Αναλύσεις
Σήμερα στη Θεσσαλονίκη συμπόσιο με θέμα: “Η αναγκαιότητα μιας νέας γεωπολιτικής αντίληψης της ελληνικής πολιτικής”
Το τελευταίο -πριν τις καλοκαιρινές διακοπές- Συμπόσιο, θα γίνει την Πέμπτη 30 Μαΐου και θα αρχίσει στις 8.30 το βράδυ, στο Τελόγλειο (Αγίου Δημητρίου 159Α 546 36 Θεσσαλονίκη).
Θα μας απασχολήσει το θέμα:
“Η αναγκαιότητα μιας νέας γεωπολιτικής αντίληψης της ελληνικής πολιτικής”
Το θέμα θα εισηγηθεί ο Σάββας Καλεντερίδης, πρώην στρατιωτικός, συγγραφέας, εκδότης και γεωπολιτικός αναλυτής.
Αναλυτικά: Θα γίνει μια ιστορική θεώρηση των τεκταινομένων στην περιοχή από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.
Ο άξονας θα είναι το πώς τα γεωπολιτικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων καθόρισαν την πορεία της περιοχής της Μέσης Ανατολής-Ανατολίας.
Συγκεκριμένα θα αναφερθούμε στα θέματα:
- Συμμαχία Γουλιέλμου Β’ – Αβδούλ Χαμίτ
- Εναγκαλισμός των Χριστιανών της Οθ. Αυτοκρατορίας από Άγγλους, Γάλλους, Ρώσους, ΗΠΑ
- Κίνημα Νεοτούρκων
- Γεωπολιτικές πτυχές γενοκτονίας Χριστιανών
- Συνθήκη Sykes – Picot – Πολιτική Ζωνών Επιρροής στη Μέση Ανατολή
- Ο γεωπολιτικός αποκλεισμός των ΗΠΑ από την περιοχή
- Πρόσδεση Τουρκίας στο αγγλικό-νατοϊκό άρμα
- Οι γεωπολιτικές πτυχές του πολέμου Ιράν-Ιράκ
- Η είσοδος των ΗΠΑ στην περιοχή της Μ. Ανατολής
- Πρώτος πόλεμος του Κόλπου 1991 – Ντε φάκτο ίδρυση αυτόνομου κουρδικού κράτους
- Ενδυνάμωση του ΡΚΚ – Σύλληψη Άπο
- Δεύτερος πόλεμος του Κόλπου 2003 – Συνταγματική νομιμοποίηση κουρδικού κράτους
- Επάνοδος του ΡΚΚ στο προσκήνιο
- “Εξέγερση” στη Συρία – Ντε φάκτο ίδρυση δεύτερου κουρδικού κράτους
- Εκεχειρία Τουρκίας-ΡΚΚ
- Επιρροή του Ιράν στη Μέση Ανατολή
- Ενδεχόμενο θρησκευτικού πολέμου
- Πώς επηρεάζει η πορεία των γεγονότων Κύπρο και Ελλάδα
- Εκτιμήσεις – Συμπεράσματα.
- Θα ακολουθήσουν ερωτήσεις και διάλογος.
Το θέμα με τα ρομπότ και τη νοημοσύνη τους θα το συζητήσουμε τη νέα περίοδο αλλά, μέχρι τότε, θα επιδιώξω να το κάνω μια εκπομπή.
Από τα μέχρι τώρα Συμπόσια, καταλήγουμε σε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα: Πρώτον, όπως είπε ο κ. Σκούρας, τα πάντα υπόκεινται σε εξέλιξη και μεταβολή. Διαφορετικά, (αυτό είναι δικό μου συμπέρασμα), εξαφανίζονται είτε γιατί δεν προσαρμόζονται, είτε από το βαθμό της Εντροπίας που συσσωρεύουν.
Γι αυτό, κάποιες αλλαγές στην οργάνωση του Συμποσίου πρέπει να κάνουμε.
Τον τρόπο μας τον υπέδειξε η εισήγηση του κ. Αντωνίου. Υπο μορφήν δικτύων. Τα δίκτυα βοηθούν σε μια οριζόντια και αποτελεσματική οργάνωση. Βεβαίως, κάποιοι κόμβοι θα διαμορφωθούν.
Θα σας ενημερώσω, όμως, αναλυτικά σε άλλο e-mail.
Παντελής Σαββίδης
GEOPOLITICO
Τομ Μπάρακ: Ο μυστικός παίκτης της τουρκικής αναβάθμισης; Το παιχνίδι ισχύος από τον Λευκό Οίκο ως την Ανατολική Μεσόγειο
F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.
Του Θεόδωρου Ατματζίδη
Από την επιχειρηματική ισχύ στη διπλωματική επιρροή
Στη γεωπολιτική, η πραγματική σημασία ενός προσώπου δεν αποτιμάται μόνο από τον επίσημο τίτλο του, αλλά κυρίως από την πρόσβαση που διαθέτει στα κέντρα λήψης αποφάσεων, τις σχέσεις που μπορεί να ενεργοποιήσει και την ικανότητά του να επηρεάζει τη διαμόρφωση στρατηγικών επιλογών. Η περίπτωση του Τομ Μπαράκ (Thomas J. Barrack Jr.) παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακριβώς επειδή συνδυάζει την επιχειρηματική εμπειρία, την προσωπική σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ και την ανάληψη διπλωματικών αρμοδιοτήτων σε μια περιοχή όπου τέμνονται κρίσιμα αμερικανικά, τουρκικά, ελληνικά, αραβικά και ευρωπαϊκά συμφέροντα.
Ο Μπαράκ, ιδρυτής της επενδυτικής εταιρείας Colony Capital και στενός πολιτικός σύμμαχος του Τραμπ, ανέλαβε το 2025 καθήκοντα πρέσβη των ΗΠΑ στην Τουρκία, ενώ στη συνέχεια βρέθηκε στο επίκεντρο των αμερικανικών πρωτοβουλιών για τη Συρία και το Ιράκ. Η Γερουσία επικύρωσε τον διορισμό του ως πρέσβη στις 29 Απριλίου 2025, μετά την ακρόαση της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων την 1η Απριλίου.[1]
Η σημασία αυτής της τοποθέτησης υπερβαίνει την τυπική διπλωματική εκπροσώπηση. Η Τουρκία αποτελεί κρίσιμο σύμμαχο του ΝΑΤΟ, ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, συνορεύει με περιοχές έντονης αστάθειας και διατηρεί στρατιωτική και πολιτική παρουσία στη Συρία. Παράλληλα, επιδιώκει να ενισχύσει την αμυντική της βιομηχανία, να αναβαθμίσει τη θέση της στις περιφερειακές ενεργειακές διαδρομές και να διατηρήσει τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται ταυτόχρονα με τη Δύση, τη Ρωσία και τις χώρες της Μέσης Ανατολής.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο διπλωμάτης που αναλαμβάνει τη διαχείριση των σχέσεων με την Άγκυρα δεν περιορίζεται στη διεκπεραίωση διμερών επαφών. Συμμετέχει, άμεσα ή έμμεσα, σε μια ευρύτερη διαδικασία καθορισμού προτεραιοτήτων ασφαλείας, οικονομικής συνεργασίας και περιφερειακής σταθερότητας.
Η επιχειρηματική διαδρομή του Μπαράκ και η πρόσβασή του στον Λευκό Οίκο δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη αθέμιτης επιρροής. Αποτελούν, ωστόσο, λόγο αυξημένης προσοχής για το αν οι πρωτοβουλίες του Μπαράκ υπηρετούν (όπως αρκετοί πιστεύουν) έναν κρυφό σχεδιασμό και αν ότι η επιχειρηματική του εμπειρία και εμπλοκή, αποτελεί από μόνη της ένδειξη αθέμιτης επιρροής.
Η ουσία βρίσκεται στο ότι η δραστηριότητά του αξίζει να εξετάζεται με αυξημένη προσοχή, ιδιαίτερα όταν δημόσιες αρμοδιότητες, ιδιωτικές διασυνδέσεις και μεγάλα στρατηγικά έργα συναντώνται στο ίδιο πεδίο.
Το προηγούμενο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και η ανάγκη διαφάνειας
Το όνομα του Μπαράκ είχε απασχολήσει τη δικαιοσύνη των ΗΠΑ το 2021, όταν του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για φερόμενη δράση ως μη καταχωρισμένος εκπρόσωπος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και για ψευδείς δηλώσεις προς ομοσπονδιακούς ερευνητές. Το 2022 αθωώθηκε από σώμα ενόρκων….[2]
Η αθώωση μπορει να είναι ένα σαφές δικαστικό γεγονός και δεν επιτρέπεται να υποκαθίσταται από υπονοούμενα περί ενοχής. Οι σκιες όμως μένουν. Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε τα Εμιράτα και δεν υπάρχουν καθαρές αποδείξεις ότι ο Μπαράκ ενεργεί για λογαριασμό της Τουρκίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας
Η ευρύτερη θεσμική διάσταση, ωστόσο, παραμένει σημαντική. Στη σύγχρονη διεθνή πολιτική, η επιρροή δεν ασκείται μόνο μέσω επίσημων διαύλων. Μπορεί να αναπτύσσεται μέσα από επιχειρηματικές συνεργασίες, προσωπικές σχέσεις, επενδυτικά σχήματα και πρόσβαση σε πολιτικά κέντρα. Γι’ αυτό, όταν ένας αξιωματούχος διαθέτει εκτεταμένο επιχειρηματικό υπόβαθρο, η διαφάνεια των οικονομικών του δεσμών αποτελεί ουσιαστικό μέρος της αξιολόγησης της δημόσιας δράσης του.
Η ουσία, επομένως, δεν βρίσκεται στην ανακύκλωση μιας παλαιότερης ποινικής υπόθεσης, αλλά στον έλεγχο των σημερινών δραστηριοτήτων και των πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων. Η αξιοπιστία της εξωτερικής πολιτικής εξαρτάται και από το κατά πόσο οι πολίτες μπορούν να γνωρίζουν ποια συμφέροντα υπηρετούν οι αποφάσεις και με ποιες εγγυήσεις διασφαλίζεται η αμεροληψία τους.
Τουρκία, S-400 και F-35: μια στρατηγική διαπραγμάτευση με συνέπειες για την Ελλάδα
Η υπόθεση των ρωσικών συστημάτων S-400 και των αμερικανικών μαχητικών F-35 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένα εξοπλιστικό ζήτημα μετατρέπεται σε κρίσιμο γεωπολιτικό διακύβευμα.
Το 2019, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35, υποστηρίζοντας ότι η παρουσία του ρωσικού συστήματος S-400 δημιουργούσε κινδύνους για την ασφάλεια των ευαίσθητων τεχνολογιών του αεροσκάφους. Το 2020 επιβλήθηκαν κυρώσεις βάσει του νόμου CAATSA, με στόχο την τουρκική αμυντική βιομηχανία.[3]
Στις 17 Απριλίου 2026, ο Μπαράκ δήλωσε ότι ανέμενε σύντομα λύση στο ζήτημα των κυρώσεων και υποστήριξε ότι, από την οπτική του Τραμπ, η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή.[4] Η δήλωση αποτύπωνε μια πολιτική κατεύθυνση, όχι οριστική συμφωνία επανένταξης. Το ζήτημα παραμένει συνδεδεμένο με τη νομοθεσία, τις απαιτήσεις προστασίας της αμερικανικής τεχνολογίας και την τύχη των S-400.
Από στρατηγική άποψη, η υπόθεση έχει τρεις διαστάσεις. Πρώτον, αφορά την προστασία τεχνολογίας αιχμής και τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων του ΝΑΤΟ. Δεύτερον, συνδέεται με το εάν η Τουρκία θα μπορέσει να διατηρήσει το ρωσικό σύστημα και ταυτόχρονα να αποκαταστήσει την πρόσβασή της σε ένα από τα πιο προηγμένα δυτικά μαχητικά. Τρίτον, αφορά τη συνολική πολιτική της Ουάσιγκτον απέναντι σε έναν σύμμαχο που διατηρεί σημαντική στρατηγική αυτονομία και συχνά ακολουθεί πολιτική πολλαπλών κατευθύνσεων.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι απλώς η απόκτηση ενός ακόμη τύπου αεροσκάφους από την Τουρκία. Είναι η πιθανότητα μεταβολής του τρόπου με τον οποίο η τουρκική αεροπορία θα συλλέγει πληροφορίες, θα εντοπίζει στόχους και θα συντονίζει τις επιχειρήσεις της. Ένα F-35 αποκτά τη μεγαλύτερη επιχειρησιακή αξία του όταν λειτουργεί ως μέρος ενός δικτυωμένου συστήματος αισθητήρων, διοίκησης, ελέγχου και οπλικών μέσων. Συνεπώς, η επίδρασή του δεν περιορίζεται στα χαρακτηριστικά του ίδιου του αεροσκάφους, αλλά επεκτείνεται στην ικανότητα μιας αεροπορίας να επιχειρεί με μεγαλύτερη επίγνωση του πεδίου και να δυσχεραίνει τον έγκαιρο εντοπισμό της από τον αντίπαλο.
Εάν η Τουρκία αποκτήσει τελικά πρόσβαση στο πρόγραμμα, η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα παράμετρο στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της αποτροπής στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ισορροπία θα ανατραπεί αυτόματα. Η πραγματική επιχειρησιακή επίδραση θα εξαρτηθεί από τον αριθμό των αεροσκαφών, τον χρόνο παράδοσης, την εκπαίδευση των πληρωμάτων, τη διαθεσιμότητα πυρομαχικών, την υποστήριξη και την ενσωμάτωσή τους στα υπόλοιπα συστήματα των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.
Η ελληνική πλευρά έχει ήδη επιλέξει την προμήθεια F-35, επομένως το κρίσιμο ζήτημα είναι και ο χρονισμός: ποια επιχειρησιακά κενά ενδέχεται να δημιουργηθούν μέχρι να αποκτηθούν και να ενταχθούν πλήρως οι νέες δυνατότητες; Παράλληλα, η ενίσχυση των αισθητήρων, της δικτύωσης, της ηλεκτρονικής υποστήριξης και της συνολικής διαλειτουργικότητας αποκτά σημασία αντίστοιχη με την απόκτηση νέων πλατφορμών. Η αποτροπή δεν κρίνεται μόνο από το ποιος διαθέτει ένα προηγμένο αεροσκάφος, αλλά από το ποιος μπορεί να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα το σύνολο των διαθέσιμων μέσων.
Η αναφορά του Μπαράκ στους ελληνικούς S-300 ως επιχείρημα στη συζήτηση για τους S-400 δεν αναιρεί τις διαφορές των δύο περιπτώσεων. Η αμερικανική αντίρρηση αφορούσε ειδικά την προμήθεια και τη διατήρηση του ρωσικού συστήματος από την Τουρκία, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα F-35 και τους κινδύνους για την προστασία ευαίσθητων τεχνολογιών.[3][4]
Για την Αθήνα, το βασικό θέμα είναι με ποιους όρους θα μπορούσε να επιτευχθεί ένας αμερικανοτουρκικός συμβιβασμός. Θα υπάρξουν επαληθεύσιμοι περιορισμοί ως προς την επιχειρησιακή κατάσταση των S-400; Θα διασφαλιστούν οι απαιτήσεις προστασίας της τεχνολογίας του F-35; Και πώς θα αποτιμηθούν οι επιπτώσεις στη στρατιωτική ισορροπία της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ;
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να θεωρεί δεδομένο ότι κάθε αμερικανική προσέγγιση προς την Τουρκία στρέφεται εναντίον της. Χρειάζεται, όμως, να αντιμετωπίζει την πιθανή αναβάθμιση των τουρκικών δυνατοτήτων ως παράγοντα που απαιτεί έγκαιρη επιχειρησιακή και διπλωματική προετοιμασία.
Συρία: η ανασυγκρότηση ενός κράτους και ο ανταγωνισμός για επιρροή
Η Συρία αποτελεί το δεύτερο μεγάλο πεδίο στο οποίο συναντώνται οι διπλωματικές πρωτοβουλίες του Μπαράκ, οι τουρκικές επιδιώξεις και οι ευρύτεροι ενεργειακοί σχεδιασμοί. Μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024, η χώρα εισήλθε σε μια δύσκολη μεταβατική περίοδο, με ζητήματα ασφάλειας, πολιτικής νομιμοποίησης, προστασίας μειονοτήτων και αποκατάστασης των κρατικών δομών.
Ο Μπαράκ έχει υποστηρίξει δημόσια την προσπάθεια ενοποίησης της Συρίας υπό την κεντρική κυβέρνηση και την ενσωμάτωση των κουρδικών δυνάμεων στις εθνικές δομές ασφαλείας. Σε συνέντευξή του στο Associated Press τον Ιούλιο του 2025, εξέφρασε την αμερικανική στήριξη στη νέα συριακή κυβέρνηση και αναφέρθηκε στις προσπάθειες πολιτικής διευθέτησης και ενσωμάτωσης των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων.[5]
Η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Τουρκία. Η Άγκυρα αντιμετωπίζει την αυτονομία των κουρδικών ένοπλων δομών στη βόρεια Συρία ως ζήτημα άμεσης εθνικής ασφάλειας, λόγω των δεσμών που αποδίδει στις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις με το PKK. Η ενσωμάτωση αυτών των δυνάμεων σε έναν ενιαίο συριακό στρατιωτικό και κρατικό μηχανισμό, εφόσον περιορίσει την ανεξάρτητη στρατιωτική τους δράση, θα μπορούσε να εξυπηρετήσει βασική τουρκική επιδίωξη: τη μείωση της πιθανότητας να διαμορφωθεί στα νότια σύνορά της μια αυτόνομη κουρδική στρατιωτική οντότητα.
Παράλληλα, μια ισχυρότερη κεντρική κυβέρνηση στη Δαμασκό θα μπορούσε να επιτρέψει στην Άγκυρα να ασκεί επιρροή μέσω διακρατικών συμφωνιών για την ασφάλεια των συνόρων, την ανοικοδόμηση και την οικονομική συνεργασία, αντί να βασίζεται αποκλειστικά σε άμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις και τοπικούς συμμάχους. Εάν οι νέες συριακές δομές ασφαλείας αναπτυχθούν με τρόπο συμβατό με τις τουρκικές προτεραιότητες, η Τουρκία ενδέχεται να αποκτήσει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος και ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση στην περιοχή.
