Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Εθνική δομική ανεπάρκεια

Δημοσιεύτηκε στις

του Σταύρου Χριστακόπουλου 
Ήδη ο «ευρωσκεπτικισμός» έχει σπάσει τα στενά όρια της περιφέρειας (του Νότου) και εξαπλώνεται
Το 1788 ο Μιραμπώ έλεγε ήδη: “Ο ΠΟΛΕΜΟΣ είναι η
εθνική βιομηχανία της Πρωσίας”
Ανήμερα του πολέμου, η ισχυρή παγγερμανική ένωση ALLDEUTSCHER
 VERBAND διάδιδε
παντού:
Πρέπει ο ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ να ξεσηκωθεί ως ΛΑΟΣ ΑΦΕΝΤΗΣ
επάνω των ΚΑΤΩΤΕΡΩΝ ΛΑΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ.
Υπό επίθεση, αμυνόμαστε  στο όνομα της ελευθερίας για να σώσουμε την ΥΠΑΡΞΗ
μας.(Στρατάρχης Πετέν, 1917)
Γαλλική αφίσα του 1917.
Τον επόμενο μήνα, κλείνουμε τρία χρόνια
υπό τον ζυγό των αλλεπάλληλων δανειακών συμβάσεων, των εκτελεστικών τους
μνημονίων, των «κουρεμάτων», της δημοσιονομικής και πολιτικής «κατοχής»
της τρόικας των δανειστών, της μαζικής και ταχείας εξαθλίωσης του
ελληνικού λαού και της λεηλασίας της χώρας.

Ταυτόχρονα, κλείνουμε τρία χρόνια μεθοδικού γκρεμίσματος όλων των
«σταθερών» και των θεσμών της ευρωζώνης, κατάρρευσης της συνοχής της,
περιθωριοποίησης των άλλοτε ισχυρών οικονομιών της προς όφελος μόνο της
Γερμανίας, επιβολής της γερμανικής δημοσιονομικής δικτατορίας, αλλά και
πλήρους κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού ολοκληρωτισμού.

Σχεδόν στην επέτειο αυτών των τριών χρόνων, η σύγχρονη κυπριακή τραγωδία
εισάγει την ευρωζώνη και την Ευρώπη σε μια νέα εποχή: αυτήν της πλήρους
κατάρρευσης όλων των συνεκτικών δεσμών μεταξύ των μελών της.
Ήδη ο «ευρωσκεπτικισμός» έχει σπάσει τα στενά όρια της περιφέρειας (του
Νότου) και εξαπλώνεται τόσο στον σκληρό πυρήνα των στενών εταίρων και
δορυφόρων της Γερμανίας (π.χ. Ολλανδία και Φινλανδία) όσο, όμως, και
στις κεντρικές τράπεζες των ανεπτυγμένων χωρών του πλανήτη, οι οποίες
μειώνουν τα αποθέματά τους σε ευρώ στερώντας δυναμική από το
ευρωνόμισμα.
Υπ’ αυτήν την έννοια, θα επιμείνουμε ότι το κυπριακό «όχι» δεν ευθύνεται
για τη σφαγή της Κύπρου, η οποία περιγραφόταν όχι μόνο στην πρώτη
απόφαση του Eurogroup αλλά και στο κυπριακό μνημόνιο, το οποίο
συστηματικά και άκομψα παραλείπεται από την ελλαδική «συζήτηση» και του
οποίου οι λεπτομέρειες δείχνουν πως η Κύπρος μπαίνει σε μια
προαποφασισμένη πορεία ανεξέλεγκτης καταστροφής.

Αυτή ακριβώς η προοπτική πυροδοτεί τόσο την εθνική όσο και τη διεθνή
συζήτηση για την περαιτέρω συμμετοχή στο ευρώ, η οποία άνοιξε στην (και
για την) Κύπρο, αλλά επεκτείνεται στην Ιταλία και ίσως, πολύ σύντομα, να
αφορά και άλλες χώρες. 

Η αποδόμηση της «ασφάλειας»

Προφανώς, η συζήτηση για την παραμονή ή την έξοδο – και ποιων – από το
ευρώ μόλις άνοιξε και ίσως διαρκέσει αρκετά ακόμη πριν να έχουμε
αποφάσεις που θα αλλάξουν τη μορφή της ευρωζώνης. Ως εκ τούτου, το άμεσο
ζήτημα, σήμερα, δεν είναι τόσο το ορθό ή σκόπιμο της παραμονής ή της
εξόδου, όσο η διαπίστωση ότι ο κατ’ εξοχήν διαλυτικός παράγων είναι η
ίδια η ηγεσία της: η Γερμανία.

