Διεθνή
Μια δεκαετία στρατηγικές αμαρτίες, ο πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία, άστοχο επιχείρημα για την επέμβαση στο Μάλι
[Παπακριβόπουλος Βασίλης (μτφ)]
Ο πόλεμος που κήρυξε το Παρίσι στο Μάλι, στις 11
Ιανουαρίου του 2013, χαίρει διεθνούς στήριξης, παρά τους θολούς στόχους
του.
« Η διάλυση των τρομοκρατών », όπως πρότεινε ο πρόεδρος Φρανσουά
Ολάντ ; Η σταθεροποίηση της κατάστασης ; Η επανακατάκτηση του βορρά της
χώρας ; Όπως οι ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, και χωρίς στρατηγικό όραμα, η Γαλλία
διακινδυνεύει να μπλεχτεί σε απέραντες ερημικές περιοχές που ευνοούν
τον ανταρτοπόλεμο.
Όταν οι ιστορικοί του μέλλοντος
καταπιαστούν με τις γαλλικές στρατιωτικές επιχειρήσεις των αρχών του
21ου αιώνα, υπάρχει το ενδεχόμενο να τις χαρακτηρίσουν « στρατηγικούς
λόξιγκες », δεδομένου ότι στο σύνολο των κινήσεων της τελευταίας
δεκαετίας φαίνεται να κυριαρχούν αντίθετες τάσεις. Για να ολοκληρωθεί η
περιγραφή της εκστρατείας στο Μάλι, με την οποία καταπιάνεται τις
τελευταίες ημέρες ένα πλήθος γεμάτων ενθουσιασμό σχολιαστών, θα πρέπει
προηγουμένως να την εντάξουμε μέσα στον χρόνο, ανατρέχοντας στο 2001,
στο Αφγανιστάν. Την επομένη του χτυπήματος ενάντια στους δίδυμους
πύργους του World Trade Center, η Γαλλία αποφασίζει να υποστηρίξει τις
επιχειρήσεις-αστραπή που έχουν ως στόχο την πτώση του καθεστώτος των
Ταλιμπάν. Ωστόσο, καθώς η περιοχή την αφορά ελάχιστα και η κατάληψη της
Καμπούλ από τους φιλοδυτικούς πολέμαρχους δεν συνεπάγεται καμία βελτίωση
στο χάος που επικρατεί στο Αφγανιστάν, αποφεύγει -σε πρώτη φάση
τουλάχιστον- να εμπλέξει και να ακινητοποιήσει σημαντικές στρατιωτικές
δυνάμεις στην περιοχή.
πρόεδρος (ο γκολικός Ζακ Σιράκ) στέλνει τη δύναμη Licorne (Μονόκερως) να
παρεμβληθεί –επιτυχώς- ανάμεσα στις εμπόλεμες δυνάμεις στην πρώην
« βιτρίνα της γαλλόφωνης Αφρικής ». Αρκετές χιλιάδες Γάλλων στρατιωτών
αναπτύσσονται στο έδαφος της χώρας και ενεργούν για την αποτροπή ενός
γενικευμένου εμφυλίου πολέμου σε μια ζώνη που έχει εξαιρετική σημασία
για τα γαλλικά συμφέροντα.
κάποιους δισταγμούς, το Παρίσι αρνείται να συμμετάσχει στον
νεοσυντηρητικό τυχοδιωκτισμό, τονίζοντας στην Ουάσιγκτον την απειλή που
θα δημιουργήσει το χάος που δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι θα
προκληθεί στην περιοχή, αλλά και τον κίνδυνο ενός ρήγματος ανάμεσα στις
αυτοαποκαλούμενες « ηθικές δυνάμεις » και σε έναν αραβικό κόσμο στον
οποίο κυριαρχεί έντονος εκνευρισμός που προκαλείται από τα πολιτικά
προβλήματα και από την κρίση ταυτότητας.
πρόεδρος είναι πλέον ο φιλοατλαντιστής Νικολά Σαρκοζί) : η Γαλλία, η
οποία έως τώρα είχε αρκεστεί σε μια « χαλαρή εμπλοκή », αφήνεται να
παρασυρθεί σε μια μακρά και δίχως τέλος επιχείρηση εκδημοκρατισμού και
εξουδετέρωσης των εξεγερμένων, φορτωμένη με ανέφικτους ηθικούς στόχους
και καταδικασμένη σε αποτυχία, παρά τον επαγγελματισμό και την αφοσίωση
των μονάδων που ενεπλάκησαν σε αυτήν την αποστολή.
μείγμα ρητορικής και αδιαμφισβήτητης στρατιωτικής αποτελεσματικότητας,
το Παρίσι θέτει τέλος σε ένα δικτατορικό καθεστώς, λίγο πολύ εξίσου
σκληρό, γελοίο και παράλογο με διάφορα άλλα όμοιά του,
αποσταθεροποιώντας για μεγάλο χρονικό διάστημα τη Βόρεια Αφρική και
ανοίγοντας τον δρόμο σε έναν σκληρό ισλαμισμό, ο οποίος εξοπλίζεται και
χρηματοδοτείται τυφλά από τα πετρέλαια του Περσικού Κόλπου [1].
αυτήν την αμφιταλάντευση ανάμεσα στον ρεαλισμό λόγω αδυναμίας και στον
ιδεαλισμό λόγω απερισκεψίας. Από αυτή την άποψη, η ανάλυση του
επεισοδίου του Μάλι παρουσιάζει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Παγιδευμένη
στις αντιφάσεις της και μετά από αμφιταλαντεύσεις και υπεκφυγές πολλών
μηνών –οι οποίες έδωσαν στους αντιπάλους της τον αναγκαίο χρόνο για να
προετοιμαστούν- η γαλλική κυβέρνηση προσπαθεί να επανορθώσει τις ζημιές
που προκάλεσε η επέμβαση στη Λιβύη, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον
εξοπλισμό των πλέον ριζοσπαστικών φατριών της περιοχής της Υποσαχάριας
Αφρικής (Σαχέλ). Έτσι, οι σαλαφιστές οπαδοί της τζιχάντ του Κινήματος
για την Ενότητα της Τζιχάντ στη Δυτική Αφρική (Mujao) και της Αλ Κάιντα
του Ισλαμικού Μαγκρέμπ (AQMI) απέκτησαν κυρίαρχη θέση στην εξέγερση των
Τουαρέγκ, επιταχύνοντας με αυτόν τον τρόπο την ήττα των κυβερνητικών
στρατευμάτων του Μάλι και την πολιτική αστάθεια στην Μπαμακό [2].
δήλωνε στις 11 Οκτωβρίου του 2012 ο Φρανσουά Ολάντ, προτιμώντας να
μιλάει για απλή παροχή υλικής βοήθειας στις ένοπλες δυνάμεις του Μάλι [3].
Με αυτήν την απερίσκεπτη δήλωση αρχών, η γαλλική προεδρία περιόριζε εκ
των προτέρων την ελευθερία των κινήσεών της, διατρέχοντας τον κίνδυνο να
διαψευστεί από την κατάσταση στην περιοχή, της οποίας οι εξελίξεις και
οι προεκτάσεις τής διέφευγαν σε μεγάλο βαθμό.
και της AQMI κατέλαβαν την πόλη Κόνα, η οποία βρίσκεται 700 χιλιόμετρα
βορειοανατολικά της πρωτεύουσας Μπαμακό και έχει μεγάλη στρατηγική
σημασία. Στο εξής, η πρωτεύουσα ήταν εντελώς εκτεθειμένη. Καθώς η
Οικονομική Κοινότητα των Κρατών της Δυτικής Αφρικής (Cedeao) τηρούσε
στάση αναμονής, η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν επιφυλακτική και οι Ηνωμένες
Πολιτείες δίσταζαν, το μόνο που απέμενε για την αναχαίτιση τους ήταν τα
γαλλικά πολεμικά αεροσκάφη και στρατεύματα. Στις 11 Ιανουαρίου ξεκίνησε η
Επιχείρηση Σερβάλ [4]. Τρεις μήνες μετά τη δήλωσή του ότι « δεν μπορούμε να επέμβουμε στη θέση των Αφρικανών »,
ο Γάλλος πρόεδρος είναι αναγκασμένος να αντιφάσκει. Αυτή η μεταστροφή
δεν θέτει μονάχα το ερώτημα κατά πόσον η γαλλική κυβέρνηση είναι σε θέση
να προβλέψει τις εξελίξεις. Αποδεικνύει επίσης πόσο επείγον είναι να
κατανοήσουμε τις μορφές που μπορούν να λάβουν στο μέλλον –σε διάφορα
επίπεδα- οι επιχειρήσεις που αποκαλούνται « επιχειρήσεις
σταθεροποίησης ».
προεδρίας κρύβεται το βάλτωμα της κατάστασης στο Αφγανιστάν. Πρόκειται
προπάντων για την αποτυχία της « κουλτουραλιστικής » [5]
θεωρίας των Αμερικανών περί « καταστολής της εξέγερσης μέσα από έναν
παγκόσμιο σχεδιασμό », καθώς εξέλαβε την τακτική στο στρατιωτικό επίπεδο
για πολιτική και προσέδωσε έντονη ηθική διάσταση στους στόχους του
πολέμου, στερώντας με αυτόν τον τρόπο τον εαυτό της από οποιαδήποτε οδό
διαφυγής η οποία δεν θα ισοδυναμεί με ταπείνωση. Όμως, η ήττα τής εν
λόγω στρατιωτικής σκέψης που έστειλε επί δέκα χρόνια εκατό χιλιάδες
άνδρες σε ένα θέατρο επιχειρήσεων χωρίς εφικτό τελικό στόχο, δεν
ακυρώνει αυτόματα την αναγκαιότητα των επιχειρήσεων σταθεροποίησης ή
« παρεμβολής ανάμεσα στους αντιμαχόμενους », όπως αποδεικνύεται και από
την περίπτωση του Μάλι.
χερσαίες δυνάμεις », όπως βιάστηκε να δηλώσει ο Ολάντ, αλλά ότι όλα τα
ενδεχόμενα είναι πιθανά, υπό τον όρο ότι σέβεται κανείς τέσσερεις
θεμελιώδεις αρχές. Καταρχήν, την αυτονομία της αξιολόγησης της απειλής :
ο ορισμός της « τρομοκρατίας » δεν βρίσκεται ούτε στα PowerPoint του
αμερικανικού Πενταγώνου, ούτε και μέσα στα μυθιστορήματα-έρευνες του
Μπερνάρ Ανρί Λεβί [6].
Αντίθετα, τα βιβλία της ιστορίας και της κοινωνιολογίας έχουν να μας
πουν πλήθος πραγμάτων για τους « τρομοκράτες » της Υποσαχάριας Αφρικής…
Τη νομιμοποίηση στη συνέχεια : σταθεροποίηση δεν σημαίνει ότι επιβάλλεις
επ’ αόριστον την παρουσία σου και την προστατευτική κηδεμονία σου,
ειδάλλως, υπάρχει ο κίνδυνος να καταστήσεις ευάλωτη την κυβέρνηση που
υποστηρίζεις, τόσο απέναντι στις γειτονικές χώρες, όσο και στον ίδιο της
τον πληθυσμό. Ακολουθεί, τρίτη, η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα : η
στρατιωτική δράση στην πρώτη γραμμή οφείλει να στηρίζεται σε όλα τα
αναγκαία στρατιωτικά μέσα, αλλά και να είναι περιορισμένης διάρκειας :
αμέσως μόλις επιτευχθεί το ξεμπλοκάρισμα της κατάστασης στο
επιχειρησιακό και στο τακτικό επίπεδο, οφείλει να δώσει τη θέση της στη
δρομολόγηση της αποκατάστασης των τοπικών και περιφερειακών πολιτικών
ισορροπιών, καθώς επίσης και στην ενίσχυση των ντόπιων στρατιωτικών
δυνάμεων. Τέλος, πρέπει να υπάρχει η ελευθερία της πολιτικής δράσης : η
στρατηγική της εξόδου να έχει καθοριστεί και καταστρωθεί πριν καν την
έναρξη των επιχειρήσεων. Παράλληλα, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστούν
συμμαχίες, υπό τον όρο ότι θα στηρίζονται σε εθελοντική βάση και ότι οι
σύμμαχοι θα είναι πεπεισμένοι ότι έχουν και οι ίδιοι συμφέροντα σε αυτή
τη ζώνη.
χαρακτηριστικά ; Όσον αφορά τη νομιμοποίηση της Γαλλίας να συμμετέχει
στη σταθεροποίηση της Αφρικής, αυτή στηρίζεται σε υπαρκτά επιχειρήματα :
υπάρχει γλωσσική [7],
πολιτισμική και γεωγραφική εγγύτητα, η οποία δεν υπήρχε στην περίπτωση
του Αφγανιστάν. Από αυτήν την άποψη, θα ήταν άδικο να συγχέει κανείς τις
απολύτως καταδικαστέες παρεκτροπές της « Françafrique » [8]
με τη χρησιμότητα στρατιωτικών συμφωνιών που συνάπτονται με αφρικανικές
χώρες των οποίων γίνεται σεβαστή η εθνική κυριαρχία (ο σεβασμός
προϋποθέτει επίσης και τον περιορισμό της οικονομικής τους εξάρτησης). Η
γαλλική Λευκή Βίβλος για την Άμυνα και την Εθνική Ασφάλεια (LBDSN) του
2008, παραμελώντας την Αφρική και δίνοντας προτεραιότητα στην κατασκευή
μιας στρατιωτικής βάσης στον Περσικό Κόλπο, απέναντι από το Ιράν,
ακολούθησε την αντίθετη τακτική από αυτό που θα μπορούσε να αποκληθεί
« αρχή της γεωεπικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία το κύριο βάρος της
προσπάθειας που αναλαμβάνει οποιαδήποτε χώρα για τη σταθεροποίηση του
διεθνούς περιβάλλοντος και την παρεμβολή ουδέτερων στρατιωτικών δυνάμεων
ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές, ασκείται κατά προτίμηση σε ζώνες
που σύμφωνα με τη λογική παρουσιάζουν ενδιαφέρον για αυτήν.
Μακροπρόθεσμα, το Αφγανιστάν αφορά περισσότερο την Κίνα, την Ινδία και
τη Ρωσία απ’ ότι τη Γαλλία. Κι αντίθετα, το Πεκίνο και η Ουάσιγκτον
αδυνατούν να συλλάβουν τις ιδιομορφίες της Δυτικής Αφρικής, όσο κι αν η
–όχι ανιδιοτελής- παρουσία των « εκπαιδευτών » τους αυξάνεται με
ταχύτατο ρυθμό.
γαλλικής στρατιωτικής βοήθειας στην Αφρική, για παράδειγμα με την
επιχείρηση Επερβιέ [9] στο Τσαντ [10].
Κι ακόμα χαρακτηριστικότερο είναι το πρόγραμμα της « ενίσχυσης των
δυνατοτήτων των Αφρικανών για τη διατήρηση της ειρήνης » (Recamp), το
οποίο δρομολογήθηκε το 1997. Μάλιστα, θεωρήθηκε επιτυχημένο και
μεταφέρθηκε το 2004 και σε ευρωπαϊκό επίπεδο (Eurocamp, σε συνεργασία με
την Αφρικανική Ένωση). Η Γαλλία συνεχίζει να εφαρμόζει τη Recamp στο
πλαίσιο των διμερών σχέσεών της με ορισμένες αφρικανικές χώρες που
διάκεινται ευνοϊκά απέναντι στο εγχείρημα. Οι πρωτοβουλίες αυτές δεν
είναι αρκετές για να εξασφαλιστεί το αξιόμαχο των ασκούμενων δυνάμεων
που συμμετέχουν (από αυτή την άποψη, το παράδειγμα του Μάλι είναι
χαρακτηριστικό), [11]
ωστόσο, αποτελούν ένα υπόβαθρο στο οποίο μπορεί να στηριχθεί η πολιτική
της παροχής βοήθειας σε ένοπλες δυνάμεις μιας χώρας χωρίς να υπάρχει
στρατιωτική ανάμειξη ξένης δύναμης σε αυτήν. Κάτι τέτοιο μπορεί να
ισχύσει ακόμα και στις περιπτώσεις δράσεων υψηλής έντασης, απέναντι σε
ομάδες ατάκτων μαχητών που φέρουν βαρύ οπλισμό.