Ωστόσο, το αποτέλεσμα δεν είναι δεδομένο. Η ενσωμάτωση των κουρδικών δυνάμεων δεν σημαίνει αναγκαστικά την πλήρη διάλυση της πολιτικής και κοινωνικής τους επιρροής. Αντίστοιχα, η συγκέντρωση εξουσίας στη Δαμασκό δεν εγγυάται ότι η νέα κυβέρνηση θα ακολουθήσει σε κάθε ζήτημα τις τουρκικές επιδιώξεις. Η βιωσιμότητα μιας συμφωνίας θα εξαρτηθεί από τις εγγυήσεις εκπροσώπησης, την προστασία των μειονοτήτων και την πραγματική κατανομή της εξουσίας.
Για τις ΗΠΑ, το δίλημμα είναι εξίσου σύνθετο. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποτρέψει την ανασυγκρότηση του Ισλαμικού Κράτους και να περιορίσει την αστάθεια, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να διαχειριστεί τη συνεργασία της με τους Κούρδους και τη σχέση της με την Τουρκία. Μια αναπροσαρμογή της αμερικανικής παρουσίας ή της συνεργασίας με τις κουρδικές δυνάμεις θα μπορούσε να διευκολύνει την προσέγγιση με την Άγκυρα, χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαστικά εγκατάλειψη όλων των αμερικανικών στόχων στη Συρία.
Το γεωπολιτικό ερώτημα όμως, είναι ποιος θα διαμορφώσει τους όρους της επόμενης ημέρας. Εάν η Τουρκία αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή στην ασφάλεια, στις κρατικές δομές και στην ανοικοδόμηση της Συρίας, θα ενισχυθεί η περιφερειακή της θέση. Εάν, όμως, η νέα συριακή κυβέρνηση αποδειχθεί αδύναμη ή η πολιτική διευθέτηση αποκλείσει σημαντικές κοινότητες, η αστάθεια μπορεί να συνεχιστεί, περιορίζοντας και τα οφέλη της Άγκυρας. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει όχι μόνο τις σχέσεις ΗΠΑ–Τουρκίας, αλλά και την ασφάλεια του Ιράκ, τις ενεργειακές διαδρομές και τη συνολική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο αγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς: ενέργεια, γεωγραφία και επιχειρηματικά συμφέροντα
Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του σχεδίου αναβίωσης του πετρελαιαγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς, ο οποίος θα μπορούσε να μεταφέρει ιρακινό πετρέλαιο μέσω της Συρίας προς τη Μεσόγειο, προσφέροντας εναλλακτική διαδρομή σε σχέση με τις εξαγωγές που εξαρτώνται από τα Στενά του Ορμούζ.
Τον Απρίλιο του 2026, το Euronews παρουσίασε σχέδιο που αποδίδεται στον Μπαράκ και αφορά τη μετατροπή της Συρίας σε ενεργειακό διάδρομο, με την αποκατάσταση του αγωγού και την ανάπτυξη πρόσθετων υποδομών μεταφοράς ενέργειας.[6] Τον Οκτώβριο, το Reuters δημοσίευσε αναλυτικό ρεπορτάζ για την επιχειρηματική διάσταση του σχεδίου, αναφέροντας ότι το έργο θα μπορούσε να κοστίσει περίπου 15 δισεκατομμύρια δολάρια και να απαιτήσει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια για να ολοκληρωθεί.[7]
Σύμφωνα με το Reuters, το Ιράκ και η Συρία υπέγραψαν τον Ιούλιο μνημόνια κατανόησης με κοινοπραξία στην οποία συμμετέχουν η TI Capital, η Chevron και η καταριανή UCC Holding, με σκοπό την εκπόνηση τεχνικών και χρηματοοικονομικών μελετών για την αποκατάσταση του αγωγού.[7]
Το στρατηγικό ενδιαφέρον είναι σαφές. Ένας αγωγός που παρακάμπτει το Ορμούζ θα μπορούσε να προσφέρει στο Ιράκ μεγαλύτερη ευελιξία στις εξαγωγές του, να ενισχύσει τη σημασία της Συρίας ως χώρας διέλευσης και να δημιουργήσει νέα οικονομικά και διπλωματικά δεδομένα για τις χώρες που συμμετέχουν στη χρηματοδότηση και τη λειτουργία του.
Ωστόσο, η κατασκευή μιας τέτοιας υποδομής δεν εξαλείφει τον κίνδυνο. Οι χερσαίοι αγωγοί είναι εκτεθειμένοι σε πολιτική αστάθεια, δολιοφθορές, στρατιωτικές συγκρούσεις και διαφωνίες για τα τέλη διέλευσης. Η ιστορία του ίδιου του Κιρκούκ–Μπανιάς, που βρίσκεται εκτός λειτουργίας από το 2003, δείχνει ότι η γεωγραφική χρησιμότητα δεν αρκεί για να εξασφαλίσει την οικονομική και επιχειρησιακή βιωσιμότητα ενός έργου.[7]
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω των επιχειρηματικών σχέσεων που περιγράφει το Reuters. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Μπαράκ προώθησε τη συμμετοχή της TI Capital, εταιρείας που διοικείται από τον μακροχρόνιο επιχειρηματικό συνεργάτη του Ζιάντ Γκαντούρ. Παράλληλα, ο Μπαράκ διατηρούσε οικονομικό συμφέρον σε διαφορετική επενδυτική δραστηριότητα ακινήτων που διαχειρίζεται η εταιρεία.[7]
Το Reuters δεν εντόπισε στοιχεία ότι ο Μπαράκ θα αποκόμιζε άμεσο κέρδος από τον ίδιο τον αγωγό. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υποστήριξε ότι δεν έχει οικονομικό συμφέρον στο έργο και ότι ο αξιωματούχος συμμορφώνεται με τους κανόνες δεοντολογίας. Ωστόσο, ειδικοί που μίλησαν στο πρακτορείο έθεσαν ερωτήματα σχετικά με την εμφάνιση πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων, ενώ το δημοσίευμα αναφέρει ότι δεν είχε κατατεθεί σχετική παραίτηση από τη συμμετοχή ή εξαίρεση από την αρμόδια υπηρεσία δεοντολογίας.[7]
Η ύπαρξη επιχειρηματικής σχέσης δεν αποδεικνύει από μόνη της παρανομία. Όταν, όμως, ένας αξιωματούχος προωθεί τη συμμετοχή εταιρείας με την οποία διατηρεί άλλες οικονομικές σχέσεις, είναι θεμιτό να ζητούνται πλήρης διαφάνεια, σαφής εφαρμογή των κανόνων δεοντολογίας και ανεξάρτητος έλεγχος των διαδικασιών.
Το ζήτημα δεν περιορίζεται στο πρόσωπο του Μπαράκ. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και ανατίθενται μεγάλα έργα σε περιβάλλοντα πολιτικής μετάβασης, όπου οι συμβάσεις μπορούν να δημιουργήσουν μακροχρόνιες οικονομικές εξαρτήσεις και να καθορίσουν ποιοι παράγοντες θα αποκτήσουν επιρροή στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση.
Η ελληνική διάσταση: ενεργειακός ανταγωνισμός και στρατηγική εγρήγορση
Η Ελλάδα έχει επενδύσει στη γεωγραφική της θέση ως πύλης εισόδου και μεταφοράς φυσικού αερίου προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Οι υποδομές της και οι διασυνδέσεις του λεγόμενου Κάθετου Διαδρόμου αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας διαφοροποίησης των πηγών και των διαδρομών ενεργειακού εφοδιασμού.
Ο Κάθετος Διάδρομος και ο αγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς είναι διαφορετικά έργα, με διαφορετικές διαδρομές, ενεργειακά προϊόντα και σκοπούς. Η γεωπολιτική τους σύνδεση δεν βρίσκεται σε κάποια αποδεδειγμένη αντιπαράθεση μεταξύ τους, αλλά στον ευρύτερο ανταγωνισμό για χρηματοδότηση, εμπορικές ροές και στρατηγική επιρροή.
Εάν η Συρία ανακτήσει τον ρόλο της ως χώρας διέλευσης πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ η Τουρκία ενισχύσει τη θέση της ως περιφερειακός ενεργειακός κόμβος, η σημασία των υποδομών στην Ανατολική Μεσόγειο μπορεί να μεταβληθεί. Το μέγεθος αυτής της μεταβολής, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από τη δυναμικότητα των αγωγών, το κόστος μεταφοράς, τη διαθεσιμότητα των ποσοτήτων, τις συμφωνίες προμήθειας και τη σταθερότητα των χωρών διέλευσης.
Η ελληνική στρατηγική πρέπει να στηρίζεται σε συστηματική αξιολόγηση κινδύνου:
- Ποιοι χρηματοδοτούν τα έργα;
- Ποιες εταιρείες αποκτούν πρόσβαση σε κρίσιμες υποδομές;
- Ποια κράτη εξασφαλίζουν μακροχρόνια δικαιώματα διέλευσης;
- Ποιες εμπορικές και πολιτικές δεσμεύσεις θα συνδέουν τους συμμετέχοντες;
- Και σε ποιο βαθμό οι νέες υποδομές θα συμπληρώνουν ή θα ανταγωνίζονται τις υφιστάμενες ευρωπαϊκές διαδρομές;
Αυτά τα ερωτήματα έχουν πρακτική αξία για την Αθήνα, επειδή μετατρέπουν τη γενική ανησυχία σε συγκεκριμένη στρατηγική παρακολούθηση. Επιτρέπουν επίσης να διαχωριστούν οι πραγματικές μεταβολές του συσχετισμού από τις υπερβολικές εκτιμήσεις που συχνά συνοδεύουν τη δημόσια συζήτηση.
Εξίσου σημαντικό είναι να διασφαλιστεί ότι οι ελληνικές ενεργειακές υποδομές παραμένουν ανταγωνιστικές, αξιόπιστες και ενταγμένες σε μια συνεκτική ευρωπαϊκή πολιτική διαφοροποίησης του εφοδιασμού.
Το μεγάλο ερώτημα: υπάρχει ευρύτερη στρατηγική σύγκλιση;
Οι πρωτοβουλίες γύρω από τα F-35, τη Συρία και τον αγωγό Κιρκούκ–Μπανιάς δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απομονωμένα επεισόδια. Συνδέονται με ευρύτερες τάσεις: την προσπάθεια των ΗΠΑ να αναδιαμορφώσουν τις σχέσεις τους με την Τουρκία, την ανάγκη περιορισμού της περιφερειακής αστάθειας και την αναζήτηση εναλλακτικών ενεργειακών διαδρομών.
Η σύνδεση αυτή, ωστόσο, δεν αποδεικνύει ότι όλες οι πρωτοβουλίες εντάσσονται σε ένα ενιαίο σχέδιο ή ότι έχουν ως στόχο να περιορίσουν την Ελλάδα. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν οι επιμέρους αποφάσεις συγκλίνουν προς έναν νέο περιφερειακό συσχετισμό, στον οποίο η Τουρκία αποκτά μεγαλύτερο στρατιωτικό, διπλωματικό και ενεργειακό βάρος.
Η διερεύνηση πρέπει να στηρίζεται σε παρατηρήσιμα δεδομένα: στις τελικές αποφάσεις για τα F-35 και τους S-400, στις συμφωνίες για την ασφάλεια και τη διακυβέρνηση της Συρίας, στις συμβάσεις των ενεργειακών έργων και στους όρους χρηματοδότησης και λειτουργίας τους. Εξίσου σημαντικό είναι να παρακολουθείται εάν οι νέες συνεργασίες δημιουργούν εξαρτήσεις που μπορούν να μετατραπούν σε πολιτική επιρροή.
Για την Ελλάδα, η στρατηγική απάντηση χρειάζεται να κινείται σε τέσσερις συμπληρωματικές κατευθύνσεις. Πρώτον, στην αμυντική ισορροπία, με συστηματική αξιολόγηση των επιπτώσεων μιας πιθανής τουρκικής επιστροφής στα F-35 και με έμφαση όχι μόνο στην προμήθεια οπλικών συστημάτων, αλλά και στη δικτύωση, στην εκπαίδευση και στη διατήρηση αξιόπιστης αποτρεπτικής ισχύος. Δεύτερον, στη διπλωματική διαπραγμάτευση, με αξιοποίηση της ελληνικής συμμετοχής στο ΝΑΤΟ και στις ευρωπαϊκές δομές για την προώθηση της σταθερότητας, της διαφάνειας και του σεβασμού του διεθνούς δικαίου στην Ανατολική Μεσόγειο. Τρίτον, στην ενεργειακή στρατηγική, με αξιολόγηση του κόστους, της ανταγωνιστικότητας και της ασφάλειας των ελληνικών υποδομών, χωρίς υπερβολές ή εύκολες παραδοχές περί ανταγωνισμού. Τέταρτον, στην παρακολούθηση των στρατηγικών επενδύσεων, με έλεγχο των εταιρικών σχημάτων, των συμβάσεων, της χρηματοδότησης και των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης που ενδέχεται να διαμορφώσουν νέες περιφερειακές εξαρτήσεις.
Η προσέγγιση αυτή δεν προϋποθέτει ότι κάθε αμερικανική πρωτοβουλία είναι εις βάρος της Ελλάδας. Προϋποθέτει, όμως, ότι η Αθήνα δεν θα αρκεστεί σε διπλωματικές διαβεβαιώσεις, αλλά θα αξιολογεί τις πραγματικές συνέπειες των αποφάσεων και θα προετοιμάζεται για διαφορετικά ενδεχόμενα.
Συμπέρασμα: η Ελλάδα οφείλει να διαβάζει τον συσχετισμό πριν παγιωθεί
Ο Τομ Μπαράκ βρίσκεται στο σημείο τομής της αμερικανικής διπλωματίας, των τουρκικών επιδιώξεων και των ενεργειακών σχεδιασμών στη Μέση Ανατολή. Οι δημόσιες τοποθετήσεις του για τα F-35, η προσέγγισή του για τη Συρία και οι επιχειρηματικές σχέσεις που περιγράφει το Reuters στον σχεδιασμό του αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς συνθέτουν ένα πεδίο που αξίζει συστηματική και τεκμηριωμένη διερεύνηση.[4][5][6][7]
Το κομβικό σημείο δεν είναι να αποδοθεί εκ των προτέρων στον Μπαράκ ένας ενιαίος σχεδιασμός εναντίον της Ελλάδας. Είναι να εξεταστεί εάν οι αποφάσεις στις οποίες συμμετέχει και οι περιφερειακές διευθετήσεις που προωθούνται μπορούν να ενισχύσουν περαιτέρω τη θέση της Τουρκίας στο στρατιωτικό, διπλωματικό και ενεργειακό πεδίο. Και, κυρίως, εάν η ενδεχόμενη αναβάθμιση αυτή θα συνοδευτεί από όρους που διασφαλίζουν την ισορροπία και τη σταθερότητα στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Η Αθήνα χρειάζεται να παρακολουθεί τις εξελίξεις με όρους στρατηγικής συνέπειας και όχι μόνο διπλωματικής επικοινωνίας. Να αξιολογεί τις πραγματικές δυνατότητες που αποκτούν οι γειτονικές χώρες, να εξετάζει την οικονομική και πολιτική αρχιτεκτονική των ενεργειακών έργων και να ενισχύει τις συνεργασίες που υπηρετούν την ελληνική και ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Το καίριο ζήτημα βρίσκεται στο εάν η Ελλάδα θα αναγνωρίσει εγκαίρως τις μεταβολές του περιφερειακού συσχετισμού και θα διαμορφώσει τη δική της στρατηγική πριν οι νέες ισορροπίες καταστούν δεδομένες.
Ποιος θα διαμορφώσει τελικά τους κανόνες της επόμενης ημέρας στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο — και ποια θέση θα έχει η Ελλάδα σε αυτό το νέο περιφερειακό περιβάλλον;
Πηγές
[1] Γερουσία των ΗΠΑ — Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων, 1 Απριλίου 2025. Ακρόαση υποψηφίων για διπλωματικές θέσεις και καταγραφή της επικύρωσης του διορισμού του Τομ Μπαράκ στις 29 Απριλίου 2025.
- https://www.foreign.senate.gov/imo/media/doc/1a04507a-e983-2c0d-87b8-1b271f20c604/04%2001%202025%20Nominations%20–%20Stephens%20Fettitta%20Barrack.pdf
- https://www.senate.gov/legislative/LIS/roll_call_votes/vote1191/vote_119_1_00218.htm
[2] U.S. Department of Justice και Reuters, 2021–2022. Οι αρχικές κατηγορίες στην υπόθεση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και η αθώωση του Μπαράκ το 2022.
- https://www.justice.gov/opa/pr/thomas-j-barrack-jr-and-matthew-grimes-charged-acting-agents-united-arab-emirates
- https://www.reuters.com/world/us/trump-fundraiser-tom-barrack-acquitted-foreign-agent-trial-2022-11-04/
[3] U.S. Department of Defense και U.S. Department of State, 2019–2020. Η απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35 και οι κυρώσεις CAATSA για την προμήθεια των S-400.
- https://www.defense.gov/News/News-Stories/Article/Article/1908351/
- https://2017-2021.state.gov/the-united-states-sanctions-turkey-under-caatsa-231/
[4] Reuters, 17 Απριλίου 2026. Οι δηλώσεις του Μπαράκ για πιθανή επίλυση του ζητήματος των S-400 και την προοπτική επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35.
[5] Associated Press, 21 Ιουλίου 2025. Η αμερικανική προσέγγιση στη νέα συριακή κυβέρνηση, η περιφερειακή ασφάλεια και οι πολιτικές εξελίξεις στη Συρία.
[6] Euronews, 24 Απριλίου 2026. Το σχέδιο ανάδειξης της Συρίας σε περιφερειακό ενεργειακό διάδρομο και οι προοπτικές αποκατάστασης των υποδομών.
[7] Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026. Η έρευνα για τις οικονομικές σχέσεις του Μπαράκ με την TI Capital, την προώθηση της συμμετοχής της στο σχέδιο αναβίωσης του αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς και τα ζητήματα δεοντολογίας που εγείρονται.
GEOPOLITICO
Μάζης: Οι υποχωρήσεις καταγράφονται – Η Τουρκία ανοίγει διαρκώς μέτωπα
Κριτική για Κρήτη, Κάσο και Διακήρυξη των Αθηνών από τον καθηγητή στη «Ναυτεμπορική» – Οι ανησυχίες για τη Λιβύη, τον ενεργειακό διάδρομο και την αμερικανική διπλωματική παρουσία στην Αθήνα.
Τον κίνδυνο οι ελληνικοί χειρισμοί να εκλαμβάνονται από την Άγκυρα ως περιθώριο για νέες διεκδικήσεις υπογράμμισε ο καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής Θεωρίας, Ιωάννης Μάζης, στην παρέμβασή του στη «Ναυτεμπορική». Συνδέοντας τις πιέσεις νότια της Κρήτης με το Καστελλόριζο, την Κάσο και τις εκκρεμότητες στις θαλάσσιες οριοθετήσεις, περιέγραψε μια τουρκική τακτική διαρκούς διεύρυνσης της ατζέντας.
Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι κάθε κίνηση που η τουρκική πλευρά ερμηνεύει ως υποχώρηση καταγράφεται και επανέρχεται ως εργαλείο πίεσης. Διευκρίνισε, πάντως, ότι δεν προδικάζει νέα ελληνική υποχώρηση. Προειδοποίησε ότι και μόνο η προσδοκία μιας τέτοιας εξέλιξης μπορεί να ενθαρρύνει όσους προβάλλουν διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας.
Οι ανησυχίες για την αμερικανική πρεσβεία και την ενέργεια
Στην αρχή της συζήτησης, με αφορμή ερώτηση για την υπόθεση Γκίλφοϊλ και την αμερικανική διπλωματική εκπροσώπηση στην Αθήνα, ο καθηγητής σημείωσε ότι μια παρατεταμένη περίοδος λειτουργίας της πρεσβείας με επιτετραμμένο, αντί πρέσβη, προκαλεί δυσχέρεια στις κινήσεις. Αναφέρθηκε σε ενδεχόμενο διάστημα τριών έως έξι μηνών.
Έδωσε, ωστόσο, ιδιαίτερο βάρος στην εξέλιξη του κάθετου ενεργειακού διαδρόμου και στα επιχειρηματικά συμφέροντα που θα εμπλακούν. Το ερώτημα που έθεσε ήταν κατά πόσον θα πρόκειται για ελληνικά συμφέροντα ή για συμφέροντα άλλης προέλευσης, με στενότερες σχέσεις με την Τουρκία.
Παράλληλα, εξέφρασε προβληματισμό για το ενδεχόμενο επιρροής του Τομ Μπάρακ στην επιλογή του επόμενου διπλωματικού εκπροσώπου των ΗΠΑ στην Αθήνα, αναφερόμενος στην έντονη δραστηριότητά του στην περιοχή.
Για τον Μάζη, το κρίσιμο ζήτημα προηγείται της εσωτερικής εκλογικής συζήτησης: ποιο γεωστρατηγικό περιβάλλον θα παραλάβει η επόμενη ελληνική κυβέρνηση και ποια περιθώρια δράσης θα διαθέτει. Ανεξαρτήτως κυβερνητικού σχήματος, σημασία έχει πόσους «βαθμούς ελευθερίας» θα έχει η Αθήνα στη διαχείριση των εθνικών θεμάτων.
Λιβύη: Ο προβληματισμός για τη διαδοχή Σάλεχ
Απαντώντας σε ερώτηση για τις λιβυκές κινήσεις σχετικά με τις έρευνες νότια της Κρήτης, ο καθηγητής εξέφρασε ανησυχία για την προοπτική διαδοχής του Αγκίλα Σάλεχ. Επικαλούμενος τις πληροφορίες που διαθέτει, εκτίμησε ότι η διάδοχη κατάσταση θα έχει στενότερες σχέσεις με την Τουρκία.
Συνέδεσε την εκτίμησή του με τη γεωγραφία του τουρκολιβυκού μνημονίου, το οποίο χαρακτήρισε παράνομο, και με την περιοχή άσκησης επιρροής της ανατολικής λιβυκής ηγεσίας. Κατά την ανάλυσή του, η ενίσχυση των σχέσεων αυτής της πλευράς με την Άγκυρα δημιουργεί πρόσθετο λόγο προβληματισμού για την Ελλάδα.
Σε ερώτηση για το αν οι λιβυκές ενέργειες επιδιώκουν να αποθαρρύνουν επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια νότια της Κρήτης, απάντησε καταφατικά, εντάσσοντας αυτή την επιδίωξη στην ευρύτερη τουρκική στάση.
Η κριτική για τη συμφωνία με την Αίγυπτο
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν για τη μερική οριοθέτηση Ελλάδας–Αιγύπτου. Υποστήριξε ότι η αποδοχή μειωμένης επήρειας της Κρήτης και η μη ολοκλήρωση της οριοθέτησης πέραν του 28ου μεσημβρινού άφησαν περιθώριο αξιοποίησης από την τουρκική πλευρά.
Κατά τη δική του εκτίμηση, η Άγκυρα αντιμετωπίζει αυτούς τους χειρισμούς ως ένδειξη υποχωρητικότητας και τους χρησιμοποιεί για να ενθαρρύνει λιβυκές διεκδικήσεις. Περιγράφοντας παραστατικά το μήνυμα που θεωρεί ότι μεταφέρει η Τουρκία προς τη Λιβύη, ανέφερε: «Διεκδικήστε, εμείς εδώ είμαστε. Οι Έλληνες θα υποχωρήσουν».
Έσπευσε, όμως, να ξεκαθαρίσει: «Εγώ δεν λέω ότι θα υποχωρήσουμε τελικώς. Όχι».
Η προειδοποίησή του αφορά την εικόνα που σχηματίζει η απέναντι πλευρά και το πώς αυτή επηρεάζει τη συμπεριφορά της. Υποστήριξε ότι μια εξαρχής αποτρεπτική στάση θα περιόριζε τη δυνατότητα δημιουργίας νέων εντάσεων.
«Τι ακριβώς κάνουμε» στο Καστελλόριζο;
Ο Μάζης έθεσε επίσης το ζήτημα της αμφισβήτησης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας γύρω από το Καστελλόριζο, διερωτώμενος ποια έμπρακτη απάντηση δίνει η Αθήνα.
«Γιατί το έχουμε ξεχάσει αυτό; Τι ακριβώς κάνουμε εκεί για να δείξουμε ότι δεν το επιτρέπουμε;» ήταν το ερώτημά του.
Περιέγραψε τον πολλαπλασιασμό των ανοικτών θεμάτων ως μέρος της τουρκικής τεχνικής. Με διαδοχικές πιέσεις σε διαφορετικές περιοχές, εξήγησε, δημιουργείται μια ατζέντα στην οποία η ελληνική πλευρά καλείται συνεχώς να απαντά.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε την κριτική του για το όριο της επέκτασης των χωρικών υδάτων στο Ιόνιο, για τους χειρισμούς στην Κάσο —τους οποίους χαρακτήρισε οπισθοχώρηση— και για τη Διακήρυξη των Αθηνών.
Η ένστασή του για τη Διακήρυξη ήταν ότι, κατά την άποψή του, προχώρησε ενώ παρέμεναν ανοικτά το casus belli, η «Γαλάζια Πατρίδα» και το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Το μήνυμα της παρέμβασής του ήταν σαφές: η Άγκυρα αξιολογεί σωρευτικά τις ελληνικές αποφάσεις και προσαρμόζει ανάλογα την πίεσή της.
GEOPOLITICO
Χαραλαμπίδης: «Το Κυπριακό δεν είναι πρόβλημα πανηγυριών και φεστιβάλ»
Αιχμές για τα πολιτικά μηνύματα της εκδήλωσης στην Πύλα, προειδοποιήσεις για τους τουρκικούς στρατιωτικούς σχεδιασμούς και κριτική στην εικόνα εξίσωσης του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη.
Σοβαρά ερωτήματα για την πολιτική και στρατηγική διάσταση της προγραμματισμένης εκδήλωσης στην Πύλα έθεσε ο πολιτικός αναλυτής, δρ Γιάννος Χαραλαμπίδης, παρεμβαίνοντας στο ΣΙΓΜΑ. Υποστήριξε ότι πίσω από την εικόνα επαναπροσέγγισης των δύο κοινοτήτων υπάρχουν ζητήματα στρατιωτικών τετελεσμένων, πολιτικής νομιμοποίησης και διεθνούς παρουσίασης του Κυπριακού, τα οποία δεν μπορούν να παρακάμπτονται για χάρη της επικοινωνίας.
Ο ίδιος διαχώρισε την επιθυμία των απλών πολιτών για ειρήνη από τα μηνύματα που εκπέμπει η παρουσία πολιτικών ηγετών. Όπως εξήγησε, μια ειρηνική εκδήλωση μπορεί ορθώς να αποσκοπεί στο να φέρει κοντά τις δύο κοινότητες. Όταν, όμως, συμμετέχουν ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, η εικόνα αποκτά διαφορετικό πολιτικό και νομικό βάρος.
Η στρατηγική σημασία της Πύλας
Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του ήταν η θέση ότι η Πύλα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως χώρος κοινωνικής συνάντησης.
Ο Χαραλαμπίδης υποστήριξε ότι στην περιοχή έχει σημειωθεί τουρκική προώθηση και ότι τμήμα της νεκρής ζώνης αντιμετωπίζεται πλέον από την κατοχική πλευρά ως έδαφος του ψευδοκράτους. Αναφέρθηκε επίσης στο ύψωμα «Άγαλμα», συνδέοντας τον χώρο της εκδήλωσης με παραβιάσεις του υφιστάμενου καθεστώτος.
Στο ίδιο πλαίσιο, έκανε λόγο για ασφαλτόστρωση διαδρομής μήκους 8,2 χιλιομέτρων, από το Άρσος έως σημείο περίπου 500 μέτρων από την Πύλα. Κατά την εκτίμησή του, η συγκεκριμένη υποδομή διευκολύνει την κίνηση μηχανοκίνητων δυνάμεων και αρμάτων από την περιοχή της Λύσης σε περίπτωση κρίσης.
Το επιχείρημά του ήταν ότι η δημόσια εικόνα μιας εκδήλωσης ειρήνης δεν πρέπει να αποσυνδέεται από τη στρατιωτική πραγματικότητα. Πίσω από την πρόθεση των πολιτών για προσέγγιση, όπως ανέφερε, υπάρχει ένα στρατηγικό πλεονέκτημα του τουρκικού στρατού, το οποίο οφείλει να συνυπολογίζει η κυπριακή ηγεσία.
Το ερώτημα της πολιτικής νομιμοποίησης
Δεύτερος άξονας της ανάλυσής του ήταν η πολιτική θέση του Τουφάν Ερχιουρμάν.
Ο Χαραλαμπίδης επισήμανε ότι ο Τουρκοκύπριος ηγέτης δεν εξελέγη με βάση τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και υποστήριξε ότι η κοινή παρουσία με τον Πρόεδρό της μπορεί να αξιοποιηθεί για την ενίσχυση της δικής του πολιτικής νομιμοποίησης.
Έθεσε, μάλιστα, το ερώτημα ποιος είναι ο τελικός προσανατολισμός της επαναπροσέγγισης: η επανενσωμάτωση των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία ή η αναγνώριση του ψευδοκράτους ως ισότιμου συνιστώντος κράτους στο πλαίσιο μιας νέας διευθέτησης;
Κατά την ανάγνωσή του, οι αναφορές του Ερχιουρμάν σε συνιδρυτική πράξη συνδέονται με το δεύτερο ενδεχόμενο. Γι’ αυτό και καταλόγισε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κίνδυνο «αυτοπαγίδευσης», στην προσπάθειά του να παρουσιάσει κινητικότητα στο Κυπριακό.
«Δύο ηγέτες» και διεθνή μηνύματα
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη διατύπωση «two leaders» —«δύο ηγέτες»— στις προσκλήσεις, εκτιμώντας ότι καλλιεργεί εικόνα πολιτικής ισοτιμίας.
Προειδοποίησε ότι μια τέτοια εικόνα μπορεί να δυσκολέψει την προσπάθεια της Λευκωσίας να αναδεικνύει διεθνώς το πρόβλημα της κατοχής. Το ερώτημα που έθεσε ήταν πώς θα καταγγέλλεται η τουρκική παρουσία σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όταν παράλληλα εκπέμπονται μηνύματα που, κατά την άποψή του, θολώνουν τη διάκριση ανάμεσα στην Κυπριακή Δημοκρατία και το κατοχικό καθεστώς.
«Πρόβλημα γεωπολιτικό και κατοχής»
Στην πιο αιχμηρή αποστροφή του, ο Χαραλαμπίδης επέκρινε τη μετάβαση από τη «διπλωματία του καφέ» στη «διπλωματία των φεστιβάλ και των πανηγυριών».
«Το Κυπριακό δεν είναι πρόβλημα πανηγυριών και φεστιβάλ. Είναι πρόβλημα γεωπολιτικό και κατοχής», τόνισε.
Καταλήγοντας, υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη συνάντηση δεν δημιουργεί προϋποθέσεις απαλλαγής από την κατοχή, αλλά κινδυνεύει να παρουσιάσει το Κυπριακό ως μια εσωτερική διαφορά που μπορεί να διευθετηθεί μεταξύ δύο πλευρών, αφήνοντας στο περιθώριο τον καθοριστικό ρόλο της Τουρκίας.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