Υπενθυμίζουμε εν τάχει ότι η κύρια συγκολλητική ουσία της ευρωζώνης και
της Ε.Ε. υπήρξε εξ αρχής η πίστη ότι η υπερεθνική αυτή ένωση – πέρα από
την ευφημιστική και καταφανώς ψευδή υπόσχεση για «διαρκή ευημερία» –
υποσχόταν κατά βάση ασφάλεια. Αυτό ήταν το σοβαρότερο κίνητρο ένταξης
τόσο για τις σχετικά νεαρές δημοκρατίες του ευρωπαϊκού Νότου όσο και για
τις νεότευκτες της τέως κομμουνιστικής Ευρώπης.

Μπορεί οι τραπεζίτες, οι κερδοσκόποι, όπως άλλωστε και διάφορα «λαμόγια»
να ανακάλυψαν τον δικό τους ευρωπαϊκό «παράδεισο» σε ένα σκληρό ευρώ,
που θα γινόταν το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι
οι ευρωπαϊκοί λαοί στήριξαν το εγχείρημα, παρά τις πολλές ενστάσεις,
προσδοκώντας το τέλος της εθνικής ανασφάλειάς τους και μια Ευρώπη
αλληλέγγυα.

Η τρέχουσα κρίση, όμως, και η γερμανική διαχείρισή της ανέπτυξαν μια
τρομακτική δυναμική αποδόμησης ακόμη και της εμπιστοσύνης στο ευρωπαϊκό
εγχείρημα. Τι αποκομίζουμε λοιπόν από τη γερμανική επέλαση στην Κύπρο ως
προς το ευρωπαϊκό οικοδόμημα;

1. Η επιδρομή στις καταθέσεις, ώστε οι καταθέτες («επενδυτές», κατά τον
Σόιμπλε) να πληρώσουν τις διαχειριστικές ζημίες των τραπεζών,
σηματοδοτεί την κατάρρευση δύο «πυλώνων» της έως χθες ευρωπαϊκής
εξαγγελίας:
• Ότι «οι καταθέσεις είναι ασφαλείς».
• Ότι οι ανακεφαλαιώσεις τραπεζών θα γίνονται – όπως προέβλεπε ευρωπαϊκή
απόφαση – χωρίς να επιβαρύνεται το δημόσιο χρέος των χωρών στις οποίες
είναι εγκατεστημένες.

2. Η γερμανική πλήρης κυριαρχία στις χώρες του ευρώ θα είναι στο μέλλον
τόσο ωμή και απροκάλυπτη, ακόμη και σε θέματα εθνικής κυριαρχίας, ώστε
να δικαιωθούν μακροπρόθεσμα όσοι προβλέπουν πως οι αγώνες των λαών για
απαλλαγή από τη λιτότητα θα μετατραπούν σε εθνικοαπελευθερωτικούς
αγώνες.

Παράλληλα, η υπαγωγή της Κύπρου στο μνημόνιο πυροδοτεί τα σενάρια και
τις «φιλοδοξίες» για επαναφορά του Σχεδίου Ανάν, για διχοτόμηση, για
«σωτηρία» του νησιού από την Τουρκία, για όλα όσα μπορούν τώρα να
σκαρφιστούν όσοι βλέπουν στην κυπριακή χρεοκοπία μια μοναδική ευκαιρία
διευθέτησης χρονιζουσών «εκκρεμοτήτων».

Και βεβαίως, όλοι γνωρίζουμε πως μια εξασθενημένη Κύπρος, χωρίς μια
ισχυρή στρατηγική συμμαχιών, μπαίνει σε περιπέτειες, με άμεση
αντανάκλαση στην επίσης ασθενή, λόγω χρεοκοπίας, Ελλάδα. Δυστυχώς, η
διατυπωμένη από χρόνια εκτίμησή μας, ότι τα μνημόνια και η χρεοκοπία
είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε εθνικές τραγωδίες, είναι τώρα πιο ισχυρή
παρά ποτέ.
Τι να περιμένουμε;
Κάπως έτσι φτάνουμε στο ερώτημα: «Τι μπορεί να περιμένει η Ελλάδα από
την Ευρώπη;». 
Δυστυχώς, όχι πολλά, αφού η Ευρώπη οδεύει μεσοπρόθεσμα –
σύμφωνα με εκτιμήσεις κορυφαίων ευρωπαϊκών προσωπικοτήτων με ορίζοντα
έως και διετίας – προς ένα είδος διάσπασής της, με αρκετά ενδεχόμενα:
• αποχώρηση περιφερειακών ή υπό χρεοκοπία χωρών από το ευρώ,
• αποχώρηση της Γερμανίας,
• συρρίκνωση της ευρωζώνης σε ένα μικρότερο και περισσότερο βιώσιμο σχήμα υπό τη Γερμανία,
• διάσπαση του ευρώ σε «σκληρό» και «μαλακό»,
• πλήρης διάλυση της ευρωζώνης.
Φυσικά, ίσως να μην δούμε τίποτε από όλα αυτά να πραγματώνεται σε βάθος
μερικών χρόνων, όμως ήδη πρέπει να μετρήσουμε ως δεδομένα τη διάρρηξη
των πολιτικών δεσμών, την κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς το ενιαίο
νόμισμα και τον διαρκώς εξαπλούμενο «ευρωσκεπτικισμό», που τείνει να
μετατραπεί σε απόρριψη. 
Ενδεικτική είναι ακόμη η απροθυμία των
μεγαλύτερων χωρών της ανατολικής Ευρώπης, αλλά και της Σκανδιναβίας, για
ένταξη στο ευρώ.
Στα στοιχεία προς εξέταση περιλαμβάνεται ακόμη και το ενδεχόμενο να
ανοίξει ο ασκός του Αιόλου και για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση – ήδη η
Βρετανία ενδέχεται να υλοποιήσει την απειλή για δημοψήφισμα περί
αποχώρησής της, ενώ η δυναμική που ενδέχεται να αναπτυχθεί σε περίπτωση
διάσπασης της ευρωζώνης δεν είναι ακόμη δυνατόν να προβλεφθεί.
Υπ’ αυτούς τους όρους, η παλαιότερη διαπίστωση, ότι η Ελλάδα στερείται
εναλλακτικών «πλάνων» και προετοιμασίας για δυσμενέστερες εξελίξεις,
σήμερα προσλαμβάνει διαστάσεις εγκλήματος.
Απόδειξη γι’ αυτό, η Κύπρος, η οποία, ύστερα από το γενναίο «Όχι» των
Κυπρίων, βρέθηκε απαράσκευη να ζητιανεύει ψίχουλα βρίσκοντας απέναντί
της – με κλειστές τις πόρτες – όλους όσοι στη Μεγαλόνησο, αλλά και κατά
καιρούς στην Ελλάδα, θεωρούνταν δυνάμει διασώστες.
Η απάντηση, λοιπόν, που σήμερα θα μπορούσαμε να δώσουμε είναι ότι η
Ελλάδα και η Κύπρος δεν έχουν σχεδόν τίποτε να περιμένουν από μια
γερμανική Ευρώπη, η οποία τις οδηγεί με ταχύτατα βήματα προς την
αποικιοποίηση, με κίνδυνο ακόμη και απώλειας της εθνικής ανεξαρτησίας ή
και εδαφών τους.
Όμως Ευρώπη δεν είναι μόνο η Μέρκελ, ο Σόιμπλε και οι λοιποί Ευρωπαίοι
αυλικοί τους. 
Υπάρχουν και όλοι όσοι βλέπουν το μέλλον τους τόσο
σκοτεινό όσο το ελληνικό και αναζητούν, ή θα αναζητήσουν στο άμεσο
μέλλον, την αποτροπή της δικής τους αποικιοποίησης.
Επιπλέον, στον
πλανήτη, δεν υπάρχει μόνο η Ευρώπη, αλλά και ο υπόλοιπος κόσμος, ισχυρές
δυνάμεις οι οποίες βλέπουν με απολύτως εχθρική διάθεση την απόπειρα της
Γερμανίας να κυριαρχήσει πλήρως στην ήπειρό μας.
Το θεμελιώδες πρόβλημα είναι ότι δύο χώρες με «γωνιακή» γεωστρατηγική
θέση, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, δεν έχουν ούτε κόμματα εξουσίας ούτε
«ελίτ» ικανές να δουν λίγο πέρα από τη μύτη τους και να αρχίσουν, έστω
και τώρα, τις προσπάθειες να δομήσουν στέρεες – και όχι ευκαιριακές και
της τελευταίας στιγμής – συμμαχίες και να επεξεργαστούν εναλλακτικά
πλάνα για όσα θα ζήσουμε το επόμενο διάστημα. 
Δυστυχώς, είναι ακόμη
άγνωστο πώς θα αποκατασταθεί μια τόσο μεγάλη δομική εθνική ανεπάρκεια.

άρδην ρίξη

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Newsroom10 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις19 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις49 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Δημοφιλή