Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ομπάμα και Ασαντ έχουν κοινό εχθρό, το «πολιτικό ισλάμ»!

Δημοσιεύτηκε στις

Αντρέι Ιλιασένκο
Είναι εντυπωσιακό. Ασαντ και ΗΠΑ συμφωνούν ότι ο πρόεδρος της Αιγύπτου, Μούρσι, όχι μόνο αποτελεί παρελθόν, αλλά και ότι δεν ανατράπηκε με πραξικόπημα. Τι σηματοδοτούν οι εξελίξεις σε Αίγυπτο, Τουρκία και Κατάρ; Πρόκειται για το τέλος του «πολιτικού Ισλάμ»;

Ο ηγέτης των Αιγύπτιων «Αδελφών Μουσουλμάνων», Μόρσι, δεν είναι πια πρόεδρος της Αιγύπτου, ανακοίνωσε την περασμένη Τετάρτη το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, βάζοντας ουσιαστικά ταφόπλακα στο διάλογο με το πολιτικό Ισλάμ. Με τη σειρά του, ο πρόεδρος της Συρίας, Μπασάρ Άσαντ, ήταν ανάμεσα στους πρώτους που χαιρέτησαν την ανατροπή του. Πως εξηγείται η σύγκλιση ανάμεσα στις εκ διαμέτρου αντίθετες,  Ουάσιγκτον και Δαμασκό;

Η αλλαγή του μονάρχη στο Κατάρ, οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στην Τουρκία και το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Αίγυπτο, αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Δείχνουν δε, ότι ξεκίνησε η ενεργός αντίδραση απέναντι στη διείσδυση του «πολιτικού Ισλάμ» στη Μέση Ανατολή, ισχυρός πυλώνας του οποίου ήταν οι «Αδελφοί Μουσουλμάνοι».
Η «παραίτηση» του Εμίρη
Στην αρχή του Ιουνίου, ο εμίρης του Κατάρ, Χαμάντ Μπεν Χαλίφα Αλ Θάνι, παραιτήθηκε από το θρόνο και παρέδωσε την εξουσία στο γιο του. Ο μονάρχης, ο οποίος είναι απασχολημένος περισσότερο με την κατάσταση της υγείας του παρά με την πολιτική, βασίλευε, αλλά δεν κυβερνούσε. Στο τιμόνι βρισκόταν ο πρωθυπουργός, Χαμάντ Μπεν Τζάσεμ, ο οποίος ήταν ταυτόχρονα και υπουργός Εξωτερικών. Χάρις στις προσπάθειες του τελευταίου, το Κατάρ κατέστη πολύ σημαντικός παράγοντας στην περιοχή, συμμετέχοντας ενεργά στον αγώνα κατά του Λίβυου ηγέτη, Καντάφι, και προσφέροντας οικονομική βοήθεια στους Αδελφούς Μουσουλμάνους στην Αίγυπτο, εξοπλίζοντας μάλιστα και τα ένοπλα τμήματά τους στη Συρία, όπως σημειώνει ο Βιατσεσλάβ Ματούζοφ, επικεφαλής του ρωσικού Συνδέσμου Φιλίας με τις αραβικές χώρες.
Ο νέος εμίρης, σεΐχης Ταμίμ Μπεν Χαμάντ Αλ Θάνι, διόρισε ήδη τον νέο πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών, Χαλέντ Μπεν Μοχάμεντ Αλ Ατίγια, οποίος προέρχεται από την οικογένεια της μητέρας του. Οι αλλαγές αυτές -σύμφωνα με τον Ματούζοφ- υπόσχονται μια στροφή σε μια πιο ισορροπημένη πολιτική του Κατάρ στην περιοχή, συμπεριλαμβάνοντας στα πλαίσια αυτά και την Αίγυπτο και τη Συρία.
Τα γεγονότα στην Τουρκία
Κάπως διαφορετικά, αλλά με το ίδιο αποτέλεσμα, διαμορφώνεται η κατάσταση στην Τουρκία, όπου ο πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν βρέθηκε αντιμέτωπος με μαζικές διαδηλώσεις κατά της παρέκκλισης της χώρας από το κοσμικό μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο είχε καθιερώσει ο Ατατούρκ. Οι διαμαρτυρίες, οι οποίες ξεκίνησαν από οικολόγους και άλλους για να μην κοπούν τα δέντρα στην πλατεία Ταξίμ, και να μην φτιαχτεί ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο, κατέληξαν στο αίτημα της αποχώρησης του Ερντογάν από την εξουσία. Τερματίστηκαν, πάντως, με φόντο μάλιστα και τις επικρίσεις από την Ουάσιγκτον για τα σκληρά μέτρα καταστολής από την τουρκική αστυνομία.
«Οι κινητοποιήσεις είχαν στοχευμένο χαρακτήρα -λέγει ο αναλυτής του Διεθνούς Ινστιτούτου Νεότερων Κρατών, Στανισλάβ Ταράσοφ- και στρέφονταν κατά του καθεστώτος Ερντογάν. Εν τω μεταξύ, το 60% των Τούρκων δεν υποστηρίζει την πολιτική κατά της Συρίας και το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις αναταραχές στο εσωτερικό, επιδρά αποσταθεροποιητικά για την κυβέρνηση του Ερντογάν». Αποτελεί ένα μεγάλο ερώτημα, ποια θα είναι στο εξής η υποστήριξη της Άγκυρας προς τους Αδελφούς Μουσουλμάνους στη Συρία.
Οι μεγάλες ανατροπές στην Αίγυπτο
Στην Αίγυπτο, το πολιτικό Ισλάμ, φορείς του οποίου είναι οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, γνωρίζει συντριπτική ήττα. Η οργάνωση αυτή ιδρύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες για την αντιμετώπιση της κομμουνιστικής επιρροής στα εδάφη της Μ. Ανατολής που αποτελούσαν αποικίες της Γερμανίας ή που άλλοτε ήλεγχε η Οθωμανική αυτοκρατορία, και είχαν παραδοθεί από την Κοινωνία των Εθνών στον έλεγχο των μεγάλων δυνάμεων-νικητών του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου.
Στην Αίγυπτο η οργάνωση είχε πολύ σημαντική υποστήριξη από το εξωτερικό. Πριν από ενάμιση χρόνο οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι κατάφεραν να εκμεταλλευτούν την αστάθεια του καθεστώτος Μουμπάρακ που προκλήθηκε από την εξέγερση του πληθυσμού του Καΐρου, και παίρνοντας τον κόσμο αυτό με το μέρος τους, νίκησαν στις προεδρικές εκλογές με ελάχιστη διαφορά έναντι των αντιπάλων τους. Παρόλα αυτά, ο Μόρσι και οι οπαδοί του, οι οποίοι δεν διέθεταν την πείρα άσκησης διακυβέρνησης και παράλληλα εισήγαγαν ενεργά το Ισλάμ στην πολιτική, ύστερα από έναν μόλις χρόνο είδαν τους υποστηρικτές τους να μετατρέπονται σε αντιπάλους. Οι τελευταίοι, πολύ απλά βγήκαν στην πλατεία Ταχρίρ και πλέον ήταν η σειρά του στρατού να αναμιχθεί και να επαναφέρει το στάτους κβο που ίσχυε πριν από ενάμιση χρόνο, να απομονώσει ξανά τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και να ακυρώσει το Σύνταγμα που είχαν θεσπίσει αυτοί.