γεγονός ότι, στις 19 Ιανουαρίου, στο Αμπιτζάν (Ακτή Ελεφαντοστού), η
έκτακτη σύνοδος κορυφής των ηγετών των χωρών της Cedeao επιδίωξε ομόφωνα
την επιτάχυνση της συγκρότησης της Διεθνούς Αποστολής για την Ενίσχυση
του Μάλι (Misma), έτσι ώστε να υποστηριχθούν οι ένοπλες δυνάμεις του
Μάλι και της Γαλλίας που συμμετέχουν στην επιχείρηση Σερβάλ. Οκτώ χώρες,
μουσουλμανικές ή χριστιανικές, αγγλόφωνες ή γαλλόφωνες (Τσαντ, Τόγκο,
Μπενίν, Σενεγάλη, Νίγηρας, Γουινέα, Μπουρκίνα Φάσο, Νιγηρία και Γκάνα),
υποσχέθηκαν ότι θα συμμετάσχουν στέλνοντας 3.600 άνδρες.
αποδεικνύεται ιδιαίτερα σημαντικός για τον καθορισμό των συγκεκριμένων
και χειροπιαστών στόχων της επέμβασης, ο απολογισμός είναι
αμφιλεγόμενος. Οι δηλώσεις του προέδρου Ολάντ για « τον χρόνο που είναι αναγκαίος για να νικηθεί η τρομοκρατία » [12]
φανερώνουν μια σημειολογική απερισκεψία, η οποία θα μπορούσαμε να πούμε
ότι θυμίζει αρκετά τον Νικολά Σαρκοζί. Οι λέξεις έχουν τη δική τους
σημασία : εκπλήσσει το γεγονός ότι, μετά τη δήλωσή του ότι « η Γαλλία δεν θα εμπλακεί », ο Γάλλος πρόεδρος δήλωσε ατάραχος τρεις μήνες αργότερα ότι δεν υπάρχει χρονικό όριο για τη γαλλική στρατιωτική παρουσία.
ανησυχητικό το γεγονός ότι το απλοϊκό σύνθημα για « πόλεμο ενάντια στην
τρομοκρατία » ξανακάνει την εμφάνισή του στην περίπτωση του Μάλι, τη
στιγμή που οι Αμερικανοί, οι εφευρέτες αυτής της διατύπωσης, την έχουν
εγκαταλείψει από το 2009. Μάλιστα, ο Μπάρακ Ομπάμα είχε παρατηρήσει
–ποτέ δεν είναι αργά- ότι είναι « βλακώδες να κάνεις πόλεμο ενάντια σε έναν τρόπο δράσης »
χωρίς να ασχολείσαι με τα πολιτικά αίτια της πυρκαγιάς που ισχυρίζεσαι
ότι λογαριάζεις να σβήσεις… αφού προηγουμένως εσύ ο ίδιος την έχεις
ανάψει [13].
Δεν μπορούμε να νικήσουμε την « τρομοκρατία », όπως εξάλλου δεν
μπορούμε να εξαλείψουμε την εποχική γρίπη ή τις ανοιξιάτικες νεροποντές.
Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιορίσουμε τις επιπτώσεις
τους.
βρίσκεται εξ ορισμού στη διακριτική ευχέρεια κάθε μαχητή και αυτό δεν
του αφαιρεί αναγκαστικά τη δυνατότητα να διαδραματίσει κάποιο ρόλο σε
μια λύση η οποία θα προκύψει στο μέλλον μέσα από διαπραγματεύσεις. Κάτι
τέτοιο σας σοκάρει ; Ίσως. Όμως, όπως και να έχει το πράγμα, το
(« τρομοκρατικό » κατά τους Γάλλους αποικιοκράτες) αλγερινό Μέτωπο
Εθνικής Απελευθέρωσης, ο Μάικλ Κόλινς του IRA στην Ιρλανδία, ο
Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσόβου (UCK), η ισραηλινή Irgun, [14]
αλλά και οι « καλοί Ταλιμπάν » με τους οποίους ο Αφγανός πρόεδρος
Χαμίντ Καρζάι θα αναγκαστεί αναπόφευκτα να συνεργαστεί μετά το 2014, μας
προσφέρουν χρήσιμα στοιχεία για να αναλογιστούμε την τροπή που μπορεί
να λάβει η Ιστορία και να εξετάσουμε τις προοπτικές και τις εξελίξεις
που μπορεί να υπάρξουν σε αυτό το τόσο λεπτό ζήτημα. Συνεπώς η
στρατηγική αποτελεσματικότητα απαιτεί να καθοριστεί ο αντίπαλος και οι
στόχοι της επέμβασης με περισσότερη σύνεση. Ο δε πρόεδρος της
Δημοκρατίας θα ήταν καλύτερα να μιλούσε για τον χρόνο που απαιτείται
ώστε να απωθηθούν μόνιμα εκτός της εδαφικής επικράτειας του Μάλι οι
πλέον ριζοσπαστικοί άτακτοι μαχητές της Υποσαχάριας Αφρικής. Κατ’ αυτόν
τον τρόπο, όταν η επιχείρηση Σερβάλ θα έχει επιτύχει αυτόν τον λογικό
στόχο, θα υπάρχουν πολύτιμα περιθώρια για την επίτευξη μιας πολιτικής
συμφωνίας ανάμεσα στην κυβέρνηση του Μπαμακό, τα περιφερειακά της
στηρίγματα και ένα πολυδιασπασμένο συνονθύλευμα που περιλαμβάνει
παλαιούς και νέους άτακτους μαχητές, λιποτάκτες του στρατού του Μάλι,
νεοτζιχαντιστές ριζοσπαστικοποιημένους από έναν ουαχαβιτισμό που
εισάγεται από τις χώρες του Περσικού Κόλπου, καθώς και αυτονομιστές που
δεν έχουν θρησκευτικά κίνητρα, αλλά και οπορτουνιστές διακινητές
παράνομων ουσιών [15].
Πώς μπορεί να διακρίνει κανείς καθαρά μέσα σε αυτό το πανδαιμόνιο, το
οποίο βρίσκεται σε διαρκή αλλαγή και αναδιάταξη, εάν αρκείται αυτάρεσκα
στο να φοράει τα παραμορφωτικά γυαλιά του « πολέμου ενάντια στην
παγκόσμια τρομοκρατία » ;
περισσότερο συμβατός με τη σύγχυση που επικρατεί, όχι μόνο στο Μάλι αλλά
και στην Υποσαχάρια Αφρική και στη Βόρεια Αφρική- θα ταίριαζε καλύτερα
και με τις πραγματικές δυνατότητες του γαλλικού στρατού που βρίσκεται
αντιμέτωπος με τις δραστικότερες δημοσιονομικές περικοπές της τελευταίας
δεκαετίας. Ο πολεμοχαρής λόγος του υπουργείου Εξωτερικών και του
υπουργείου Άμυνας είναι δεδομένος. Απομένει να μάθουμε εάν οι γαλλικές
ένοπλες δυνάμεις μπορούν να ανταπεξέλθουν σε επιχειρήσεις που θα
παραταθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα [16].
Με ποιον τρόπο η Λευκή Βίβλος, η οποία θα δοθεί στη δημοσιότητα την
άνοιξη, θα αντλήσει διδάγματα από την επιχείρηση Σερβάλ ; Κι αυτό το
ερώτημα δεν είναι το λιγότερο σημαντικό από όλα όσα εγείρει αυτή η
επέμβαση.
Notes
Είναι αποκαλυπτικός ο τρόπος με τον οποίο ο πρωθυπουργός του Κατάρ,
Χαμάντ μπεν Ζασίμ μπεν Ζαμπέρ αλ Θάνι άσκησε κριτική στις 15 Ιανουαρίου
στη γαλλική επέμβαση εναντίον των ομάδων των οπαδών της τζιχάντ στο
Βόρειο Μάλι, υποστηρίζοντας ότι προτιμάει τον « περιφερειακό διάλογο »
και προτείνοντας τη διαμεσολάβηση του εμιράτου.
(ΣτΜ) Όπου ένας λοχαγός ανέτρεψε με στρατιωτικό πραξικόπημα την
περασμένη άνοιξη τον εκλεγμένο πρόεδρο, κατηγορώντας τον για ανικανότητα
στην αντιμετώπιση των εξεγερμένων, για να αποδειχθεί στη συνέχεια ότι η
στρατιωτική χούντα ήταν απείρως πιο ανίκανη σε αυτό το ζήτημα.
(ΣτΜ) Το σερβάλ είναι ένα μικρό αιλουροειδές της περιοχής. Ωστόσο, η
επιλογή αυτής της ονομασίας ενδέχεται να αποδειχθεί προβληματική, καθώς
το κυριότερο χαρακτηριστικό αυτού του ζώου είναι ότι διαφυλάττει με
ιδιαίτερη μαχητικότητα την « περιοχή του » και την οριοθετεί ζηλότυπα
ουρώντας διαρκώς στα όριά της. Οι επικριτές της γαλλικής επέμβασης
–κυρίως Αλγερινοί- έσπευσαν να τονίσουν την ομοιότητα με τη νεοαποικιακή
κατ’ αυτούς Γαλλία που δεν εννοεί να παραιτηθεί από την « επικράτειά
της ».
(ΣτΜ) Κουλτουραλισμός : το να εκλαμβάνεται με εξωιστορικό τρόπο η ουσία
ενός πολιτισμού ως κάτι το αναλλοίωτο και το διαρκές μέσα στο χρόνο,
ανεπηρέαστο από την πορεία της ιστορίας.
(ΣτΜ) Γάλλος « φιλόσοφος », ιδιαίτερα προβεβλημένος από τα μέσα
ενημέρωσης, από τους πλέον χαρακτηριστικούς εκπρόσωπους της « μοναδικής
σκέψης » και μέγας υπέρμαχος των « ανθρωπιστικών επεμβάσεων » σε
Γιουγκοσλαβία, Λιβύη και Μάλι.
Η επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας του Μάλι είναι η γαλλική. Ομιλείται
επίσης η μαντέ, η σονγκάι, η ντογκόν, η χασάνια και η βερβερική.
(ΣτΜ) Μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας των αφρικανικών κρατών στις
αρχές της δεκαετίας του 1960, δημιουργήθηκε από τη γαλλική προεδρία της
Δημοκρατίας ένα παρακρατικό δίκτυο υποστήριξης διεφθαρμένων καθεστώτων
στη Μαύρη Ήπειρο, τα οποία με τη σειρά τους εξυπηρετούσαν τα οικονομικά
και γεωπολιτικά συμφέροντα της πρώην μητρόπολης. Μάλιστα, σε πολλές
περιπτώσεις απαιτήθηκε και η επέμβαση των γαλλικών ενόπλων δυνάμεων.
Ταυτόχρονα, αυτά τα καθεστώτα προέβαιναν σε μια συνεχή ροή
χρηματοδότησης προς τα μαύρα ταμεία του εκάστοτε κόμματος του προέδρου,
ενώ δεν έλειπαν και τα προσωπικά δώρα, όπως τα διαμάντια που έστειλε ο
Μποκάσα στον Ζισκάρ ντ’ Εστέν. Ακόμα και ο Μιτεράν προσέφυγε στις
υπηρεσίες αυτού του συστήματος, ενώ ο Ολάντ έχει υποσχεθεί ότι θα το
ξηλώσει…
(ΣτΜ) « Γεράκι ». Η επιχείρηση δρομολογήθηκε το 1986 : οι γαλλικές
στρατιωτικές δυνάμεις βοήθησαν τον στρατό του Τσαντ να αποκρούσει τις
εισβολές των στρατευμάτων της Λιβύης. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης
βρήκαν τον θάνατο 198 Γάλλοι στρατιωτικοί, γεγονός που την καθιστά μια
από τις φονικότερες επιχειρήσεις της Γαλλίας μετά το τέλος των
αποικιακών πολέμων.
Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι, αντίθετα από τις πρακτικές των
Αμερικανών στο Αφγανιστάν, η επιχείρηση δεν προέβαλε ως στόχο « την
απελευθέρωση της γυναίκας του Τσαντ ».
Μόλις ενισχύθηκαν οι –μέχρι τότε μικρές- δυνάμεις της συμμαχίας των
Τουαρέγκ αυτονομιστών και των ισλαμιστών, οι κυβερνητικές δυνάμεις
κατέρρευσαν και απειλήθηκε ακόμα και η πρωτεύουσα. Πράγματι, το Μάλι, το
οποίο σε σχέση με τις γειτονικές χώρες θεωρούνταν « όαση δημοκρατίας »,
είχε κάνει την επιλογή να μην διαθέτει ισχυρό στρατό, έτσι ώστε να
περιορίζεται ο κίνδυνος των –ενδημικών- πραξικοπημάτων.
(ΣτΜ) Εβραϊκή εξτρεμιστική οργάνωση που ιδρύθηκε στην Παλαιστίνη το
1935 με στόχο την εκδίωξη των Άγγλων αποικιοκρατών αλλά και του ντόπιου
παλαιστινιακού πληθυσμού, έτσι ώστε να δημιουργηθεί εβραϊκό κράτος.
Πολλοί γνωστοί πολιτικοί του Ισραήλ υπήρξαν μέλη της ή άλλων ομοειδών
εξτρεμιστικών οργανώσεων.
(ΣτΜ) Μετά την εντελώς αυθαίρετη χάραξη συνόρων από τους Γάλλους και
τους Ιταλούς αποικιοκράτες, ο λαός των Τουαρέγκ βρέθηκε να ζει ως
μειονότητα στο Μάλι, στον Νίγηρα, στη Μαυριτανία, στην Μπουργκίνα Φάσο,
στην Αλγερία και στη Λιβύη. Αυτή η μειονοτική θέση είχε ως αποτέλεσμα να
αντιμετωπίζονται ως πολίτες β’ κατηγορίας. Για να ξεφύγουν από την
εξαθλίωση, τα « Παιδιά της Ερήμου », που έλεγχαν για πολλούς αιώνες με
τα καραβάνια τους ολόκληρο το διαμετακομιστικό εμπόριο ανάμεσα στη Μαύρη
Αφρική και τη Μεσόγειο, επιδόθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες σε μεγάλης
κλίμακας διακίνηση ναρκωτικών, επωφελούμενοι από την άνεση κινήσεων σε
μια Σαχάρα όπου ελάχιστο νόημα έχουν τα εθνικά σύνορα. Για να κατανοηθεί
δε καλύτερα η κατάσταση στο Μάλι, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το τεχνητό
αυτό κράτος φιλοξενεί σε κοντινή απόσταση τις πρωτεύουσες δύο ιδιαίτερα
σημαντικών βασιλείων : τη Σέγκου του (Μαύρου) βασιλείου των Ντογκόν και
το (αραβικό) Τιμπουκτού, ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του Ισλάμ στην
Αφρική και μυθική πανίσχυρη « Χρυσή Πόλη » των Τουαρέγκ, στην οποία,
μέχρι το 1827, δεν είχε πατήσει ποτέ Ευρωπαίος. Μάλιστα, το Τιμπουκτού
καταλήφθηκε το 1894 από τους Γάλλους, με στρατεύματα που αποτελούνταν
από Γάλλους αξιωματικούς και μαύρους στρατιώτες από το Νότιο Μάλι.
(ΣτΜ) Κατά την επέμβαση στη Λιβύη, η γαλλική αεροπορία αντιμετώπισε
έλλειψη βομβών και πυραύλων, καθώς, λόγω των περικοπών αδυνατούσε να
ανταποκριθεί στην απρόβλεπτη παράταση των μαχών.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
