Άμυνα
Πρόκληση στην ψηφιακή ηγεμονία των ΗΠΑ Ποιος θα ελέγξει το Διαδίκτυο ;
[Κούτσης Θανάσης (μτφ)
Οι ΗΠΑ διατυμπανίζουν προς κάθε κατεύθυνση την
προσήλωσή τους στην « ελευθερία του Ίντερνετ », την ίδια στιγμή που η
αμερικανική κυριαρχία στο παγκόσμιο μέσο έχει εδραιωθεί μέσω εταιρειών
όπως η Google, το Facebook, η Microsoft, η Apple και η Amazon. Υπάρχει
περίπτωση να αλλάξει κάτι μετά από τη διάσκεψη του Ντουμπάι, που έθεσε
μια πρώτη αμφισβήτηση αυτής της κυριαρχίας ;
Διαδικτύου ξεδιπλώθηκε καθαρά τον περασμένο Δεκέμβριο, κατά τη διάρκεια
της διεθνούς διάσκεψης στο Ντουμπάι, η οποία διοργανώθηκε από τη Διεθνή
Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ΔΕΤ –International Telecommunication Union, ITU),
μια συνεργαζόμενη με τον ΟΗΕ υπηρεσία, με 193 κράτη-μέλη. Σε αυτές τις
συναντήσεις, οι εκπρόσωποι των κρατών (έχοντας δίπλα τους σωρεία
συμβούλων από τις εταιρείες του κλάδου) διαμορφώνουν συμβάσεις που
διευκολύνουν τις διεθνείς καλωδιακές και δορυφορικές επικοινωνίες. Οι εν
λόγω συναθροίσεις, όσο βαρετές και γραφειοκρατικές κι αν είναι, έχουν
αποφασιστική σημασία λόγω της κολοσσιαίας σπουδαιότητας των δικτύων για
τη λειτουργία της διακρατικής πολιτικής οικονομίας.
Η Παγκόσμια Διάσκεψη για τις Διεθνείς Τηλεπικοινωνίες
(WCIT) του Δεκεμβρίου 2012 στο Ντουμπάι προκάλεσε μια μείζονα διένεξη :
Πρέπει τα κράτη-μέλη της ΔΕΤ να της παραχωρήσουν την ευθύνη εποπτείας
του Διαδικτύου, μια ευθύνη ανάλογη με εκείνη που επί δεκαετίες διέθετε
για άλλες μορφές διεθνών επικοινωνιών ;
υπερίσχυσε : το έγγραφο της νέας συνθήκης της ΔΕΤ δεν παρέχει στην
υπηρεσία τυπικό ρόλο σε αυτό που έχει καθιερωθεί να αποκαλείται
« παγκόσμια διακυβέρνηση του Διαδικτύου ». Ωστόσο, η πλειοψηφία των
κρατών ενέκρινε την προσθήκη ενός ψηφίσματος που « καλεί
τα κράτη-μέλη να επεξεργαστούν το καθένα τη θέση του για τα σχετικά με
το Διαδίκτυο ζητήματα τεχνικής, ανάπτυξης και δημόσιας πολιτικής ». Αντιτιθέμενες « ακόμη και στη συμβολική παγκόσμια εποπτεία », όπως το έθεσε ένας συντάκτης των Τάιμς της Νέας Υόρκης [1],
οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να υπογράψουν τη συνθήκη και αποχώρησαν. Το ίδιο
έκαναν και η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιαπωνία, η Ινδία, η Κένυα, η
Κολομβία, ο Καναδάς, η Βρετανία και άλλα κράτη. Ωστόσο, περισσότερα από
τα δύο τρίτα των παρισταμένων κρατών –89 εν συνόλω– επικύρωσαν το
έγγραφο -και μερικές από τις χώρες που δεν το υπέγραψαν ίσως αποδεχθούν
αργότερα τη συνθήκη.
διακυβεύεται, πρέπει πρώτα να διώξουμε το πυκνό νέφος των ρητορειών που
συσκοτίζει την υπόθεση. Επί μήνες πριν από τη WCIT, ο Τύπος σε Ευρώπη
και Αμερική διατυμπάνιζε ότι επρόκειτο για μια κοσμοϊστορική σύγκρουση
μεταξύ των υποστηρικτών ενός ανοιχτού Διαδικτύου και των επίδοξων
σφετεριστών της ελευθερίας ή των κυβερνητικών λογοκριτών, με επικεφαλής
αυταρχικά κράτη όπως η Ρωσία, το Ιράν και η Κίνα. Το πλαίσιο αναφοράς
τέθηκε με τόσο μανιχαϊστικούς όρους, ώστε ο Φράνκο Μπερναμπέ, διευθυντής
της Telecom Italia και πρόεδρος της ένωσης εταιρειών κινητής τηλεφωνίας
GSMA, το αποκάλεσε « πολεμική προπαγάνδα » [2].
και αν ζούμε, υπάρχει λόγος να ανησυχούμε ότι η σχετικά ανοιχτή φύση
του Διαδικτύου γίνεται αντικείμενο σφετερισμού, διαβρώνεται ή
χειραγωγείται. Κάτι τέτοιο δεν προϋποθέτει στρατιές κρατικοδίαιτων
λογοκριτών ή κάποιο ηλεκτρονικό « Σινικό Τείχος ». Η Εθνική Υπηρεσία
Πληροφοριών των ΗΠΑ, για παράδειγμα, παρακολουθεί το σύνολο των
επικοινωνιών που περνούν από τα καλωδιακά και δορυφορικά δίκτυα των ΗΠΑ
μέσω των πολλών « κέντρων υποκλοπών » της, αλλά και του νέου,
γιγαντιαίου κέντρου παρακολούθησης που κατασκευάζεται στο Μπλαφντέιλ,
στην έρημο της Γιούτα [3].
Εξάλλου, η κυβέρνηση των ΗΠΑ καταδίωξε έναν πραγματικό συνήγορο της
ελευθερίας της έκφρασης –τα WikiLeaks– με αμείλικτη επιμονή.
Αμερικανικές διαδικτυακές εταιρείες όπως το Facebook και η Google έχουν
μεταμορφώσει το Διαδίκτυο σε μια « μηχανή παρακολούθησης », που απορροφά κάθε εμπορικά εκμεταλλεύσιμο δεδομένο της συμπεριφοράς των χρηστών.
ροής των δεδομένων » αποτελεί κεντρικό θεμέλιο της εξωτερικής πολιτικής
των ΗΠΑ [4].
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και του τέλους της αποικιοκρατίας,
το δόγμα αυτό παρουσιαζόταν ως φάρος που φώτιζε τον δρόμο της
χειραφέτησης από την κρατική καταπίεση και τον ιμπεριαλισμό. Στις μέρες
μας εξακολουθεί να επενδύει βαθιά εδραιωμένα οικονομικά και στρατηγικά
συμφέροντα με μια ελκυστική γλώσσα οικουμενικών ανθρώπινων δικαιωμάτων.
Οι όροι « διαδικτυακή ελευθερία » και « ελευθερία της σύνδεσης » –που
χρησιμοποιήθηκαν τις παραμονές της WCIT τόσο από την υπουργό Εξωτερικών
Χίλαρι Κλίντον όσο και από στελέχη της Google– αποτελούν τη σύγχρονη
εκδοχή της ωδής στην « ελεύθερη ροή ». Ακριβώς όμως όπως και παλαιότερα,
η « διαδικτυακή ελευθερία » αποτελεί μια εσκεμμένη χειραγώγηση.
Υπολογισμένα παραπλανητική, μας λέει να εμπιστευθούμε ένα θεμελιακό
ανθρώπινο δικαίωμα σε ένα ζεύγος έντονα ιδιοτελών κοινωνικών
παραγόντων : στις μεγάλες εταιρείες και στα κράτη.
αντικείμενό τους είχαν ζητήματα από πολλά διαφορετικά πεδία. Ένα από
αυτά ήταν οι όροι της συναλλαγής μεταξύ των διαδικτυακών υπηρεσιών όπως η
Google και των εταιρειών που διακομίζουν την ογκωδέστατη ροή των
δεδομένων τους –των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων και των παρόχων
υπηρεσιών Διαδικτύου όπως η Verizon, η Deutsche Telekom ή η Free. Αυτή η
επιχειρηματική διαμάχη ενέχει επιπτώσεις και για ένα γενικότερο και
σημαντικότερο ζήτημα πολιτικής : ποιος θα πληρώνει για τον διαρκή
εκσυγχρονισμό των δικτυακών υποδομών, από τις οποίες εξαρτώνται οι
συνεχείς αναβαθμίσεις και προσθήκες στις διαδικτυακές υπηρεσίες ; Η
τολμηρή επίθεση του Ξαβιέ Νιέλ, επικεφαλής του παρόχου διαδικτυακής
πρόσβασης Free, στα έσοδα της Google από τη Γαλλία, όταν έθεσε σε
λειτουργία το πρόγραμμα μπλοκαρίσματος των διαφημίσεών της [5],
πρόβαλε το μέγεθος του διακυβεύματος σε κοινή θέα. Όμως οι όροι
συναλλαγής στην παγκόσμια βιομηχανία του Ίντερνετ είναι σημαντικοί και
για έναν ακόμη λόγο : αν θεσπιστεί ότι οι προμηθευτές περιεχομένου
πρέπει να πληρώνουν τους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων –ο στόχος του
Νιέλ, παρόμοιος με εκείνον άλλων τηλεπικοινωνιακών εταιρειών– θα
υπάρξουν σοβαρές επιπτώσεις στην πολιτική ουδετερότητας του Διαδικτύου,
που είναι ζωτικής σημασίας για τους χρήστες του.
Τη δεκαετία του 1990, όταν το « ιστο-κεντρικό » Διαδίκτυο εμφανίστηκε
ορμητικά στη διεθνή σκηνή, οι ΗΠΑ έκαναν έντονες προσπάθειες να
θεσμοποιήσουν τον διαχειριστικό ρόλο τους. Για να λειτουργεί το σύστημα,
τα ονόματα των διαδικτυακών χώρων (του τύπου .com), οι αριθμητικές
διευθύνσεις και οι αναγνωριστές δικτύου πρέπει να είναι μοναδικά : κάτι
τέτοιο προϋποθέτει την ύπαρξη μιας θεσμικής αρχής που τα εκχωρεί –και
συνεπώς τα προνόμιά της εκτείνονται στο σύνολο ενός συστήματος που εκ
φύσεως βρίσκεται εκτός του εδάφους της χώρας.
ασκείται από μια υπηρεσία των ΗΠΑ, την Internet Assigned Numbers
Authority (IANA), στο πλαίσιο σύμβασής της με το υπουργείο Εμπορίου των
ΗΠΑ. Η IANA λειτουργεί τύποις ως μονάδα μιας ξεχωριστής, και φαινομενικά
πιο υπεύθυνης, μη-κερδοσκοπικής εταιρείας με έδρα την Καλιφόρνια,
ονόματι Internet Corporation for Assigned Names and Numbers (ICANN), της
οποίας η αποστολή συνίσταται στη « διατήρηση της λειτουργικής σταθερότητας του Διαδικτύου ».
Τα τεχνικά πρότυπα του Ίντερνετ αναπτύσσονται από δύο άλλες
αμερικανικές υπηρεσίες, την Internet Engineering Task Force (IETF) και
τον Internet Architecture Board (IAB), που με τη σειρά τους λειτουργούν
στο πλαίσιο μιας άλλης μη-κερδοσκοπικής εταιρείας, της Internet Society.
Η συγκρότηση και η χρηματοδότηση των οργανισμών αυτών τους κάνουν πιο
δεκτικούς στις προτιμήσεις των ΗΠΑ παρά στις απαιτήσεις των χρηστών [7].
Διαδικτύου δεν λειτουργούν με κινεζικά ή ρωσικά, πόσω μάλλον με
κενυατικά ή μεξικανικά κεφάλαια. Όπως όλοι γνωρίζουν, η Google, το
Facebook, η Microsoft, η Apple και η Amazon είναι που ανέπτυξαν τις
ηλεκτρονικές υπηρεσίες τις οποίες χρησιμοποιούν άνθρωποι από όλον τον
κόσμο. Και η τρέχουσα μετάβαση προς τις υπηρεσίες του « υπολογιστικού
νέφους » (cloud computing), όπου και πάλι οι βασικοί
« παίκτες » είναι Αμερικανοί, θα μεγαλώσει ακόμη περισσότερο την
εξάρτηση του δικτύου από τις ΗΠΑ. Η δομική ασυμμετρία στον έλεγχο του
Διαδικτύου προσφέρει την απαραίτητη βάση για την εταιρική και
στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ στον κυβερνοχώρο. Και ενώ η αμερικανική
κυβέρνηση ασκεί έναν δυσανάλογα μεγάλο ρόλο, τα υπόλοιπα κράτη ελάχιστες
ευκαιρίες διαθέτουν –τόσο το καθένα ξεχωριστά όσο και συλλογικά– να
θέσουν κανονιστικές ρυθμίσεις στο σύστημα. Βεβαίως, μέσω διάφορων
τεχνικών και νομικών μέτρων, κάθε κράτος μπορεί να ασκήσει κάποια
κυριαρχία στο « εθνικό » σκέλος του Διαδικτύου, πάντοτε όμως υπό τη
στενή παρακολούθηση των Αμερικανών διαμορφωτών της γενικότερης
πολιτικής. Ο πανεπιστημιακός Μίλτον Μιούλερ εύστοχα εντοπίζει αυτή την
ασυμμετρία, παρατηρώντας ότι, με τον τρόπο που είναι σήμερα
συγκροτημένο, το Διαδίκτυο ενσωματώνει την αμερικανική πολιτική της « μονόπλευρης παγκοσμιοποίησης [8] ».
στις ΗΠΑ να αναπτύξουν μια λογική ιδιοκτησίας μέσα στην ίδια την καρδιά
της ανάπτυξης του Διαδικτύου –μέσω της ICANN. Παρόλο που αποτελεί έναν
σύνθετο, ημιαυτόνομο θεσμό, η εξουσία της ICANN επάνω στο Domain Name
System (DNS, Σύστημα Ονοματοδοσίας Διαδικτυακών Χώρων) χρησιμοποιήθηκε
ώστε να προσφέρει πλεονεκτήματα εκτός ορίων των ΗΠΑ σε κατόχους μεγάλων
εταιρικών σημάτων και άλλων εμπορικών συμφερόντων –παρά τις διαμαρτυρίες
μη εμπορικών οργανισμών οι οποίοι, αν και εκπροσωπούνται στην ICANN,
δεν ήταν σε θέση να υπερισχύσουν έναντι της Κόκα-Κόλα, της Πρόκτερ και
Γκαμπλ ή άλλων μεγάλων εταιρειών. Και η ICANN έκανε χρήση του ιδιωτικού
εμπορικού δικαίου προκειμένου να επιβάλει τους κανόνες της στους
απομακρυσμένους οργανισμούς που διαχειρίζονται τις τοπικές ή γενικές
« επεκτάσεις » των ονομάτων των διαδικτυακών χώρων (top-level domain,
όπως « .org » ή « .gr ») σε όλο τον κόσμο. Οι εθνικοί προμηθευτές
διάφορων διαδικτυακών εφαρμογών ελέγχουν τις τοπικές αγορές τους σε
αρκετές χώρες, όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Νότια Κορέα. Ωστόσο, οι
υπερεθνικές διαδικτυακές υπηρεσίες –τα πλέον επικερδή και στρατηγικά
σημεία σε αυτό το εξωεδαφικό σύστημα– παραμένουν, από την Amazon και το
PayPal έως την Apple, « φρούρια » κατασκευασμένα από το κεφάλαιο και την
κρατική ισχύ των ΗΠΑ.
το καθεστώς υποταγής τους. Όσο αυξάνονταν τα σημάδια ότι οι ΗΠΑ δεν ήταν
διατεθειμένες να εκχωρήσουν τον έλεγχό τους, τόσο εντείνονταν και οι
αντιδράσεις. Οι εντάσεις αυτές οδήγησαν σε μια σειρά συναντήσεων υψηλού
επιπέδου –τη Διάσκεψη Κορυφής για την Κοινωνία της Πληροφορίας (World
Summit on the Information Society), που διοργανώθηκε από τη ΔΕΤ στη
Γενεύη και την Τύνιδα, μεταξύ 2003 και 2005.
σύγκρουσης του 2012 στο Ντουμπάι, με την έννοια ότι τουλάχιστον
δημιούργησε ένα μικρό προγεφύρωμα για τα κράτη (πέραν των ΗΠΑ) σε σχέση
με τη συμμετοχή τους στην παγκόσμια διακυβέρνηση του Διαδικτύου. Η
« Κυβερνητική Συμβουλευτική Επιτροπή » (Government Advisory Committee),
επιφορτισμένη με την προσφορά των δικών της δεδομένων στην
« πολυσυμμετοχική » διαδικασία του οργανισμού, εκχωρεί στις κυβερνήσεις
το ίδιο καθεστώς που αποδίδεται στις μεγάλες εταιρείες και τις
οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, όπως οι ΜΚΟ. Πολλά κράτη μπορεί
πράγματι να ικανοποιούνταν με αυτή την περίεργη διευθέτηση, αν δεν
υπήρχε ένα κραυγαλέο δεδομένο : παρά τις θριαμβολογίες περί
« πολυμορφίας που διαχέεται από τα κάτω προς τα πάνω » και
« πολυσυμμετοχικότητας », η παγκόσμια διακυβέρνηση του Διαδικτύου κάθε
άλλο παρά ισότιμη ήταν –ή έστω πλουραλιστική. Ήταν ολοφάνερο πως ο υπ’
αριθμόν ένα « συμμετέχων » ήταν το Εκτελεστικό Τμήμα των ΗΠΑ.
και η κατάδυση στην κρίση, που οδήγησε σε μακροχρόνια παγκόσμια ύφεση,
επέτεινε και διεύρυνε σε μεγάλο βαθμό τη διακρατική διαμάχη γύρω από την
πολιτική οικονομία του κυβερνοχώρου. Κάποιες κυβερνήσεις συνέχισαν να
αναζητούν σημεία πίεσης, μέσω των οποίων θα προσπαθούσαν να διευρύνουν
τον παγκόσμιο συντονισμό και τη διαχείριση του Διαδικτύου. Το 2010-11
προσέφυγαν μάλιστα ευθέως στο υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ, όταν αυτό
εκκινούσε τη διαδικασία αξιολόγησης για την ανανέωση της σύμβασής του με
την ΙΑΝΑ περί της διαχείρισης των διαδικτυακών διευθύνσεων. Με μια
μάλλον ασυνήθιστη κίνηση, αρκετές χώρες και ένας διεθνής οργανισμός –η
ΔΕΤ– υπέβαλαν επίσημα τις παρατηρήσεις τους. Η κυβέρνηση της Κένυας
πρότεινε μια « μετάβαση » από την αμερικανική εποπτεία της λειτουργίας
της ΙΑΝΑ μέσω του υπουργείου Εμπορίου, προς ένα καθεστώς πολύπλευρου
ελέγχου με επίκεντρο τις κυβερνήσεις. Ο εκ μέρους των ΗΠΑ έλεγχος
πρέπει να διαφοροποιηθεί μέσω της διεθνοποίησης των συμφωνιών για
ολόκληρο το θεσμικό εποικοδόμημα που έχει χτιστεί γύρω από τα ονόματα
και τις διευθύνσεις του Διαδικτύου. Η Ινδία, το Μεξικό, η Αίγυπτος και η
Κίνα υπέβαλαν εντυπωσιακά παρόμοιες προτάσεις.
« διαδικτυακής ελευθερίας », προσπαθώντας έτσι να απωθήσουν την
εντεινόμενη απειλή απέναντι στον διαχειριστικό έλεγχό τους. Δεν υπάρχει
αμφιβολία ότι επέτειναν και τις διμερείς παρασκηνιακές πιέσεις, ώστε να
παρακινήσουν μερικά από τα κράτη που διαφωνούσαν να επιστρέψουν στο
« μαντρί ». Τα αποτελέσματα φάνηκαν καθαρά στη WCIT, όταν η Ινδία και η
Κένυα συνέπλευσαν με τις ΗΠΑ στην απόρριψη της συνθήκης.
υπηρεσίες των ΗΠΑ και οι μεγάλες δυνάμεις του διαδικτυακού κεφαλαίου,
όπως η Google, θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν όλες τις δυνάμεις που
διαθέτουν ώστε να ισχυροποιήσουν το αμερικανοκεντρικό Διαδίκτυο και να
δυσφημίσουν τους αντιπάλους τους. Ωστόσο, η πολιτική αντίθεση στη
« μονόπλευρη παγκοσμιοποίηση » των ΗΠΑ έχει πλέον βγει στο φως –και εκεί
θα παραμείνει. Ένας αρθρογράφος της « Wall Street Journal » δεν δίστασε
να αποκαλέσει τη διάσκεψη του Ντουμπάι « πρώτη μεγάλη ψηφιακή ήττα της Αμερικής [9] ».
Notes
Herbert I. Schiller, « Libre circulation de l’information et domination
mondiale », « Le Monde diplomatique », Σεπτέμβριος 1975.
(ΣτΜ) Στις αρχές Ιανουαρίου, ο μεγαλύτερος πάροχος στη Γαλλία, η
εταιρεία Free, προσπάθησε να προσφέρει υπηρεσίες απαλλαγμένες από
διαφημίσεις στους συνδρομητές της αλλά με παρέμβαση της υπουργού
Ψηφιακής Οικονομίας, Φλερ Πελεράν, η υπηρεσία αυτή απενεργοποιήθηκε σε
λίγες μέρες.
Harold Kwalwasser, « Internet governance », στο Franklin D. Kramer,
Stuart H. Starr και LarryWentz (επιμ.), « Cyberpower and National
Security », National Defense University Press – Potomac Press,
Washington-Dulles (Βιρτζίνια), 2009.
Milton L. Mueller, « Networks and States : The Global Politics of
Internet Governance », The MIT Press, Κέμπριτζ (Μασαχουσέτη), 2010.
GEOPOLITICO
Η Ινδία ανοίγει αμυντική αγορά στην Κεντρική Ασία: Τατζικιστάν και Τουρκμενιστάν επιλέγουν Akash
Νέους πελάτες στην Κεντρική Ασία αποκτά η ινδική αμυντική βιομηχανία, με το Τατζικιστάν και το Τουρκμενιστάν να προστίθενται στους αγοραστές του αντιαεροπορικού συστήματος Akash. Η εξέλιξη ενισχύει την εξαγωγική παρουσία του Νέου Δελχί σε μια περιοχή όπου κυριαρχεί ακόμη ο σοβιετικός και ρωσικός εξοπλισμός.
Την εξαγωγή των συστημάτων στις δύο χώρες επιβεβαίωσε ο γραμματέας Άμυνας της Ινδίας, Ρατζές Κουμάρ Σινγκ, σε δηλώσεις του στο πρακτορείο Asian News International στις αρχές Οκτωβρίου, σύμφωνα με δημοσίευμα της Catherine Putz στο The Diplomat, στις 13 Οκτωβρίου 2026.
Ο Ινδός αξιωματούχος παρουσίασε το εγχώριας σχεδίασης και παραγωγής κινητό αντιαεροπορικό σύστημα μέσου βεληνεκούς ως παράδειγμα της προόδου της αμυντικής βιομηχανίας της χώρας.
Όπως ανέφερε, πρώτη πελάτισσα ήταν η Αρμενία, η οποία απέκτησε πολλαπλές πυροβολαρχίες. Ακολούθησαν οι εξαγωγές προς το Τατζικιστάν και το Τουρκμενιστάν. Ο ίδιος πρόσθεσε ότι η παραγωγή έχει σταθεροποιηθεί, υπάρχουν επιπλέον παραγγελίες για τις ινδικές Ένοπλες Δυνάμεις και αναμένονται νέοι πελάτες από άλλες περιοχές του κόσμου.
Επιβεβαίωση από την Ινδία, χωρίς λεπτομέρειες για τις συμφωνίες
Οι δηλώσεις Σινγκ επιβεβαιώνουν προηγούμενο δημοσίευμα του ινδικού επιχειρηματικού περιοδικού BW Businessworld, τον Ιούλιο, το οποίο επικαλούνταν επίσημα στοιχεία και περιλάμβανε τις δύο χώρες στους εξαγωγικούς προορισμούς του Akash.
Σύμφωνα με το ANI, την προσθήκη τους στον κατάλογο των αγοραστών επιβεβαίωσαν τόσο ο Οργανισμός Αμυντικής Έρευνας και Ανάπτυξης της Ινδίας, DRDO, όσο και το ινδικό υπουργείο Άμυνας.
Ωστόσο, ούτε το Τατζικιστάν ούτε το Τουρκμενιστάν έχουν τοποθετηθεί δημοσίως, σύμφωνα με το δημοσίευμα. Δεν έχουν γνωστοποιηθεί ο αριθμός των συστημάτων, η αξία των συμφωνιών και τα χρονοδιαγράμματα παραδόσεων. Συνεπώς, η ινδική επιβεβαίωση δεν αρκεί για να προσδιοριστεί σε ποιο στάδιο βρίσκεται η παραλαβή και η επιχειρησιακή ένταξή τους.
Περισσότεροι προμηθευτές στην Κεντρική Ασία
Η επιλογή ινδικών συστημάτων εντάσσεται στη σταδιακή διαφοροποίηση των προμηθευτών των κρατών της Κεντρικής Ασίας. Παρότι μεγάλο μέρος του εξοπλισμού τους παραμένει σοβιετικής ή ρωσικής προέλευσης, στις ένοπλες δυνάμεις της περιοχής προστίθενται κινεζικά, τουρκικά, ινδικά και δυτικά μέσα.
Το The Diplomat, επικαλούμενο σχετικό ρεπορτάζ του RFE/RL, αναφέρει ότι το Τουρκμενιστάν παρουσίασε στην παρέλαση της ανεξαρτησίας του, στις 27 Σεπτεμβρίου, το κινεζικό σύστημα αεράμυνας FK-2000. Παρουσιάστηκαν επίσης βραζιλιάνικα αεροσκάφη A-29 Super Tucano και ιταλικά εκπαιδευτικά Leonardo M-346.
Το Τατζικιστάν έχει εμφανίσει κινεζικά συστήματα αεράμυνας HQ-17AE και τεθωρακισμένα οχήματα κινεζικής κατασκευής, ενώ το Κιργιστάν έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια διάφορους τύπους τουρκικών στρατιωτικών drones.
Η εικόνα δείχνει ότι οι κυβερνήσεις της περιοχής αναζητούν περισσότερες επιλογές για την κάλυψη των αμυντικών αναγκών τους. Αυτό δεν σημαίνει άμεση ανατροπή της θέσης της Ρωσίας, αλλά διεύρυνση των διαθέσιμων συνεργασιών.
Το προηγούμενο της Αρμενίας
Η Αρμενία αποτελεί το προηγούμενο εξαγωγικό παράδειγμα για το Akash. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η πρώτη πυροβολαρχία παραδόθηκε τον Νοέμβριο του 2024 και περιλάμβανε τέσσερις εκτοξευτές και ένα ραντάρ Rajendra. Δεύτερη παράδοση φέρεται να πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2025.
Τα στοιχεία αυτά προσφέρουν μια εικόνα της εξαγωγικής πορείας του συστήματος, χωρίς να επιτρέπουν συμπεράσματα για το μέγεθος ή τη σύνθεση των παραγγελιών του Τατζικιστάν και του Τουρκμενιστάν.
Η παλαιότερη σχέση με το Τατζικιστάν
Η αμυντική παρουσία της Ινδίας στο Τατζικιστάν έχει βαθύτερες ρίζες. Το The Diplomat επικαλείται έκθεση της Oxus Society, σύμφωνα με την οποία η συνεργασία αναπτύχθηκε από τη δεκαετία του 1990 και τις αρχές του 2000, με σημαντικό σταθμό την ανακαίνιση της αεροπορικής βάσης Αϊνί.
Τα σχέδια για εγκατάσταση ινδικών στρατιωτικών μέσων στη βάση δεν προχώρησαν, καθώς η Ντουσάνμπε στράφηκε στη Μόσχα και συμφώνησε να επιτρέψει τη χρήση της από ρωσικές δυνάμεις. Η Ινδία είχε επίσης πρόσβαση στην αεροπορική βάση Φαρχόρ, κοντά στα σύνορα με το Αφγανιστάν, χωρίς μόνιμη παρουσία.
Κατά το δημοσίευμα, πριν από τις συμφωνίες για το Akash δεν είχαν καταγραφεί ινδικές πωλήσεις αμυντικού εξοπλισμού στις δύο χώρες.
Η νέα εξαγωγική εξέλιξη προσφέρει στο Νέο Δελχί ένα επιπλέον έρεισμα στην Κεντρική Ασία. Για τους αγοραστές, όμως, η διεύρυνση των προμηθευτών συνοδεύεται από την πρόκληση της διαλειτουργικότητας: διαφορετικά συστήματα πρέπει να μπορούν να συνεργάζονται αποτελεσματικά μέσα στην ίδια αμυντική δομή.
GEOPOLITICO
Δένδιας–Πιστόριους στην Κρήτη: Αμυντική συνεργασία και SPARTAN ARROW στο επίκεντρο
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις δηλώσεις των δύο υπουργών και στο κατά πόσο θα προκύψουν συγκεκριμένα επόμενα βήματα.
Συνάντηση με τον Γερμανό υπουργό Άμυνας Μπόρις Πιστόριους πραγματοποιεί σήμερα, Τετάρτη 14 Οκτωβρίου, στο Πεδίο Βολής Κρήτης ο Νίκος Δένδιας, με αντικείμενο την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τη διμερή αμυντική συνεργασία.
Σύμφωνα με την προαναγγελία του ΥΠΕΘΑ, οι συνομιλίες θα επικεντρωθούν στις προκλήσεις άμυνας και ασφάλειας που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, στη συνεργασία Ελλάδας–Γερμανίας στους τομείς της αμυντικής βιομηχανίας και της τεχνολογίας και στην ανάπτυξη ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων.
Η συνάντηση θα συνδυαστεί με παρακολούθηση βολών στο πλαίσιο της άσκησης αεράμυνας «SPARTAN ARROW – 26».
Οι δύο υπουργοί αναμένεται να παρακολουθήσουν βολές των συστημάτων PATRIOT και LEFLASYS-OZELOT, καθώς και βολή πιστοποίησης του νέου συστήματος IRIS-T SLM. Η άσκηση διοργανώνεται κάθε χρόνο από τις γερμανικές Ένοπλες Δυνάμεις στο NATO Missile Firing Installation, το Πεδίο Βολής Κρήτης.
Οι κοινές δηλώσεις στον Τύπο έχουν προγραμματιστεί περίπου στις 14:40.
Η ατζέντα συνδέει τη συζήτηση για την ευρωπαϊκή άμυνα με την πρακτική συνεργασία στη βιομηχανία, στην τεχνολογία και στην εκπαίδευση. Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις δηλώσεις των δύο υπουργών και στο κατά πόσο θα προκύψουν συγκεκριμένα επόμενα βήματα.
GEOPOLITICO
«Πυρπολητής»: Ελληνική σχεδίαση και ναυτική κρούση χωρίς πλήρωμα – Το επόμενο βήμα για τον Στόλο
Το Πολεμικό Ναυτικό παρουσίασε στον Σκαραμαγκά το δικό του μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας. Επιτήρηση, αναγνώριση και προσβολή πλεόντων στόχων στις αποστολές του, με στόχο την παραγωγή σε μεγάλους αριθμούς.
Ένα νέο εργαλείο για τη θαλάσσια επιτήρηση και τις επιχειρήσεις κρούσης παρουσίασε το Πολεμικό Ναυτικό, εντάσσοντας την εγχώρια ανάπτυξη μη επανδρωμένων συστημάτων στον σχεδιασμό ενίσχυσης του Στόλου.
Ο «Πυρπολητής», μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας που σχεδιάστηκε, αναπτύχθηκε και κατασκευάστηκε εξ ολοκλήρου από το Πολεμικό Ναυτικό, αποκαλύφθηκε την Τρίτη 13 Οκτωβρίου στο Ναυτικό Οχυρό Σκαραμαγκά. Η παρουσίαση έγινε κατά τα εγκαίνια του Κέντρου Διακλαδικής Εκπαίδευσης Μη Επανδρωμένων και Αυτόνομων Θαλάσσιων Συστημάτων, παρουσία του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια.
Η σημασία του προγράμματος βρίσκεται τόσο στις αποστολές που μπορεί να αναλάβει όσο και στην ελληνική προέλευση της σχεδίασης και της κατασκευής του. Ο στόχος παραγωγής σε μεγάλους αριθμούς δίνει στο εγχείρημα προοπτική ευρύτερης αξιοποίησης από τον Στόλο, υπό την προϋπόθεση της επιτυχούς ολοκλήρωσης των δοκιμών.
Επιτήρηση και δυνατότητα προσβολής στόχων
Το σκάφος έχει μήκος πέντε μέτρων και μέγιστη ταχύτητα άνω των 40 κόμβων. Η αυτονομία του χαρακτηρίζεται υψηλή, χωρίς να έχουν ανακοινωθεί συγκεκριμένες τιμές επιχειρησιακής εμβέλειας ή διάρκειας αποστολής.
Διαθέτει ηλεκτροοπτικό σύστημα, ραντάρ επιφανείας, συστήματα επικοινωνιών και αισθητήρες για την πλοήγηση και την επιχειρησιακή χρησιμοποίησή του.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της παρουσίασης, έχει σχεδιαστεί για τρεις βασικές κατηγορίες αποστολών: συλλογή πληροφοριών, επιτήρηση και αναγνώριση· επιχειρήσεις εναντίον στόχων επιφανείας· και επιθέσεις μονής κατεύθυνσης με μεταφορά εκρηκτικού φορτίου.
Στην τελευταία περίπτωση, το ίδιο το μη επανδρωμένο σκάφος αποτελεί το μέσο προσβολής. Προβλέπονται επίσης δυνατότητες περαιτέρω αναβάθμισης και διεύρυνσης των αποστολών του.
Οι ενσωματωμένες δυνατότητες αυτόνομης λειτουργίας βρίσκονται στο τελικό στάδιο δοκιμών. Η διάκριση έχει σημασία: η απουσία πληρώματος από το σκάφος και η αυτόνομη εκτέλεση λειτουργιών αποτελούν διαφορετικά χαρακτηριστικά, τα οποία πρέπει να αξιολογούνται χωριστά.
Η επιχειρησιακή κατεύθυνση που περιέγραψε ο Δένδιας
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας ανέφερε ότι ο «Πυρπολητής» μπορεί «να συλλέγει πληροφορίες, να επιτηρεί, να αναγνωρίζει, να λειτουργεί —όπως το όνομά του λέει— σαν σκάφος δυνατοτήτων επίθεσης εναντίον πλεόντων στόχων».
Παράλληλα, επισήμανε τη δυνατότητα μεταφοράς μέρους των αποστολών επιτήρησης και περιπολίας σε μη επανδρωμένα και αυτόνομα μέσα, με αντίστοιχη μείωση των ημερών παραμονής του προσωπικού στη θάλασσα.
Αυτή η κατεύθυνση αναδεικνύει τον συμπληρωματικό ρόλο των νέων συστημάτων στον Στόλο. Η αξιοποίησή τους μπορεί να διευρύνει τις επιλογές επιτήρησης και κρούσης και να επιτρέψει διαφορετική κατανομή των αποστολών μεταξύ επανδρωμένων και μη επανδρωμένων μέσων.
Από τα πυρπολικά στην ελληνική τεχνογνωσία
Η επιλογή του ονόματος συνδέει το πρόγραμμα με την παράδοση των πυρπολικών της Επανάστασης του 1821: τη χρήση μικρότερων σκαφών για την προσβολή ισχυρότερων εχθρικών μονάδων.
Στον σύγχρονο «Πυρπολητή», η ιστορική αναφορά συνοδεύεται από συστήματα αισθητήρων, επικοινωνιών και πλοήγησης, με το πλήρωμα να απουσιάζει από το μέσο που εκτελεί την αποστολή.
Το ουσιαστικό ζητούμενο είναι η διατήρηση και η εξέλιξη αυτής της τεχνογνωσίας. Η εγχώρια ανάπτυξη αποκτά επιχειρησιακή αξία όταν συνοδεύεται από αξιόπιστη παραγωγή, υποστήριξη και δυνατότητα αναβαθμίσεων σε βάθος χρόνου.
Εκπαίδευση σε ευρύ φάσμα θαλάσσιων συστημάτων
Το νέο Κέντρο Διακλαδικής Εκπαίδευσης προορίζεται για την εκπαίδευση και την εξοικείωση του προσωπικού με μη επανδρωμένα και αυτόνομα θαλάσσια μέσα.
Στην παρουσίαση περιλαμβάνονταν συστήματα επιφανείας για επιτήρηση, συλλογή πληροφοριών, υδρογραφικές έρευνες και αποστολές έρευνας και διάσωσης, καθώς και υποβρύχια μέσα για εντοπισμό και εξουδετέρωση ναρκών.
Μεταξύ αυτών ήταν τα FLEXUS, NIRIIS, BLUE BOAT, ΜΕΣΕ και ΚΑΝΑΡΗΣ «1» και «2», καθώς και τα υποβρύχια PLUTO PLUS και PLUTINO MIKI. Η ποικιλία των μέσων δείχνει ότι η εκπαίδευση καλύπτει περισσότερες αποστολές από την αποκλειστική χρήση σκαφών κρούσης.
Στα εγκαίνια της Διακλαδικής Σχολής Μη Επανδρωμένων, αλλά και των Αυτονόμων Συστημάτων Θάλασσας. Ένα περαιτέρω βήμα, που δημιουργεί τεράστιες δυνατότητες για το Πολεμικό Ναυτικό μας στο Αρχιπέλαγος, με τα Αυτόνομα Συστήματα τα οποία μπορούν να προσφέρουν απεριόριστες δυνατότητες στην επιτήρηση και αναγνώριση, στην προστασία των λιμένων, στον ναρκοπόλεμο και στην ασφάλεια των υποδομών.
Αυτό το νέο Πολεμικό Ναυτικό με τις σύγχρονες πλατφόρμες, θα μπορεί να προστατεύει όχι μόνο την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα, αλλά και τα ενεργειακά και επικοινωνιακά δίκτυα στον βυθό, τα οποία είναι επίσης απαραίτητα για την ασφάλεια της Πατρίδας.
(από τον χαιρετισμό μου στην τελετή των εγκαινίων του Κέντρου Διακλαδικής Εκπαίδευσης Μη Επανδρωμένων και Αυτόνομων Θαλάσσιων Συστημάτων στο Κέντρο Εκπαίδευσης ΠΑΛΑΣΚΑΣ του ΠΝ)
#HellenicNavy
— Nikos Dendias (@NikosDendias) October 13, 2026
Το αίτημα για τα Corsair
Ξεχωριστή θέση είχε το Corsair της Saronic, μη επανδρωμένο και αυτόνομο σκάφος επιφανείας μήκους επτά μέτρων, με ταχύτητα άνω των 35 κόμβων.
Σύμφωνα με την ενημέρωση της παρουσίασης, διαθέτει δυνατότητα συνεργατικής αυτόνομης δράσης σε σμήνη και μπορεί να αναλαμβάνει αποστολές επιτήρησης, επιχειρήσεων κατά στόχων επιφανείας, επίθεσης μονής κατεύθυνσης και έρευνας και διάσωσης.
Το Πολεμικό Ναυτικό έχει πραγματοποιήσει δοκιμές και αξιολόγηση του συστήματος και έχει αποστείλει σχετικό Letter of Request για προμήθεια σκαφών μέσω του μηχανισμού Foreign Military Sales των ΗΠΑ. Η αποστολή του αιτήματος αποτελεί βήμα στη διαδικασία προμήθειας και δεν ισοδυναμεί με ολοκληρωμένη αγορά ή παράδοση.
Το κρίσιμο βήμα είναι η παραγωγή
Η παρουσίαση του «Πυρπολητή» αποτελεί αφετηρία για την αξιολόγηση ενός ελληνικού μη επανδρωμένου μέσου με πολλαπλές αποστολές. Η ολοκλήρωση των δοκιμών, η οργάνωση της παραγωγής και η ένταξή του στις διαδικασίες του Στόλου θα καθορίσουν το πραγματικό επιχειρησιακό του αποτύπωμα.
Μέχρι στιγμής δεν έχουν δημοσιοποιηθεί συγκεκριμένα στοιχεία για την εμβέλεια, το εκρηκτικό φορτίο, το κόστος ανά μονάδα ή το χρονοδιάγραμμα μαζικής παραγωγής. Τα διαθέσιμα δεδομένα τεκμηριώνουν τις κατευθύνσεις του προγράμματος· η συνολική αποτίμησή του θα απαιτήσει τα αποτελέσματα των δοκιμών και τις αποφάσεις για την παραγωγή.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