Οι χώρες του Κόλπου και η Ουάσιγκτον
Πρώτες υποστήριξαν το πραξικόπημα οι μοναρχίες της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Κουβέιτ, συμφωνώντας ότι το Σύνταγμα και το Κοράνι «πρέπει να είναι τοποθετημένα σε διαφορετικά ράφια». Ο Σαουδάραβας βασιλιάς Αμπντάλα την περασμένη Ανοιξη είχε δηλώσει ότι οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι του Μόρσι είναι «λύκοι με προβιά προβάτου». Να σημειωθεί πως μετά το πραξικόπημα,  τα προαναφερόμενα κράτη του Κόλπου πρόσφεραν στην Αίγυπτο οικονομική βοήθεια 10 δις δολαρίων.
Η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, απέφευγε ως τώρα να κάνει μια συγκεκριμένη και δημόσια εκτίμηση για τα γεγονότα στην Αίγυπτο. Ωστόσο, ο πρόεδρος Ομπάμα έδωσε εντολή να εξεταστεί το ενδεχόμενο οικονομικής βοήθειας στην Αίγυπτο, το ύψος της οποίας αναμένεται να είναι 1,5 δις δολάρια. Περισσότερη σαφής ήταν η δήλωση της εκπροσώπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Τζεν Πσάκι, η οποία σε ερώτηση δημοσιογράφων σχετικά με το αν η Ουάσιγκτον θεωρεί τον Μοχάμεντ Μόρσι εν ενεργεία πρόεδρο, έδωσε αρνητική απάντηση, αναφέροντας ότι «ο Μόρσι σήμερα δεν καταλαμβάνει τη θέση του ηγέτη του κράτους». Σύμφωνα με την ίδια, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών δεν εκλαμβάνει τα γεγονότα στην Αίγυπτο σαν πραξικόπημα, και οι ΗΠΑ «παραπέμπουν στη γνώμη 22 εκατομμυρίων Αιγυπτίων που βγήκαν στους δρόμους προκειμένου να κοινοποιήσουν τα δικαιώματά τους και να δείξουν ότι δημοκρατία δεν είναι απλά η ψηφοφορία στις εκλογές».
Σύγκλιση ΗΠΑ-Δαμασκού
Πρόκειται για μια «ετυμηγορία», την οποία είναι έτοιμος να συνυπογράψει και ο πρόεδρος της Συρίας, ο οποίος δήλωσε ότι «στην Αίγυπτο κατέρρευσε αυτό που αποκαλούν πολιτικό Ισλάμ», και σημείωσε ότι «εκείνοι που χρησιμοποιούν τη θρησκεία για πολιτικούς σκοπούς ή προς το συμφέρον κάποιας ομάδας, όπου και αν βρίσκονται, στο τέλος θα ανατραπούν».
Στο σημείο αυτό, προκύπτει το ερώτημα σχετικά με τη στάση των ΗΠΑ προς τον Άσαντ, ο οποίος εδώ και πάνω από δύο χρόνια δεν πολεμά μόνο εναντίον της αντιπολίτευσης, αλλά και με ριζοσπαστικούς ισλαμιστές, όπως οι ένοπλοι Σαλαφίτες, οι ομάδες της Αλ Κάιντα και οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι. Πως συνδυάζονται λοιπόν, αφενός η άρνηση των ΗΠΑ για διάλογο με τους οπαδούς του πολιτικού Ισλάμ, και αφετέρου η υποστήριξή τους στη Συρία; Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στην απόφαση του Κογκρέσου να μπλοκάρει τη στρατιωτική βοήθεια στους σύρους εξεγερθέντες. Μια δύσκολη κατάσταση για την αντιπολίτευση, όπως άλλωστε φαίνεται και από την πρότασή της να διακοπούν οι εχθροπραξίες στο διάστημα του Ραμαζανίου. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και η  πολυαναμενόμενη απόφαση του ΟΗΕ να αποδεχθεί την πρόσκληση της συριακής κυβέρνησης για διαπραγματεύσεις σχετικά -και- με τις κατηγορίες και των δύο εμπόλεμων πλευρών για χρήση χημικών όπλων.
Στην ίδια λογική μπορούν να ενταχθούν και οι προοπτικές της διεθνούς διάσκεψης για τη Συρία, τη διεξαγωγή της οποίας προωθούν από κοινού ΗΠΑ και Ρωσία. Η άρνηση των ΗΠΑ για διάλογο με το πολιτικό Ισλάμ, δίνει ελπίδες για επιτυχία της διάσκεψης. Η συναίνεση θα μπορούσε να επιτευχθεί, αν δεν υπήρχε ένα εμπόδιο. Αυτό, είναι ότι η Ουάσιγκτον έχει κάνει ήδη πάρα πολλά στο πλαίσιο της απαίτησής της για αποχώρηση του Άσαντ.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο περιοδικό The National Interest, ο πρώην σύμβουλος του Τζίμι Κάρτερ για θέματα εθνικής ασφάλειας, Ζμπίγκνιεφ Μπζεζίνσκι, έθεσε το εξής ερώτημα: «Γιατί όλοι αποφασίσαμε ξαφνικά ότι η Συρία πρέπει να αποσταθεροποιηθεί και η κυβέρνησή της να ανατραπεί; Εξηγήθηκε αυτό ποτέ στον αμερικανικό λαό;». Πράγματι, γιατί;
Η Ρωσία Τώρα

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις7 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Δημοφιλή