Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πίσω από το Δουβλίνο ΙΙ, το Βερολίνο

Δημοσιεύτηκε στις

Η Μέρκελ καθορίζει και την ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική
Πίσω από το Δουβλίνο ΙΙ, το Βερολίνο
Το Δουβλίνο ΙΙ είναι παλιά γερμανική επινόηση, καθώς στηρίζεται σε απόφαση της γερμανικής βουλής

Του Βασίλη Στοϊλόπουλου
Το γεγονός ότι, ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός στη Γερμανία στηρίζεται σε μια συντριπτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δεν αποκλείει κινδύνους κυβερνητικής αρρυθμίας και αστάθειας, ακόμη και ρήξης, αν αναλογιστεί κανείς τις αντικρουόμενες κομματικές προτεραιότητες και τις οφθαλμοφανείς προγραμματικές αντιφάσεις σε βασικά ζητήματα, όπως η φορολογία, η ευρωπαϊκή πολιτική, ή η ενεργειακή αλλαγή.

Σε πολλά άλλα θέματα όμως, όπως η μετανάστευση, η διπλή υπηκοότητα και το δημογραφικό, υπήρξε εξαρχής σύμπνοια μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων, όπως φαίνεται και στην προγραμματική συμφωνία του Μεγάλου Συνασπισμού1. Γι’ αυτό και κανείς δεν περίμενε ότι η πρώτη σοβαρή ενδοκυβερνητική αντιπαράθεση θα αφορούσε ένα «χαμηλής προτεραιότητας» ζήτημα όπως είναι το μεταναστευτικό, με τους χριστιανοκοινωνιστές να επιμένουν στην άμεση λήψη μέτρων αποτροπής της προσέλευσης στη Γερμανία των «τουριστών των επιδομάτων», μετά την άρση των περιορισμών για τη μετακίνηση εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από την 1η Ιανουαρίου 2014. Η απρόσμενη ενδοκυβερνητική σύγκρουση και ο φόβος αναζωπύρωσης της ξενοφοβίας, λίγους μήνες πριν τις επερχόμενες ευρωεκλογές, ανάγκασε άρον – άρον την «πανίσχυρη» Μέρκελ να συγκροτήσει επιτροπή υφυπουργών για τη διαχείριση του ζητήματος της ελεύθερης πρόσβασης κυρίως Βουλγάρων και Ρουμάνων πολιτών στη γερμανική αγορά εργασίας και κατ’ επέκταση στα κοινωνικά επιδόματα.

Όμως, παρά τις όποιες «ξενοφοβικές, λαϊκίστικες κορόνες» που ακούγονται σποραδικά για εσωτερική κατανάλωση από τη δεξιά συνιστώσα του Μεγάλου Συνασπισμού, για τη γερμανική πολιτική, οικονομική, επιχειρηματική, πνευματική και δημοσιογραφική ελίτ, που στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης αποδέχεται και ευνοεί συστηματικά, με τερατώδη μάλιστα προπαγανδιστικά μέσα2, αλλά και θεσμικά, τον «πολυπολιτισμικό» χαρακτήρα της Γερμανίας, υποθέσεις όπως η πρόσβαση Βαλκάνιων Ρομά στο γερμανικό κράτος πρόνοιας είναι επουσιώδες ζήτημα. Το μεγάλο στοίχημα του μέλλοντος είναι, για τη Γερμανία, με την «ελεγχόμενη» μετανάστευση προς τη Γερμανία, ει δυνατόν από χώρες της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης, εξειδικευμένου –και χαμηλόμισθου– προσωπικού και επιστημόνων, να διατηρήσει στα ύψη την ανταγωνιστικότητά της και κυρίως να λύσει το τρομακτικό δημογραφικό της πρόβλημα. Εκτιμάται ότι στη Γερμανία, στις επόμενες δεκαετίες, θα συνεχιστούν η μεγάλη υπογεννητικότητα, η μείωση του εργατικού δυναμικού και η γήρανση του πληθυσμού, ενώ στο ισοζύγιο γεννήσεων–θανάτων θα παραμείνει σταθερό ένα ετήσιο έλλειμμα της τάξης των 200.000.

Οι όποιες «παράπλευρες ζημιές» στα ασφαλιστικά ταμεία και την κοινωνική πρόνοια, όπως είθισται στον καπιταλισμό, θα κοινωνικοποιούνται, ενώ τα κέρδη από αυτήν την αισχρή «πολιτική του παιδομαζώματος» θα ιδιωτικοποιούνται. Στο πλαίσιο αυτής της νέας πολιτικής θα πρέπει να ιδωθεί και το ρίσκο που εμπεριέχει η αποδοχή ακόμη και του ακραίου ισλάμ ως συστατικού τμήματος της γερμανικής κοινωνίας, ή ακόμη και η ντε φάκτο δημιουργία δυναμικών εθνικών μειονοτήτων και μάλιστα με ιδιαίτερες σχέσεις με τη «Μητέρα Πατρίδα», όπως η τουρκική.

Γι’ αυτό και δεν πρέπει να παραξενεύει το γεγονός ότι η Γερμανία, ιδιαίτερα μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης το 2009, έχει μετατραπεί συστηματικά σε πόλο έλξης επιλεγμένων και νόμιμων μεταναστευτικών ρευμάτων, με αποτέλεσμα το 2013 να παρουσιάζει νόμιμο μεταναστευτικό πλεόνασμα περίπου 400.000 ανθρώπων (αύξηση 12% σε σχέση με το 2012), προερχόμενο κυρίως από τη Νότια και Ανατολική Ευρώπη3. Κατακόρυφα έχουν αυξηθεί επίσης οι αιτήσεις παροχής ασύλου, που το 2013, για πρώτη φορά μετά το 1997, ξεπέρασαν τις 100.000 (αύξηση πάνω από 68% σε σχέση με το 2012). Είναι ηλίου φαεινότερο ότι με ένα τέτοιου μεγέθους ετήσιο μεταναστευτικό πλεόνασμα, όπως σχεδιάζει η γερμανική κυβέρνηση, το ποσοστό των αυτοχθόνων Γερμανών θα μειώνεται σταθερά, σε αντίθεση με αυτό των μεταναστών που θα αυξάνεται, με πιθανό αποτέλεσμα η Γερμανία να μετατραπεί τα επόμενα χρόνια σε «πολυπολιτισμική χοάνη» αμερικανικών προδιαγραφών. Ήδη το ποσοστό των Γερμανών πολιτών με μεταναστευτικό υπόβαθρο αναλογεί στο 20% του συνολικού πληθυσμού και σε πολλές μεγαλουπόλεις το ποσοστό των μεταναστών ξεπερνά το 50%4.

Η προσπάθεια του Βερολίνου να λύσει το δημογραφικό της πρόβλημα στηρίζεται στον ακρογωνιαίο λίθο επιλεκτικής μεταναστευτικής πολιτικής, που είναι το Δουβλίνο ΙΙ (Ευρωπαϊκός Κανονισμός 343/2003). Κατά κοινή ομολογία, οι αρχές αυτού του Κανονισμού επιβάλλουν στις χώρες που αποτελούν τις πύλες της Ευρώπης άδικη και καταστροφική επιβάρυνση, με το να εγκλωβίζεται σε αυτές ο κύριος και ανεξέλεγκτος όγκος της παράνομης μετανάστευσης. Το Δουβλίνο ΙΙ είναι παλιά γερμανική επινόηση, καθώς στηρίζεται σε απόφαση της γερμανικής βουλής η οποία και ενσωματώθηκε πριν είκοσι χρόνια στο γερμανικό «Σύνταγμα» (Grundgesetz), προκειμένου να κρατηθεί ο αριθμός παροχής ασύλου στη Γερμανία σε όσο το δυνατόν πιο χαμηλό επίπεδο5. Και, όπως φαίνεται πετυχαίνει το στόχο της, καθώς τα τελευταία δέκα χρόνια τα ποσοστά παροχής ασύλου στην πλουσιότερη και ισχυρότερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κυμαίνονταν από 0,8% (2006) έως 1,8% (2002), δηλαδή 5-6 παροχές ασύλου το μήνα! Ξεκάθαρη επιδίωξη του Βερολίνου είναι, οι νέοι μετανάστες, που χρειάζεται για την οικονομία της, να μπορούν να ενσωματωθούν εύκολα και γρήγορα στην κυρίαρχη εθνική ομάδα, καθώς έχει προ πολλού αναγνωρίσει ότι οι μέχρι τώρα δυσκολίες ενσωμάτωσης μεγάλων και ανομοιογενών μεταναστευτικών ομάδων, με διαφορετικό πολιτιστικοθρησκευτικό υπόβαθρο οφείλονται κυρίως στους ίδιους τους μετανάστες και όχι στην «κοινωνική αποτυχία» του κράτους, που αποτελεί τη μόνιμη επωδό κριτικής των ποικίλων φιλομεταναστευτικών λόμπι (εργοδότες, ΜΚΟ, δικηγορικά γραφεία κ.α.). Έτσι όμως η Γερμανία κατόρθωσε να διχάσει την Ευρώπη και στο μεταναστευτικό, μεταφέροντας το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης σε τρίτες χώρες («ευρωπαϊκά αναχώματα») όπως η Ελλάδα, οι οποίες, επειδή «αδυνατούν να προστατεύσουν τα ευρωπαϊκά σύνορα θα πρέπει να τιμωρηθούν»6.

Υ.Γ. Το δυστύχημα, ειδικότερα για την Ελλάδα, δεν είναι μόνο ότι μαστίζεται από μακροχρόνια οικονομική κρίση και από ασύλληπτη διαφθορά και παρασιτισμό, ή ό,τι παρουσιάζει τεράστιο έλλειμμα γεωπολιτικής ισχύος. Είναι και ότι πολιτικοί ηγέτες, που στο όνομα του εκσυγχρονισμού, της οικουμενικότητας των δικαιωμάτων και του ιδεολογήματος ότι «η Ελλάδα πρέπει να γίνει πολυπολιτισμική», υπέγραψαν το καταστροφικό για τη χώρα Δουβλίνο ΙΙ (Κ. Σημίτης-Γ. Παπανδρέου), εξακολουθούν να παραμένουν στο απυρόβλητο. Αυτοί δε που τους αντικατέστησαν στάθηκαν ανίκανοι να εκπονήσουν στοιχειώδη στρατηγική και να εφαρμόσουν ορθολογικές πολιτικές για το μεταναστευτικό, πέρα από φορτισμένες αντιπαραθέσεις, ευχολόγια και αριστερόστροφα ή δεξιόστροφα φληναφήματα. Πολιτικές που δεν θα στηρίζονται στα τελεσίγραφα και στους εκβιασμούς των Γερμανών αλλά στο εθνικό συμφέρον και στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και της ελληνικής ταυτότητας.

Σημειώσεις

1. «Λαμβάνουμε στοχευμένα μέτρα, που επιτρέπουν σε εξειδικευμένους νέους από άλλα κράτη–μέλη να κάνουν στη Γερμανία την επαγγελματική τους εκπαίδευση ή να εργασθούν στη Γερμανία … 2. Οι μετανάστες έχουν σημαντική συμβολή στην ευημερία και την πολιτισμική πολυμορφία της χώρας μας».

2. Οποιαδήποτε διαφορετική άποψη για το μεταναστευτικό κατατάσσεται και στη Γερμανία εξ ορισμού στο χώρο της ακροδεξιάς ως ρατσιστική, ξενόφοβη κ.λπ.

3. «Μετανάστευση. Σε τόσο υψηλό επίπεδο, όσο ποτέ άλλοτε τα τελευταία 20 χρόνια», der Spiegel, 5-1-2014.

4. Γεγονός που δεν αποτυπώνεται στις επίσημες στατιστικές, καθώς όσα παιδιά αλλοδαπών γεννούνται στη Γερμανία αποκτούν αυτομάτως και τη γερμανική υπηκοότητα (από το 2000).

5. «Κλειστά σύνορα (I)», german-foreign-policy, 10-10-2013.

6. Δήλωση του ηγέτη της γαλλικής Δεξιάς Ζαν Φρανσουά Κοπέ, μετά το τελευταίο τραγικό δυστύχημα στη Λαμπεντούζα με τους πάνω από 350 νεκρούς μετανάστες.

http://ardin-rixi.gr/archives/15821

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Newsroom8 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις17 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις47 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Δημοφιλή