Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το κυπριακό πιόνι

Δημοσιεύτηκε στις

Τιερί
Μεϊσάν από τη
Μόσχα για την  Al-Watan (Συρία)        (μτφ. Κριστιάν)

Εντός της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, η κυπριακή χρηματοπιστωτική κρίση δεν μοιάζει με καμία άλλη. 
Για
πρώτη φορά, βάλθηκαν ιδρυτικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό το ρήγμα  ανοίγει μια διαδικασία πολιτικής αποσύνθεσης η
οποία θα είναι δύσκολο να σταματήσει. Για τον Τιερί Μεϊσάν, πρόκειται για μια επιλογή της Ουάσιγκτον, ήτοι να ευνοήσει την σύλληψη κεφαλαίων προκειμένου να επιλύσει τη δική της
οικονομική κρίση, αντί να συντηρήσει μια δομημένη πολιτική οργάνωση της ζώνης επιρροής
της.

Η Ουάσιγκτον
έσπευσε να χρησιμοποιήσει την κυπριακή οικονομική κρίση για να εφαρμόσει την στρατηγική
της σύλληψης κεφαλαίων που περιέγραψα πριν από τρεις εβδομάδες σε αυτή τη στήλη
[ 1 ]. 
Με τη
βοήθεια της διευθύντριας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Αμερικανίδας
Κριστίν Λαγκάρντ,  αμφισβήτησαν το
απαραβίαστο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και προσπάθησαν να
κατασχέσουν το ένα δέκατο των τραπεζικών καταθέσεων, δήθεν για να διασωθεί η κυπριακή
εθνική τράπεζα που επηρεάζεται από την ελληνική κρίση.
Είναι
αυτονόητο ότι ο ανακοινωμένος σκοπός δεν είναι παρά προσχηματικός, διότι μακριά
από την επίλυση του προβλήματος, αυτή η κατάσχεση, αν επρόκειτο να εφαρμοστεί,
δεν θα μπορούσε παρά μόνο να την επιταχύνει. Απειλούμενα, τα επιμένοντα κεφάλαια
θα εγκατέλειπαν το νησί προκαλώντας την κατάρρευση της οικονομίας του.
Η μόνη
πραγματική λύση θα ήταν να ακυρώσει τα χρέη,  προβλέποντας τα έσοδα της εκμετάλλευσης του κυπριακού
φυσικού αερίου. Θα ήταν τόσο πιο λογικό όσο αυτό το φθηνό φυσικό αέριο θα ενίσχυε
την οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά η Ουάσιγκτον αποφάσισε αλλιώς. Οι
Ευρωπαίοι καλούνται να συνεχίσουν να αγοράζουν την ενέργειά τους σε υψηλές
τιμές από τη Μέση Ανατολή, ενώ αυτό το φθηνό φυσικό αέριο προορίζεται να
τροφοδοτήσει την ισραηλινή οικονομία.
Για να αποκρυφτεί
ο αποφασιστικός ρόλος της Ουάσιγκτον, αυτή η τραπεζική ληστεία δεν
παρουσιάζεται ως απαίτηση του ΔΝΤ, αλλά ως απαίτηση μιας τρόικα, που συμπεριλαμβάνει
την ΕΕ και την ΕΚΤ. Υπό αυτό το πρίσμα, η κατάσχεση αντικαταστήσει μια υποτίμηση
που είναι αδύνατη λόγω της ένταξης στη ζώνη του ευρώ. Εκτός από το ότι στη
περίπτωση της Κύπρου, η υποτίμηση δεν είναι μια πολιτική της Λευκωσίας, αλλά
ένα τελεσίγραφο από τον επικεφαλής της ΕΚΤ, Mario Draghi, πρώην
διευθυντή του ευρωπαϊκού τμήματος της Goldman Sachs, η οποία είναι ακριβώς ο
κύριος πιστωτής της Κύπρου.
Η κ. Lagarde, η πρώην νομική σύμβουλος του στρατιωτικού-βιομηχανικού
συμπλέγματος των ΗΠΑ, δεν προσπαθεί να υπονομεύσει την Κύπρο, αλλά να σπείρει πανικό
στα κεφάλαια που σταθμεύονται στην Ευρώπη και να τα καθοδηγήσει στη Wall Street
για να αναζωογονήσουν το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. 
Γιατί να τα
βάλει με αυτό το νησί; Επειδή είναι ένα από τα λίγα φορολογικά καταφύγια
που παραμένουν στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επειδή οι ​​καταθέσεις είναι
κυρίως ρωσικές. 
Γιατί να
το κάνει τώρα; Επειδή οι ​​Κύπριοι έκαναν
το λάθος να εκλέξουν νέο πρόεδρο τον Αμερικανό Νίκο Αναστασιάδη. 
Ακολούθησαν
έτσι τα βήματα των Ελλαδιτών που, θύματα της ίδιας αμερικανικής αυταπάτης, είχαν
εκλέξει ως πρωθυπουργό τον Αμερικανό Γεώργιο Παπανδρέου.
Αυτό το
μικρο-μαγείρεμα στράφηκε όμως άσχημα. Το κυπριακό κοινοβούλιο απέρριψε
ομόφωνα την δημευτική φορολόγηση των τραπεζικών καταθέσεων. 
Και εδώ υπάρχει
ένα φαινομενικό παράδοξο.
Η
φιλελεύθερη κυβέρνηση ήθελε να κρατικοποιήσει το ένα δέκατο των κεφαλαίων, ενώ
το κομμουνιστικό Κοινοβούλιο υπερασπίζεται την ιδιωτική περιουσία. Είναι επειδή
αυτή η εθνικοποίηση δεν θα γινόταν προς όφελος της εθνικής κοινότητας, αλλά υπέρ
του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Οι φιλικές
συμβουλές έγιναν ως εκ τούτου απειλές.
Μιλάνε να αποκλειστεί
η Κύπρος από τη ζώνη του ευρώ, αν οι εκπρόσωποι του λαού επιμείνουν στην άρνησή
τους.
Και όμως, αυτό είναι σχεδόν αδύνατο. 
Οι
συνθήκες σχεδιαστήκαν έτσι ώστε η ζώνη του ευρώ αποτελεί ένα ταξίδι χωρίς
επιστροφή. 
Δεν είναι
δυνατόν να φύγεις από μόνος του, ούτε να σε αποκλείσουν, εκτός αν φύγεις από
την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο,
αυτή η επιλογή, η οποία δεν είχε προβλεφτεί από τους νονούς της νύχτας, φοβίζει
τη Ουάσιγκτον. 
Αν το νησί
έβγαινε εκτός Ένωσης, θα το αγόραζε η Μόσχα για δέκα δισεκατομμύρια δολάρια. 
Θα
ήταν το χειρότερο παράδειγμα: ένα κράτος της Δύσης να ενωθεί με τη ρωσική
σφαίρα επιρροής, σε αντίθεση με ό, τι έχουμε ζήσει από την πτώση της ΕΣΣΔ. Είναι
σίγουρο ότι θα ακλούθησαν τα άλλα βαλκανικά κράτη, αρχής γενομένης από την
Ελλάδα.
Για την
Ουάσιγκτον, αυτό το καταστροφολογικό σενάριο πρέπει να αποφεύγεται με κάθε
κόστος. 
Πριν από
λίγους μήνες, ήταν αρκετά το State Department να βήξει ελαφρά για να παραιτηθεί
η Αθήνα της πώλησης του ενεργειακού τομέα της στη Μόσχα. 
Αυτή τη
φορά, όλα τα μέσα, ακόμα και τα πιο αντιδημοκρατικά, θα χρησιμοποιηθούν
εναντίον των Κυπρίων, εάν αντισταθούν.
Η Ρωσία
προσποιείται ότι δεν ενδιαφέρεται. 
Ο Βλαντιμίρ
Πούτιν παραμέλησε τις συμφέρουσες προσφορές επενδύσεων που έγιναν από την κυβέρνηση
Αναστασιάδη.
Ο λόγος είναι
ότι δεν προτίθεται να σώσει τους Ρώσους ολιγάρχες που είχαν κρύψει τα χρήματά
τους στο νησί, ούτε την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία τους βοηθήσε στην οργάνωση της
φοροδιαφυγής τους. 
Πίσω από τη
σκηνή, διαπραγματεύτηκε μια μυστική συμφωνία με την Άνγκελα Μέρκελ που θα
πρέπει να επιτρέψει μια οικονομική λύση για την κρίση, αλλά η οποία θα πρέπει
επίσης να οδηγήσει σε μια ευρεία αναθεώρηση των ευρωπαϊκών κανόνων. 
Παρεμπιπτόντως,
ο Τσάρος μάζεψε εκπληκτικές πληροφορίες για τις ρωσικές επενδύσεις στο νησί
κατά τη διάρκεια της εποχής Μεντβέντεφ, πληροφορίες που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει
ως επιπλέον μέσο πίεσης κατά του ασυνεπούς πρωθυπουργού του.
[1] « L’Otan économique,
solution à la crise aux États-Unis
 », Al-Watan/Réseau Voltaire, 3
mars 2013, δείτε παρακάτω.
Τιερί
Μεϊσάν από τη
Μόσχα για την  Al-Watan (Συρία)
L’OTAN économique, solution à
la crise aux États-Unis
par Thierry Meyssan
Les premiers contacts du
nouveau secrétaire d’État John Kerry n’ont pas été consacrés à la politique du
pivot (transfert des forces US vers l’Extrême-Orient), ni au plan de partage du
Proche-Orient, mais à la création d’une OTAN économique, sans que cela suscite
la moindre inquiétude en Europe. Pourtant ce projet, s’il devait être mis
rapidement en œuvre reviendrait à résoudre la crise économique aux États-Unis
au détriment des Européens.
Réseau Voltaire | Damas
(Syrie) | 3 mars 2013 http://www.voltairenet.org/squelettes/elements/images/ligne-rouge.gif
JPEG - 22.5 ko

Conférence de presse de John Kerry et Guido
Westerwelle à Berlin, le 26 février.


Lors de son discours annuel sur l’état de l’Union, le président Barack Obama a annoncé unilatéralement l’ouverture de
négociations sur un Partenariat global transatlantique de commerce et
d’investissement avec l’Union européenne (12 février). Quelques heures plus
tard, ce scoop était confirmé par une déclaration conjointe du président US et des présidents du Conseil européen, Herman van Rompuy,
et de la Commission européenne, José Manuel Barroso.
Le projet de Zone de
libre-échange transatlantique a officiellement vu le jour en marge des
négociations du traité de Zone de libre-échange nord-américaine (ALENA), en
1992. Suivant un processus d’expansion, Washington voulait étendre cet espace à
l’Union européenne. Cependant à l’époque, des voix s’étaient élevées aux
États-Unis mêmes pour reporter cette absorption, le temps que l’Organisation
mondiale du Commerce soit mise en place et stabilisée. Elles craignaient que
les deux projets se téléscopent au lieu de se renforcer.
La création d’un marché
transatlantique n’est qu’un volet d’un projet plus vaste, incluant la création
d’un véritable gouvernement supra-institutionnel avec un Conseil économique
transatlantique, un Conseil politique transatlantique, et une Assemblée
parlementaire transatlantique. Ces trois organes ont déjà été créés de manière
embryonnaire sans qu’aucune publicité leur soit donnée.
Leur architecture renvoie à un
très ancien projet de création d’un vaste bloc capitaliste réunissant tous les
États sous influence anglo-américaine. On en trouve la trace dans les clauses
secrètes du Plan Marshall et surtout dans le Traité de l’Atlantique Nord (article 2). C’est pourquoi, on parle indifféremment d’Union transatlantique ou d’OTAN
économique.
De ce point de vue, il est
symptomatique de noter que, côté US, ce projet n’est pas suivi par le
département du Commerce, mais par le Conseil de sécurité nationale.
On a un aperçu de ce que sera
le fonctionnement de l’Union transatlantique en observant la manière dont ont
été résolus les conflits sur le partage des données nominatives. Les Européens
ont des normes de protection de la vie privée très exigeantes, tandis que les
États-uniens peuvent faire n’importe quoi au motif de la lutte contre le
terrorisme. Après diverses navettes, les Européens se sont couchés devant les
États-uniens qui ont imposé leur modèle à sens unique : ils ont copié les
données européennes, tandis que les Européens n’ont pas eu accès aux données
états-uniennes.
En matière économique, il
s’agira d’abroger les droits de douanes et les barrières non-tarifaires,
c’est-à-dire les normes locales qui rendent impossible certaines importations.
Washington veut vendre tranquillement en Europe ses OGM, ses poulets traités au
chlore, et ses bœufs aux hormones. Il veut utiliser sans se gêner les données
privées de Facebook, Google, etc.
A cette stratégie à long terme
s’ajoute une tactique à moyen terme. En 2009-2010, Barack Obama avait constitué
un Comité de conseillers économiques présidé par l’historienne Christina Romer.
Cette spécialiste de la Grande dépression de 1929, avait développé l’idée que
la seule solution à la crise actuelle aux États-Unis est de provoquer un
déplacement des capitaux européens vers Wall Street. Dans ce but, Washington a
fait fermer la plupart des paradis fiscaux non-anglo-saxons, puis a joué avec
l’euro. Cependant, les capitalistes à la recherche de stabilité ont rencontré
des difficultés à transférer leur argent aux États-Unis. L’OTAN économique
rendra la chose plus facile. Les USA sauveront leur économie en attirant les capitaux
européens, donc au détriment des Européens.
Au-delà du caractère inégal de
ce projet et du piège qu’il représente dans l’immédiat, le plus important est
que les intérêts des États-Unis et de l’Union européenne sont en réalité
divergents. Les États-Unis et le Royaume-Uni sont des puissances maritimes qui
ont un intérêt historique au commerce transatlantique. C’était même leur
objectif exprimé dans la Charte de l’Atlantique lors de la Seconde Guerre mondiale. Au contraire, les Européens ont des
intérêts continentaux communs avec la Russie, notamment en matière énergétique.
En continuant à obéir à Washington comme durant la Guerre froide, Bruxelles
dessert les Européens.
Thierry Meyssan
Source
Al-Watan (Syrie)

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις8 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις39 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Δημοφιλή