήρξε μια γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, ένας φίλος που φέρνει τους ανθρώπους κοντά», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ.
«Ηγέτης και φίλος»
Ο Τραμπ Τζούνιορ παρευρέθηκε στην ίδια εκδήλωση της IBA και κάθισε δίπλα στον Κρεμλέφ πάνω στη σκηνή. Οι δύο άνδρες φαίνεται ότι διατηρούσαν ήδη τότε φιλική σχέση, παρά τα περιορισμένα αγγλικά του Ρώσου, ενώ ο Κρεμλέφ, σε μια ιδιαίτερα θερμή αναφορά, δήλωσε ότι ήταν «υπερήφανος που βρίσκεται εδώ με τον φίλο μου» και υποσχέθηκε ότι εκείνος και ο Τραμπ Τζούνιορ θα «προστατεύσουν τη διαφάνεια στην πυγμαχία και θα ανοίξουν τον δρόμο για την επόμενη γενιά».
Από την πλευρά του, ο Τραμπ Τζούνιορ επαίνεσε τον 43χρονο για το γεγονός ότι «επανέφερε την καθαρότητα της πυγμαχίας» και «αποκατέστησε την πραγματική δικαιοσύνη» στο άθλημα – μια αναφορά, όπως φαίνεται, στην πολιτική της IBA να μην επιτρέπει σε βιολογικούς άνδρες να αγωνίζονται στη γυναικεία πυγμαχία. «Είμαι υπερήφανος που αποκαλώ τον Ούμαρ όχι μόνο ηγέτη αλλά και φίλο», είχε δηλώσει, σύμφωνα με δελτίο Τύπου της IBA που είχε τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Ούμαρ Κρεμλέφ και Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ ενώνουν τις δυνάμεις τους».
Η θέση του για την πυγμάχο Ιμάν Κελίφ
Η IBA βρέθηκε ακόμη περισσότερο στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού το 2024, γεγονός που δημιούργησε μια ευκαιρία την οποία ο Κρεμλέφ μπορούσε να αξιοποιήσει.
Στους Αγώνες, η ΔΟΕ χρησιμοποίησε δική της μονάδα πυγμαχίας για τη διοργάνωση του τουρνουά, καθώς η IBA είχε ήδη αποβληθεί. Η διοργάνωση, ωστόσο, βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης όταν επετράπη στην Αλγερινή πυγμάχος Ιμάν Κελίφ να αγωνιστεί στην κατηγορία των 66 κιλών γυναικών, μολονότι είχε αποκλειστεί από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της προηγούμενης χρονιάς επειδή δεν είχε περάσει εξετάσεις επαλήθευσης φύλου.
Κι ενώ η IBA του Κρεμλέφ είχε αποκλείσει την Κελίφ από τις διοργανώσεις της, η ΔΟΕ της επέτρεψε να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες με βάση το γεγονός ότι στο διαβατήριό της αναγράφεται ως γυναίκα. Ακολούθησε διεθνής αντιπαράθεση, με την Κελίφ να κερδίζει ομόφωνα όλους τους αγώνες της και να κατακτά τελικά το χρυσό μετάλλιο.
«Είναι ξεκάθαρα καθορισμένο: ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες, ο ανδρικός αθλητισμός για άνδρες. Ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ στο TalkSPORT, μεταφέροντας, μάλιστα, το μήνυμα αυτό στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, στέλνοντας ανοιχτή επιστολή 1.100 λέξεων στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε πρόσφατα υπογράψει εκτελεστικό διάταγμα που απαγόρευε στις τρανς γυναίκες να αγωνίζονται στις γυναικείες κατηγορίες αθλημάτων.
Στην επιστολή, ο Κρεμλέφ έγραφε: «Είναι ζωτικής σημασίας όλοι οι αθλητές να αγωνίζονται επί ίσοις όροις και η θέση σας στο ζήτημα αποτελεί σημαντικό βήμα προς την επίτευξη αυτού του στόχου», ενώ επιτέθηκε και στη ΔΟΕ, λέγοντας: «Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή και η σημερινή ηγεσία της έχουν, δυστυχώς, οδηγήσει το Ολυμπιακό Κίνημα σε παρακμή με τις κοντόφθαλμες ενέργειές τους και την κακή διοίκηση».
Ο Κρεμλέφ έριξε επίσης στον Αμερικανό πρόεδρο άλλο ένα «τυράκι». «Το τελευταίο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Πυγμαχίας της IBA στις Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιήθηκε το 2007 στο Σικάγο. Ενδιαφερόμαστε πολύ να επαναφέρουμε τη διοργάνωση στη χώρα σας και είμαστε περισσότερο από έτοιμοι να συνεργαστούμε προς αυτή την κατεύθυνση» έγραψε, ενώ έκλεισε την επιστολή του παραλλάσσοντας δύο από τις αγαπημένες φράσεις του Τραμπ: «Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτά τα σημαντικά ζητήματα. Προσβλέπουμε με μεγάλη αισιοδοξία στην πιθανότητα να συνεργαστούμε για να κάνουμε ξανά σπουδαίο το Ολυμπιακό Κίνημα, να προωθήσουμε το άθλημα της πυγμαχίας και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των αθλητών σε ολόκληρο τον κόσμο».
Η αντιπαράθεση με τους Σαουδάραβες
Το 2025, η IBA ανέβασε ακόμη περισσότερο στροφές. Σύμφωνα με πληροφορίες της Telegraph, στην Κωνσταντινούπολη η ομάδα του Κρεμλέφ προσέφερε στον γνωστό Βρετανό πυγμάχο Τάισον Φιούρι αμοιβή 50 εκατ. λιρών προκειμένου να αγωνιστεί σε μία από τις διοργανώσεις της IBA. Ο Φιούρι, ωστόσο, επέλεξε να υπογράψει συμφωνία τριών αγώνων με τον Τούρκι Αλ-Σέιχ, αξιωματούχο της κυβέρνησης της Σαουδικής Αραβίας.
Ο Κρεμλέφ αποτελεί, ουσιαστικά, τον ισχυρότερο promoter του αθλήματος στην Ανατολική Ευρώπη, αποτελώντας άμεση πρόκληση για την επιρροή του Αλ-Σέιχ και των Σαουδαράβων στην πυγμαχία και για τον έλεγχό τους σε ορισμένους από τους σημαντικότερους αγώνες του αθλήματος.
Άνθρωποι από τον χώρο της πυγμαχίας περιγράφουν τον Κρεμλέφ ως «μια χαρισματική προσωπικότητα που εμφανίζεται σε εκδηλώσεις και διοργανώσεις περιστοιχισμένος από μια πολυάριθμη ομάδα συνεργατών, σχεδόν σαν αρχηγός κράτους». Οι ομιλίες του είναι συχνά φορτισμένες συναισθηματικά και δυναμικές, με επαναλαμβανόμενες αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η πυγμαχία μπορεί να αλλάξει τις ζωές των νέων ανθρώπων.
«Συχνά δεν έχει ιδιαίτερη έκφραση στο πρόσωπό του, κι όμως αποπνέει μια ευγένεια και μια ταπεινότητα», δήλωσε άνθρωπος του χώρου.
Το περασμένο καλοκαίρι, η IBA λάνσαρε και δικό της πρωτάθλημα πυγμαχίας χωρίς γάντια. Οι πρώτοι αγώνες πραγματοποιήθηκαν στη Μόσχα, όμως ήταν το ντεμπούτο στις ΗΠΑ, στο Μαϊάμι, το φετινό καλοκαίρι που τράβηξε την προσοχή.
Συμπαρουσιαστής της εκδήλωσης ήταν ο Άντριου Τέιτ, ο Βρετανός πρώην kickboxer και αυτοαποκαλούμενος μισογύνης, ο οποίος δεν ανέβηκε ποτέ στη σκηνή, καθώς συνελήφθη έξω από τον χώρο της διοργάνωσης. Ο Τέιτ και ο αδελφός του, Τρίσταν, βρίσκονται αντιμέτωποι με έκδοση στη Βρετανία, όπου αντιμετωπίζουν συνολικά 59 κατηγορίες, μεταξύ των οποίων βιασμό, αδικήματα που συνδέονται με εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και άσεμνες εικόνες παιδιού. Και οι δύο αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία.
Γλυκάθηκε με το Παγκόσμιο Κύπελλο και το UFC Freedom στον Λευκό Οίκο
Ωστόσο, δύο άλλες διοργανώσεις του καλοκαιριού φαίνεται ότι ενέπνευσαν περισσότερο τον Κρεμλέφ: το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA υπό τον Τζάνι Ινφαντίνο και το UFC Freedom 250 του Ντέινα Γουάιτ, που φιλοξενήθηκε σε κήπο του Λευκού Οίκου.
«Ο Κρεμλέφ είδε πώς ο Ντέινα και ο Ινφαντίνο κατάφεραν να πάρουν αυτό που ήθελαν», δήλωσε παράγοντας του αθλητισμού. «Θέλει κι αυτός ένα κομμάτι από αυτή την πίτα».
«Και το να έχεις πρόσβαση στον Ντον Τζούνιορ είναι μια καλή αρχή», πρόσθεσε η ίδια πηγή.
Μάλλον πέρασε τα όρια και το «πληρώνει»
Στην προσπάθειά του, όμως, να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στον παγκόσμιο αθλητισμό, ο Κρεμλέφ ίσως να πέρασε τα όρια. Η Ομοσπονδπια της οποίας ηγείται, απέχει πολύ από το να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας, καθώς τι χάσμα με τη ΔΟΕ δεν γεφυρώνεται, και η ζημιά που προκάλεσε το «εξαιρετικά γενναιόδωρο γαμήλιο δώρο» του – όπως το χαρακτήρισαν ο κύριος και η κυρία Τραμπ Τζούνιορ – φαίνεται ότι βαρύνει κυρίως τον ίδιο.
Παρότι στο νησί στις Μπαχάμες βρίσκονταν μόλις περίπου 50 άνθρωποι, ο Κρεμλέφ είχε φτάσει συνοδευόμενος από μεγάλη ομάδα Ρώσων, οι οποίοι απομονώνονταν από τους υπόλοιπους και μιλούσαν μεταξύ τους, σύμφωνα με το ProPublica. Η παρουσία και η συμπεριφορά τους είχε προκαλέσει, μάλιστα, απορίες στους άλλους καλεσμένους.
Και ύστερα τραβήχτηκε μια ομαδική φωτογραφία, όπου το ξυρισμένο κεφάλι του Κρεμλέφ διακρίνεται μισοκρυμμένο στο πίσω μέρος, ενώ στο κέντρο βρίσκονται η Ιβάνκα Τραμπ, ο Τζάρεντ Κούσνερ, η Τίφανι Τραμπ και άλλοι.
«Τι σκεφτόταν;» σχολίασε στην Telegraph πρόσωπο από κύκλους Ρώσων ολιγαρχών. «Είναι ένας μπράβος που κατάφερε να βρεθεί στη σωστή πλευρά του προέδρου και ενθουσιάστηκε υπερβολικά».
Πρώτα ήταν η Μελάνια Τραμπ που πήρε αποστάσεις. Στη συνέχεια, εκπρόσωπος του Έρικ Τραμπ, αδελφού του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, δήλωσε για τον Κρεμλέφ: «Ο Έρικ δεν έχει απολύτως καμία ιδέα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και δεν έχει ακούσει ποτέ το όνομά του». Και μετά ήρθε το τελειωτικό χτύπημα από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ: «Δεν έχω ιδέα ποιος είναι ο Ούμαρ. Δεν τον έχω ξανακούσει ποτέ».
protothema.gr
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
