Διεθνή
Το Ισλάμ κατακτά αθόρυβα την Ευρώπη
Του Μάνου Ηλιάδη
Στα προηγούμενα άρθρα για την διείσδυση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Δύση, είχαμε αναφερθεί στην αυξανόμενη με εντυπωσιακούς ρυθμούς επέκταση των Ισλαμιστών σε διάφορες περιοχές του κόσμου, με ειδική αναφορά στο προηγούμενο τεύχος στην σημαντική διείσδυσή τους στις ΗΠΑ (βλ. προώθηση μελών της Μ.Α. στον κυβερνητικό μηχανισμό επί διοικήσεως Ομπάμα).
Στο ίδιο τεύχος είχαμε ερμηνεύσει την επικέντρωση της προσπάθειας της Μ.Α. στις ΗΠΑ ως συγκεκριμένο στρατηγικό στόχο της οργανώσεως, ο οποίος εδράζεται στην λογική της κατακτήσεως του κέντρου του δυτικού κόσμου, από το οποίο προέρχεται η όλη εκστρατεία εναντίον της ισλαμικής τρομοκρατίας. Αν το κέντρο αυτό κατακτηθεί, είχαμε επισημάνει, ή γενικώς εδραιωθεί κατά την διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα, η προώθηση των σκοπών του παγκόσμιου ισλαμικού κινήματος θα είναι σημαντικά ευκολότερη, δεδομένου ότι η κατάσταση στην Ευρώπη είναι ακόμη χειρότερη
.
Το τελευταίο γεγονός δεν προκαλεί απορίες γιατί, ενώ η διείσδυση της Μ.Α. στις ΗΠΑ είναι ένα σχετικώς πρόσφατο φαινόμενο, η διείσδυση στην Ευρώπη είχε ξεκινήσει νωρίτερα και συγκεκριμένως λιγότερο από τρεις δεκαετίες μετά την ίδρυσή της στην Αίγυπτο το 1928 από τον Χασάν Αλ Μπάνα. Όπως είναι γνωστό, η Μ.Α. διαμόρφωσε με τις ριζοσπαστικές απόψεις της τον ιδεολογικό προσανατολισμό ολόκληρων γενεών Ισλαμιστών στη Μ. Ανατολή, αν και για αρκετά μεγάλο διάστημα είχε απολέσει μεγάλο μέρος της ισχύος της λόγων των απηνών διώξεών της σε πολλές χώρες της περιοχής. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί το εξής παράδοξο: το κέντρο βάρους και η ισχύ της μεταφέρθηκε σταδιακά από την Μ. Ανατολή στην Ευρώπη, η οποία τελικώς ανεδείχθη σε ένα «εκτροφείο» στελεχών και χώρο επωάσεως της ισλαμικής σκέψεως και της πολιτικής της μεθοδολογίας.
Η διαδικασία διεισδύσεως στην Ευρώπη ξεκίνησε από την Γερμανία, για να μεταδοθεί αργότερα και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Αυτό έγινε λίγο μετά τις αρχές της δεκαετίας του 1950, με την άφιξη μουσουλμάνων μεταναστών στην Γερμανία, λόγω της λειψανδρίας που παρατηρήθηκε δέκα περίπου χρόνια μετά την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, μέλη της Μ.Α. και φιλικώς διακείμενα προς αυτήν άρχισαν μετακινούνται στην Ευρώπη και να αναπτύσσουν αργά αλλά σταθερά ένα ευρύ και καλώς οργανωμένο δίκτυο τζαμιών, φιλανθρωπικών συλλόγων καθώς και ισλαμικών οργανώσεων.
Η διαφορά αυτού του δικτύου της Μ.Α. με τις άλλες οργανώσεις της ευρύτερης μουσουλμανικής κοινότητας στην Ευρώπη ήταν ότι, σε αντίθεση με τις οργανώσεις της τελευταίας, δεν ήταν απλώς η βοήθεια προς τους μουσουλμάνους, αλλά, όπως το έθεσε η Chicago Tribune (19.9.2004) «η εξάπλωση του Ισλαμικού νόμου σε όλη την Ευρώπη και στις ΗΠΑ».
Η επόμενη είσοδος μουσουλμάνων στην Γερμανία έγινε στα μέσα της δεκαετίας του 1970 από πρόσφυγες που προέρχονταν από τον Λίβανο, το Ιράν και το Αφγανιστάν. Σε αυτούς προστέθηκαν στην δεκαετία του 1990 μετανάστες από την Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το Κόσσοβο και άλλες περιοχές της διαλυθείσης Γιουγκοσλαβίας. Το τρίτο κύμα ήταν από μουσουλμάνους που πήγαν στην Γερμανία για σπουδές στα πανεπιστήμια της χώρας. Οι τελευταίοι, αρκετοί από τους οποίους παρέμειναν στην Γερμανία μετά το πέρας των σπουδών τους, ήταν οι πλέον δραστήριοι στην ίδρυση ισλαμικών κέντρων και οργανώσεων σε ολόκληρη την Γερμανία, θέτοντας έτσι τα θεμέλια μεγάλου μέρους αυτού που σήμερα είναι η «υποδομή» των μουσουλμάνων της Γερμανίας.
Σαράντα και πλέον χρόνια συστηματικής καλλιέργειας και διδασκαλίας των μουσουλμάνων της Ευρώπης εκ μέρους της Μ.Α. απέδωσαν σημαντικούς καρπούς. Οι μετανάστες πρόσφυγες που πήγαν στην Γερμανία πριν σαράντα χρόνια και οι απόγονοί τους, σήμερα ηγούνται οργανώσεων που εκπροσωπούν τις τοπικές μουσουλμανικές κοινότητες στις επαφές τους με την πολιτική εξουσία. Επί πλέον, με την άφθονη χρηματοδότηση κυρίως της Σαουδικής Αραβίας και άλλων χωρών του Κόλπου έχουν δημιουργήσει ένα καλώς οργανωμένο δίκτυο οργανώσεων με κεντρική δομή, το οποίο εκτείνεται σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη.
Οι οργανώσεις αυτές εμφανίζονται ψευδώς ως εκπρόσωποι της πλειοψηφίας των μουσουλμάνων, αν και εμφορούνται από τις ριζοσπαστικές απόψεις της Μ.Α. και έχουν διαπιστωμένες σχέσεις και επαφές με τρομοκρατικές οργανώσεις. Η μετριοπαθής τους ρητορική πάντως και η καλή γνώση της γλώσσας του τόπου διαμονής ( γερμανικής, ολλανδικής, γαλλικής κ.λπ.) επέτυχε να κερδίσει την αποδοχή των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και των ΜΜΕ, με αποτέλεσμα οι πολιτικοί από όλο το φάσμα του πολιτικού κόσμου να συνομιλούν με τις ηγεσίες αυτών των οργανώσεων για θέματα που αφορούν στους μουσουλμάνους, ή (όπερ συμβαίνει κατά κόρον εδώ) όταν επιζητούν την ψήφο της διογκούμενης μουσουλμανικής κοινότητας.
Όταν, όμως, οι ίδιοι οι εκπρόσωποί τους έρχονται σε επαφή με μουσουλμάνους και τους μιλούν είτε αραβικά είτε τουρκικά, τα προσωπεία πέφτουν και ο ριζοσπαστισμός τους βγαίνει ελεύθερα στην επιφάνεια. Έτσι, ενώ οι εκπρόσωποί τους ομιλούν στην τηλεόραση για διαθρησκευτικό διάλογο και ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία, οι ίδιοι στα κηρύγματά τους στα τζαμιά κηρύσσουν το μίσος και προειδοποιούν τους πιστούς για τα κακά και την διαφθορά της Δυτικής κοινωνίας. Το αποτέλεσμα είναι οι Ευρωπαίοι, στην έντονη επιθυμία τους να ανοίξουν διάλογο με την μη προνομιούχα κατηγορία μουσουλμάνων πολιτών, παραβλέπουν αυτή την διγλωσσία, στην οποία αναφερθήκαμε επισταμένως σε προηγούμενα άρθρα των Επικαίρων (βλ. την τακτική της εξαπατήσεως του αλλόθρησκου αντιπάλου και του επιτρεπόμενου από την θρησκεία τους ψέματος, taqiyya).
Στο μείζον θέμα της ενσωματώσεώς τους στις κοινωνίες των χωρών υποδοχής, ενδεικτική ήταν μία έρευνα που έγινε το 2007 στην Γερμανία με σκοπό να διαπιστωθεί η άποψη των μουσουλμάνων μεταναστών σχετικά με την Δημοκρατία, τις Δυτικές αξίες, την υπακοή στους νόμους και την θρησκευτικοπολιτική βία. Τα αποτελέσματα της έρευνας έκρουσαν πραγματικά τον κώδωνα του κινδύνου για την γερμανική πολιτική ηγεσία.
Η έρευνα απέδειξε μία εκτεταμένη υποστήριξη για το Ισλάμ και την περιφρόνηση των μουσουλμάνων μεταναστών για τους χριστιανούς και την Δυτική κοινωνία. Το 26% των ερωτηθέντων συμφώνησε απολύτως με την άποψη ότι μόνο το Ισλάμ είναι ικανό να δώσει λύσεις στα προβλήματα της εποχής, ένα άλλο 19% ήταν μάλλον σύμφωνο, όπερ σημαίνει ότι το ήμισυ σχεδόν του μουσουλμανικού πληθυσμού της Γερμανίας ήταν της γνώμης ότι το Ισλάμ ήταν τουλάχιστον ανοιχτό στην ιδέα ότι το Ισλάμ έπρεπε να έχει έναν πολιτικό ρόλο στην χώρα. Το θέμα της σεξουαλικότητας ήταν η περιοχή με τις ισχυρότερες αρνητικές αντιδράσεις για τις Δυτικές αξίες, με το ήμισυ σχεδόν των μουσουλμάνων να δέχεται απόλυτα ότι «τα σεξουαλικά ήθη στις Δυτικές κοινωνίες είναι τελείως διεφθαρμένα» και το σύνολο των γενικώς συμμεριζόμενων αυτή την άποψη να ανέρχεται στο 71%.
Μεταξύ των Τούρκων μεταναστών, που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του μουσουλμανικού πληθυσμού της Γερμανίας, το 71,9% των γονέων θεωρεί ότι η γερμανική κοινωνία είναι απειλή για την θρησκευτική και πολιτιστική ανάπτυξη των παιδιών τους. Ιδιαίτερα ανησυχητική ήταν η απάντηση των μουσουλμάνων σε ερωτήματα σχετικά με την βία. Στο ερώτημα εάν η απειλή που θέτει η Δύση για το Ισλάμ νομιμοποιεί τους μουσουλμάνους να υπερασπίσουν τον εαυτό τους με βίαια μέσα, η απάντηση του 17,9% των μουσουλμάνων ήταν απολύτως θετική και ένα άλλο 20,4% μάλλον συμφωνούσε με την άποψη αυτή. Ένα άλλο ερώτημα σχετικά με την καταδίκη ή μη των βομβιστικών επιθέσεων αυτοκτονίας έδειξε ότι το 8,7% των μουσουλμάνων συμφωνούσε ή μάλλον δεν είχε αντιρρήσεις για αυτές τις μορφές επιθέσεων.
Το θέμα της εντάξεως και ενσωματώσεως των μουσουλμάνων στην κοινωνία της Γερμανίας, μίας χώρας που λόγω του εκεί μεγάλου αριθμού των μουσουλμάνων αποτελεί βαρόμετρο για όλες τις άλλες χώρες της Ευρώπης, είχε περάσει για δεκαετίες απαρατήρητο από την πολιτική ηγεσία της χώρας, μέχρι που το πρόβλημα προσέλαβε διαστάσεις που το καθιστούν πλέον άλυτο μετά από δεκαετίες διαλόγων με τους μουσουλμάνους που χαρακτηρίσθηκαν από την διγλωσσία που αναφέραμε. Είναι χαρακτηριστική η δημόσια δήλωση της Άγκελα Μέρκελ τον Οκτώβριο του 2010 ότι «η πολυπολιτισμική προσέγγιση απέτυχε απόλυτα».
Ένα άλλο πρόβλημα που προέκυψε από την παραπάνω κοντόφθαλμη πολιτική των Γερμανών είναι ο τεράστιος αριθμός ισλαμικών τεμενών, πολιτιστικών κέντρων και οργανώσεων, που αποτελεί πλέον πρόβλημα η ίδια τους η λεπτομερής καταγραφή και οι μεταξύ τους διασυνδέσεις στον περιορισμένο χώρο του περιοδικού. Γενικώς, πάντως, στην Γερμανία υπάρχουν 5 μεγάλες οργανώσεις-ομπρέλα διαφόρων ισλαμικών ομάδων: α) η κατευθυνόμενη από το τουρκικό κράτος DITIB (σ.σ.: εκτενής αναφορά σε αυτήν γίνεται στα δύο βιβλία του συντάκτη για τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες), β) η Ομοσπονδία Αλεβιτικών Κοινοτήτων Γερμανίας( γνωστή με τα αρχικά της στα γερμανικά «ΑΑBF»), γ) Το Ισλαμικό Συμβούλιο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (IRD), δ) η Ένωση Ισλαμικών Πολιτιστικών Κέντρων (VIKZ) και ε) το Κεντρικό Συμβούλιο Μουσουλμάνων της Γερμανίας (ZMD).
Το IRD κυριαρχείται από την μεγαλύτερη οργάνωση-μέλος που είναι η (τουρκική) Ισλαμική Κοινότητα Milli Gorus (Εθνικό Όραμα), ή IGMG από τα αρχικά της στην γερμανική γλώσσα, η οποία αναφέρεται να έχει 30.000 ενεργά μέλη και περίπου συμπαθούντες. Το 2009, η συμμετοχή της στην διάσκεψη του Γερμανικού Ισλάμ ακυρώθηκε από τις αρχές, λόγω διώξεως ηγετικών στελεχών της για εγκληματικές πράξεις.
Το VIKZ, που ενσωματώνει τα περίφημα πολιτιστικά κέντρα των μουσουλμάνων, έχει επίσης κατηγορηθεί επανειλημμένως για προώθηση του ισλαμισμού και της αντιδημοκρατικής ιδεολογίας. Στα σχολεία της ενώσεως των ισλαμικών κέντρων, οι αρχές έχουν αναφέρει τον ξυλοδαρμό πολλών μαθητών και την προπαγάνδα για το Τζιχάντ, με αρκετές εγκαταστάσεις τους να έχουν χρησιμοποιηθεί παρανόμως ως εσωτερικά θρησκευτικά σχολεία και να έχουν κλείσει κατόπιν παρεμβάσεως των αρχών. Σημ.: Οι Γερμανοί είχαν πάντως μία αρκετά καλή ιδέα περί του τι γίνεται στις ισλαμικές οργανώσεις των μουσουλμάνων με την παραπλανητική συνήθως ονομασία, αρκετά χρόνια πριν. Το φθινόπωρο του 2003, ένας δημοσιογράφος του τηλεοπτικού σταθμού ARD, εφοδιασμένος με μία κρυφή κάμερα κατάφερε να εισέλθει στην Ακαδημία του Βασιλέα Φάχντ στην Βόννη και κατέγραψε αυτά που διδάσκονται τα παιδιά των μουσουλμάνων που πάνε εκεί, μεταξύ των οποίων και ένα δάσκαλο να κηρύττει το Τζιχάντ εναντίον των απίστων.
Το Κεντρικό Συμβούλιο Μουσουλμάνων της Γερμανίας ( ZMD) αποτελεί μία πλατφόρμα αρκετών σημαντικών ισλαμικών οργανώσεων στην Γερμανία, με πλέον σημαντικές μεταξύ αυτών την Ισλαμική Κοινότητα Γερμανίας (IGD) και το Ισλαμικό Κέντρο του Αμβούργου (ΙZH). Σημειώνεται ότι η IGD αποτελεί τον κύριο φορέα αντιπροσωπεύσεως της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Γερμανία.
Το 2007, το VIKZ, η DITIB, το ZMD και το IRD ίδρυσαν από κοινού το Συντονιστικό Συμβούλιο Μουσουλμάνων της Γερμανίας (ΚΡΜ) το οποίο ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί την πλειοψηφία των σουννιτών και σιιτών μουσουλμάνων που ζουν στην Γερμανία και αποβλέπει να καταστεί το κεντρικό σημείο επαφής μεταξύ αυτών και του γερμανικού κράτους. Αυτό που πρέπει να αναφερθεί είναι ότι σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας έρευνας που έγινε στην Γερμανία το 2005, η μεγάλη πλειοψηφία των μουσουλμάνων που ζουν στην χώρα δεν έχουν καν ακούσει για το KPM, με μόλις το 10% από αυτούς να έχουν ακούσει κάτι για αυτό και με το 60% (αυτού του 10%) να μην αισθάνεται ότι αντιπροσωπεύεται καθόλου από την τελευταία και μεγαλύτερη ισλαμική οργάνωση-ομπρέλα.
Ένα άλλο θέμα που είχε παραμεληθεί τελείως ήταν η ενασχόληση με τους Γερμανούς που προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ, το οποίο μόλις πρόσφατα άρχισε να απασχολεί τις αρχές, λόγω των γνωστών πρόσφατων περιστατικών συμμετοχής Γερμανών προσήλυτων σε τρομοκρατικές επιχειρήσεις, εκστρατείες των Τζιχαντιστών κ.λπ. Αποτέλεσμα αυτής της καταστάσεως είναι να μην είναι δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς ο αριθμός τους, για τον οποίο υπάρχουν μόνο εκτιμήσεις, οι οποίες τους υπολογίζουν μεταξύ 40.000 και 100.000 συνολικώς. Επίσης, υπάρχει σημαντική έλλειψη μελετών και γενικώς ερευνών και βιβλιογραφίας στην Γερμανία σχετικά με τον Σαλαφισμό, η οποία οδηγεί σε μία προφανή έλλειψη κατανοήσεως του φαινομένου του δυσανάλογου αριθμού συμμετοχής Γερμανών σε επιχειρήσεις της Αλ-Κάιντα και των θυγατρικών και επηρεαζόμενων από αυτήν οργανώσεων.
Μετά την παγίωση του ισλαμικού κινήματος στην Γερμανία, η Μουσουλμανική Αδελφότητα και οι συνδεμένες με αυτήν οργανώσεις, επεξέτεινε την δράση της και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, με την βοήθεια της γενναίας οικονομικής υποστηρίξεως της Σαουδικής Αραβίας, την μεθοδική οργάνωση και σχεδιασμό και την αφέλεια της ευρωπαϊκής ελίτ, με αποτέλεσμα μέσα σε σύντομο σχετικά χρόνο να κατέχει μία διακριτή πλέον θέση σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Στην Γαλλία, για παράδειγμα, η εξτρεμιστική Ένωση Ισλαμικών Οργανώσεων Γαλλίας (Union des Organizations Islamiques de France) έχει αποκτήσει κυρίαρχη παρουσία στο κυβερνητικό Ισλαμικό Συμβούλιο.
Στην Ιταλία συνέβη το ίδιο, με την ακραία Ένωση των Κοινοτήτων και Ισλαμικών Οργανώσεων Ιταλίας ( Unione delle Communita ed Organizzazioni Islamiche in Italia) να έχει καταστεί ο κεντρικός συνομιλητής με το κράτος σε θέματα που αφορούν μουσουλμάνους, ενώ ανάλογα φαινόμενα έχουν σημειωθεί στην Αγγλία, Ολλανδία, Βέλγιο και τις Σκανδιναβικές χώρες.
Αυτή η βαθμιαία και συντονισμένη διαδικασία αναδείξεως ηγεσίας των μουσουλμάνων στα θεσμικά πλαίσια της Ευρώπης, πήγε ένα ακόμη βήμα πιο πέρα εν όψει των προσπαθειών για την τελικά ολοκλήρωση της Ε.Ε., δημιουργώντας τις αντίστοιχες με την ομοσπονδιακή Ε.Ε. οργανώσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, για παράδειγμα, η Μ.Α. δημιούργησε μία σειρά πανευρωπαϊκών οργανώσεων, όπως η Ομοσπονδία Ισλαμικών Οργανώσεων Ευρώπης, στην οποίοι συνέρχονται οι εκπρόσωποι των εθνικών οργανώσεων-ομπρέλα και αποφασίζουν για την μελλοντική τους δράση. Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της Μ.Α. συνέβη τον Ιούνιο του 1996. Την περίοδο αυτή, οι οργανώσεις νεολαίας των μουσουλμάνων από την Σουηδία, Γαλλία, Γερμανία και Αγγλία ένωσαν τις δυνάμεις τους με την μέχρι τότε Παγκόσμια Συνέλευση Νέων Μουσουλμάνων (World Assembly of Muslim Youth) και ίδρυσαν μία την Ευρωπαϊκή ισλαμική οργάνωση νεολαίας, με το όνομα Φόρουμ Ευρωπαίων Νέων Μουσουλμάνων και Φοιτητικών Οργανώσεων (Forum of European Muslim Youth and Student Organizations– FEMYSO) το οποίο έχει έδρα στην πρωτεύουσα της Ευρώπης (Βρυξέλλες). Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της FEMYSO η οργάνωση αυτή είναι ένα δίκτυο από 42 εθνικές και διεθνείς οργανώσεις που ενώνει νέους από πάνω από 26 διαφορετικές χώρες. Το 2003, με ανακοίνωση του FEMYSO ανέφερε ότι μέσα στα τελευταία τέσσερα χρόνια «κατέστη η ντε φάκτο φωνή των νέων μουσουλμάνων της Ευρώπης. Επίσης ανέπτυξε χρήσιμες διασυνδέσεις με το Ευρωκοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρώπης, τα Ηνωμένα Έθνη , το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Νεολαίας και πολυάριθμες μη κυβερνητικές οργανώσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο».
Αυτή η συνοπτικά περιγραφόμενη ανωτέρω μεγάλη άνοδος της παρουσίας και ισχύος των ισλαμικών οργανώσεων στην Ευρώπη, εκτός από την άφθονη χρηματοδότηση από πηγές που αναφέραμε και την συστηματική και μεθοδική εργασία δεκαετιών δεν θα ήταν φυσικά δυνατή εάν οι πολιτικές ηγεσίες της Δύσεως ήταν τουλάχιστον πιο προσεκτικές και πιο καταρτισμένες σε θέματα εθνικής ασφαλείας, εάν δεν έδιναν μεγαλύτερη σημασία στην «αθώα» ρητορική των ισλαμιστών από αυτήν που έδιναν στις επιφυλάξεις των αρχών πληροφοριών και ασφαλείας και κυρίως ερευνούσαν τα κίνητρα αυτών που ιδρύουν και χρηματοδοτούν τέτοιες ισλαμικές οργανώσεις.
Γιατί, πέραν τούτων, οι Ευρωπαίοι επέδειξαν τέτοια ανοχή απέναντι στους ισλαμιστές και τις οργανώσεις τους, είναι ένα θέμα στο οποίο έδωσε μία απάντηση ο Γερμανός καθηγητής συριακής καταγωγής Μπασάμ Τίμπι, εμπειρογνώμων σε θέματα του Ισλάμ στην Ευρώπη: Οι Ευρωπαίοι και ιδιαίτερα Γερμανοί, αναφέρει, φοβούνται την κατηγορία του ρατσισμού. Οι ριζοσπάστες ισλαμιστές με το αθώο κάλυμμα της προβιάς έχουν μάθει πώς να σιγάσουν οποιονδήποτε σχεδόν με την κατηγορία της ξενοφοβίας. Η όποια κατηγορία εναντίον μουσουλμάνων ή οργανώσεων συνδεδεμένων με την Μ.Α., αντιμετωπίζεται αμέσως με κατακραυγές και κατηγορίες περί ρατσισμού και εχθρότητας απέναντι στους μουσουλμάνους, ενώ αρκετοί δημοσιογράφοι που αψηφούν τις απειλές τους και δημοσιοποιούν στοιχεία για την πραγματική δράση και σκοπούς τους, αντιμετωπίζουν συχνά πλήθος αβάσιμων αλλά σημαντικού νομικού κόστους αγωγές….
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας






