Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η «νέα Γιάλτα»

Δημοσιεύτηκε στις

Μαλούχος Γεώργιος Π
Η γερμανική «πολιτική Ευρώπη», η αποστασιοποίηση των ΗΠΑ, η κρίση χρέους, η ενέργεια και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις διαμορφώνουν έναν εκρηκτικό νέο κόσμο, με την Ελλάδα και την Κύπρο να βρίσκονται και πάλι στο σταυροδρόμι ισχύος των μεγάλων δυνάμεων
Η «νέα Γιάλτα»
13
εκτύπωση  
Με την υπόθεση της Κύπρου η Γερμανία κέρδισε μία ακόμα μάχη στην πορεία της προς την γερμανική «πολιτική» Ευρώπη που είναι και ο τελικός, επίσημα διακηρυγμένος στόχος της. Αυτό όμως κάθε άλλο παρά σημαίνει ότι θα κερδίσει τελικά και τον πόλεμο, ο οποίος, ουσιαστικά, ακόμα, δεν έχει καν ξεκινήσει. Ο δρόμος του Βερολίνου καθίσταται πλέον εφιαλτικός για όλο και περισσότερους λαούς ενώ το νέο γερμανικό μαξιμαλιστικό όραμα αγνοεί παντελώς τη γεωπολιτική ισορροπία, την κοινωνική και πολιτική ευρωπαϊκή πραγματικότητα όπως και την ιστορία άλλων δύο εγχειρημάτων γερμανικού ηγεμονισμού που κι εκείνα για καιρό έμοιαζαν να επικρατούν πριν τελικά καταβαραθρωθούν φέρνοντας μαζί τους το χάος.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η διαιρεμένη, ηττημένη Γερμανία, έγινε κατά το ένα μέρος της τμήμα της Δύσης. Όμως, από τη στιγμή που επανενώθηκε και ιδίως από την ώρα που δημιουργήθηκε το κοινό νόμισμα, η Γερμανία βρίσκεται πάλι εκτός του δυτικού στρατοπέδου. Είναι  τώρα εκ νέου η παλιά Μεσευρώπη, η πλήρης αναβίωση της πρωσικής έμπνευσης Κεντροευρωπαϊκής Αυτοκρατορίας και, στρατηγικά, δεν είναι πλέον τμήμα της Δύσης, αλλά περισσότερο ανερχόμενο αντίπαλο δέος της.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο ο κόσμος «μοιράστηκε» με τη Συμφωνία της Γιάλτας. Όμως, από τότε έχουν αλλάξει πολλά αν όχι περίπου τα πάντα: το ψυχροπολεμικό δίλλημα «ελευθερία ή κουμουνισμός» δεν υπάρχει εδώ και καιρό, ενώ, τώρα, η Γερμανία δεν είναι πια η «ηττημένη», αλλά, μέσα από την κρίση χρέους στην ευρωζώνη αναδύεται ταχύτατα ως η μεγάλη νικήτρια ευρωπαϊκή δύναμη – εξέλιξη που λόγω της άκρατης γερμανικής επιθετικότητας δεν θα αντέξει στο χρόνο, αλλά που αυτή τη στιγμή πάντως συμβαίνει.
Τι γίνεται όμως με το νέο διεθνή καταμερισμό ισχύος που ασφαλώς έχει καταστεί και πάλι το μείζον, αν και ακόμα άδηλο, διεθνές ζήτημα από την ώρα που επιστρέψαμε εκ νέου στην κυριαρχία των εθνικών πολιτικών και στην ουσιαστική πτώση του κοινού ευρωπαικού οράματος που μετεξελίχθηκε σε μονομερή άσκηση γερμανικής βίας και έτσι πλέον προσλαμβάνεται;
«Νεομεσοπόλεμος» στην Ευρώπη, Ιράν και Συρία
Όλα δείχνουν λοιπόν πλέον ότι διαμορφώνεται ένας «νεομεσοπολεμικός» κόσμος. Ότι βρισκόμαστε ήδη υπό το μιας νέας συμφωνίας για την αρχιτεκτονική ασφαλείας του κόσμου, μιας «νέας Γιάλτας». Αλλά με μία κρίσιμη διαφορά που θυμίζει περισσότερο τον μεσοπολεμικό παρά τον μεταπολεμικό κόσμο: ότι τα οριστικά πραγματικά δεδομένα δεν έχουν ακόμα διαμορφωθεί σε επίπεδο ζωνών επιρροής των δυνάμεων, καθώς, μεταξύ άλλων, σημειώνεται και μία πρωτοφανής ιδιαιτερότητα: η επιρροή σε επίπεδο οικονομικής ισχύος να μην αντιστοιχίζεται πια με στρατιωτική και γεωπολιτική ισχύ. Λ.χ., η Ελλάδα ανήκει σαφώς σήμερα στη γερμανική οικονομική σφαίρα. Όμως, τι γίνεται με τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας; Αφορά άραγε λιγότερο τους Αμερικανούς από ότι τους Γερμανούς;
Την ώρα που η ευρωζώνη ζει τις αναταράξεις της, η κατάσταση στη Συρία έχει καταστεί οριακή, όπως και στο Ιράν, για το οποίο η αμερικανική πλευρά εκτιμά ότι «πέρασε την κόκκινη γραμμή» για την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Τα δύο αυτά δεδομένα, οδηγούν σαφώς τις ΗΠΑ στο κλείσιμο των εστιών έντασης που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τη Δύση στο άμεσα ορατό ενδεχόμενο σύγκρουσης. Ετσι, την περασμένη Παρασκευή το απόγευμα, την ώρα που η Κύπρος κυριολεκτικά έβραζε μέσα στο καζάνι μιας γεωπολιτικής τάξεως αναμόχλευσης των ισορροπιών Γερμανίας και Ρωσίας επί του κυπριακού ζητήματος, ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα βρισκόταν, γεωγραφικά τουλάχιστον, πολύ κοντά στην Κύπρο: ολοκλήρωνε την πρώτη του προεδρική επίσκεψη στο Ισραήλ. Η κατάληξη της επίσκεψης ήταν απροσδόκητη: οδήγησε, έπειτα από τρία ολόκληρα χρόνια, τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Νετανιάχου να ζητήσει τελικά συγνώμη από την Τουρκία για το επεισόδιο του Μαβί Μαρμαρά, όταν από ισραηλινά πυρά έπεφταν νεκροί εννέα Τούρκοι που επέβαιναν στο πλοίο προς την αποκλεισμένη από τους Ισραηλινούς Γάζα. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι λίγες μόλις ημέρες πριν, ο Τούρκος πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν είχε εξαπολύσει μία πρωτοφανή επίθεση κατά των ισραηλινών. Μέσα σε λίγες ώρες, στο Ισραήλ είχαν αρχίσει να ακούγονται οι πρώτες φωνές για την ανάγκη συνεργασίας με την Αγκυρα στο ζήτημα του φυσικού αερίου, όπως εκείνη του Αλόν Λιέλ, πρώην υπουργού Εξωτερικών της χώρας.
Υπό «κανονικές συνθήκες», η εξέλιξη αυτή θα είχε προκαλέσει μεγάλα ερωτηματικά στην Κύπρο που έχει στενή συνεργασία με το Ισραήλ σε θέματα ενέργειας και ασφάλειας, αλλά και στην Ελλάδα, που το ζήτημα την αφορά επίσης πολλαπλά, όχι μόνον έμμεσα, λόγω Κύπρου, αλλά και άμεσα, λόγω των κοιτασμάτων στην ελληνική ΑΟΖ. Πάντως, ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, μετά όμως από όλες αυτές τις εξελίξεις, επικοινώνησε με τον Ισραηλινό ομόλογό του και συναποφάσισαν την επιτάχυνση του διακυβερνητικού συμβουλίου Ελλάδας – Ισραήλ, κάτι στο οποίο η Ελλάδα θα έπρεπε να είχε εργαστεί πολύ περισσότερο, πολύ νωρίτερα.
Η Κύπρος βράζει: χρεοκοπία και συνεκμετάλλευση  
Όμως, την περασμένη Παρασκευή το απόγευμα, οι συνθήκες κάθε άλλο παρά «κανονικές» ήταν: η Κύπρος ζούσε την πιο δύσκολη στιγμή της ιστορίας της μετά τον Αττίλα, ενώ η Ελλάδα έτρεμε το ενδεχόμενο της μετάδοσης της κρίσης αυτής όχι μόνον σε τραπεζικό επίπεδο, αλλά και ως προς την επίδρασή της στην ελληνική πολιτική και ίσως κοινωνική πραγματικότητα: ουσιαστικά, Αθήνα και Λευκωσία, βρέθηκαν όλες τις προηγούμενες ημέρες που ακολούθησαν το «όχι» της κυπριακής Βουλής στο Eurogroup πιο «μακριά» από ποτέ στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Το θρίλερ της κυπριακής «διάσωσης» οδήγησε τα χαράματα της Δευτέρας 25 Μαρτίου στη συμφωνία του Eurogroup με την οποία η Κύπρος δεχόταν τελικά όλα όσα η Γερμανία και η τρόικα της επέβαλαν, με όρους ακόμα σκληρότερους από εκείνους που πριν από περίπου μία εβδομάδα είχε απορρίψει η κυπριακή βουλή.
Ολες εκείνες τις κρίσιμες για την Κύπρο ημέρες, η Ουάσιγκτον τήρησε μία εκκωφαντική σιωπή ως προς το ζήτημα. Γιατί όχι άλλωστε; Ούτε η Αθήνα ούτε η Λευκωσία φαίνεται ότι επιχείρησαν ορατά τουλάχιστον, να συνομιλήσουν σε βάθος με τους Αμερικανούς γι αυτό – τις τελευταίες μόνο ώρες πριν την εκπνοή του πρώτου γερμανικού τελεσιγράφου, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι φέρεται σε τηλεφωνική συνομιλία με τον πρόεδρο της Κύπρου Ν. Αναστασιάδη να είχε αναφερθεί σε ενδεχόμενο αμερικανικής παρέμβασης για τις υπό πτώχευση τράπεζες.
Είναι άγνωστο αν και κατά πόσο υπήρξε πραγματικό ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τις εξελίξεις που, μεταξύ άλλων, έχουν να κάνουν σε μεγάλο βαθμό και με την ενέργεια, είτε αυτή έπεφτε πια στα χέρια της Γερμανίας με παραμονή της Κύπρου στο ευρώ, είτε, στο ενδεχόμενο εξόδου, έπεφτε στα χέρια της Ρωσίας. Τότε, μία πολύ σημαντική παράμετρος φάνηκε στον ορίζοντα: το ορατό ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να στηρίξουν τελικά την τουρκική άποψη για την κυπριακή ΑΟΖ και περί συνεκμετάλλευσης με τους τουρκοκύπριους, κάτι που δεν είχαν κάνει μέχρι τώρα. Αυτή εμφανίζεται ως η κύρια «παρενέργεια» για την Ελλάδα και την Κύπρο από το νέο μέτωπο που διαμορφώνεται εν όψει του Ιράν. Πάντως, η μακροσκοπική εικόνα είναι ότι, δυστυχώς, η Αθήνα, εδώ και πολλά χρόνια, φρόντισε με πολλούς τρόπους συστηματικά να ψυχράνει επί της ουσίας, για να μην πει κανείς σχεδόν να «παγώσει», τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, έρμαιη ενός αντιαμερικανισμού που ακόμα ζει και βασιλεύει άκριτα πολλές δεκαετίες μετά τον Εμφύλιο ευθέως εις βάρος των ζωτικών συμφερόντων της χώρας και διαπερνώντας οριζόντια το πολιτικό της φάσμα.
Η Ρωσία αναγνωρίζει τη Γερμανία ως μεγάλη δύναμη
Εν τω μεταξύ, λίγες ώρες πριν την αναχώρηση Ομπάμα από το Ισραήλ και μετά από τη συνάντηση κορυφής Ε.Ε. – Ρωσίας, η Μόσχα είχε πρακτικά αδειάσει την δραματικά προσφεύγουσα στο Κρεμλίνο Κύπρο, που ανύμπορη και πανικόβλητη έτρεχε τώρα πίσω στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο, υπό συνθήκες πολύ χειρότερες  από εκείνες επί των οποίων είχε ξεκινήσει τη «διαπραγμάτευση» μαζί τους. Αν και προγραμματισμένη πριν από το ξέσπασμα της κυπριακής κρίσης συνάντηση κορυφής μεταξύ «Ευρώπης» (επί της ουσίας Γερμανιας) και Ρωσίας, αυτή τελικά μονοπωλήθηκε από το ζήτημα της Κύπρου. Όμως, η ιστορικά αστήρικτη, λογικά ατελής και, κυρίως, πάντοτε στην πράξη διαψευσθείσα δοξασία για το «Μόσκοβο» που για αιώνες στοιχειώνει τη φαντασία πολλών και στην Ελλάδα και στην Κύπρο, ξέμεινε, όπως ήταν φυσικό, και πάλι στο πεδίο της φαντασίωσης: το «ξανθό γένος του βορρά», δεν κατέβηκε τελικά καβάλα στα… λιαρ τζετ για να «σώσει» κανέναν, όπως δεν κατέβηκε άλλωστε ούτε το 1974, την ώρα που η Κύπρος δεχόταν την εισβολή του Αττίλα. Ηταν απόλυτα αναμενόμενο: γι αυτή την περιοχή του κόσμου οι Ρώσοι ουδέποτε μπήκαν πραγματικά «στα χωράφια» των άλλων μεγάλων παικτών, από την εποχή των «Ορλοφικών», μέχρι σήμερα – για να μην ξεχάσει κανείς και τον φοβερό Εμφύλιο πόλεμο που υποδαύλισε η ΕΣΣΔ του Στάλιν στην Ελλάδα, την ώρα που η τότε νέα αρχιτεκτονική δομή ασφαλείας του κόσμου είχε ήδη καθοριστεί…
Αντιθέτως, η Μόσχα όχι απλώς έκανε τώρα εκείνο που είχε λίγο πριν δηλώσει ο Ρώσος πρωθυπουργός Μεντβέντεφ, ότι δηλαδή «η Ρωσία δεν θα χαλάσει τις σχέσεις της με την Ε.Ε. για την Κύπρο», στέλνοντας άπραγο πίσω στη Λευκωσία τον Κύπριο υπουργό Οικονομικών Σαρρή, αλλά, επιπλέον, σύμφωνα με πληροφορίες, οι Ρώσοι φαίνεται ότι ζήτησαν και πήραν τη συναίνεση των Γερμανών για την εμπλοκή τους στο επίπεδο επενδύσεων στην ενέργεια στην Ελλάδα μέσω της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΠΑ – ο πρόεδρος της Γκαζπρομ Μίλερ, ερχόταν, εκείνη τη στιγμή, για δεύτερη φορά μέσα σε δέκα ημέρες στην Αθήνα, γεγονός που σίγουρα δεν θα έφερνε την Ελλάδα πιο κοντά στις ΗΠΑ, κάτι που, όσο κι αν δεν το αντιλαμβανόταν η ίδια, περισσότερο από ποτέ το είχε τώρα ανάγκη. Μένει πλέον να φανεί αν μετά το «κούρεμα» των ρωσικών καταθέσεων στην Κύπρο, «κούρεμα» πολύ μεγαλύτερο από εκείνο του αρχικού σχεδίου, η Ρωσία με κάποιο τρόπο θα αντιδράσει, και πόσο, ή αν αυτό το ζήτημα είχε «τακτοποιηθεί» οριστικά στη «σύνοδο κορυφής» Ρωσίας – Ε.Ε. την Πέμπτη. Αν δεν αντιδράσει το μέγεθος της ανταπόδοσης θα έχει υπάρξει μεγάλο.
Μια νέα Γιάλτα: τρεις μέρες που θα αλλάξουν τον κόσμο;
Κι έτσι, τελικά, μέσα σε λίγες ώρες, πολλά κομμάτια από το παράξενο αυτό παζλ αναδιατάχθηκαν και άρχισε να γίνεται φανερό ότι κάτι μεγάλο ίσως να εγκυμονείται. Τόσο μεγάλο, που θα μπορούσε να είναι ακόμα και μία «νέα Γιάλτα», ενόψει τόσο της μανίας της Γερμανίας να κυριαρχίσει στην Ευρώπη και την πιο πρόσφατη φάση αυτής της πορείας με τα γεγονότα της Κύπρου, όσο  και των νέων μετώπων για τις ΗΠΑ, όπως η από κοινού επίλυση του ζητήματος της Συρίας από τις μεγάλες δυνάμεις, ή η προετοιμασία για σύγκρουση Αμερικανών και Ισραηλινών με το Ιράν. Αλλωστε, στην επίσκεψή του στο Ισραήλ, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έκλεισε μόνον το μέτωπο Τουρκίας – Ισραήλ, αλλά και έκανε ένα πολύ μεγάλο βήμα μπροστά στο ζήτημα του Παλαιστινιακού κράτους επισκεπτόμενος και τον Παλαιστίνιο πρόεδρο Μαχμούτ Αμπας – κάτι που αντίστοιχό του δεν είχε γίνει ξανά. Ταυτόχρονα, το PKK, ανακοίνωνε κατάπαυση του πυρός: ήταν λοιπόν προφανές ότι οι ΗΠΑ είχαν πλέον λάβει την απόφαση να στηρίξουν την Τουρκία ενόψει μεγάλων μεταβολών στη Συρία ή στο Ιράν – άλλωστε ο ίδιος ο Νετανιάχου αναφέρθηκε στο ζήτημα της Συρίας ως κύρια αιτία που τον οδήγησε σε αυτή την απροσδόκητη «συγγνώμη».
Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι τις δραματικές τρεις αυτές ημέρες, ένας νέος διεθνής γεωπολιτικός καταμερισμός πρόβαλε πια στον ορίζοντα: ένας κόσμος στον οποίο οι ΗΠΑ διαμορφώνουν μια νέα διεθνή ισορροπία μπροστά σε αναμονή μεγάλων εξελίξεων και ένας κόσμος που η Γερμανία είχε ξεφύγει πια από το επίπεδο της ισχυρής οικονομικά χώρας της ευρωζώνης και είχε ανέλθει στο status της μεγάλης δύναμης η οποία συνομιλεί ως «Ευρώπη» με τη Ρωσία για θέματα όχι γερμανικά αλλά ευρωπαικά και με την Ουάσιγκτον να της αναγνωρίζει σιωπηρά και τη Μόσχα να της αναγνωρίζει έμπρακτα αυτό το status.
Είναι όμως ασαφή ακόμα μια σειρά από πολύ σημαντικά ζητήματα: οι ΗΠΑ θα «καλύψουν», και, αν ναι, σε πιο βαθμό, πολιτικά τις τουρκικές απαιτήσεις στο Αιγαίο στα πλαίσια αυτής της νέας ισορροπίας; Η Ελλάδα θεωρείται πλέον «γερμανικός χώρος» από την Ουάσιγκτον, ή παραμένει και «συνομιλητής» των Αμερικανών και των Ισραηλινών στα σχετικά ζητήματα, στο βαθμό που την αφορούν, ή όλες τους οι αποφάσεις για την περιοχή θα παρθούν, τελικά, ερήμην της; Και τι μπορεί να κάνει γι αυτό;
Περιπλοκές και αντιφάσεις: η Ελλάδα και η Κύπρος μεταξύ ΗΠΑ, Γερμανίας και Ρωσίας
Η μεγάλη περιπλοκή έχει λοιπόν να κάνει με την αντίφαση ότι μέσα από την κρίση χρέους, η Ελλάδα και η Κύπρος, βρίσκονται πια κάτω από τη σφαίρα επιρροής της Γερμανίας – κι όχι της προσχηματικά αναφερόμενης ως «Ευρώπης». Όμως, μέσα από τη γεωπολιτική τους θέση και μέσα από τα δικαιώματά τους στην ενέργεια στην περιοχή, βρίσκονται και στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ και, φυσικά, της Ρωσίας. Η πραγματικότητα είναι ότι ουδείς στην Αθήνα γνωρίζει σε βάθος  και με επαρκή ασφάλεια το ποια ακριβώς νέα ισορροπία έχει διαμορφωθεί γύρω από την Ελλάδα και την Κύπρο στο «τραπέζι» μεταξύ Γερμανίας, Ρωσίας και ΗΠΑ. Ποιος είναι ο ακριβής καταμερισμός του ρόλου και, ίσως, και των ποσοστώσεων», για να μιλήσουμε με όρους «Γιάλτας», όπως αυτές αποτυπώθηκαν τότε στο περίφημο χειρόγραφο σημείωμα του Τσώρτσιλ.
Το μόνο σίγουρο, είναι ότι μία «νέα Γιάλτα» υπάρχει: ή έχει ήδη διαμορφωθεί πλήρως, ή διαμορφώνεται σταδιακά αυτήν ακριβώς την ώρα, μέσα από τις δύο μεγάλες κρίσεις: του χρέους στην Ευρώπη και των ανακατατάξεων στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, με κύριες παραμέτρους τόσο την ασφάλεια όσο και την ενέργεια. Πρέπει λοιπόν η Ελλάδα και η Κύπρος να βρουν γρήγορα τον τρόπο να ισορροπήσουν σε αυτή την εξαιρετικά δύσκολη και με πολλά «κρυμμένα χαρτιά» εξίσωση που η επίλυσή της θα καθορίσει το μέλλον της ίδιας, της Κύπρου, του ελληνισμού. Με καθαρό μυαλό, με μεγάλη διπλωματική εγρήγορση και απαλλαγμένες από τα στεγανά του παρελθόντος, η Ελλάδα και η Κύπρος, πρέπει να κάνουν ότι μπορούν για να μετέχουν  ως κράτη σε αυτό το νέο καταμερισμό που δείχνει να διαμορφώνεται.
Τα πολλαπλά και αρτηριοσκληρωτικά στεγανά ιδίως εκείνα που επί δεκαετίες επικρατούν στην ελληνική πολιτική, πρέπει τώρα να πέσουν. Και οδηγός γι αυτό μπορεί να είναι οι γεωπολιτικές παρακαταθήκες του εθνάρχη Ελευθερίου Βενιζέλου, του ανθρώπου που σε καιρούς διεθνών μεταβολών διπλασίασε την Ελλάδα. Παρακαταθήκες που θεμέλιό τους είναι η σύνδεσή της με τη Δύση, στην οποία η Ελλάδα με δική της κυρίως ευθύνη εν πολλοίς απέτυχε μέχρι σήμερα αλλά πρέπει και μπορεί να προσπαθήσει ξανά, αλλά και παρακαταθήκες όπως αυτές αναδείχθηκαν το 1930 στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, οι οποίες είναι σήμερα επίκαιρες εν μέρει και επειδή η Ελλάδα απέτυχε ως τώρα να εκπληρώσει το δυτικό της ρόλο.
Οι αντοχές της γερμανικής Ευρώπης
Κάθε φορά που ο ελληνισμός λειτούργησε στο πλαίσιο των πραγματικών δυτικών συμφερόντων, δηλαδή εκείνων των ναυτικών κι όχι των κεντροευρωπαικών δυνάμεων, όπως το 1912-13, βγήκε ισχυρότερος. Κάθε φορά που τα  εγκατέλειψε, όπως το 1922 ή το 1974, υπέστη τραγωδίες. Τώρα, βρίσκεται εκ νέου μπροστά σε τέτοιου διαμετρήματος ερωτήματα καθώς, σήμερα ένας νέος κόσμος προβάλλει στον ορίζοντα. Επίσης, όλες οι ως τώρα προσπάθειες της Γερμανίας να εντάξει την Ελλάδα στη σφαίρα επιρροής της, οδήγησαν κι εκείνες σε καταστροφές, όπως έγινε με τον Εθνικό Διχασμό του 1915, ή, φυσικά, με τη βία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Το ίδιο συνέβη και με τη Σοβιετική Ενωση, οδηγώντας, αμέσως μετά, στον Εμφύλιο Πόλεμο.
Η γερμανική επικυριαρχία στην Ευρώπη δεν θα αντέξει για μία σειρά από λόγους, ανάμεσα στους οποίους ο κυριότερος είναι ότι έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με σειρά λαών και χωρών, έχοντας ήδη καταστήσει τη γερμανική Ευρώπη ανεπιθύμητη: όσο κι αν προσπαθεί για το αντίθετο το Βερολίνο, στην Ευρώπη υπάρχει ακόμα δημοκρατία και πολλές χώρες που δεν αντέχουν άλλο την πίεση της – απλώς η αντίδραση σε τέτοιου είδους «τευτονικές» κινήσεις δεν έρχεται από τη μία μέρα στην άλλη. Επιπλέον, μεγάλη θα είναι εν τέλει και η αντίδραση από τη Δύση, σε μια ολοκληρωτικά γερμανική Ευρώπη στην οποία οι περισσότερες χώρες είναι πια πλήρως υποταγμένες, ακόμα και η Γαλλία, ενώ η Βρετανία απουσιάζει. Αυτή η πραγματικότητα δεν είναι βιώσιμη ούτε μπορεί να γίνει δεκτή σε μέσο χρόνο όχι μόνον από τους ίδιους τους ευρωπαικούς λαούς, αλλά και από τις ΗΠΑ. Η γερμανική λογική της βίας και της ερημοποίησης που επικρατεί τα τρία τελευταία χρόνια συνιστά μια καθαρά εθνικιστική πολιτική του Βερολίνου, που κερδίζει διαρκώς οικονομικά, πολιτικά και θεσμικά από την κρίση την οποία το ίδιο τροφοδοτεί. 
Η γερμανική Ευρώπη μοιάζει σήμερα κυρίαρχη, αλλά αυτό δεν θα κρατήσει για πολύ, η νίκη της «Μεσευρώπης» δεν μπορεί, εκ των πραγμάτων, να διαρκέσει στο χρόνο, ούτε, πολύ περισσότερο, μπορεί να στηριχθεί πια στα όπλα. Οφείλουμε λοιπόν, έστω και τώρα, αν και χάσαμε ήδη πάρα πολύ χρόνο, να αντιληφθούμε τις δυναμικές της νέας αρχιτεκτονικής του κόσμου βλέποντας σε βάθος και να πάρουμε θέση. Να χτίσουμε, έστω και αργά, ουσιαστικές δυτικές, αξιόπιστες και σε βάθος συμμαχίες κι όχι για πολλοστή φορά απόμακρες φαντασιώσεις με το «Μόσκοβο», ή να δεχθούμε κι άλλο άφωνοι την ισοπεδωτική, καταστροφική για τον τόπο υποταγή στις επιταγές του ηγεμονικού Βερολίνου όπως συμβαίνει τρία χρόνια τώρα που η γερμανική Ευρώπη αναδύεται πρώτα απ’ όλα μέσα από την Ελλάδα. 
Το μέλλον, αν το προετοιμάσουμε σωστά, μπορεί να σχετίζεται ακόμα και με την επιστροφή στην πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1930 για την ελληνοτουρκική φιλία, εντός ενός πλαίσιου ευρύτερων μεταβολών στην περιοχή μας που καθίσταται πια το ενεργό σύνορο του δυτικού κόσμου. Σίγουρα πάντως, το μέλλον δεν μπορεί να είναι η τυφλή υποταγή στο Βερολίνο.

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Newsroom10 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις19 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις49 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Δημοφιλή