Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι ισορροπίες του αερίου…

Δημοσιεύτηκε στις

Του Σάββα Ιακωβίδη
Με τις ευλογίες των ΗΠΑ ο άξονας Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ 

Η ασφάλεια των υδάτων σημαίνει ασφάλεια των
υδρογονανθράκων από εχθρικές, τρομοκρατικές και άλλες απειλές. 

Γιατί δεν
πρέπει να υποτιμηθούν οι άλλοι δρώντες.

ΚΑΜΙΑ εταιρεία δεν θα ενδιαφερθεί να επενδύσει δισεκατομμύρια αν, εκ προοιμίου, δεν αισθάνεται ασφαλής στην επένδυσή της


Μετά από δυόμισι χρόνια διαπραγματεύσεων, την περ. Πέμπτη οι Υπουργοί Ενέργειας της Κύπρου, της Ελλάδας και του Ισραήλ υπέγραψαν «Μνημόνιο Συναντίληψης» για τη συνεργασία των τριών χωρών στους τομείς της ενέργειας και των υδάτινων πόρων. «Μνημειώδη στιγμή», χαρακτήρισε την υπογραφή ο Υπουργός Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, Γιώργος Λακκοτρύπης, σημειώνοντας ότι η Κύπρος θα βγει από την ενεργειακή απομόνωσή της και θα γίνει πιο ανταγωνιστική.

Σε μια «σημαντική και δημιουργική φάση» εισέρχεται η συνεργασία των τριών χωρών, ανέφερε από την πλευρά του ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής της Ελλάδας, Γιάννης Μανιάτης. Έκανε λόγο για ενίσχυση της γεωπολιτικής θέσης Κύπρου και Ελλάδας και για σημαντικό παράγοντα για τη σταθερότητα στη Μεσόγειο.

«Ιστορική» χαρακτήρισε τη συμφωνία των τριών χωρών ο Υπουργός Υδάτινων και Ενεργειακών Πόρων του Ισραήλ, Σιλβάν Σαλόμ, αναφερόμενος σε μείωση του κόστους του ηλεκτρισμού για την Κύπρο και άλλα κοινά έργα που θα ακολουθήσουν. Την περ. Τετάρτη, εγκαινιάζοντας μονάδα αφαλάτωσης στην Επισκοπή, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης κάλεσε την ισραηλινή Κυβέρνηση να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο δέσμευσής της για εξαγωγή ισραηλινού φυσικού αερίου από το τερματικό υγροποίησης, που αναμένεται να κατασκευαστεί στην περιοχή Βασιλικού.

«Η ενεργειακή συνεργασία», τόνισε, «μπορεί να καταστεί η κινητήριος δύναμη για μια ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών». Ευθύς αναδύεται η εύλογη απορία: Κατά την πρόσφατη επίσκεψη εργασίας στο Ισραήλ, ο Ν. Αναστασιάδης δεν έθιξε αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα; Και αν το έθιξε, ποιαν αντίδραση ή απάντηση είχε από τον Πρωθυπουργό Νετανιάχου;

Με τις ευλογίες των ΗΠΑ

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης επισήμανε πως «η Κύπρος είναι ο πιο σταθερός εταίρος του Ισραήλ στη περιοχή» -σε αντιδιαστολή, εμφανώς, προς την Τουρκία- «και η εγγύτητά μας με τη διώρυγα του Σουέζ είναι ένας σημαντικός παράγοντας, που ευνοεί τη δημιουργία ενός περιφερειακού ενεργειακού κόμβου στην Κύπρο, για τη μεταφορά φυσικού αερίου από τις χώρες της Αν. Μεσογείου όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και στην Άπω Ανατολή». Ο Πρόεδρος άγγιξε την ουσία και τη διάσταση του ζητήματος, που άπτεται περιφερειακών συμφερόντων και αντιπαραθέσεων. Είναι αυταπόδεικτο πως το Μνημόνιο Συναντίληψης Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ έγινε με την ενθάρρυνση και τις ευλογίες των ΗΠΑ. Δεν είναι τυχαίο που την ίδια μέρα που υπογραφόταν το Μνημόνιο, ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Αντ. Σαμαράς συναντούσε τον Αμερικανό Πρόεδρο, Μπαράκ Ομπάμα.

Αντικείμενο της συνάντησης δεν ήταν μόνο οι διμερείς σχέσεις και τα οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας αλλά και οι συσχετισμοί δυνάμεων και τα ενεργειακά συμφέροντα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, σε συνάρτηση πάντα με την Τουρκία, τον συνεχιζόμενο εμφύλιο στη Συρία, την κατάσταση στην Αίγυπτο και την εντεινόμενη παρουσία της Ρωσίας, στρατιωτικά και τώρα και ενεργειακά. Ήδη η Γκάζπρομ υπέγραψε συμφωνία με τους Ισραηλινούς, ενώ ενδιαφέρεται και για το κυπριακό αέριο.

Η περιφερειακή ενεργειακή ασφάλεια και τα προαπαιτούμενά της
Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης επισήμανε πως ένα δίκτυο μεταφοράς φυσικού αερίου στην Αν. Μεσόγειο θα αποτελέσει μέσον για δυνητική ενίσχυση της περιφερειακής ενεργειακής ασφάλειας και θα προσελκύσει ξένες επενδύσεις, που θα οδηγήσουν στη δημιουργία θέσεων εργασίας, δίνοντας ώθηση στις οικονομίες της περιοχής. Κατέληξε: «Η συνεργασία στον ενεργειακό τομέα θα μπορούσε να συμβάλει στην ειρήνη και σταθερότητα στην περιοχή, προς όφελος όλων των κρατών». Οι θέσεις αυτές υποβάλλουν ότι για να υλοποιηθεί αυτή η περιφερειακή ενεργειακή ασφάλεια, προϋποτίθενται πολλές άλλες παράμετροι, που πρέπει να ληφθούν πάρα πολύ σοβαρά υπόψη:

Πρώτον, είναι η πολιτική κατάσταση σε μια περιοχή που είναι ασταθής και επικίνδυνη εξαιτίας του συνεχιζόμενου εμφυλίου στη Συρία, της εμπλοκής τρομοκρατικών οργανώσεων, της πιθανότητας ισραηλινού κτυπήματος κατά του Ιράν, της ενδυνάμωσης της κουρδικής αυτονομιστικής τάσης, της αστάθειας της Τουρκίας στο εσωτερικό και έναντι συμμάχων της και, φυσικά, του Κυπριακού.

Δεύτερον, είναι η οικονομική κατάσταση. Δύο από τις συμβαλλόμενες χώρες, η Ελλάδα και η Κύπρος, αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες, που ελπίζουν να ξεπεράσουν όταν και εφόσον αξιοποιήσουν το φυσικό αέριο. Άρα, είναι υποκείμενες σε πιθανές εκβιαστικές υποδείξεις ή και πιέσεις για να συναινέσουν στα Ελληνοτουρκικά ή στο Κυπριακό. Δεν είναι τυχαίο που πρόσφατα δημοσιεύματα στον αμερικανικό και βρετανικό Τύπο υποβάλλουν την αναγκαιότητα, δήθεν, επίλυσης του Κυπριακού σε συνάρτηση προς το φυσικό αέριο και την οικονομία, θέση που ασπάζεται και προωθεί και η Τουρκία, που επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τις δυσκολίες Ελλάδας-Κύπρου.

Τρίτον, είναι η στρατιωτική κατάσταση. Η Μέση Ανατολή και εξ αυτής η Αν. Μεσόγειος επηρεάζονται από τον εμφύλιο στη Συρία, από την ανατροπή του ισλαμιστή Μόρσι στην Αίγυπτο, από τις συνεχιζόμενες διαδηλώσεις στην Τουρκία και την ανοικτή, πια, αμφισβήτηση του Ερντογάν, τις φιλοδοξίες του Ιράν και τη νέα αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ρωσίας στην περιοχή.

Τέταρτον, είναι η ενεργειακή διάσταση. Το Μνημόνιο Συναντίληψης Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, με τις ευλογίες των ΗΠΑ, δίνει σαφέστατο προβάδισμα της Ουάσιγκτον έναντι της Μόσχας. Μετά από χρόνια σχετικής απραξίας, οι ΗΠΑ επανέρχονται εν δυνάμει στην περιοχή μας εξαιτίας περισσότερο της ανακάλυψης κοιτασμάτων φυσικού αερίου.

Πέμπτον, είναι η διπλωματική διάσταση. Τα τελευταία δύο χρόνια εκδηλώθηκε έντονο ενδιαφέρον όχι μόνο από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία αλλά και από την Ε.Ε., τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία και την Κίνα. Αυτό εστιάζεται στο πώς θα επωφεληθούν από το νέο ενεργειακό Ελντοράτο.

Έκτον, είναι το τεράστιο θέμα της ασφάλειας των υδάτων ή με πιο απλά λόγια, η διασφάλιση με στρατιωτικά μέσα των εξεδρών, των αγωγών και των τερματικών του φυσικού αερίου. Καμία εταιρεία δεν θα ενδιαφερθεί να επενδύσει δισεκατομμύρια αν, εκ προοιμίου, δεν αισθάνεται ασφαλής στην επένδυσή της.

Παιγνίδια με αγωγούς

ΤΗΝ ΠΕΡ. Τετάρτη, η ισραηλινών συμφερόντων μεγάλη πετρελαϊκή εταιρεία Delek, που συνεργάζεται με τη Noble και την Avner για την κατασκευή σταθμού υγροποίησης στην Κύπρο, και εκμεταλλεύεται το κοίτασμα Λεβιάθαν, ανακοίνωσε πως διεξάγει επαφές για το ενδεχόμενο εξαγωγής ισραηλινού φυσικού αερίου μέσω αγωγών στην Ιορδανία, στην Τουρκία, στην Αίγυπτο και στην Παλαιστινιακή Αρχή. Μια τέτοια κίνηση, όμως, κρίνεται πολλαπλώς μη σοβαρή, αν ληφθούν υπόψη δύο τουλάχιστον σημαντικοί παράγοντες.

Πρώτον, και οι τέσσερις χώρες αντιμετωπίζουν κρίσιμα εσωτερικά προβλήματα, άρα πιθανοί ισραηλινοί αγωγοί προς αυτές θα ήσαν αντικείμενα δολιοφθορών. Δεύτερον, και στις τέσσερις χώρες η ισραηλινή εταιρεία θα υπόκειται συνεχώς σε εκβιασμούς και απειλές, πράγμα που δεν θα ανεχθεί ποτέ καμία ισραηλινή κυβέρνηση. Είναι και τρία άλλα δεδομένα, που επισημαίνει ο Γεώργιος-Στυλιανός Πρεβελάκης, καθηγητής Γεωγραφίας και Χωροταξίας στο Πανεπιστήμιο Σορβόννης-Paris I.

Α) Η Τουρκία είχε επενδύσει πολλά στον ενεργειακό ρόλο της ως γέφυρας ανάμεσα στις χώρες που παράγουν και σε εκείνες που καταναλώνουν. Οι συμφωνίες Κύπρου, Αιγύπτου και Ισραήλ για την οριοθέτηση της ΑΟΖ έπληξαν τα τουρκικά σχέδια. Η Άγκυρα ήλπιζε πως διά του Μόρσι θα ανέτρεπε και θα δυναμίτιζε αυτές τις συμφωνίες. Η ανατροπή του ματαίωσε τα τουρκικά σχέδια.

Β) Η αλλαγή στην Αίγυπτο, η ήττα των ισλαμιστών και η εκ νέου ενίσχυση του στρατού αφαίρεσαν ένα σημαντικό εργαλείο από το τουρκικό διπλωματικό οπλοστάσιο.

Γ) Η πρόσφατη επιλογή του αγωγού φυσικού αερίου ΤΑΡ και η εγκατάλειψη του ανταγωνιστικού Nabucco, αποδυνάμωσε την τουρκική επιρροή στα Βαλκάνια και ενισχύει την Ελλάδα.

Γεωπολιτικοί συσχετισμοί

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ του φυσικού αερίου στα θαλασσοτεμάχια της Κύπρου και του Ισραήλ έχει αναβαθμίσει τη γεωπολιτική σημασία των δύο φίλων χωρών. Ταυτόχρονα, όμως, έχει επιτείνει την εμπλοκή των ΗΠΑ στην περιοχή, όχι μόνο εξαιτίας αμερικανικών εταιρειών πετρελαίου αλλ’ επειδή θεωρούν ότι το φυσικό αέριο μπορεί να αποτελέσει παράγοντα ευημερίας, συνεργασίας, σταθερότητας και ειρήνης. Υπό την αίρεση, φυσικά, ότι όλοι οι δρώντες στην περιοχή παίζουν σωστά το παιγνίδι των συμφερόντων και των επιρροών. Ευθύς εξ αρχής πρέπει να υπογραμμιστεί πως το φυσικό αέριο είναι μέσο ευημερίας αλλά και όπλο άσκησης πολιτικής και διπλωματίας. Νοούμενου ότι στηρίζεται σε ισχυρή οικονομία και εξίσου ισχυρά στρατιωτικά μέσα.

Η Κύπρος δεν έχει ισχυρή αλλά ασθμαίνουσα οικονομία και δεν έχει στρατιωτικά μέσα υπεράσπισης τουλάχιστον των ενεργειακών πόρων και εγκαταστάσεών της. Όταν, λοιπόν, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης αναφέρεται σε ενεργειακή ασφάλεια, οφείλει να καταβάλει το τίμημα για την απόκτηση και διατήρησή της. Πώς; Πρώτον, με συμμαχίες και συνεργασίες με όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες και, δεύτερον, με αξιοποίηση της συμμετοχής μας στην Ε.Ε., στο πλαίσιο και της ΚΕΠΠΑ.

Από την άλλη, δεν πρέπει να υποτιμηθούν το αυξημένο ενδιαφέρον της Ρωσίας, παραδοσιακής και στενής φίλης της Κύπρου ούτε, φυσικά, η Κίνα, που είναι ενεργοβόρος χώρα αλλά και μια από εκείνες τις χώρες που μας στηρίζουν. Επίσης, δεν πρέπει να παραγνωρίζονται τα συμφέροντα της Ε.Ε. ως συνόλου και ειδικά της Γαλλίας και της Γερμανίας. Κάθε μια από αυτές τις χώρες εμπλέκεται διαφοροτρόπως στην περιοχή και συγκρούεται ή αντιπαρατίθεται προς άλλες δυνάμεις. Η γεωπολιτική δυναμική που έχει αναπτυχθεί εξαιτίας του φυσικού αερίου προκάλεσε μια πρωτοφανή επίδειξη ενδιαφέροντος και διεκδίκησης-υπεράσπισης συμφερόντων.

Η σχιστολιθική επανάσταση

Όλους αυτούς τους συσχετισμούς δυνάμεων και συμφερόντων η Λευκωσία δεν δικαιούται ούτε να αγνοεί ούτε να υποτιμά. Αντίθετα, μια έξυπνη και σοφή πολιτική πρέπει να αποβλέπει σε μια υπεύθυνη και ισόρροπη πολιτική ώστε να αξιοποιεί τα εμπλεκόμενα συμφέροντα και ενδιαφέρον προς όφελος της Κύπρου. Όμως, επικρέμαται και μια δυνητική απειλή για το φυσικό αέριο της Κύπρου. Είναι η λεγόμενη «σχιστολιθική επανάσταση». Είναι η εξόρυξη αερίου από σχιστόλιθους. Ήδη οι ΗΠΑ πρωτοπορούν επειδή στόχος τους είναι η πλήρης απεξάρτησή τους από το αραβικό πετρέλαιο.

Αυτό σημαίνει ότι θα εγκαταλείψουν την περιοχή; Όχι, βέβαια, και απόδειξη τούτου είναι η νέα εμπλοκή τους στην περιοχή μας. Δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν τη Μέση Ανατολή επειδή είναι πάρα πολύ σημαντική γι’ αυτούς, διότι έτσι ελέγχουν τους ενεργειακούς πόρους της, και εξαιτίας της συστημικής επίδρασής των στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Δεν πρέπει, όμως, να αποκλείεται μια ανακατανομή της ενεργειακής αγοράς με πρωταγωνιστές τη Ρωσία και ιδιαίτερα την Κίνα. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί πως η Σαουδική Αραβία ανησυχεί σφόδρα από τη σχιστολιθική επανάσταση και καλείται να προσαρμόσει την ενεργειακή πολιτική της.

Όλες αυτές και άλλες εξελίξεις αφορούν αμεσότατα και την Κύπρο επειδή το κυπριακό φυσικό αέριο θα μπει στην αγορά τα προσεχή 6-8 χρόνια, άρα μέχρι τότε πολλά μπορεί να συμβούν ή και να ανακαλυφθούν, που να επηρεάσουν ίσως καταλυτικά ή και αρνητικά το δικό μας αέριο. Γι’ αυτό απαιτείται ο σχηματισμός ενός Σώματος για την ενέργεια, στελεχωμένου με τους καλύτερους ειδικούς και έμπειρους γνώστες αυτού του πολυσχιδούς αντικειμένου, που αναμένεται να ανατρέψει τη ζωή μας και, ελπίζεται, να την καλυτερεύσει και ο τόπος να προοδεύσει.

σημερινή

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή