Ακολουθήστε μας

Γενικά θέματα

Οι επιδράσεις της Αρχαίας Κλασσικής Γραμματείας στους Βυζαντινούς Ιστορικούς (η περίπτωση της Άννας Κομνηνής)

Δημοσιεύτηκε στις

Αρχιμανδρίτης κ. Κύριλλος Κεφαλόπουλος, ιστορικός συγγραφέας

Άννα Κομνηνή
Η παρούσα εργασία, όπως δηλώνει και ο τίτλος της, σκοπόν έχει να αναδείξει την επίδραση που άσκησαν οι αρχαίοι κλασσικοί ιστορικοί (ιδίως οι Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ξενοφών, Πολύβιος, Πλούταρχος) στην βυζαντινή ιστοριογραφία, για την οποία αποτέλεσαν πρότυπα προς μίμησιν ως προς το ύφος και την μεθοδολογία. Δεν κομίζουμε κάτι νέο, εφ’ όσον οι βυζαντινολόγοι έχουν αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας τον ισχυρό πνευματικό σύνδεσμο μεταξύ αρχαίας κλασσικής γραμματείας και βυζαντινής ιστοριογραφίας. Επομένως, η εργασία μας έχει περισσότερον χαρακτήρα συνθετικό παρά πρωτοποριακό ή καινοτόμο. Το ενδιαφέρον μας στην παρούσα εργασία θα επικεντρωθεί στο έργο της Άννης Κομνηνής, κόρης του αυτοκράτορος Αλεξίου Α΄Κομνηνού, «Αλεξιάς». Μέσα από μία σύντομη εισαγωγική περιδιάβαση γενικά στην βυζαντινή ιστοριογραφία, θα επικεντρωθούμε στο πρόσωπο της Άννης Κομνηνής, και στο ιστορικό της έργο, μέσα από το οποίο θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε επιδράσεις της αρχαίας κλασσικής γραμματείας.

Γενικά για την βυζαντινή ιστοριογραφία.

Οι βυζαντινοί ιστορικοί μας κατέλειπαν αξιόλογα έργα από απόψεως ιστοριογραφίας και λογοτεχνίας. Πολλοί εξ αυτών υπήρξαν σπουδαίοι ιστορικοί, αν και δεν εκτιμήθηκαν δεόντως από τους συγχρόνους τους, οι οποίοι προτιμούσαν να διαβάζουν τους αρχαίους κλασσικούς ιστορικούς (Θουκυδίδη, Ηρόδοτο, Ξενοφώντα, Πολύβιο, Πλούταρχο) και να θαυμάζουν με προγονική υπερηφάνεια τους αρχαίους Έλληνες, των οποίων οι Βυζαντινοί αποτελούσαν φυσικούς και πνευματικούς κληρονόμους.

Είναι γνωστή η σχέση των Βυζαντινών με τον ελληνικό πολιτισμό και η αγάπη και ο σεβασμός που έτρεφαν για την προγονική τους πολιτιστική κληρονομιά. Δικαίως αισθάνονταν υπερήφανοι για το ένδοξο ελληνικό τους παρελθόν και για τα ιστορικά και πνευματικά επιτεύγματα των προγόνων τους. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο ήταν αναμενόμενο να αναπτυχθεί έντονο ενδιαφέρον για την μελέτη της αρχαίας κλασσικής γραμματείας, αλλά και μία τάση μιμήσεως των προγενεστέρων ως πρότυπα λογοτεχνικά, φιλολογικά, γλωσσικά και ιστορικά.

Γράφει πολύ χαρακτηριστικά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος σε μίαν επιστολή του προς κάποιον σοφιστή Αβλάβιον: «πυνθάνομαί σε σοφιστικής εράν, και το χρήμα είναι θαυμάσιον, οίον σοβαρόν φθέγγεσθαι, μέγα βλέπειν, βαδίζειν υψηλόν καιμετέωρον, το λήμμα σοι φέρειν εκείσε εις Μαραθώνα και Σαλαμίνα, ταύτα δη τα ημέτερα καλλωπίσματα, και μηδέν εννοείν, ότι μη Μιλτιάδας και Κυναιγέρους και Καλλιμάχους τε και Τηλεμάχους, και πάντα εσκεύασθαι σοφιστικώς».[1] 

Μέσα από την μελέτη των αρχαίων ιστορικών οι Βυζαντινοί εύρισκαν παραδείγματα γενναίων και ηθικών ανδρών αξίων να λειτουργήσουν ως πρότυπα. Για παράδειγμα, ο Θεόδωρος Μετοχίτης, Μέγας Λογοθέτης του κράτους, αναφέρει προσωπικότητες της κλασσικής αρχαιότητος ως πρότυπα προς μίμησιν, όπως οι Επαμεινώνδας και Πελοπίδας, αλλά και προς αποφυγήν, όπως ο Αλκιβιάδης. [2] Οι βυζαντινοί των Μέσων Χρόνων ενδιαφέρονταν για την μελέτη της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, αφού άλλωστε η ιστορία ήταν ενταγμένη στα μαθήματα της εγκυκλίου παιδείας, αλλά και πολλοί λόγιοι ασχολήθηκαν με την συγγραφή της ιστορίας, επιδεικνύοντας την άριστη γνώση που διέθεταν περί των κλασσικών ιστορικών συγγραφέων, αλλά και την μίμηση του γλωσσικού τους ύφους και της αττικής διαλέκτου κατά την ιστορική αφήγηση, που συχνά θύμιζαν Ηρόδοτο, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα, Πολύβιο, Πλούταρχο.

Πράγματι, η βυζαντινή ιστοριογραφία γνώρισε μεγάλη άνθιση κατά την υπερχιλιετή διάρκεια ζωής της Ρωμαϊκής βυζαντινής αυτοκρατορίας, και ανεδείχθησαν αξιόλογοι ιστορικοί και χρονικογράφοι. Χαρακτηριστικό της βυζαντινής ιστοριογραφίας είναι ότι τόσον οι ιστορικοί όσο και οι χρονικογράφοι δεν περιορίζονται στην εξιστόρηση των σύγχρονων προς αυτούς γεγονότων, αλλά επιχειρούν να συγγράψουν γενικές ιστορίες («από κτίσεως κόσμου») θέλοντας να φανερώσουν ότι πίσω από την ιστορική πορεία των λαών και την δράση των ιστορικών προσώπων εκδηλώνεται η πρόνοια του Θεού, δημιουργού του σύμπαντος κόσμου, ο Οποίος με την θεϊκή Του βούληση κατευθύνει την πορεία των ιστορικών πραγμάτων, προνοεί για τα χριστιανικά έθνη και ενδιαφέρεται για τα πράγματα της χριστιανικής βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Όπως σημειώνει ο Κ. Κrumbacher, «δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι οι ιστορικοί αποτελούν την υπέροχον τάξιν των πεζογράφων. Εις ουδένα άλλον κλάδον της λογοτεχνίας-πλην της εκκλησιαστικής υμνογραφίας- το βυζαντινόν πνεύμα παρήγαγε τόσον αφθόνους και αγαθούς καρπούς. Οι ιστοριογράφοι, όσον και αν ήσαν μιμηταί ξένων τύπων, ευρίσκοντο όμως εις την ανάγκην να δημιουργήσουν και τι νέον, διότι το υλικόν των ήτο όλως νέον, και δη νέον ουχί διόλου ασήμαντον μέχρι του 13ου αιώνος. Αι μεγάλαι προσωπικότητες του Ιουστινιανού, Βελισσαρίου, Ναρσή, είτα του Ηρακλείου, της Μακεδονικής δυναστείας η κολοσσιαία ανάπτυξις, η πολιτική και πνευματική ανακαίνισις επί Κομνηνών και η καταπλημμύρησις της Ανατολής υπό των Φράγκων κατακτητών ανήκουν εις τα εξαισιώτερα αντικείμενα της παγκοσμίου ιστορίας».[3]  

Τα σωζόμενα ιστορικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες, σε ιστορίες και χρονικά ή χρονογραφίες. Οι χρονογράφοι, συνήθως άνθρωποι του κλήρου ή της μεσαίας τάξεως, δεν φιλοδοξούσαν να γράψουν ιστορία με αυστηρό έλεγχο των πηγών τους ή επιστημονική μεθοδολογία. Ειλκύοντο από πάσης φύσεως εξαιρετικά φαινόμενα, όπως θαύματα, πλημμύρες, φυσικές καταστροφές, ηθικές διηγήσεις που αποσκοπούσαν στον εντυπωσιασμό και την ηθικολογία των απλών ανθρώπων. Οι περισσότεροι χρονογράφοι, επειδή ακριβώς απευθύνονταν στον πολύ λαό, συνέγραψαν σε γλώσσα απλή, δημώδη, ωστόσο μέσα από τα έργα τους διασώζονται πολύτιμα ιστορικά στοιχεία, πηγές και πληροφορίες που δεν τις αντλούμε από αλλού. Συνήθως οι χρονογράφοι επιχειρούσαν να συντάξουν χρονικά «από κτίσεως κόσμου», και να περιτρέξουν εν συντομία τις προγενέστερες περιόδους (εποχή της Βίβλου, αρχαία Ελλάδα) ώσπου να φθάσουν σε πιο κοντινά και σύγχρονα προς αυτούς γεγονότα.[4]

Εν αντιθέσει προς την απλή και χωρίς ιδιαίτερη κριτική επεξεργασία του υλικού των χρονογράφων, οι βυζαντινοί ιστορικοί διαπραγματεύονται πιο λεπτομερώς και με ακριβολογία τις περιόδους και τα γεγονότα που εξιστορούν. Οι περισσότεροι εξ αυτών ήσαν λαϊκοί, μέλη των ανωτέρων κοινωνικών τάξεων, με αξιόλογη μόρφωση και κλασσική παιδεία, πολλοί εξ αυτών ανήκαν στους μεγάλους οίκους της βυζαντινής αριστοκρατίας, και κατείχαν υψηλά αξιώματα στην αυτοκρατορική διοίκηση, ως στρατηγοί, πρεσβευτές, γραμματικοί, υπουργοί και Λογοθέτες του κράτους, μέλη της αυτοκρατορικής αυλής. Η μόρφωσή και η θέση τους παρείχε την δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε σημαντικές πηγές και αρχειακό υλικό: επιστολές, κείμενα και μαρτυρίες των πρωταγωνιστικών μορφών. Πολλές φορές και οι ίδιοι ιστοριογράφοι ήσαν αυτόπτες μάρτυρες ή συμμετείχαν ενεργώς στα εξιστορούμενα γεγονότα. Υπερήφανοι για την κλασσική τους παιδεία επιχειρούν ενσυνειδήτως να μιμηθούν το ύφος, την γλώσσα, και την μεθοδολογία των αρχαίων ιστορικών , τους οποίους είχαν ως πρότυπα. Έτσι, πολλές φορές χρησιμοποιούν φράσεις από την κλασσική γραμματεία και έχουν την τάση να αποδίδουν στους σύγχρονους λαούς αρχαίες ονομασίες, π.χ. αποκαλούν τους Ρώσους ως Σκύθες, τους Νορμανδούς ως Κέλτες (όπως κάνει η Άννα Κομνηνή).[5]

Μεταξύ των πολλών αξιόλογων βυζαντινών ιστορικών θα αναφέρουμε ενδεικτικώς μερικούς από τους πιο εξέχοντες. Ο Ευσέβιος Καισαρείας (4ος αι.) συνέγραψε «Εκκλησιαστική Ιστορία», από την Γέννηση του Ιησού Χριστού έως του Μεγ. Κων/νου, του οποίου επίσης συνέθεσε και βιογραφία. Τον 5ο αι. σπουδαίοι εκκλησιαστικοί ιστορικοί υπήρξαν οι Σωκράτης, Σωζομενός,[6] και Θεοδώρητος Κύρου, ενώ και τον 6ο αι. ο Ευάγριος ο σχολαστικός έγραψε και αυτός «Εκκλησιαστική Ιστορία». Ο Προκόπιος (6ος αι.), από τους σημαντικότερους βυζαντινούς ιστορικούς, απετέλεσε πρότυπο ιστοριογραφίας για πολλούς μεταγενεστέρους. Συνέγραψε τους πολέμους που διεξήγαν οι στρατηγοί του Ιουστινιανού, Βελισσάριος και Ναρσής εναντίον των Περσών, Γότθων και Βανδάλων. Πρότυπό του είχε και αυτός τον Θουκυδίδη. Ο Ιωάννης Μαλάλας συγγράφει την «Χρονογραφία» του στα τέλη του 6ου αι. διαπραγματευόμενος μία μεγάλη ιστορική περίοδο, από την αρχαία Αίγυπτο, έως των ημερών του Ιουστινιανού (563 μ.Χ.). Θα περάσουν περίπου δύο αιώνες μέχρι να φανεί κάποιος νέος αξιόλογος ιστοριογράφος. Τον 9ο αι. ο Θεοφάνης ο Ομολογητής γράφει το «Χρονικόν» του σε δημώδη γλώσσα (όχι αρχαϊζουσα η αττικίζουσα), όπου εξιστορεί τα γεγονότα από την εποχή του Διοκλητιανού μέχρι και τις ημέρες των εικονομάχων αυτοκρατόρων Θεοφίλου και Μιχαήλ. Το έργο του αποτελεί πολύτιμη ιστορική πηγή για τους χρόνους της εικονομαχικής κρίσεως που συνετάραξε την αυτοκρατορία. Την εποχή γράφει και ο χρονογράφος Γεώργιος Μοναχός.[7]

Κων/νος Ζ’ Πορφυρογέννητος

Κατά τους ακόλουθους αιώνες έχουμε συγγραφείς όπως ο αυτοκράτωρ Κων/νος Ζ’ Πορφυρογέννητος (10ος αι.), το «Χρονικόν» του Ιωάννου Σκυλίτζη (11ος αι.) που περιλαμβάνει τα έτη 811-1081 μ.Χ., και την «Χρονογραφία» του Μιχαήλ Ψελλού, που διαπραγματεύεται την περίοδο 976-1077 μ.Χ. ο Γεώργιος Κεδρηνός χρησιμοποίησε ως πηγές τους προγενεστέρους ιστοριογράφους και συνέγραψε το έργο «Σύνοψις Ιστοριών» αφηγούμενος τα από Αδάμ και κτίσεως κόσμου έως τους χρόνους της βασιλείας του Ισαακίου Α’ Κομνηνού (1057 μ.Χ.). Τον 12ο αι. επίσης γράφει και η Άννα Κομνηνή την «Αλεξιάδα» της, έργο υψηλής ιστορικής στάθμης, στο οποίο θα αναφερθούμε εκτενέστερα εν συνεχεία. Ο Νικηφόρος Βρυέννιος, σύζυγος της Άννης Κομνηνής, γράφει και αυτός ιστορία ως συνεχιστής της «Αλεξιάδας». Κύριο πρότυπό του είναι ο Ξενοφών. Το ύφος του Βρυεννίου δεν έχει όμως την κομψότητα και την χάρη της «Αλεξιάδας»

Ο Ιωάννης Κίνναμος (1143-1202) συνέχισε το έργο της Άννης Κομνηνής. Διετέλεσε βασιλικός γραμματέας του Μανουήλ Α΄Κομνηνού, Ανδρονίκου Α΄ Κομνηνού και Ισαακίου Αγγέλου. Το έργο του καλύπτει τα γεγονότα των χρόνων 1143-1176. ο Ιωάννης Κίνναμος έχει ως πρότυπά του τους Ηρόδοτο, Ξενοφώντα και Προκόπιο. Η ιστορική του αφήγηση διακρίνεται για την απλή της γλώσσα, το ανεπιτήδευτο ύφος και την μεγάλη του αγάπη προς την πατρίδα.

Τον 12ο αι. ο Νικήτας Ακομινάτος (Χωνιάτης) καταγράφει τα γεγονότα μεταξύ των ετών 1118-1206 μ.Χ., δηλ. από την βασιλεία του Ιωάννου Κομνηνού, υιού του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού έως την άλωση της Πόλεως από τους Φράγκους σταυροφόρους του Βαλδουίνου. Αποτελεί αξιόπιστη και πολύτιμη ιστορική πηγή, διότι καταγράφει τα γεγονότα με ακρίβεια και ιδιαίτερη γνώση, καθώς υπήρξε διετέλεσε γραμματέας του αυτοκράτορος και Μέγας Λογοθέτης του κράτους, υπήρξε δε αυτόπτης στην άλωση της Κων/πολεως το 1204, όπου και περιγράφει τις ασχημοσύνες και τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι βάρβαροι σταυροφόροι.

 Κατά τον 12ο αι. ξεχωρίζει η «Σύνοψις Ιστοριών» που συνέγραψε ο Ιωάννης Ζωναράς, ανώτερος κρατικός αξιωματούχος στην αυτοκρατορική αυλή, και μετέπειτα μοναχός. Το έργο του ξεκινάει από κτίσεως κόσμου και φθάνει μέχρι τους χρόνους του Αλεξίου Α’ Κομνηνού (1118 μ.Χ.). Το έργο του έχει αξία, καθώς χρησιμοποιεί προγενέστερες πηγές, τις οποίες σήμερα εμείς δεν διαθέτουμε, και αντλεί το υλικό του από τους Ευσέβιο Καισαρείας, Θεοδώρητο Κύρου, Προκόπιο, Θεοφάνη, Ιω. Σκυλίτζη και Μιχαήλ Ψελλό, χωρίς όμως να περιορίζεται σε απλή αντιγραφή, αλλά κάνει επεξεργασία των πηγών που διαθέτει.[8]

Τον 13ον αι. έχουμε δύο πολύ αξιόλογους ιστορικούς, τον Γεώργιο Ακροπολίτη (1220-1282 μ.Χ.), ο οποίος στο έργο του «Χρονική Συγγραφή» διαλαμβάνει τα γεγονότα μεταξύ του 1204 – έτος αλώσεως της Πόλεως από τους Φράγκους- μέχρι την ανακατάληψη αυτής από τον αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο (1261 μ.Χ.), και ο Γεώργιος Παχυμέρης (1242-1310 μ.Χ.), που συνεχίζει την εξιστόρηση από το 1261 μ.Χ. έως το 1308 μ.Χ.[9] Αμφότεροι υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες και σύγχρονοι των γεγονότων, η δε ιδιότητά τους ως ανωτέρων κρατικών λειτουργών τους εξασφάλισε άμεση πρόσβαση και πληροφόρηση στα γεγονότα.

Τον 14ον αι. δεσπόζει η μορφή του Νικηφόρου Γρηγορά (1295-1359 μ.Χ.), ο οποίος συνέγραψε, μεταξύ των πολλών άλλων του συγγραμμάτων , και «Ρωμαϊκή Ιστορία» για την περίοδο 1204-1359 μ.Χ. καταλήγοντας φθάνουμε και στους γνωστούς «ιστορικούς της Αλώσεως», τους Γεώργιο Σφραντζή, Δούκα, Λαόνικο Χαλκοκονδύλη (γράφει σε γλώσσα αρχαϊζουσα επιχειρώντας να μιμηθεί τον Θουκυδίδη) και Κριτόβουλο[10] (ο τελευταίος συνειδητά προσπαθεί να μιμηθεί το ύφος και τις τεχνικές του Θουκυδίδου, αν και δυστυχώς πλέκει το εγκώμιο του Μωάμεθ), που ως αυτόπτες μάρτυρες περιγράφουν με ακρίβεια, αν και με κάποιες μεταξύ των διαφοροποιήσεις, τα τραγικά γεγονότα που οδήγησαν στην κατάλυση της αυτοκρατορίας και το τέλος του Βυζαντίου, την πολιορκία και Άλωση της Κων/πολεως το 1453 από τον Μωάμεθ τον Πορθητή.

Ολοκληρώνοντας αυτήν την σύντομη γενική και εισαγωγική αναφορά στους βυζαντινούς ιστοριογράφους και χρονικογράφους, και πριν να εισέλθουμε στην αναφορά μας στον βίο και το ιστορικό έργο της Άννης Κομνηνής, θα παραθέσουμε την θέση του μεγάλου βυζαντινολόγου Sir Steven Runciman για την σημασία της ιστορικής γνώσεως αλλά και την βαθιά συναίσθηση της εθνικής και πνευματικής συνέχειας της αρχαίας κληρονομιάς στην βυζαντινή κοινωνία: «αν κρίνει κανείς από τον αριθμό των ιστορικών και, ακόμα περισσότερο, των λαϊκών χρονογράφων, και από τις συχνές εκδόσεις των χρονικών, φαίνεται ότι ο πολύς κόσμος ενδιαφερόταν πάρα πολύ για την ιστορία. Άρεσε πολύ στους Βυζαντινούς να διαβάζουν για τις παλιές δόξες της Αυτοκρατορίας. Και τα χρονικά που τους άρεσαν περισσότερο ήσαν εκείνα που άρχιζαν με την δημιουργία του Αδάμ και της Εύας και μιλούσαν και για τον Τρωικό πόλεμο. Οι αυτοκράτορες και οι άγιοι του παλιού καιρού ήταν ζωντανοί μπρος στα μάτια τους».[11]

Ο βίος της Άννης Κομνηνής.  

Αλέξιος Κομνηνός

Κυρίαρχη μορφή στα βυζαντινά γράμματα του α’ μισού του 12ου αι. για την μόρφωσή της και το συγγραφικό της έργο είναι η Άννα Κομνηνή. Γεννήθηκε την 1Η Δεκεμβρίου 1083, ως πρωτότοκος και «πορφυρογέννητος» κόρη του βασιλέως Αλεξίου Α’ Κομνηνού και της Ειρήνης Δούκα. Ως η αγαπημένη κόρη του πατέρα της, έλαβε μία εξαιρετική παιδεία και απέκτησε εκπληκτική ευρυμάθεια στην κλασσική γραμματεία, μελέτησε τους αρχαίους συγγραφείς, ιστορικούς, φιλοσόφους. Επιπλέον, συμπλήρωσε την εγκύκλιο μόρφωσή της με σπουδές στα μαθηματικά, μουσική, αστρονομία, ιατρική, όπως συνηθιζόταν τότε να λαμβάνουν αυτήν την πολύπλευρη κλασσική παιδεία οι Ρωμαίοι πολίτες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Για ένα διάστημα εθεωρείτο ως διάδοχος του πατέρα της στον αυτοκρατορικό θρόνο, μέχρι την γέννηση άρρενος διαδόχου, του Ιωάννου Κομνηνού.

Η Άννα Κομνηνή καταγόταν από μία από τις μεγαλύτερες οικογένειες της βυζαντινής αριστοκρατίας, από αυτούς τους μεγάλους οίκους που μέλη τους είχαν ανέλθει στον αυτοκρατορικό θρόνο, όπως είχε συμβεί άλλωστε και με τους οίκους των Δούκα, Αγγέλων, Παλαιολόγων, ή άλλες λιγότερο ισχυρές οικογένειες, όπως οι Δαλασηνοί, Βρυέννιοι κ.α. που διατηρούσαν μεγάλες εκτάσεις γης, ιδιωτικούς στρατούς, και είχαν κατορθώσει με επιγαμίες να συνάψουν συγγενικούς δεσμούς με τις αυτοκρατορικές δυναστείες.  

Όμως, ανάμεσα στα μέλη αυτών των οίκων υπήρχαν βεβαίως άνθρωποι δυνατοί, μέλη της ανωτάτης κρατικής διοικήσεως και της αυτοκρατορικής αυλής, που, πέραν των κρατικών του ενασχολήσεων, εύρισκαν χρόνο και για μελέτη και συγγραφή. Οι εξέχουσες οικογένειες της βυζαντινής αυτοκρατορίας φρόντιζαν να στηρίζουν τον πολιτισμό και να παρέχουν στα μέλη τους ευρεία πνευματική μόρφωση και καλλιέργεια. Άλλωστε, η εποχή αυτή των Κομνηνών και αργότερα των Παλαιολόγων χαρακτηρίζεται τόσο από έντονα ιστορικά γεγονότα, όσο και από μία ιδιαίτερη άνθηση των γραμμάτων που χαρακτηρίστηκε ως «ύστερη βυζαντινή αναγέννηση». (η καλλιέργεια των γραμμάτων και των επιστημών ποτέ δεν έπαυσε καθ’ όλην την βυζαντινή περίοδο). Η ρητορική, η φιλοσοφία, η ιστοριογραφία γνωρίζουν μεγάλη άνθιση. Ας μην λησμονούμε ότι στους χρόνους εκείνους που γεννήθηκε η Άννα Κομνηνή δέσποζε η μορφή του Μιχαήλ Ψελλού, του «υπάτου των φιλοσόφων», όπως χαρακτηρίσθηκε, ο οποίος δίδασκε στο Πανδιδακτήριο (=Πανεπιστήμιο) της Κων/πόλεως. Σε αυτό λοιπόν το πνευματικό περιβάλλον γεννήθηκε και μεγάλωσε η Άννα Κομνηνή, και από μικρή έλαβε επιμελημένη μόρφωση.  

 Όταν ενηλικιώθηκε, το έτος 1097 σύναψε γάμο με τον Νικηφόρο Βρυέννιο, έναν εξέχοντα λόγιο άνδρα και μέλος μιας ισχυρής αριστοκρατικής οικογενείας. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Νικηφόρος Βρυέννιος συνέγραψε Ιστορία αναφερόμενη στα γεγονότα των χρόνων της βασιλείας του Ισαακίου Α’ Κομνηνού (1057 μ.Χ.) έως της ενάρξεως της βασιλείας του πενθερού του Αλεξίου Α’ Κομνηνού (1081 μ.Χ.). Μάλιστα, καθώς ο αυτοκράτωρ Αλέξιος Α’ ήταν μεγάλος σε ηλικία και ασθενής, ο Νικηφόρος Βρυέννιος με την στήριξη της αυτοκράτειρας Ειρήνης Δούκα, ήλπιζε να αναγορευθεί καίσαρ και συμβασιλεύς του ασθενούντος Αλεξίου. Τελικώς, ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός

Ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός και η σύζυγος του Ειρήνη

 απεβίωσε το 1118 μ.Χ. και στον θρόνο τον διαδέχθηκε ο γιος του Ιωάννης Β΄ Κομνηνός, αδελφός της Άννης Κομνηνής, παρά τις προσπάθειες της βασιλίσσης Ειρήνης Δούκα που συνεννοήθηκε με την κόρη της Άννα Κομνηνή ώστε να αναβιβάσουν στον θρόνο τον σύζυγο της τελευταίας Νικηφόρο Βρυέννιο. Η κίνηση απέτυχε Έτσι, έσβησε κάθε πιθανή πολιτική φιλοδοξία της Άννης Κομνηνής να γίνει αυτοκράτειρα. Έκτοτε, αποσύρθηκε στην Μονή της Κεχαριτωμένης, όπου μόνασε μέχρι τον θάνατό της το 1148 μ.Χ. Εκεί, στην Μονή συνέλαβε την ιδέα να συγγράψει ιστορία, εξιστορώντας τα γεγονότα της εποχής της.[12]

Το ιστορικό της έργο, διαιρούμενο σε 15 βιβλία, καλύπτει την χρονική περίοδο 1069-1118, τιτλοφορείται «Αλεξιάς» και είναι αφιερωμένο στην βασιλεία του πατέρα της Αλεξίου Α’ Κομνηνού. Καταγράφει τα ιστορικά γεγονότα και την δράση του Αλεξίου Α’, τις επιδρομές των Νορμανδών στα Βαλκάνια και των Τούρκων στην Μικρά Ασία. Κεντρική μορφή της «Αλεξιάδας» είναι ο Αλέξιος Α’, για τον οποίον εκφράζεται με μεγάλο θαυμασμό.

Από το έργο της διαπιστώνουμε την πνευματική συγκρότηση της Άννης Κομνηνής, την βαθιά αρχαιομάθεια, την γνώση των Γραφών, αλλά και την ανθρωπιστική της και ηθική καλλιέργεια. Μέσα από την «Αλεξιάδα» αναδεικνύεται η Άννα Κομνηνή ως βαθύτατη γνώστρια «των Γραφών και των αρχαίων συγγραφέων, θαυμάστρια του ηρωισμού αλλά και της ειρήνης, εκτιμώσα την γενναιότητα, την αγχίνοιαν, την πνευματικήν καλλιέργειαν, την ελευθερίαν του ανθρώπου, την σύνεσιν της προκεχωρημένης ηλικίας, ευρίσκει συλλήβδην τας αρετάς ταύτας κοσμούσας τον επιφανή πατέρα της», όπως σημειώνει ο Ν.Β. Τωμαδάκης.[13]

Κύριες πηγές για την συγγραφή της ιστορίας της η Άννα Κομνηνή χρησιμοποίησε τις προσωπικές της μνήμες, πληροφορίες διαφόρων προσώπων πρωταγωνιστικών και ιστορικά αρχεία. Τα πρότυπά της είναι ο Θουκυδίδης, ο Πολύβιος, άλλοι κλασσικοί συγγραφείς, αλλά και προγενέστεροι βυζαντινοί συγγραφείς, όπως ο ιστορικός Προκόπιος. Το κείμενό της διακρίνεται για την αντικειμενικότητα, την σαφήνεια και την χάρη της εξιστορήσεως.[14] Περιγράφει με ζωντάνια τις μάχες, τα όπλα και τις τακτικές των μαχών, όπως και την δράση των πρωταγωνιστών των ιστορικών γεγονότων, χωρίς ωστόσο να μπορεί να μετριάσει τον θαυμασμό της για τον πατέρα της Αλέξιο Α’. η γλώσσα της είναι η αρχαϊζουσα, στην οποία συνήθιζαν να γράφουν οι λόγιοι βυζαντινοί της εποχής μιμούμενοι τους κλασσικούς συγγραφείς. Τέλος, η ευρεία της εγκύκλιος και κλασσική παιδεία επιτρέπει στην Άννα Κομνηνή να προσθέτει στο έργο της αναφορές και παρατηρήσεις ιατρικής και αστρονομικής φύσεως, στοιχεία που καθιστούν την «Αλεξιάδα» της ένα αξιοπρόσεκτο κείμενο υψηλού επιπέδου και αξίας, όχι μόνον ιστορικής αλλά και φιλολογικής.

Οι επιδράσεις της αρχαίας κλασσικής γραμματείας στο έργο της Άννης Κομνηνής «Αλεξιάς». 

Στο τρίτο μέρος της παρούσης εργασίας θα εξετάσουμε τις σχέσεις και τις επιδράσεις που δέχθηκε η Άννα Κομνηνή στο ιστορικό της έργο «Αλεξιάς» κυρίως από τους μεγάλους κλασσικούς Έλληνες ιστοριογράφους, Ηρόδοτο, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα, αλλά και άλλους κλασσικούς συγγραφείς. Ξεκινούμε από την αρχική διαπίστωση ότι η «Αλεξιάς» έχει δεχθεί επιδράσεις από τους αρχαίους κλασσικούς συγγραφείς, και αυτή είναι μία γενική παραδοχή των σπουδαιοτέρων βυζαντινολόγων και ιστορικών της βυζαντινής λογοτεχνίας. Π.χ. ο M.E.Colonna[15], K. Krumbacher[16], Ε.Θ. Τσολάκης[17].

Μέσα από μία παράλληλη ανάγνωση των έργων του Θουκυδίδου και της Άννης Κομνηνής μπορούμε να ανιχνεύσουμε κάποιες ομοιότητες, όπως παραδέχονται οι επιφανέστεροι των βυζαντινολόγων, παρ’ ό,τι η Άννα Κομνηνή σε κανένα σημείο της «Αλεξιάδας» δεν αναφέρει ονομαστικώς τον Θουκυδίδη. Αντιθέτως, η Άννα Κομνηνή επιδεικνύει την βαθιά αρχαιομάθεία της παραπέμποντας στον Όμηρο[18], στους αρχαίους τραγικούς[19], στον Αριστοφάνη[20]. Ωστόσο, παρά την παντελή έλλειψη αναφοράς στον Θουκυδίδη, είναι εμφανής η επίδραση του μεγάλου αυτού ιστορικού της αρχαιότητος στο έργο της Άννης Κομνηνής. Και σε άλλα σημεία του έργου της μπορούμε να ανιχνεύσουμε επιρροές πιο εμφανείς από αρχαίους ιστορικούς, όπως οι Ηρόδοτος, Πολύβιος, Πλούταρχος. «Δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση ούτε ο βαθμός ούτε η φυσιολογικότητα της επιδράσεως του αρχαίου κόσμου στην βυζαντινή κουλτούρα, ή η συνέχεια είτε η ασυνέχεια μεταξύ αρχαιότητας και Βυζαντίου, αλλά το ρεαλιστικό (πραγματικό, υπαρκτό) αποτέλεσμα αυτής ( της επιδράσεως) ούτως ώστε να κατανοήσουμε τον γνήσιο και πρωτότυπο χαρακτήρα αυτής».[21]

Η Άννα Κομνηνή υπαγορεύει την “Αλεξιάδα”

Ας εξετάσουμε λοιπόν τις επιστημονικές απόψεις των επιφανέστερων μελετητών του έργου της Άννης Κομνηνής προκείμενου να τεκμηριώσουμε την ύπαρξη επιδράσεως του Θουκυδίδου στην Αλεξιάδα. Για παράδειγμα, η Georgina Buckler στην ογκώδη εργασία της για την Άννα Κομνηνή παραθέτει άπειρα χωρία από τον Θουκυδίδη εν σχέσει με την «Αλεξιάδα» προκείμενου να τεκμηριώσει παράλληλα αφηγηματικά μοτίβα ή παράλληλες εξιστορήσεις γεγονότων. Σύμφωνα με την Georgina Buckler, η επίδραση του Θουκυδίδου στην Άννα Κομνηνή καθίσταται περισσότερο εμφανής στα επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά μοτίβα, στην απαρίθμηση των αιτίων και στην ενδελεχή περιγραφή των πολεμικών γεγονότων, των στρατιωτικών κινήσεων, των λαών και των τοποθεσιών στις οποίες λαμβάνουν χώρα τα ιστορικά γεγονότα.[22] Η Georgina Buckler προσθέτει επίσης ότι η Άννα Κομνηνή επιδεικνύει ενδιαφέρον στο να βάζει τα δρώντα πρόσωπα να εκφράζονται όπως ταιριάζει σε κάθε περίσταση (δηλ. κάτι ανάλογο με τις περίφημες δημηγορίες του Θουκυδίδου). Για παράδειγμα, όταν η Άννα Κομνηνή περιγράφει την απόφαση του πατέρα της Αλεξίου Α’ να δημεύσει την περιουσία των εκκλησιών προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι στρατιωτικές του εκστρατείες, υπάρχουν τα αφηγηματικά παράλληλα στην απόφαση του Περικλέους να πείσει τους Αθηναίους να χρησιμοποιήσουν τους θησαυρούς που είχαν αποταμιευθεί στο ιερόν της Ακροπόλεως και τα άλλα ιερά ώστε να χρηματοδοτηθεί ο πόλεμος με την Σπάρτη.[23] 

Έχει παρατηρηθεί ότι, ενώ ο Θουκυδίδης στις δημηγορίες του τοποθετεί στο στόμα των ιστορικών προσώπων όσα περίπου είπαν ή θα έλεγαν αναλόγως των περιστάσεων (βλ. Θουκυδίδου Ιστορία, Α’, 22), η Άννα Κομνηνή παρουσιάζει τους ήρωες της ιστορίας να «δημηγορούν» με τέτοιον τρόπο σαν να ήσαν αυτά τα πραγματικά τους λόγια. Σε κάποια σημεία ο τρόπος που ομιλούν δημοσίως οι ιστορικοί πρωταγωνιστές της «Αλεξιάδος» θυμίζουν περισσότερον τον τρόπο που ομιλούν οι ήρωες στον Όμηρο παρά οι άνδρες στον Θουκυδίδη.[24]  

Η ίδια ερευνήτρια του έργου της Άννης Κομνηνής διαπιστώνει ομοιότητες μεταξύ του προοιμίου της «Αλεξιάδος» και των προοιμίων στις ιστορίες του Ηροδότου και του Θουκυδίδου.[25] Π.χ. τόσο ο Θουκυδίδης (Α’, 1 και 22) όσο και η Άννα Κομνηνή στο προοίμιο της «Αλεξιάδος» δηλώνουν ότι θα αναζητήσουν πίσω από τις πράξεις των προσώπων (των ιστορικών υποκειμένων δηλ.) τα αίτια και τις αντικειμενικές τους επιδιώξεις πέρα από τους λόγους («προφάσεις»). Έτσι, ο Θουκυδίδης εκθέτει τις πράξεις των Αθηναίων και των Σπαρτιατών (οι δύο αυτές πόλεις αποτελούν τα συλλογικά δρώντα ιστορικά υποκείμενα) γύρω από το μέγα ιστορικό θέμα που είναι ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, με αντικειμενικό σκοπό να δείξει πως, ό, τι συνέβη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, αποτελεί πράξεις ανθρώπινες σταθερώς επαναλαμβανόμενες σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση (άρα προβλέψιμες συμπεριφορές που λειτουργούν ως αιώνιοι ιστορικοί νόμοι), ώστε και στις μελλοντικές γενεές να χρησιμεύσει η Ιστορία του ως οδηγός του να προβλέπει κανείς τις ιστορικές εξελίξεις. Με αυτήν την οπτική, ο Θουκυδίδης παραδίδει στην ανθρωπότητα ένα έργο για να αποτελέσει «κτήμα ες αεί». Για την Άννα Κομνηνή το δρων ιστορικό υποκείμενο είναι ο πατέρας της Αλέξιος Α’ Κομνηνός, του οποίου τις πράξεις καταγράφει με αντικειμενικό σκοπό να διατηρηθούν, να μην λησμονηθούν και να περάσουν στις επόμενες γενεές. « Βούλομαι διά τήσδε μου της γραφής τας πράξεις αφηγήσασθαι του εμού πατρός ουκ αξίας σιγή παραδοθήναι ουδέ τω ρεύματι του χρόνου παρασυρήναι καθάπερ εις πέλαγος αμνημοσύνης όσας τε των σκήπτρων επειλημμένος κατεπράξατο και όσας προ του διαδήματος έδρασεν ετέροις βασιλεύσιν υπηρετούμενος» («Αλεξιάς», Προοίμιον, Ι, 2).  

Αυτή η διαφοροποίηση είναι αναμενόμενη εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας τις διαφορετικές εποχές και συνθήκες που έζησαν οι δύο ιστορικοί. Ο Θουκυδίδης αναλαμβάνει να καταγράψει την άνοδο του αθηναϊκού ιμπεριαλισμού και την πτώση του μέσα από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ενώ η Άννα Κομνηνή φυσιολογικώς επικεντρώνεται στο πρόσωπο που αποτελεί το κέντρο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, δηλ. τον αυτοκράτορα, που αποτελεί την πηγή ισχύος της αυτοκρατορίας, τον εκλεκτό του Θεού, τον υπερασπιστή της Χριστιανοσύνης. Φυσικώ τω λόγω η Άννα Κομνηνή να αναπτύσσει την «Αλεξιάδα» της γύρω από το πρόσωπο του κεντρικού ήρωα, του Αλεξίου Α’ Κομνηνού, στον οποίον αποδίδει όλες τις αρετές της ανδρείας και της σωφροσύνης. Φθάνει μάλιστα μέχρι του σημείου να τον παρομοιάζει με τους ομηρικούς ήρωες, και μάλιστα τον Αχιλλέα (βλ. ανωτέρω την αναφορά μας στην επίδραση του Ομήρου στην Άννα Κομνηνή).  

Ένας άλλος βυζαντινολόγος, ο Roger Scott, αναγνωρίζει στην «Αλεξιάδα» περισσότερες επιδράσεις του Πλουτάρχου παρά του Θουκυδίδου. Σχολιάζει ότι η Άννα Κομνηνή έχει αναφορές στους κλασσικούς ιστορικούς της αρχαιότητος περισσότερο με σκοπόν να επιδείξει την ευρεία της αρχαιομάθεια και λιγότερο για να ακολουθήσει την μεθοδολογία τους. Δηλ. Η αναφορά στους συγγραφείς της κλασσικής αρχαιότητος θεωρείται ότι γίνεται από τους βυζαντινούς συγγραφείς περισσότερο για να προσδώσει στα έργα τους μία αρχαϊζουσα λάμψη και το κύρος του κλασσικού, περιορίζεται μάλλον σε μίμηση του λεξιλογίου, των εκφράσεων και των αφηγηματικών μοτίβων των αρχαίων ιστοριογράφων.[26] Όσον αφορά την γλώσσα που χρησιμοποιεί η Άννα Κομνηνή αυτή είναι μάλλον αρχαϊζουσα παρά αττικίζουσα, και θυμίζιε περισσότερο την γλώσσα του Ξενοφώντος.[27] Ωστόσο, η ακτινοβολία του έργου του Θουκυδίδου είναι ανυπέρβλητη και είναι αναμενόμενο η Άννα Κομνηνή, θέλοντας να συγγράψει μία ιστορία με ακρίβεια και με κάποιες αξιώσεις, να προσπαθήσει να μιμηθεί τον μεγάλο Αθηναίο ιστορικό. Άλλωστε, αποτελεί κοινό τόπο στην βυζαντινή λογοτεχνία το φαινόμενο της μιμήσεως των αρχαίων συγγραφέων.[28]

Θουκυδίδης

Γεγονός αναμφισβήτητο πάντως αποτελεί ότι υπάρχει μία πολιτιστική πνευματική συνέχεια μεταξύ κλασσικής αρχαιότητος και Βυζαντίου, που περνά μέσα από τον ελληνιστικό και ύστατο ελληνορωμαϊκό κόσμο για να καταλήξει ως φυσική διαδοχή στον βυζαντινό πολιτισμό. Σε αυτό συμβάλλει τα μέγιστα η αδιάρρηκτος πολιτιστική και γλωσσική συνέχεια μεταξύ αρχαιότητος και Βυζαντίου, που καθιστά οικεία την κλασσική γραμματεία στους βυζαντινούς συγγραφείς, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να αισθάνονται άνετα να μιμούνται τα κλασσικά πρότυπα ως προς την γλώσσα, το ύφος, το λογοτεχνικό ή ιστοριογραφικό είδος. [29] Εν γένει, η επίδραση της αρχαίας κλασσικής γραμματείας και εν προκειμένω, της αρχαίας κλασσικής ιστοριογραφίας ( Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ξενοφών) όσο και της μεταγενεστέρας ελληνιστικής (Πολύβιος, Πλούταρχος) είναι υπαρκτή και αναγνωρίζεται πανταχόθεν.[30]  

Μία ομοιότητα μεταξύ Θουκυδίδου και Άννης Κομνηνής είναι, ότι λόγω καταγωγής και κοινωνικής θέσεως, έχουν αμφότεροι άμεση και προσωπική εμπλοκή στα εξιστορούμενα γεγονότα. Ο μεν Θουκυδίδης ανήκε σε μία ευκατάστατη αθηναϊκή αστική οικογένεια, η οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Περικλή και είχε επαφές με τους σοφιστές και τους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής. Ο Θουκυδίδης διετέλεσε μάλιστα και στρατηγός των Αθηναίων, αλλά λόγω αποτυχίας στην στρατιωτική του αποστολή, κατηγορήθηκε από τους Αθηναίους και αυτοεξορίστηκε στα οικογενειακά του κτήματα, στην Σκαπτή Ύλη. Η απόσυρση του Θουκυδίδου από την ενεργό δράση του προσέφερε τον απαραίτητο χρόνο για την συγγραφή της ιστορίας του, και επιπλέον του εξασφάλισε μία αποστασιοποιημένη ματιά των γεγονότων. Η προσωπική απεμπλοκή από τα γεγονότα του εξασφάλισε την δυνατότητα να εξετάσει αντικειμενικά το υλικό που συγκέντρωσε από αυτόπτες μάρτυρες, επισκέψεις στους χώρους και τα πεδία των μαχών. Η δε Άννα Κομνηνή ομοίως, μετά την απόσυρσή της από τα εγκόσμια και την απόφασή της να μονάσει στην Μονή της Κεχαριτωμένης, συνέλαβε ομοίως την ιδέα να συγγράψει ιστορία, και είχε τον χρόνο και την δυνατότητα να επεξεργαστεί το υλικό που συγκέντρωσε από μαρτυρίες, επίσημα έγγραφα, αρχειακό υλικό. Η διαφορά είναι ότι ο Θουκυδίδης ελάχιστα μας αναφέρει για το πρόσωπόν του (πρβλ. Ε’, 26, 4-5), ενώ η Άννα Κομνηνή έχει περισσότερες προσωπικές αναφορές σχετικά με την ίδια στο έργο της (λ.χ. στο Προοίμιο, στα βιβλία VI και XIV). Γνωρίζουμε πολλά περισσότερα για την Άννα Κομνηνή μέσα από την «Αλεξιάδα» εν σχέσει με τις ελάχιστες προσωπικές αναφορές στην Ιστορία του Θουκυδίδου.  

Ένα άλλο κοινό σημείο ανάμεσα στον Θουκυδίδη και την Άννα Κομνηνή είναι η έμφαση που δίδουν στις πολιτικές πράξεις οι οποίες οδηγούν και εν μέρει ερμηνεύουν τις πολεμικές πράξεις. Στον Θουκυδίδη έχει σημασία η διατήρηση του πολιτεύματος κάθε πόλεως ή η ανατροπή αυτού με βάση τις εξελίξεις στο πολιτικό και πολεμικό πεδίο. Για την Άννα Κομνηνή σημασία έχει η εξωτερική πολιτική του Αλεξίου Α’, το πώς δηλ. πολιτεύεται διπλωματικά και στρατιωτικά έναντι των Νορμανδών και των Τούρκων, αλλά και η εσωτερική πολιτική κατάσταση της αυτοκρατορίας, δηλ. η διατήρηση της τάξεως, οι εσωτερικές δυσχέρειες, ο θρησκευτικός παράγων, οι σχέσεις με την Εκκλησία, η διασφάλιση της Ορθοδοξίας έναντι κάθε είδους απειλής.  

Ωστόσο, μέγας κοινός παρανομαστής στις ιστορίες του Θουκυδίδου και της Άννης Κομνηνής αποτελεί το κατ’ εξοχήν ενδιαφέρον τους για την εξέλιξη των πολεμικών πραγμάτων, και η σημασία που αποδίδουν στην περιγραφή των μαχών. H ΄Αννα Κομνηνή δείχνει μία τάση να αποδώσει ηρωικές διαστάσεις στις μάχες του πατέρα της μέχρι του σημείου να τον παρομοιάζει με τον Αχιλλέα, προσπαθεί να έχει αυτόν τον ηρωικό επικό τόνο στις περιγραφές των μαχών (προσπαθώντας να μιμηθεί τον Όμηρο). Όσον όμως αφορά τις πολεμικές επιχειρήσεις, τις τακτικές κινήσεις των αντιπάλων, την απαρίθμηση των στρατιωτικών δυνάμεων κάθε παρατάξεως, τις διατάξεις των στρατιωτικών σχηματισμών και την ανάπτυξή τους στο πεδίο των μαχών, η ακριβολογία και η λεπτομερής καταγραφή θυμίζουν περισσότερον το ύφος του Θουκυδίδου.

Γεώργιος Παχυμέρης

Για παράδειγμα, όταν η Άννα Κομνηνή περιγράφει την πολιορκία και την κατάληψη του Δυρραχίου από τους Νορμανδούς του Βοημούνδου, επικεντρώνεται περισσότερο στην δράση των προσώπων, ενώ στην ανάλογη περίπτωση της πολιορκίας των Πλαταιών ο Θουκυδίδης ενδιαφέρεται περισσότερο για τα κίνητρα και την ανάλυση των πολεμικών γεγονότων. Ωστόσο, παρά την διαφορετικήν διαχείρηση του ιστορικού υλικού σε ανάλογα περιστατικά (πολιορκία πόλεως) υπάρχει ένα κοινό αφηγηματικό μοτίβο μεταξύ Θουκυδίδου και Άννης Κομνηνής. [31]  

Και στους δύο ιστορικούς ο πόλεμος ως φαινόμενο αποτελεί το βασικό στοιχείο ενδιαφέροντος και τον άξονα αναπτύξεως του ιστοριογραφικού τους έργου. Και οι δύο ιστορικοί εκφράζουν την επιθυμία τους να καταγράψουν τα έργα και τις πράξεις των δρώντων ιστορικών υποκείμενων, όσων βεβαίως κρίνουν ως αξιόλογα και αξιομνημόνευτα. Ο Θουκυδίδης παρουσιάζεται ως ουδέτερος καταγραφέας, ως το τρίτο πρόσωπο ενός παρατηρητού, ενώ η Άννα Κομνηνή εμπλέκει περισσότερον τον εαυτό της στην ιστορική αφήγηση, και συχνά εμφανίζεται να απευθύνεται προσωπικώς στους αναγνώστες της. Αμφότεροι οι ιστορικοί φροντίζουν να τονίζουν την τραγικότητα του πολέμου και την απαισιοδοξία πίσω από τις πράξεις των ιστορικών προσώπων. Και αυτό το μήνυμα επιχειρούν να το διασώσουν μέσα από την ιστορική καταγραφή και να το μεταβιβάσουν ως κάτι αξιόλογο και αξιομνημόνευτο για τις μεταγενέστερες γενεές.[32]  

Άλλο κοινό στοιχείο στους δύο ιστορικούς είναι το γεγονός ότι περιγράφουν γεγονότα σύγχρονα προς αυτούς, για τα οποία, είτε οι ίδιοι ήσαν αυτόπτες μάρτυρες ή πρωταγωνιστές είτε είχαν την δυνατότητα μέσα από προσωπική έρευνα και συλλογή πληροφοριών. Η Άννα Κομνηνή ακολουθεί την θουκιδίδειο μεθοδολογία ως προς την συλλογή πληροφοριών και την εξακρίβωση των πηγών.[33] Ο τελικός σκοπός είναι «η ζήτησις της αληθείας» (Θουκ. Α’, 20, 3). Αλλά και η Άννα Κομνηνή ενδιαφέρεται για την «ζήτησιν της αληθείας»
και γι’ αυτό προτιμά την πληροφόρηση από αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων, ακόμη και την χρήση γραπτών πηγών (λ.χ. επιστολές, αναφορές) γραμμένων επίσης από ανθρώπους αυτόπτες μάρτυρες και παρόντες στα γεγονότα («Αλεξιάς», βιβλίο XIV, κεφ.VII, 3, 7). Ως προς την διακρίβωση της ιστορικής αλήθειας («ακρίβεια») αξιοποιούν εκτός από προφορικές μαρτυρίες, και κάθε είδους γραπτό αρχειακό υλικό (κείμενα, επιστολές, αναφορές επίσημες, διατάγματα αυτοκρατορικά, ψηφίσματα πόλεων).[34]  

Ένα άλλο κοινό σημείο των δύο ιστορικών είναι το γεγονός ότι, ενώ αναφέρουν υπερφυσικά φαινόμενα και θεοσημίες, εν τούτοις στέκονται με κριτικό βλέμμα έναντι αυτών. Για παράδειγμα, ο Θουκυδίδης μπορεί να αναφέρει χρησμούς μαντικούς και θεοσημίες, αλλά δεν αποδίδει σε αυτά καθοριστικό ρόλο στην πρόβλεψη ή την διαμόρφωση των γεγονότων, θεωρεί ωστόσο ότι αυτά μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις των ανθρώπων.[35] Ομοίως και η Άννα Κομνηνή στέκεται επικριτικά έναντι κάθε είδους προβλέψεως των μελλόντων λ.χ. με την χρήση της αστρολογίας (θυμίζουμε ότι η Άννα Κομνηνή είχε γνώσεις αστρονομίας και στο έργο της περιέχονται οξυδερκείς αστρονομικές παρατηρήσεις), αν και αφήνει κάποια ανοικτά περιθώρια στην εκδήλωση του θεϊκού θελήματος μέσω θείων οπτασιών και οράσεων, λ.χ. όταν ο άγιος Ιωάννης εμφανίσθηκε στον πατέρα της Αλέξιο για να του φανερώσει την άνοδό του στον αυτοκρατορικό θρόνο («Αλεξιάς», II, VII, 5). Ως προς το τελευταίο, μάλλον η Άννα Κομνηνή στέκεται πλησιέστερα στον Όμηρο παρά στον Θουκυδίδη.  

Αξιοσημείωτη είναι επίσης η παρουσία της ιατρικής στα έργα των δύο ιστορικών. Τόσον η περιγραφή της λοιμώδους επιδημίας που ενέσκηψε στην Αθήνα και θανάτωσε πολλούς (Θουκ. Β’, 48-54), όσον και η περιγραφή της Άννης Κομνηνής της ασθενείας και του θανάτου του πατρός της Αλεξίου Α’ («Αλεξιάς», XV,XI,1) φανερώνουν το σχετικό βάρος που αποδίδουν στον ιατρικό παράγοντα που επιδρά στην ιστορική πορεία, αλλά και αποκαλύπτουν ότι αμφότεροι κατέχουν κάποιου είδους ιατρικές γνώσεις (για την Άννα Κομνηνή γνωρίζουμε ότι είχε σπουδάσει και την ιατρική επιστήμη).

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι η βαριά ιστοριογραφική κληρονομιά του Θουκυδίδου σκιάζει όλους τους μεταγενέστερους ιστορικούς και επιδρά κατά το μάλλον ή ήττον. Η ιστορική του ανάλυση των ιστορικών αιτίων, η ακριβής περιγραφή των πολιτικών και πολεμικών γεγονότων, η σκιαγράφηση του ρόλου των πρωταγωνιστών (μέσω των δημηγοριών), η αυστηρή μεθοδολογία στην ανεύρεση ιστορικών μαρτυριών, ο έλεγχος και η κριτική αξιοποίηση των πηγών, έχουν σφραγίσει καθοριστικά την ιστορική μεθοδολογία. Η Άννα Κομνηνή, στην συγγραφή της δικής της ιστορίας, ακολουθεί σε πολλά το ιστοριογραφικό μοντέλο του Θουκυδίδου και σε πολλά σημεία, όπως είδαμε ανωτέρω, μιμείται συνειδητά το ύφος, την θεματολογία και την αφήγηση/ εξιστόρηση των γεγονότων κατά τον τρόπο που μας θυμίζει έντονα τον Θουκυδίδη. Μέσα από την μίμηση της θουκιδίδειας ιστορικής μεθοδολογίας, η Άννα Κομνηνή κατορθώνει να μας δώσει ένα υψηλής φιλολογικής και ιστορικής στάθμης ιστοριογραφικό έργο των Μέσων Χρόνων του Βυζαντινού Ελληνισμού, ένα έργο υψηλών επιστημονικών αξιώσεων, μία πολύτιμη πηγή για την ιστορία του μεσαιωνικού ελληνισμού.

 Βιβλιογραφία 
· Αντωνιάδης, Σ., «Η περιγραφή στην ‘Αλεξιάδα’. Πως η Άννα Κομνηνή βλέπει και ζωγραφίζει πρόσωπα και χαρακτήρες», ΕΛΛΗΝΙΚΑ 5, (1932) σελ. 255-256.  
· Βασιλικοπούλου-Ιωαννίδου, Α., Εισαγωγή στη Βυζαντινή Λογοτεχνία, Αθήνα, 1984.  
· Buckler, Georgina, Anna Comnena: A Study, Oxford University Press, 1929/1963.  
· Colonna, M.E., Gli storici bizantini dal IV al XV secolo, Napoli, 1956
 · Dyck, Andrew, “Iliad and Alexiad: Anna Comnena’s Homeric Reminiscensces”, Greek, roman and Byzantine Studies 27 (1986), pp. 113-120.  
· Gouma-Petersen, Thalia, ed., Anna Komnene and Her Times, New York, 2000.
 · Hunger, H., “On the Imitation(Μίμησις) of Antiquity in Byzantine Literature”, Dumbarton Oaks Papers, 23-24 (1969-70), pp. 15-38.  
· Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Ι.Ε.Ε.), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979, τομ. Ζ΄, Η΄,Θ΄.
· Katicic, R., «Άννα η Κομνηνή και ο Όμηρος», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 27 (1957), σελ. 213-233.  
· Krumbacher, K., Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, τόμοι 3, Αθήναι 1917 (σε μτφρ. Γ. Σωτηριάδου).  
· Rolando, E. Diaz, Las Fuentes clasicas de la Alexiada de Ana Comnena. Ph.D. Dissertation, Seville, 1994.  
· Rolando, E. Diaz, “Ana Comnena y la historiografia del periodo clasico: aproximacion a un debate”, Erytjeia 13 (1992), Sevilla, pp. 29- 44.  
· Scott, Roger, “The Classical tradition in Byzantine Historiography”, Byzantium and the Classical Tradition, Birmingham, 1979.  
· Τσαμπής Γεώργιος, Η παιδεία στο χριστιανικό Βυζάντιο, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1999.
· Τσολάκης, Ε.Θ., Βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι 11ου και 12ου αιώνα, Θεσσαλονίκη, 1984.  
· Τωμαδάκης, Ν.Β., «Οι Βυζαντινοί Ιστορικοί εν σχέσει προς την αρχαίαν ιστοριογραφικήν παράδοσιν και η σημασία αυτών», Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, 5 (1954-55), σελ. 82-96.
· Χαριτωνίδης, Χ., «Παρατηρήσεις κριτικαί εις Άνναν Κομνηνήν», Παραγματείαι της Ακαδημίας Αθηνών, 15.1 (1949), σελ. 1-46.  

Σημειώσεις
[1] Γρηγόριος ο Θεολόγος, Επιστολή 223η, «Τω Αβλαβίω», P.G. 37, 376 B. Βλ. επίσης Τσάμπης Γεώργιος, Η παιδεία στο χριστιανικό Βυζάντιο, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1999, σελ.245.  
[2] Θεόδωρος Μετοχίτης, P.G. 144, 944-945.  
[3] Κ Krumbacher, Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, Αθήνα 1917, τομ. Α’, σελ. 463-464.  
[4] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Ι.Ε.Ε.), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979, τομ. Ζ’, σελ. 349.  
[5] Ι.Ε.Ε., τομ. Ζ΄, σελ. 349.  
[6] Ι.Ε.Ε., τομ. Ζ΄, σελ. 350.  
[7] Ι.Ε.Ε., τομ. Η΄, σελ. 245.  
[8] Ι.Ε.Ε., τομ. Θ΄, σελ. 387.  
[9] Ι.Ε.Ε., τομ. Θ΄, σελ. 392.  
[10] Ι.Ε.Ε., τομ. Θ΄, σελ. 392-393.  
[11] Sir Steven Runciman, Βυζαντινός Πολιτισμός , Αθήναι 1969, σελ. 262. Βλ. επίσης και Γεώργιος Ξ. Τσάμπης, ό.π., σελ. 455  
[12] Ι.Ε.Ε., τομ. Θ΄, σελ. 386-387.  
[13] Ν.Β.Τωμαδάκης, «Οι Βυζαντινοί Ιστορικοί εν σχέσει προς την αρχαίαν ιστοριογραφικήν παράδοσιν και η σημασία αυτών», Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, 5 (1954-55), σελ. 82-96.  
[14] Ι.Ε.Ε., τομ. Θ΄., σελ. 387.  
[15] Colonna, M.E., Gli storici bizantini dal IV al XV secolo, Napoli, 1956, δελ. 23.  
[16] K. Krumbacher, Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, Αθήναι 1917 , σελ. 283.  
[17] Τσολάκης, Ε.Θ., Βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι 11ου και 12ου αιώνα, Θεσσαλονίκη, 1984, σελ. 48.  
[18] Αλεξιάς Ι Ι,Χ,2.   
[19] Αλεξιάς, Προοίμιο IV, 3 και I,II,4.  
[20] Αλεξιάς, Ι, VIII,2.  
[21] Rolando, E. Diaz, “Ana Comnena y la historiografia del periodo clasico: aproximacion a un debate”, Erytheia 13 (1992), Sevilla, p. 31. Πρβλ. Επίσης του ιδίου , Las Fuentes clasicas de la Alexiada de Ana Comnena, Ph.D Dissertation, Seville, 1994.  
[22] Buckler, Georgina, Anna Comnena: A Study, Oxford University Press, , 1929, pp. 205-206.  
[23] Θουκυδίδης, Ιστορία, Β’, 3. πρβλ. Πλουτάρχου, Περικλής, 23. Αλεξιάς, V,II και VI, III.
[24] R. Katicic, «Άννα η Κομνηνή και ο Όμηρος», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 27 (1957), σελ. 213-233. Dyck, Andrew, “Iliad and Alexiad: Anna Comnena’s Homeric Reminiscences”, Greek, Roman and Byzantine Studies 27 (1986), pp. 113-120.  
[25] Buckler, Georgina, ό.π., σελ. 225.  
[26] Scott, Roger, “The Classical Tradition in Byzantine Historiography”, Byzantium and the Classical Tradition, Birmingham, 1979, pp. 61-74.  
[27] Ν.Β. Τωμαδάκης, ό.π., σελ. 87. πρβλ. Χ. Χαριτωνίδης, «Παρατηρήσεις κριτικαί εις Άνναν Κομνηνήν», Πραγματείαι της Ακαδημίας Αθηνών,15.1 (1949), σελ. 39.  
[28] H.Hunger, “On the Imitation ( Μίμησις ) of Antiquity in Byzantine Literature”, Dumbarton Oaks Papers, 23-24 (1969-70), pp. 15-38.  
[29] Ν.Β. Τωμαδάκης, «Οι Βυζαντινοί Ιστορικοί…», ό.π., σελ. 87.  
[30] Α. Βασιλικοπούλου-Ιωαννίδου, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Λογοτεχνία, Αθήνα, 1984, σελ. 52-53.  
[31] Buckler, G., vide asupra, pp. 381-404.  
[32] Ronaldo, Diaz E., vide asupra, p. 40-41.  
[33] Θουκυδίδου Ιστορία Α’, 22, και «Αλεξιάς», ΧIV, VII, 4.
[34] Θουκ.Δ’, 117-119, Ε’, 18-19, Ζ’, 8-9, «Αλεξιάς», VI, XII & VIII,VII. 

ΘΕΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Γενικά θέματα

Η πετρελαϊκή «μάχη» που ενώνει Τραμπ-Πούτιν και δισεκατομμυριούχους του Κόλπου

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Η συμφωνία, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων της Lukoil σε διάφορες χώρες.

Σύμφωνα με τους «New York Times», στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμερικανό επενδυτή Τοντ Μπόελι, στην οποία συμμετέχουν επίσης επενδυτικοί όμιλοι από τη Μέση Ανατολή. Στην προτεινόμενη συμφωνία συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση, μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC).

 Στο τραπέζι των συνομιλιών Τραμπ-Πούτιν

Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με οκτώ πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης που επικαλούνται οι «New York Times», συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία στο πλαίσιο των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Το ζήτημα της Lukoil φέρεται να τέθηκε από τον Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη συνάντησή του με τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Κρεμλίνο, στις 5 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρώσος πρόεδρος πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας ως ένδειξη ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά.

Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να απάντησαν ότι θα εργαστούν για την προώθηση της συμφωνίας, τόσο ως ένδειξη «καλής θέλησης» προς το Κρεμλίνο όσο και με στόχο τη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας.

Η ενδεχόμενη συμφωνία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον για τους υποψήφιους αγοραστές. Η έγκρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, αυξάνοντας παράλληλα την αξία τους.

 Οι διασυνδέσεις των επενδυτών

Στην κορυφή της κοινοπραξίας βρίσκεται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και γνωστός υποστηρικτής του Τραμπ. Στο επενδυτικό σχήμα συμμετέχουν επίσης επιχειρηματικοί όμιλοι από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Οι «New York Times» επισημαίνουν ότι ορισμένοι από τους επενδυτές διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ.

Μεταξύ αυτών είναι οι αδελφοί Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ από το Κατάρ, οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου στην Αλβανία.

Στην κοινοπραξία συμμετέχει επίσης επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο ίδιος συνδέεται με επενδύσεις στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ.

Παράλληλα, επενδυτικό ταμείο που συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν αποτελεί σημαντικό μέτοχο της εταιρείας private equity που ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.

 Τα ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων

Οι διασυνδέσεις αυτές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο προσωπικές επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να διασταυρώνονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μια συμφωνία που συνδέεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Οι «New York Times» αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ένδειξη πως ο Γουίτκοφ ή ο Κούσνερ πρόκειται να αποκομίσουν προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμφωνία. Ωστόσο, η υπόθεση έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών και προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ.

Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ανησυχητικές» και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο προσωπικά συμφέροντα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών.

Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Γουίτκοφ απέρριψε οποιοδήποτε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός διαπραγματευτής δεν λαμβάνει μισθό και καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα των ταξιδιών του στο πλαίσιο της αποστολής του για λογαριασμό του Τραμπ.

Η κούρσα για τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil

Η Lukoil είχε θέσει προς πώληση τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων. Αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και μεγάλοι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι.

Τον Ιανουάριο, η επενδυτική εταιρεία Carlyle είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.

Στη συνέχεια, ο όμιλος υπό τον Μπόελι εμφανίστηκε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές των περιουσιακών στοιχείων.

Η αξία των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil είχε υπολογιστεί από την ίδια την εταιρεία σε περίπου 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους. Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.

 Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης

Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στην προτεινόμενη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation, η οποία επενδύει και παρέχει χρηματοδότηση για έργα στο εξωτερικό.

Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, να εξυπηρετήσει στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς.

Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται την έγκριση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

 Η ενεργειακή διάσταση

Στο υπό διαπραγμάτευση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και άλλες ενεργειακές υποδομές και πρατήρια καυσίμων σε διάφορες χώρες.

Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη Μόσχα ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Ο Ρώσος οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ έχει επίσης εμπλακεί στη διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τους «New York Times», έχει δηλώσει ότι ο διάλογος ΗΠΑ-Ρωσίας συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων και η ενέργεια.

Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει, πάντως, ανοικτή και δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αμερικανικών αρχών και της ρωσικής πλευράς.

skpress.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Πώς μια «Ελληνίδα» έγινε το «θεμέλιο» της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουγγαρίας

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Πριν λίγο καιρό επισκεφθήκαμε την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, ένα από τα πλέον σημαντικά μουσεία της χώρας, στο οποίο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο η εξέλιξη της ουγγρικής εικαστικής τέχνης από τον 11ο αιώνα μέχρι σήμερα. Βρίσκεται στο Βασιλικό Ανάκτορο του Κάστρου της Βούδας και ιδρύθηκε το 1957 με βάση κυρίως τις ουγγρικές συλλογές του Μουσείου Καλών Τεχνών. Η συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 110.00 έργα.

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Το έργο του με τίτλο «Ελληνίδα», φιλοτεχνημένο το 1845, θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία της συλλογής της Ουγγρικής Εθνικής Πινακοθήκης. Είναι το πρώτο έργο που σηματοδότησε την έναρξη της συστηματικής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής στα εθνικά ιδρύματα.⁠ Είναι επίσης το πιο γνωστό και εμβληματικό έργο του ζωγράφου.

Οι διαστάσεις του είναι 77Χ61,5 cm περίπου. Το μοντέλο δεν είναι Ελληνίδα, αλλά η σύζυγος του Marastoni, η Giovanna Bianchi, με καταγωγή από τη Βενετία. Ο ζωγράφος την απεικόνισε με παραδοσιακή (ή φανταστική) ελληνική φορεσιά της εποχής, σύμφωνα με τη μόδα του ρομαντισμού. Η εικόνα συνδυάζει εξωτισμό, ελαφρύ ερωτισμό και ιδανική ομορφιά.

Η ιστορία

Το 1845 η Pest Art Society — η πρώτη καλλιτεχνική εταιρεία στην Ουγγαρία — αγόραζε κάθε χρόνο ένα έργο από την ετήσια έκθεσή της για να το δωρίσει στο Ουγγρικό Εθνικό Μουσείο, το οποίο τότε περιλάμβανε και την πινακοθήκη.

Η «Ελληνίδα» του Marastoni ήταν αυτό που επέλεξαν και δώρισαν τον Νοέμβριο του 1845. Έτσι, καταγράφηκε ως το πρώτο έργο στη συλλογή ζωγραφικής του μουσείου.⁠ Το Εθνικό Μουσείο είχε ήδη κάποιες δωρεές, αλλά η συστηματική συλλογή ουγγρικής τέχνης ξεκινάει ουσιαστικά με αυτό το έργο. Η Εθνική Πινακοθήκη κληρονόμησε αυτή τη συλλογή από το Εθνικό Μουσείο.

Η επιλογή του προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αποτέλεσε το «πρώτο καλλιτεχνικό σκάνδαλο» της εποχής, λόγω του ερωτισμού που απέπνεε το μοντέλο. Ωστόσο ο πίνακας αυτός ήταν και ιδιαίτερα δημοφιλής, κάτι που ενίσχυσε την εθνική συζήτηση για την τέχνη.⁠

Σήμερα, το έργο παραμένει εμβληματικό και εκτίθεται συχνά ως αφετηρία της συλλογής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Πινακοθήκη. Συμβολίζει το πώς η ουγγρική τέχνη χτίστηκε με συνεισφορές από ξένους καλλιτέχνες που ενσωματώθηκαν στη χώρα, όπως ο Marastoni.

Η δημιουργία της Πινακοθήκης

Αν κάνετε περίπατο στην οδό Deák Ferenc στο κέντρο της πόλης ίσως αξίζει κάποιες φορές να σηκώσετε το βλέμμα πάνω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Το βλέμμα σας θα συναντήσει όχι μόνο κλασικές προσόψεις, αλλά και αναμνηστικές πλάκες, όπως για παράδειγμα εκείνη στον αριθμό 21, όπου αναγράφεται: «Η Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής – ιδρυθείσα από τον Jakab Marastoni».

Η Πέστη του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά πολυπολιτισμική πόλη. Γερμανοί, Ούγγροι, Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες ζούσαν εδώ δίπλα-δίπλα ειρηνικά. Ο καθένας καλλιεργούσε τον δικό του πολιτισμό, αλλά ένα πράγμα τους ένωνε: όλοι ήθελαν να είναι και Ούγγροι και επιδίωκαν να υπηρετήσουν τον ουγγρικό πολιτισμό με τις δραστηριότητές τους.

Εκείνη την εποχή ο Marastoni υπέβαλε την αίτησή του για την ακαδημία ζωγραφικής στο Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, όταν ιδρύθηκε εντός του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου ο Σύλλογος Εθνικής Πινακοθήκης, ένα «τμήμα που συνέλεγε αποκλειστικά ουγγρική ζωγραφική».

Όλα αυτά συνέβησαν το 1845 και αυτή η μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα μπορεί να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εκείνη τη χρονιά το Εθνικό Μουσείο ήθελε να τιμήσει δεόντως την πεντηκοστή επέτειο της ανάληψης καθηκόντων του αρχιδούκα Ιωσήφ της Αυστρίας.

Ο σύλλογος που έφερε το όνομα του αρχιδούκα εγκρίθηκε τελικά από το Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών τον Σεπτέμβριο του 1845. Η Εθνική Πινακοθήκη του αρχιδούκα Ιωσήφ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως το πρώτο εθνικό ίδρυμα που συνέλεγε ουγγρικούς πίνακες.

Η πινακοθήκη δέχθηκε δωρεές έργων τόσο από συλλόγους, όσο και από ιδιώτες, και ανάμεσά τους το σημαντικότερο ήταν το έργο του Jakab Marastoni «H Ελληνίδα», το οποίο δωρήθηκε στην πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1845 από την Καλλιτεχνική Εταιρεία της Πέστης. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορία της μουσειακής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής ξεκίνησε με την «Ελληνίδα».

Αλλά γιατί μια Ελληνίδα; Το σύγχρονο (όχι αρχαίο) ελληνικό θέμα εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ζωγραφική με την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δεκαετία του 1820. Φυσικά, οι συμπάθειες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού προς τους Έλληνες άσκησαν επιρροή και στην ουγγρική τέχνη.

Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Ελληνίδες, αποτελούσαν συχνά θέμα στην ουγγρική ζωγραφική του 19ου αιώνα, και κατά μία έννοια η «Ελληνίδα» κατέληξε να αντιπροσωπεύει ένα εξωτικό θέμα αρωματισμένο με ερωτισμό.

Και αν σήμερα βρίσκουμε την «Ελληνίδα» να αποκαλύπτει ανοιχτά την ομορφιά και τη γοητεία της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για θέμα μόδας. Και όσο κι αν μας γνέφει σαγηνευτικά αυτή η όμορφη γυναίκα, με την ιστορική έννοια το έργο αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα της ουγγρικής μουσειολογίας.

Ο ζωγράφος

Ο Jakab Marastoni (Giacomo Marastoni) γεννήθηκε το 1804 στη Βενετία και σπούδασε στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών.

Ταξίδεψε στη Βιέννη στις αρχές της δεκαετίας του 1830, πέρασε από τη σημερινή Μπρατισλάβα το 1833 και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πέστη το 1836. Έγινε περιζήτητος πορτρετίστας μεταξύ αριστοκρατικών και αστικών οικογενειών, αλλά και κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων.⁠

Το 1846 ίδρυσε την Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής στην Πέστη – την πρώτη ιδιωτική σχολή αποκλειστικά για ζωγραφική στην Ουγγαρία. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται σημαντικοί Ούγγροι καλλιτέχνες όπως ο Károly Lotz, ο Mihály Zichy, ο Soma Orlai Petrich κ.ά. Το 1846 έγινε Επίτιμος Πολίτης της Πέστης.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την δαγκεροτυπία ήταν ο πρώτος επαγγελματίας αυτής της τεχνικής στην Ουγγαρία. Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική και η σχολή του έκλεισε λίγο μετά.

tovima.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Ούμαρ Κρέμλεφ: Ο άνθρωπος του Πούτιν που «εισέβαλε» στον αμερικανικό αθλητισμό

Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο.

Όταν «πάτησε» τα 28 κι έχοντας, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, καταδίκες για εκβιασμό και ξυλοδαρμό, είδε τις φιλοδοξίες του για καριέρα στην πυγμαχία να σβήνουν εξαιτίας της έλλειψης πειθαρχίας και θέλησε να κάνει μια νέα αρχή για να ανεβεί τα σκαλοπάτια της ρωσικής κοινωνίας.

Και για να πετύχει αυτή του την επιδίωξη, δεν θα μπορούσε να διαλέξει καταλληλότερο επώνυμο από το Κρεμλέφ – ουσιαστικά, «ο άνθρωπος του Κρεμλίνου». Όπως και στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, αυτό ήταν ένα όνομα που έμελλε να συνδεθεί με φήμη, πλούτο και αντιπαραθέσεις.
Ο Ρόμπερτ Γκαρσία, ο κορυφαίος Δημοκρατικός στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, έθεσε το εύλογο ερώτημα: «Τι πήρε ως αντάλλαγμα; Χρειαζόμαστε απαντήσεις» και το ζευγάρι των νεόνυμφων έσπευσε να απαντήσει: «Η φιλία δεν προϋποθέτει πολιτικά κίνητρα. Η γενναιοδωρία δεν συνοδεύεται αυτομάτως από κάποια ατζέντα. Και μερικές φορές ένα γαμήλιο δώρο είναι απλώς ένα γαμήλιο δώρο», προσφέροντας στη συνέχεια να επιστρέψει τα χρήματα.

Ο 43χρονος μεγάλωσε στο Σερπούχοφ, μια πόλη περίπου 120.000 κατοίκων, 60 μίλια νότια της Μόσχας και 5.729 μίλια ανατολικά του Little Pipe Cay, του νησιού στις Μπαχάμες που νοίκιασε για τον γιο του Αμερικανού προέδρου. Γεννημένος από μητέρα Τατζίκα σε μουσουλμανική οικογένεια, «παντρεύτηκε» αρχή τον ρόλο του αουτσάιντερ.

Στράφηκε από μικρός στην πυγμαχία, όμως έχει παραδεχτεί σε συνέντευξή του ότι σταμάτησε στα 19 του, επειδή δεν διέθετε την απαιτούμενη πειθαρχία. Ακόμη και την ημέρα ενός αγώνα μπορούσε να βρεθεί σε νυχτερινό κέντρο ως τις τέσσερις τα ξημερώματα. Με μεγάλα χέρια και τη σωματική διάπλαση πυγμάχου βαρέων βαρών, ο Κρεμλέφ πέρασε τα επόμενα χρόνια αναζητώντας τον δρόμο που του ταίριαζε. Παρέμεινε, πάντως, στον κόσμο της πυγμαχίας, εργαζόμενος ως διοργανωτής αγώνων.

Σύμφωνα με το ρωσικό ερευνητικό μέσο Proekt, καταδικάστηκε για εκβιασμό το 2004 και για ξυλοδαρμό το 2007, αν και οι ακριβείς συνθήκες των υποθέσεων παραμένουν ασαφείς. Ο ίδιος δεν έχει αρνηθεί τις καταδίκες.

Οι Night Wolves εμφανίστηκαν την περίοδο της Περεστρόικα, της οικονομικής αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1980, ως μια ομάδα μοτοσικλετιστών και φίλων της ροκ μουσικής. Επικεφαλής τους ήταν ο Αλεξάντερ Ζαλντοστάνοφ, γνωστός ως «Χειρουργός», στενός φίλος του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Μέσα σε αυτόν τον ετερόκλητο κόσμο που ο Κρεμλέφ άρχισε να καλλιεργεί τις σχέσεις που θα τον μετέτρεπαν από πυγμάχο σε ισχυρό παράγοντα της ρωσικής κοινωνίας. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν με τον Αλεξέι Ρουμπέζνι, υποστράτηγο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας (FSO) ψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων, με τον οποίο έγιναν αχώριστοι.

Το 2016, ο Ρουμπέζνι ήταν πλέον επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασφαλείας του Προέδρου και ο Κρεμλέφ είχε αποκτήσει, με αυτό τον τρόπο, πρόσβαση στον Πούτιν. Έκτοτε, η καριέρα του απογειώθηκε.

Ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία και το 2017 ανέλαβε την ηγεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας. Όμως η ορεξη του Κρεμλέφ είχε ανοίξει και δεν χόρταινε. Η Association Internationale de Boxe Amateur (AIBA – Διεθνής Ομοσπονδία Ερασιτεχνικής Πυγμαχίας) βρισκόταν τότε σε βαθιά κρίση, αντιμέτωπη με καταγγελίες διαφθοράς που οδήγησαν το 2019 στην αρχική αναστολή της από τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως φορέα που είχε την ευθύνη της ολυμπιακής πυγμαχίας.

Ο Κρεμλέφ υποσχέθηκε σαρωτικές μεταρρυθμίσεις και την εξόφληση χρέους που υπολογιζόταν στα 16 εκατ. δολάρια, με στόχο ο οργανισμός να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας. Έτσι, το 2020 κέρδισε με άνεση την ψηφοφορία για την προεδρία, ενώ το γεγονός ότι μιλούσε από ελάχιστα έως καθόλου αγγλικά δεν αποτέλεσε εμπόδιο. Και όπως έκανε με τον ίδιο του τον εαυτό, και σε αυτή την περίπτωση έκανε το restart με τον ίδιο τρόπο: άλλαξε το όνομα του οργανισμού σε International Boxing Association (IBA).

Ακολούθησε συνεργασία της IBA με την Gazprom, τον ρωσικό κρατικό ενεργειακό κολοσσό, με συνέπεια το χρέος να μηδενιστεί και τα χρηματικά έπαθλα να αυξηθούν. «Γιατί να μην μπορούν οι ερασιτέχνες πυγμάχοι να πληρώνουν τα στεγαστικά τους δάνεια και να στηρίζουν τις οικογένειές τους;» είχε δηλώσει τότε ο Κρεμλέφ.

Το 2022, η IBA ήρε περιορισμούς που είχαν επιβληθεί νωρίτερα την ίδια χρονιά και επέτρεψε σε Ρώσους και Λευκορώσους πυγμάχους να αγωνίζονται με τις εθνικές σημαίες και τους ύμνους τους, ενώ απέκλεισε από τις τάξεις της την Ουκρανική Ομοσπονδία Πυγμαχίας. Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ψήφισε – με αφορμή τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία – υπέρ της αφαίρεσης από την IBA της ιδιότητας της παγκόσμιας ομοσπονδίας του αθλήματος.

Ο Κρεμλέφ γίνεται ο «σκιώδης δήμαρχος»

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο οι πυγμάχοι του Κρεμλέφ που πληρώνονταν καλά. Το 2019, μια εταιρεία του απέκτησε το δικαίωμα να γίνει ο μοναδικός διαχειριστής της εθνικής λοταρίας της Ρωσίας. Σε ένα μοτίβο που θα επαναλαμβανόταν αρκετές φορές, η λοταρία έγινε σύντομα χορηγός της IBA.

Τα επόμενα χρόνια, ο Κρεμλέφ απέκτησε μερίδια σε τρεις από τις μεγαλύτερες στοιχηματικές εταιρείες της Ρωσίας, τις Fonbet, Liga Stavok και Pari. Ρωσικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναφέρει ότι οι συμφωνίες αυτές είχαν την υποστήριξη του Αντρέι Κόστιν, του υπό κυρώσεις χρηματοδότη και προέδρου της συνδεδεμένης με το Κρεμλίνο τράπεζας VTB, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί «τραπεζίτης-κουμπαράς του Πούτιν».

Οι εταιρείες αυτές φαίνεται ότι είχαν συνολικά έσοδα περίπου 625 δισ. ρούβλια (5,5 δισ. λίρες) το 2023, ενώ η Liga Stavok αποτελεί πλέον βασικό εταίρο της IBA.

Ο Κρεμλέφ είχε επίσης αποκτήσει σταδιακά τον έλεγχο της Tsupis, μιας εταιρείας πληρωμών που συνδέει τους παίκτες με τις στοιχηματικές εταιρείες και εισπράττει προμήθεια από κάθε ποντάρισμα. Το 2021, ο Πούτιν εξέδωσε διάταγμα κατά της απάτης, το οποίο παραχώρησε στην Tsupis μονοπώλιο σε αυτή την εξαιρετικά επικερδή δραστηριότητα. Την ίδια περίοδο, οι φορείς που ρύθμιζαν την αγορά στοιχημάτων πέρασαν επίσης υπό τον έλεγχο του Κρεμλέφ και ενοποιήθηκαν σε έναν κοινό εποπτικό οργανισμό, με αρκετά μέλη του διοικητικού συμβουλίου να προέρχονται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, από το δίκτυό του στον χώρο της πυγμαχίας.

Στη γενέτειρά του, το Σερπούχοφ, καθώς εξελισσόταν σε ολιγάρχη, ο Κρεμλέφ απέκτησε το προσωνύμιο «σκιώδης δήμαρχος», έχοντας συγκεντρώσει ένα εντυπωσιακό χαρτοφυλάκιο ακινήτων. Κάποια από αυτά φέρεται να περιήλθαν στην κατοχή του μετά την αναδιανομή περιουσιακών στοιχείων του φυλακισμένου πρώην δημάρχου Αλεξάντερ Σεστούν.

Πηγές αναφέρουν ότι απέκτησε γεωργικές εκτάσεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ένα λιμάνι, ένα εμπορικό κέντρο και ένα ξενοδοχείο, ενώ το 2024, ο Κρεμλέφ φέρεται να επωφελήθηκε και από απαλλοτρίωση. Τον Φεβρουάριο, το Κρεμλίνο κατέσχεσε τη Rolf, τη μεγαλύτερη αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της Ρωσίας, από τον Σεργκέι Πετρόφ, τον εξόριστο ιδιοκτήτη της και πρώην βουλευτή της αντιπολίτευσης και μέχρι τον Σεπτέμβριο, η εταιρεία είχε περάσει στον Κρεμλέφ μέσω συμφωνίας ύψους 35 δισ. ρουβλίων.

Σε ανακοίνωσή της, η Rolf παρουσίασε τον Κρεμλέφ ως νέο ιδιοκτήτη της, χαρακτηρίζοντάς τον «στρατηγικό επενδυτή, ο οποίος θα επιτρέψει στην εταιρεία να διατηρήσει τη μοναδική εταιρική κουλτούρα της και να διευρύνει το φάσμα των δραστηριοτήτων της, με έμφαση στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και την προσέλκυση νέων συνεργατών και πελατών».

Ένας από αυτούς τους νέους συνεργάτες, σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιεύματα του Proekt, ήταν η IBA.

Η πίστη στον Πούτιν

Έχοντας συγκεντρώσει προσωπική περιουσία που υπολογίζεται έως και σε 300 εκατ. λίρες και αναλαμβάνοντας παράλληλα και άλλα αξιώματα – μεταξύ αυτών την προεδρία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ταβλιού – ο Κρεμλέφ δεν έκρυβε ποτέ τις πολιτικές του συμπάθειες.

«Χάρη σε έναν άνθρωπο, σήμερα υπάρχουν πραγματικά κάθε είδους ευκαιρίες να κερδίσεις χρήματα και να επιδιώξεις περισσότερα», είχε δηλώσει σε βιντεοσκοπημένη συνέντευξη το 2024, την οποία εντόπισε ο Guardian. «Αυτός ο άνθρωπος, φυσικά, είναι ο πρόεδρός μας, Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν».

Λίγους μήνες αργότερα, η Ουκρανία του επέβαλε κυρώσεις, χωρίς να βρίσκεται, ωστόσο, υπό κυρώσεις από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τον Απρίλιο, ο Πούτιν απένειμε στον Κρεμλέφ το Παράσημο της Φιλίας, ενώ λίγες ημέρες πριν από τον γάμο του Τραμπ Τζούνιορ, ο Κρεμλέφ συνόδευσε τον Ρώσο πρόεδρο σε επίσκεψη στην Κίνα, επιμένοντας πάντως ότι δεν βρισκόταν εκεί με επίσημη ιδιότητα.

Τα οφέλη για την οικογένειά του

Όπως συμβαίνει συχνά με τις οικογένειες ισχυρών και εύπορων πατριαρχών, και οι συγγενείς του Κρεμλέφ φαίνεται ότι επωφελήθηκαν από την άνοδό του. Το 2024, η ρωσική Novaya Gazeta ανέφερε ότι είχε παραχωρήσει στην τότε 21χρονη σύζυγό του, Αναστάσια Λεστσίνσκαγια, ένα κουρείο και ένα καφέ στο Σερπούχοφ, καθώς και πολυτελή αυτοκίνητα. Μάλιστα, αψηφώντας πλήρως τους νόμους, οι Porsche, Lamborghini και Aston Martin που φέρεται να της ανήκαν έχουν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συγκεντρώσει περίπου 50 κλήσεις από την τροχαία της περιφέρειας της Μόσχας.

Η Λεστσίνσκαγια ήταν γνωστή δημιουργός στο TikTok και το ένα από τα δύο μέλη του διδύμου «twinsrussian».

Ωστόσο, η δίδυμη αδελφή της είναι εκείνη που έχει προσελκύσει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η Εκατερίνα Λεστσίνσκαγια διευθύνει τη φιλοπουτινική οργάνωση Healthy Fatherland, ένα αθλητικό και πατριωτικό κίνημα στο οποίο το Κίεβο έχει επιβάλει κυρώσεις για τον φερόμενο ρόλο του στην απαγωγή, την απέλαση και την αναγκαστική μεταφορά παιδιών από την Ουκρανία. Η ίδια έχει επίσης συναντηθεί επανειλημμένα με τον Ρώσο πρόεδρο.

Και φαίνεται πως αυτή ακριβώς η σύνδεση του Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ ήταν που ώθησε τη Μελάνια Τραμπ – η οποία έχει μεσολαβήσει σε συμφωνίες με Ρώσους αξιωματούχους για την επιστροφή Ουκρανών παιδιών – να πάρει αποστάσεις από τον γάμο του θετού γιου της, με εκπρόσωπό της να δηλώνει: «Η κυρία Τραμπ δεν έχει και δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τον κ. Κρεμλέφ».

Ασαφής ο τρόπος σύνδεσης του Τραμπ Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ
Ο Τραμπ Τζούνιορ, όμως, έχει. Το πώς ακριβώς ο γιος του Αμερικανού προέδρου μπήκε στον κύκλο του Κρεμλέφ παραμένει ασαφές. Εκπρόσωπος του γιου του Αμερικανού προέδρου δήλωσε ότι οι δύο άνδρες, αμφότεροι λάτρεις του κυνηγιού, γνωρίστηκαν μέσω κοινού φίλου και «δέθηκαν χάρη στην αγάπη τους για την πυγμαχία και τις δραστηριότητες στη φύση».

Επιπλέον, ο Τραμπ Τζούνιορ είχε επαφή με την πυγμαχία από μικρή ηλικία, λόγω της δραστηριότητας του πατέρα του ως διοργανωτή αγώνων. Στα δέκα του χρόνια είχε παρακολουθήσει από κοντά τον Μάικ Τάισον να διαλύει τον Μάικλ Σπινκς μέσα σε μόλις 91 δευτερόλεπτα στο Trump Plaza Hotel του Ατλάντικ Σίτι.

Ο κοινός φίλος μέσω του οποίου γνωρίστηκαν δεν έχει κατονομαστεί, ωστόσο αμφότεροι διατηρούν στενές σχέσεις με έναν Τούρκο επιχειρηματία, τον Κάαν Καρακάγια. Ο Καρακάγια φέρεται, μάίστα, να ήταν παρών σε ένα αμφιλεγόμενο κυνηγετικό ταξίδι στη Μογγολία το 2019, κατά το οποίο ο Τραμπ Τζούνιορ πυροβόλησε και σκότωσε ένα απειλούμενο πρόβατο.

Τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, σε εκδήλωση της IBA στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία παρευρέθηκε και ο Μάνι Πακιάο, παγκόσμιος πρωταθλητής σε οκτώ διαφορετικές κατηγορίες βάρους, ο Κρεμλέφ ανακοίνωσε τον διορισμό του Καρακάγια ως εκπροσώπου της οργάνωσης στην Τουρκία.

«Ο Κάαν υπήρξε μια γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, ένας φίλος που φέρνει τους ανθρώπους κοντά», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ.

«Ηγέτης και φίλος»

Ο Τραμπ Τζούνιορ παρευρέθηκε στην ίδια εκδήλωση της IBA και κάθισε δίπλα στον Κρεμλέφ πάνω στη σκηνή. Οι δύο άνδρες φαίνεται ότι διατηρούσαν ήδη τότε φιλική σχέση, παρά τα περιορισμένα αγγλικά του Ρώσου, ενώ ο Κρεμλέφ, σε μια ιδιαίτερα θερμή αναφορά, δήλωσε ότι ήταν «υπερήφανος που βρίσκεται εδώ με τον φίλο μου» και υποσχέθηκε ότι εκείνος και ο Τραμπ Τζούνιορ θα «προστατεύσουν τη διαφάνεια στην πυγμαχία και θα ανοίξουν τον δρόμο για την επόμενη γενιά».

Από την πλευρά του, ο Τραμπ Τζούνιορ επαίνεσε τον 43χρονο για το γεγονός ότι «επανέφερε την καθαρότητα της πυγμαχίας» και «αποκατέστησε την πραγματική δικαιοσύνη» στο άθλημα – μια αναφορά, όπως φαίνεται, στην πολιτική της IBA να μην επιτρέπει σε βιολογικούς άνδρες να αγωνίζονται στη γυναικεία πυγμαχία. «Είμαι υπερήφανος που αποκαλώ τον Ούμαρ όχι μόνο ηγέτη αλλά και φίλο», είχε δηλώσει, σύμφωνα με δελτίο Τύπου της IBA που είχε τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Ούμαρ Κρεμλέφ και Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ ενώνουν τις δυνάμεις τους».

Η θέση του για την πυγμάχο Ιμάν Κελίφ

Η IBA βρέθηκε ακόμη περισσότερο στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού το 2024, γεγονός που δημιούργησε μια ευκαιρία την οποία ο Κρεμλέφ μπορούσε να αξιοποιήσει.

Στους Αγώνες, η ΔΟΕ χρησιμοποίησε δική της μονάδα πυγμαχίας για τη διοργάνωση του τουρνουά, καθώς η IBA είχε ήδη αποβληθεί. Η διοργάνωση, ωστόσο, βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης όταν επετράπη στην Αλγερινή πυγμάχος Ιμάν Κελίφ να αγωνιστεί στην κατηγορία των 66 κιλών γυναικών, μολονότι είχε αποκλειστεί από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της προηγούμενης χρονιάς επειδή δεν είχε περάσει εξετάσεις επαλήθευσης φύλου.

Κι ενώ η IBA του Κρεμλέφ είχε αποκλείσει την Κελίφ από τις διοργανώσεις της, η ΔΟΕ της επέτρεψε να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες με βάση το γεγονός ότι στο διαβατήριό της αναγράφεται ως γυναίκα. Ακολούθησε διεθνής αντιπαράθεση, με την Κελίφ να κερδίζει ομόφωνα όλους τους αγώνες της και να κατακτά τελικά το χρυσό μετάλλιο.

«Είναι ξεκάθαρα καθορισμένο: ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες, ο ανδρικός αθλητισμός για άνδρες. Ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ στο TalkSPORT, μεταφέροντας, μάλιστα, το μήνυμα αυτό στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, στέλνοντας ανοιχτή επιστολή 1.100 λέξεων στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε πρόσφατα υπογράψει εκτελεστικό διάταγμα που απαγόρευε στις τρανς γυναίκες να αγωνίζονται στις γυναικείες κατηγορίες αθλημάτων.

Στην επιστολή, ο Κρεμλέφ έγραφε: «Είναι ζωτικής σημασίας όλοι οι αθλητές να αγωνίζονται επί ίσοις όροις και η θέση σας στο ζήτημα αποτελεί σημαντικό βήμα προς την επίτευξη αυτού του στόχου», ενώ επιτέθηκε και στη ΔΟΕ, λέγοντας: «Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή και η σημερινή ηγεσία της έχουν, δυστυχώς, οδηγήσει το Ολυμπιακό Κίνημα σε παρακμή με τις κοντόφθαλμες ενέργειές τους και την κακή διοίκηση».

Ο Κρεμλέφ έριξε επίσης στον Αμερικανό πρόεδρο άλλο ένα «τυράκι». «Το τελευταίο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Πυγμαχίας της IBA στις Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιήθηκε το 2007 στο Σικάγο. Ενδιαφερόμαστε πολύ να επαναφέρουμε τη διοργάνωση στη χώρα σας και είμαστε περισσότερο από έτοιμοι να συνεργαστούμε προς αυτή την κατεύθυνση» έγραψε, ενώ έκλεισε την επιστολή του παραλλάσσοντας δύο από τις αγαπημένες φράσεις του Τραμπ: «Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτά τα σημαντικά ζητήματα. Προσβλέπουμε με μεγάλη αισιοδοξία στην πιθανότητα να συνεργαστούμε για να κάνουμε ξανά σπουδαίο το Ολυμπιακό Κίνημα, να προωθήσουμε το άθλημα της πυγμαχίας και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των αθλητών σε ολόκληρο τον κόσμο».

Η αντιπαράθεση με τους Σαουδάραβες

Το 2025, η IBA ανέβασε ακόμη περισσότερο στροφές. Σύμφωνα με πληροφορίες της Telegraph, στην Κωνσταντινούπολη η ομάδα του Κρεμλέφ προσέφερε στον γνωστό Βρετανό πυγμάχο Τάισον Φιούρι αμοιβή 50 εκατ. λιρών προκειμένου να αγωνιστεί σε μία από τις διοργανώσεις της IBA. Ο Φιούρι, ωστόσο, επέλεξε να υπογράψει συμφωνία τριών αγώνων με τον Τούρκι Αλ-Σέιχ, αξιωματούχο της κυβέρνησης της Σαουδικής Αραβίας.

Ο Κρεμλέφ αποτελεί, ουσιαστικά, τον ισχυρότερο promoter του αθλήματος στην Ανατολική Ευρώπη, αποτελώντας άμεση πρόκληση για την επιρροή του Αλ-Σέιχ και των Σαουδαράβων στην πυγμαχία και για τον έλεγχό τους σε ορισμένους από τους σημαντικότερους αγώνες του αθλήματος.

Άνθρωποι από τον χώρο της πυγμαχίας περιγράφουν τον Κρεμλέφ ως «μια χαρισματική προσωπικότητα που εμφανίζεται σε εκδηλώσεις και διοργανώσεις περιστοιχισμένος από μια πολυάριθμη ομάδα συνεργατών, σχεδόν σαν αρχηγός κράτους». Οι ομιλίες του είναι συχνά φορτισμένες συναισθηματικά και δυναμικές, με επαναλαμβανόμενες αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η πυγμαχία μπορεί να αλλάξει τις ζωές των νέων ανθρώπων.

«Συχνά δεν έχει ιδιαίτερη έκφραση στο πρόσωπό του, κι όμως αποπνέει μια ευγένεια και μια ταπεινότητα», δήλωσε άνθρωπος του χώρου.

Το περασμένο καλοκαίρι, η IBA λάνσαρε και δικό της πρωτάθλημα πυγμαχίας χωρίς γάντια. Οι πρώτοι αγώνες πραγματοποιήθηκαν στη Μόσχα, όμως ήταν το ντεμπούτο στις ΗΠΑ, στο Μαϊάμι, το φετινό καλοκαίρι που τράβηξε την προσοχή.

Συμπαρουσιαστής της εκδήλωσης ήταν ο Άντριου Τέιτ, ο Βρετανός πρώην kickboxer και αυτοαποκαλούμενος μισογύνης, ο οποίος δεν ανέβηκε ποτέ στη σκηνή, καθώς συνελήφθη έξω από τον χώρο της διοργάνωσης. Ο Τέιτ και ο αδελφός του, Τρίσταν, βρίσκονται αντιμέτωποι με έκδοση στη Βρετανία, όπου αντιμετωπίζουν συνολικά 59 κατηγορίες, μεταξύ των οποίων βιασμό, αδικήματα που συνδέονται με εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και άσεμνες εικόνες παιδιού. Και οι δύο αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία.

Γλυκάθηκε με το Παγκόσμιο Κύπελλο και το UFC Freedom στον Λευκό Οίκο

Ωστόσο, δύο άλλες διοργανώσεις του καλοκαιριού φαίνεται ότι ενέπνευσαν περισσότερο τον Κρεμλέφ: το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA υπό τον Τζάνι Ινφαντίνο και το UFC Freedom 250 του Ντέινα Γουάιτ, που φιλοξενήθηκε σε κήπο του Λευκού Οίκου.

«Ο Κρεμλέφ είδε πώς ο Ντέινα και ο Ινφαντίνο κατάφεραν να πάρουν αυτό που ήθελαν», δήλωσε παράγοντας του αθλητισμού. «Θέλει κι αυτός ένα κομμάτι από αυτή την πίτα».

«Και το να έχεις πρόσβαση στον Ντον Τζούνιορ είναι μια καλή αρχή», πρόσθεσε η ίδια πηγή.

Μάλλον πέρασε τα όρια και το «πληρώνει»

Στην προσπάθειά του, όμως, να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στον παγκόσμιο αθλητισμό, ο Κρεμλέφ ίσως να πέρασε τα όρια. Η Ομοσπονδπια της οποίας ηγείται, απέχει πολύ από το να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας, καθώς τι χάσμα με τη ΔΟΕ δεν γεφυρώνεται, και η ζημιά που προκάλεσε το «εξαιρετικά γενναιόδωρο γαμήλιο δώρο» του – όπως το χαρακτήρισαν ο κύριος και η κυρία Τραμπ Τζούνιορ – φαίνεται ότι βαρύνει κυρίως τον ίδιο.

Παρότι στο νησί στις Μπαχάμες βρίσκονταν μόλις περίπου 50 άνθρωποι, ο Κρεμλέφ είχε φτάσει συνοδευόμενος από μεγάλη ομάδα Ρώσων, οι οποίοι απομονώνονταν από τους υπόλοιπους και μιλούσαν μεταξύ τους, σύμφωνα με το ProPublica. Η παρουσία και η συμπεριφορά τους είχε προκαλέσει, μάλιστα, απορίες στους άλλους καλεσμένους.

Και ύστερα τραβήχτηκε μια ομαδική φωτογραφία, όπου το ξυρισμένο κεφάλι του Κρεμλέφ διακρίνεται μισοκρυμμένο στο πίσω μέρος, ενώ στο κέντρο βρίσκονται η Ιβάνκα Τραμπ, ο Τζάρεντ Κούσνερ, η Τίφανι Τραμπ και άλλοι.

«Τι σκεφτόταν;» σχολίασε στην Telegraph πρόσωπο από κύκλους Ρώσων ολιγαρχών. «Είναι ένας μπράβος που κατάφερε να βρεθεί στη σωστή πλευρά του προέδρου και ενθουσιάστηκε υπερβολικά».

Πρώτα ήταν η Μελάνια Τραμπ που πήρε αποστάσεις. Στη συνέχεια, εκπρόσωπος του Έρικ Τραμπ, αδελφού του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, δήλωσε για τον Κρεμλέφ: «Ο Έρικ δεν έχει απολύτως καμία ιδέα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και δεν έχει ακούσει ποτέ το όνομά του». Και μετά ήρθε το τελειωτικό χτύπημα από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ: «Δεν έχω ιδέα ποιος είναι ο Ούμαρ. Δεν τον έχω ξανακούσει ποτέ».

protothema.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή