Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Όχι Βρετανίας σε στρατιωτική επέμβαση κατά της Συρίας

Δημοσιεύτηκε στις

Το βρετανικό κοινοβούλιο μπλόκαρε τη στρατιωτική επέμβαση στη Συρία.

Απέρριψε με 272 ψήφους υπέρ και 285 κατά την πρόταση του πρωθυπουργού,
Ντέιβιντ Κάμερον, για ανάμειξη της χώρας στις ενδεχόμενες στρατιωτικές
επιθέσεις στη Συρία.

Μετά την ψηφοφορία ο κ. Κάμερον δεσμεύτηκε ότι θα σεβαστεί τη βούληση
του κοινοβουλίου και δεν θα εγκρίνει μια τέτοια δράση. Είναι σαφές,
είπε, ότι το κοινοβούλιο, το οποίο αντικατοπτρίζει τις επιθυμίες του
βρετανικού λαού, δεν θέλει να δει την εμπλοκή της χώρας σε μια
στρατιωτική επίθεση στη Συρία, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση θα ενεργήσει
ανάλογα.
Ο βρετανός πρωθυπουργός βεβαίωσε ότι δε σκοπεύει να επικαλεστεί το
βασιλικό προνόμιο και να πάει αντίθετα στη βούληση του κοινοβουλίου.
Πιστεύω ακράδαντα ότι πρέπει να υπάρξει μια σκληρή απάντηση κατά της
χρήσης χημικών όπλων. Πιστεύω όμως επίσης ότι πρέπει να υπάρχει σεβασμός
στη βούληση του κοινοβουλίου δήλωσε χαρακτηριστικά.
Αργότερα και ο βρετανός υπουργός Άμυνας, Φίλιπ Χάμοντ, δήλωσε στο BBC
ότι η χώρα δεν πρόκειται να λάβει μέρος σε οποιαδήποτε στρατιωτική δράση
εναντίον της Συρίας, αφού η κυβέρνηση έχασε στην ψηφοφορία, που
διεξήχθη στο κοινοβούλιο επί του θέματος.

Ήλπιζα, ανέφερε, ότι θα κερδίσουμε, αλλά καταλαβαίνουμε ότι υπάρχουν
μεγάλες αμφιβολίες σχετικά με την ανάμειξή μας στη Μέση Ανατολή. Ο
βρετανός υπουργός Άμυνας εκτίμησε ακόμη πως οι ΗΠΑ, ένας από τους
βασικούς συμμάχους της χώρας, θα απογοητευτεί με την ανακοίνωση ότι η
Μεγάλη Βρετανία «δεν θα εμπλακεί στην υπόθεση».
Δε νομίζω, πρόσθεσε, πως η αποχή της Βρετανίας θα έχει ως αποτέλεσμα να σταματήσει οποιαδήποτε δράση.
Στο μεταξύ, την πρόθεση της Ουάσιγκτον να συνεχίσει τις διαβουλεύσεις
με τη Βρετανία, παρά το γεγονός ότι το κοινοβούλιο της χώρας ψήφισε κατά
μιας ανάμειξης του Ηνωμένου Βασιλείου στις ενδεχόμενες επιθέσεις,
ανακοίνωσε ο Λευκός Οίκος.
Η απόφαση του Μπάρακ Ομπάμα
Η απόφαση του προέδρου Ομπάμα θα ληφθεί βάσει του τι είναι καλύτερο για
τις ΗΠΑ. Πιστεύει ότι χώρες, που παραβιάζουν τα διεθνή πρότυπα σχετικά
με τη χρήση χημικών όπλων, πρέπει να λογοδοτούν, δήλωσε η εκπρόσωπος του
Λευκού Οίκου, Κέιτλιν Χέιντεν.
Νωρίτερα αξιωματούχοι της κυβέρνησης Ομπάμα ανακοίνωσαν στους
βουλευτές, κατά τη διάρκεια τηλεδιάσκεψης, ότι δεν έχουν «καμία
αμφιβολία» πως έγινε χρήση χημικών όπλων στη Συρία και ότι γι΄ αυτό
ευθύνεται η κυβέρνηση Άσαντ, όπως δήλωσε στο πρακτορείο Reuters ο ηγέτης
των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, Έλιοτ
Ένγκελ.

Οι αξιωματούχοι επικαλέστηκαν αποδεικτικά στοιχεία, όπως τις
επικοινωνίες υψηλόβαθμων σύρων αξιωματούχων και είπαν ότι είχαν
παρατηρήσει τη μετακίνηση προσωπικού γύρω από τη Δαμασκό, κάτι που
υποδεικνύει ότι προετοιμάζονταν για κάτι μεγάλο, όπως μια επίθεση με
χημικά.
Ο ΥΠΕΞ της Κίνας δήλωσε ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δεν θα
πρέπει να αναλάβει οποιαδήποτε δράση στη Συρία, πριν οι επιθεωρητές
ολοκληρώσουν την έρευνά τους σχετικά με τους ισχυρισμούς για χρήση
χημικών όπλων κατά αμάχων.
Σύμφωνα με το κινεζικό πρακτορείο Ειδήσεων, ο Γουάνγκ Γι είχε
τηλεφωνική επικοινωνία με το ΓΓ του ΟΗΕ, Μπαν Κι Μουν, στη διάρκεια της
οποίας τόνισε πως η κυβέρνηση της Κίνας υποστηρίζει τη διεξαγωγή μιας
ανεξάρτητης και αντικειμενικής έρευνας, χωρίς εξωτερικές πιέσεις και
παρεμβολές και πρόσθεσε πως καμία πλευρά δεν πρέπει να σπεύσει να
προδικάσει τα αποτελέσματα οποιασδήποτε έρευνας.
Ετοιμάζεται η Συρία
Στο μεταξύ οι δυνάμεις του Σύρου προέδρου, Μπασάρ αλ Άσαντ, μετακίνησαν
πολλούς πυραύλους Scud και δεκάδες εκτοξευτήρες από μια βάση στα βόρεια
της Δαμασκού, πιθανότατα για να τους προστατεύσουν από ένα ενδεχόμενο
πλήγμα από τη Δύση, ανέφεραν πηγές της αντιπολίτευσης.
Η απομάκρυνση των πυραύλων από τους πρόποδες του όρους Καλαμούν, μιας
από τις πιο στρατιωτικοποιημένες περιοχές της Συρίας, φαίνεται ότι έγινε
στο πλαίσιο μιας περιορισμένης αναδιάταξης των οπλικών συστημάτων για
προληπτικούς λόγους, σύμφωνα με διπλωμάτες από τη Μέση Ανατολή που
μίλησαν στο πρακτορείο Ρόιτερς.
Περισσότεροι από 20 πύραυλοι Scud, που έχουν βεληνεκές άνω των 300
χιλιομέτρων, εκτοξεύτηκαν φέτος από τη βάση του Καλαμούν και ορισμένοι
έπληξαν το Χαλέπι ή και ακόμη βορειότερες περιοχές.
Κάτοικοι της πρωτεύουσας και πηγές της αντιπολίτευσης υποστήριξαν
επίσης ότι το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού έχει απομακρυνθεί από τα
κτίρια όπου στεγάζονται τα γενικά επιτελεία του στρατού και των δυνάμεων
ασφαλείας, στην κεντρική Δαμασκό.
 Άλλες δύο βάσεις, που διαθέτουν πυραύλους, στην ίδια περιοχή, έχουν
αρχίσει να τους μεταφέρουν αλλού, ενδεχομένως κοντά στη Χομς.
Άλλες πηγές εκτιμούν ότι πιθανότατα έχει εκκενωθεί άλλη μια βάση πυραύλων στη Σάχια, στα νότια της πρωτεύουσας.
Οι συνθήκες αγοράς πετρελαίου
Η κατάσταση στη Συρία θα μπορούσε να εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου, προειδοποιούν αναλυτές.
Η κυβέρνηση Ομπάμα φέρεται να έχει έρθει τις τελευταίες ημέρες σε
επαφές με ειδικούς σε θέματα ενέργειας, προκειμένου να συζητήσουν τις
συνθήκες της αγοράς πετρελαίου.
Ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία έχει προκαλέσει ανησυχίες με αποτέλεσμα οι
διεθνείς τιμές του πετρελαίου να έχουν εκτοξευθούν στο υψηλότερο
επίπεδο, μέσα σε διάστημα έξι μηνών, με την τιμή του βαρελιού να έχει
αυξηθεί κατά 8 δολάρια.
Αναλυτές εκτιμούν ότι μια μικρής διάρκειας επίθεση στη Συρία θα
μπορούσε να ωθήσει τις τιμές να φτάσουν τα 130 δολάρια ανά βαρέλι.
Η Societe Generale προειδοποίησε λέγοντας ότι ένα πιθανό σενάριο είναι
οι τιμές να φτάσουν έως και τα 150 δολάρια το βαρέλι εάν η κρίση
επηρεάσει και άλλες χώρες παραγωγής πετρελαίου.

– See more at: http://www.sigmalive.com/news/international/62515#sthash.eZpUILbX.dpuf

Αποφασισμένη για δράση η Ουάσιγκτον, παρά το «όχι» του βρετανικού κοινοβουλίου
Το βρετανικό «όχι» στην επέμβαση
στη Συρία είναι ένα ακόμα εμπόδιο για τον αμερικανό Πρόεδρο, που θα
λάβει την τελική απόφασή του μετά την αποχώρηση των επιθεωρητών του ΟΗΕ
απο τη Συρία. Έκτακτη σύσκεψη σήμερα στην Αθήνα, κατά την οποία, σύμφωνα
με πληροφορίες, θα εξετασθούν και σενάρια αντιμετώπισης ασύμμετρων
απειλών.

Ο Κάμερον ανακοίνωσε ότι μετά την ψηφοφορία – 272 υπέρ και 285 κατά-
θα σεβαστεί τη βούληση του κοινοβουλίου και δεν θα εγκρίνει μια τέτοια
δράση. Δήλωσε επίσης πως είναι σαφές ότι το κοινοβούλιο είναι αντίθετο
σε μια στρατιωτική επίθεση στη Συρία, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση θα
ενεργήσει ανάλογα.
«Είναι σαφές ότι το κοινοβούλιο, το οποίο
αντικατοπτρίζει τις επιθυμίες του βρετανικού λαού, δεν θέλει να δει την
εμπλοκή της χώρας στις στρατιωτικές δράσεις», είπε ενώπιον των
βουλευτών. «Το καταλαβαίνω και η κυβέρνηση θα πράξει ανάλογα».
Ο
Κάμερον επιβεβαίωσε ότι δεν σκοπεύει να επικαλεστεί το βασιλικό προνόμιο
και να πάει αντίθετα στη βούληση του κοινοβουλίου. «Σας διαβεβαιώνω για
αυτό», είπε. «Πιστεύω ακράδαντα ότι πρέπει να υπάρξει μια σκληρή
απάντηση κατά της χρήσης χημικών όπλων. Πιστεύω όμως επίσης ότι πρέπει
να υπάρχει σεβασμός στη βούληση του κοινοβουλίου», πρόσθεσε.
Η
βρετανική ψήφος είναι ένα ακόμα εμπόδιο για τον αμερικανό Πρόεδρο, ο
οποίος προσπαθεί να συγκεντρώσει γύρω του συμμάχους για την επέμβαση
εναντίον της Συρίας. Ο Μπ. Ομπάμα θα λάβει την τελική απόφασή του μετά
την αποχώρηση των επιθεωρητών του ΟΗΕ απο τη Συρία, το Σάββατο αλλά
αμερικανοί αξιωματούχοι δηλώνουν προς κάθε κατεύθυνση ότι οι ΗΠΑ είναι
αποφασισμένες για δράση. Σύμφωνα με τους New York Times, και πέμπτο
αντιτορπιλικό κατευθύνεται προς τη Μεσόγειο.
«Είμαστε ενήμεροι για
το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας του βρετανικού κοινοβουλίου. Οι ΗΠΑ θα
συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις με την κυβέρνηση της Βρετανίας – μία χώρα
που αποτελεί έναν από τους στενότερούς φίλους και συμμάχους μας», δήλωσε
σε ανακοίνωσή της η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Κέιτλιν Χέιντεν.
«Η
απόφαση του προέδρου Ομπάμα θα ληφθεί βάσει του τι είναι καλύτερο για
τις ΗΠΑ. Πιστεύει ότι χώρες που παραβιάζουν τα διεθνή πρότυπα σχετικά με
τη χρήση χημικών όπλων πρέπει να λογοδοτούν», είπε.
Σε αναζήτηση διεθνούς συνασπισμού
Οι
ΗΠΑ θα συνεχίσουν την προσπάθεια για να βρουν έναν «διεθνή συνασπισμό»
που θα θέλει να δράσει από κοινού στη Συρία προκειμένου να απαντήσει
στην επίθεση με χημικά όπλα του συριακού καθεστώτος εναντίον των πολιτών
του, δήλωσε σήμερα από τη Μανίλα ο αμερικανός υπουργός Άμυνας Τσακ
Χέιγκελ, μετά την απόρριψη από το βρετανικό κοινοβούλιο πρότασης για
στρατιωτική επέμβαση στη χώρα αυτή της Μέσης Ανατολής.
“Είναι ο
σκοπός του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα και της κυβέρνησής μας, όποια απόφαση
ληφθεί, θα περιλαμβάνει έναν διεθνή συνασπισμό και μια προσπάθεια», είπε
ο Χέιγκελ κατά το ταξίδι του στις Φιλιππίνες προσθέτοντας ότι οι ΗΠΑ θα
συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις με τη Βρετανία.
“Η προσέγγισή μας
είναι να συνεχίσουμε την προσπάθεια για να βρούμε έναν διεθνή συνασπισμό
που θα δράσει από κοινού. Και πιστεύω πως βλέπετε έναν αριθμό χωρών που
δημόσια δηλώνουν τη θέση τους για τη χρήση χημικών όπλων», τόνισε ο
υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ σε συνέντευξη Τύπου στη Μανίλα.
Ο Χέιγκελ
επισήμανε ότι η χώρα του σέβεται την ψηφοφορία στο βρετανικό
κοινοβούλιο, το οποίο με 285 ψήφους κατά έναντι 272 υπέρ απέρριψε χθες
βράδυ πρόταση του πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον που υποστήριζε την αρχή
μιας στρατιωτικής επέμβασης στη Συρία.
“Είναι ευθύνη κάθε χώρας να
λαμβάνει τις αποφάσεις της. Εμείς συνεχίζουμε τις διαβουλεύσεις με τους
Βρετανούς όπως και με τους άλλους συμμάχους μας. Η διαβούλευση αυτή
περιλαμβάνει τρόπους για να προχωρήσουμε μαζί σε μια απάντηση για την
επίθεση με χημικά όπλα στη Συρία», διευκρίνισε.
“Δεν έχω
ενημερωθεί για καμιά αλλαγή στη θέση του καθεστώτος Ασαντ σε οποιοδήποτε
θέμα. Ενεργώ με αυτό που έχω χειροπιαστό. Δεν εξετάζω υποθετικές
καταστάσεις», δήλωσε ο επικεφαλής του Πενταγώνου απαντώντας σε ερώτηση
δημοσιογράφου για το αν η Συρία μπορεί να κάνει κάτι για να αποφύγει
ενδεχόμενη αμερικανική στρατιωτική δράση εναντίον της.
Ο Χέιγκελ
βρίσκεται στη Μανίλα, τελευταίο σταθμό μιας περιοδείας μιας εβδομάδας
στην Ασία, η οποία πραγματοποιήθηκε στη σκιά της συριακής κρίσης.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ    Πηγή: AMΠE

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός3 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή