Ακολουθήστε μας

Πολιτισμική Επικράτεια του Ελληνισμού

Το βυζάντιο κι εμείς

Δημοσιεύτηκε στις

Οι άνθρωποι που κατατρέχουν το Βυζάντιο ποτέ δεν
το μελέτησαν, ξεκίνησαν με προκαταλήψεις εναντίον του. Δε γνωρίζουν τι
κατόρθωσε, τι επετεύχθη.
σερ Στήβεν Ράνσιμαν
Η συνέντευξη δόθηκε από τον Σερ Στήβεν Ράνσιμαν,
στο Έλσισιλντς της Σκωτίας, τον Οκτώβρη του 1994, για λογαριασμό της
ΕΤ3, στις δημοσιογράφους Χρύσα Αράπογλου και Λαμπρινή Χ. Θωμά. Ο
Flash.gr δημοσίευσε για πρώτη φορά αποσπάσματα από την συνέντευξη αυτή.
Πηγή: www.flash.gr, 6/11/2000, Επιμέλεια-Επιλογή αποσπασμάτων: Λαμπρινή
Χ. Θωμά.


Πώς νιώθει ένας άνθρωπος που ασχολείται τόσα χρόνια με το Βυζάντιο; Κουραστήκατε;

Δύσκολο να απαντήσω. Το ενδιαφέρον μου ποτέ δεν
εξανεμίστηκε. Όταν άρχισα να μελετώ το Βυζάντιο, υπήρχαν πολύ λίγοι
άνθρωποι σ’ αυτήν τη χώρα (σ.σ. τη Μεγάλη Βρετανία) που ενδιαφέρονταν,
έστω και ελάχιστα, γι’ αυτό. Μ’ αρέσει να πιστεύω πως «δημιούργησα»
ενδιαφέρον για το Βυζάντιο. Αυτό που με ικανοποιεί, ιδιαίτερα σήμερα,
είναι ότι πλέον υπάρχουν αρκετοί, πολλοί καλοί εκπρόσωποι (σ.σ. της
σπουδής του Βυζαντίου) στη Βρετανία. Μπορώ να πω ότι αισθάνομαι πατρικά
απέναντί τους. Είμαι ευτυχής, λοιπόν, που επέλεξα το Βυζάντιο ως το
κύριο ιστορικό μου ενδιαφέρον.
Κι ήταν ελκυστικό για σας όλα αυτά τα χρόνια;

Πιστεύω πως κάθε γεγονός της ιστορίας, αν αρχίσεις να το μελετάς σε
βάθος, μπορεί να γίνει συναρπαστικό. Το δε Βυζάντιο το βρίσκω εξαιρετικά
συναρπαστικό, γιατί ήταν ένας αυθύπαρκτος πολιτισμός. Για να μελετήσεις
το Βυζάντιο, πρέπει να μελετήσεις την τέχνη, να μελετήσεις τη θρησκεία,
να μελετήσεις έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, που είναι πολύ διαφορετικός από
τον σημερινό.

Καλύτερος ή χειρότερος;
Κοιτάξτε… Δεν είμαι σίγουρος ότι θα μου άρεσε να ζω στους βυζαντινούς
χρόνους. Δε θα μου άρεσε, λόγου χάριν, να αφήσω γένια. Ωστόσο, στο
Βυζάντιο είχαν έναν τρόπο ζωής που ήταν καλύτερα δομημένος. Άλλωστε,
όταν έχεις έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, η ζωή σου «μορφοποιείται» κι
είναι πολύ πιο ικανοποιητική από τη σημερινή, όπου κανείς δεν πιστεύει
σε τίποτε αρκετά.
Άρα ήταν μία θρησκευτική Πολιτεία;
Ήταν ένας πολιτισμός στον οποίο η θρησκεία αποτελούσε μέρος της ζωής.
Και στους έντεκα αυτούς αιώνες;
Νομίζω ότι ο κόσμος μιλά για το Βυζάντιο λες και παρέμεινε το ίδιο, ένας
πολιτισμός αμετάβλητος κατά την διάρκεια όλων αυτών των αιώνων. Είχε
αλλάξει πολύ από την αρχή ως το τέλος του, αν και κάποια συγκεκριμένα
βασικά στοιχεία κράτησαν σε όλη τη διάρκειά του – όπως το θρησκευτικό
αίσθημα. Μπορεί να διαφωνούσαν για θρησκευτικά ζητήματα αλλά πίστευαν
όλοι, κι αυτό το αίσθημα είναι μόνιμο. Ο σεβασμός, η εκτίμηση στις
τέχνες, ως εκείνες που ευχαριστούν το Θεό, κι αυτά διατηρήθηκαν. Κι
έτσι, παρ’ ότι οι μόδες άλλαζαν, η οικονομική κατάσταση άλλαζε, οι
πολιτικές καταστάσεις άλλαζαν, υπήρχε μια ακεραιότητα πολύ ενδιαφέρουσα
μέσα στο σύνολο.

Μιλάμε για θρησκεία και ηθική. Το Βυζάντιο πολλοί το θεωρούν μία
περίοδο πολέμων, δολοφονιών, δολοπλοκιών, «βυζαντινισμών» που ουδεμία
σχέση είχε με την ηθική.

Γίνονταν και τότε πολλοί φόνοι, αλλά δεν υπάρχει περίοδος της ιστορίας
που αυτοί να λείπουν. Κάποτε έδινα μια διάλεξη στις Η.Π.Α., και στο
ακροατήριό μου ήταν κι η κόρη του προέδρου Τζόνσον που μελετούσε το
Βυζάντιο. Ήρθε στη διάλεξη με δύο σωματοφύλακες, δύο σκληρούς κυρίους
που την πρόσεχαν. Μου εξήγησε ότι αγαπούν τη βυζαντινή ιστορία γιατί
είναι γεμάτη φόνους και φαντάζει σαν σχολική άσκηση (homework). Είχα το
τακτ να μη της πω ότι, ως τότε, το ποσοστό των Αμερικανών προέδρων που
είχαν δολοφονηθεί ήταν πολύ μεγαλύτερο –σε σχέση με τα χρόνια ύπαρξης
των Η.Π.Α.– από το ποσοστό των δολοφονημένων βυζαντινών αυτοκρατόρων στη
διάρκεια της αυτοκρατορίας. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να δολοφονούν.
Ανοίξτε τα μάτια σας!
Γράφετε στο Βυζαντινό πολιτισμό ότι δεν υπήρχε θανατική ποινή στο Βυζάντιο.
Όντως, δεν σκότωναν. Και η μεγάλη διαφορά φαίνεται στους πρώτους
χρόνους. Όταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έγινε χριστιανική, μία από τις
βασικότερες αλλαγές ήταν να σταματήσουν οι μονομαχίες, να μη πετούν πια
ανθρώπους στα λιοντάρια κι όλα τα σχετικά. Η αυτοκρατορία έγινε πολύ πιο
ανθρωπιστική. Και πάντα απέφευγαν, όσο μπορούσαν, τη θανατική ποινή.
Κατά καιρούς, κάποιοι αυτοκράτορες κατέφευγαν σε αυτή, αλλά οι
περισσότεροι χρησιμοποιούσαν, ως εσχάτη τιμωρία, μια μέθοδο που σήμερα
μας φαίνεται αποτρόπαια: τον ακρωτηριασμό κάποιας μορφής. Αλλά μου
φαίνεται ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα προτιμούσαν να τους κόψουν π.χ.
ένα χέρι, παρά να τους θανατώσουν.
Υπάρχει εδώ και καιρό ένας διάλογος ανοιχτός στην Ελλάδα. Υπάρχουν
σύγχρονοι Έλληνες διανοούμενοι που υποστηρίζουν ότι το Βυζάντιο δεν
αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα, ότι δε δημιούργησε τίποτε, ότι είχε
σχολιαστές των γραφών κι όχι διανοούμενους. Με μια φράση «δεν ήταν και
τίποτε αξιομνημόνευτο».

Ο ΣΙΚΕΛΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣΝομίζω ότι αυτοί οι Έλληνες είναι πολύ άδικοι με τους βυζαντινούς τους
προγόνους. Δεν ήταν μια κοινωνία χωρίς διανοούμενους – αρκεί να δεις τη
δουλειά και την πρόοδο της βυζαντινής ιατρικής. Μπορεί να μη συμπαθεί
κάποιος τη θρησκεία, αλλά μερικοί από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς
όπως οι Καπαδόκες πατέρες και πολλοί ακόμη, ως τον Γρηγόριο τον Παλαμά,
ήταν άνθρωποι μοναδικής πνευματικότητας… Υπήρχε έντονη διανόηση και
πνευματική ζωή στο Βυζάντιο. Κυρίως δε, στο τέλος των βυζαντινών χρόνων,
π.χ. στην Παλαιολόγεια περίοδο. Είναι αρκετά περίεργο πως, την ώρα που η
αυτοκρατορία συρρικνώνονταν η διανόηση ήταν πιο ανθηρή από ποτέ.
Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν είχε τέχνη.
Τότε αυτοί δεν πρέπει να ξέρουν τίποτε από τέχνη. Η βυζαντινή τέχνη ήταν
από τις μεγαλύτερες σχολές τέχνης παγκοσμίως. Κανένας αρχαίος Έλληνας
δε θα μπορούσε να χτίσει την Αγία Σοφία, αυτό απαιτούσε πολύ βαθιά
τεχνική γνώση. Κάποιοι, ξέρετε, υποστηρίζουν ότι η βυζαντινή τέχνη είναι
στατική. Δεν ήταν καθόλου στατική. ήταν μια σχολή τέχνης από τις
σημαντικότερες στον κόσμο, που όσο περνά ο καιρός εκτιμάται όλο και
περισσότερο, κι όσοι Έλληνες διανοούμενοι λένε ότι το Βυζάντιο δεν
δημιούργησε τίποτε, είναι τυφλοί.
Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣΔεν νομίζω ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι περισσότερο Έλληνες από τους
βυζαντινούς. Μέσα στο χρόνο, μες στους αιώνες, οι φυλές δεν μένουν
καθαρές, υπάρχουν όμως ορισμένα χαρακτηριστικά των πολιτισμών που
παραμένουν εθνικά. Οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα
­–που άλλαξε λίγο, αλλά οι γλώσσες αλλάζουν– ενδιαφέρονταν για τη
φιλοσοφία και τη φιλοσοφική ζωή πάρα πολύ, ήταν μεν υπήκοοι ενός
αυτοκράτορα, αλλά αυτός ο αυτοκράτορας έπρεπε να φέρεται σωστά, γιατί
γίνονταν εύκολα λαϊκές εξεγέρσεις. Το χειρότερο που θα μπορούσαν να πουν
για το Βυζάντιο είναι πως ήταν, μάλλον, ένα γραφειοκρατικό κράτος. Όμως
είχε μια πολύ μορφωμένη γραφειοκρατία, πολύ πιο μορφωμένη από τους
γραφειοκράτες του σημερινού κόσμου. Και, τι εννοείτε με τη λέξη
«δημοκρατία»; Ήταν όλη η αρχαία Ελλάδα δημοκρατική; Όχι. Θα έλεγα στους
Έλληνες που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, να διαβάσουν την ίδια τους την
ιστορία, ειδικότερα της κλασικής Ελλάδας. Εκεί, θα βρουν πολλά να
κατακρίνουν… [ ]

Άρα, όσοι χαρακτηρίζουν «απλή μίμηση κι αντιγραφή» τη βυζαντινή τέχνη, μάλλον σφάλλουν.
Αν κάνεις κάτι άριστα, μπορείς να το επαναλάβεις άριστα. Αλλά υπήρχαν
πάντα διαφορές. Βλέποντας μια εικόνα, μπορούμε τη χρονολογήσουμε – αν
ήταν όλες ίδιες αυτό δεν θα συνέβαινε. Υπάρχουν συγκεκριμένες παραδόσεις
που διατηρούνταν, αλλά η τέχνη αυτή παρουσιάζει μεγάλες διαφορές από
αιώνα σε αιώνα. «Κόλλησε» και παρέμεινε η ίδια μετά την πτώση της
Τουρκοκρατίας, διότι έλειπαν από τη χώρα σας οι φωτισμένοι χορηγοί. Η
τέχνη των Παλαιολόγων είναι πολύ διαφορετική από την Ιουστινιάνεια.
Φυσικά, είχε και αναλογίες, αλλά δεν ήταν μιμητική. Τα πράγματα είναι
απλά: οι άνθρωποι που κατατρέχουν το Βυζάντιο ποτέ δεν το μελέτησαν,
ξεκίνησαν με προκαταλήψεις εναντίον του. Δε γνωρίζουν τι κατόρθωσε, τι
επετεύχθη.

Ελλάδα, Βυζάντιο, σύγχρονη Δημοκρατία

Υποστηρίζεται από ορισμένους ότι το Βυζάντιο δεν ήταν ελληνικό και
δεν αποτέλεσε κανενός είδους συνέχεια της αρχαίας Ελλάδας. Δεν είχε
δημοκρατία, ή έστω δημοκρατικούς θεσμούς.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣΗ Εκκλησία έκανε πολλά για τους ανθρώπους. Το Βυζάντιο είχε πλήρη
κοινωνική αίσθηση. Τα νοσοκομεία ήταν πολύ καλά, όπως και τα γηροκομεία,
τα οποία ανήκαν κυρίως στην Εκκλησία, αλλά όχι μόνο σε αυτήν –υπήρχαν
και κρατικά. Ας μη ξεχνάμε ότι ένας από τους πιο υψηλόβαθμους
αξιωματούχους του κράτους ήταν ο Ορφανοτρόφος. Σίγουρα η Εκκλησία έπαιξε
βασικό κοινωνικό ρόλο. Δεν ήταν απλά ένα καθεστώς ερημιτών που κάθονταν
στο Άγιον Ορος – ήταν κι αυτό, αλλά υπήρχε ένα σύστημα από μοναστήρια
στις πόλεις. Τα μοναστήρια φρόντιζαν τους Οίκους για τους γέροντες, των
οποίων οι μοναχοί μόρφωναν τη νεολαία –κυρίως τα αγόρια γιατί τα
κορίτσια μορφώνονταν στο σπίτι– και τα περισσότερα παρείχαν πολύ καλή
μόρφωση. Τα κορίτσια του Βυζαντίου τύχαιναν συχνά καλύτερης παιδείας,
καθώς στο σπίτι είχαν την αποκλειστική προσοχή και φροντίδα των δασκάλων
τους. Νομίζω ότι η βαθμολογία που θα δίναμε στο κοινωνικό έργο της
Εκκλησίας, στο Βυζάντιο, είναι ιδιαίτερα υψηλή.

Υπήρχε κοινωνικό κράτος στο Βυζάντιο;

Και η παιδεία τους, κατά τον Μέγα Βασίλειο, όφειλε να στηρίζεται στον
Όμηρο, τον «διδάσκαλο των αρετών». Ήταν γνώστες της αρχαίας ελληνικής
Γραμματείας. Είναι αξιομνημόνευτο, ωστόσο, ότι δεν έδιναν μεγάλη σημασία
στους Αττικούς Τραγωδούς, αλλά στους λοιπούς ποιητές. Υπάρχει η διάσημη
ιστορία μιας ελκυστικής κυρίας, φίλης ενός αυτοκράτορα, που μας
διηγείται η Άννα Κομνηνή. Την ώρα που η κυρία περνούσε, κάποιος της
φώναξε έναν ομηρικό στίχο, που μιλούσε για την Ελένη στην Τροία, κι
εκείνη κατάλαβε το υπονοούμενο. Δεν υπήρχε κανείς λόγος να της εξηγήσει
κάποιος, ποιανού ήταν οι στίχοι. Όλα ανεξαιρέτως τα αγόρια και τα
κορίτσια ήξεραν τον Όμηρο. Η Άννα Κομνηνή δεν εξηγεί ποτέ τα σημεία στα
οποία αναφέρεται στον Όμηρο, όλοι οι αναγνώστες της τα γνώριζαν.

Αμόρφωτοι δεν υπήρχαν στο Βυζάντιο;
Άλλα ήταν τα προβλήματα της βυζαντινής γραμματείας. Ήταν τόσο καλοί
γνώστες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ώστε επηρεάστηκαν στη
διαμόρφωση της γλώσσας. Πολλοί ιστορικοί ήθελαν να γράψουν σαν τον
Θουκυδίδη, δεν ήθελαν να γράψουν στη γλώσσα που τους ήταν πιο φυσική
αλλά στην αρχαία. Η μεγάλη τραγωδία των βυζαντινών γραμμάτων ήταν η
εξάρτησή της από την κλασική γραμματεία. Όχι γιατί δεν γνώριζαν αρκετά,
αλλά γιατί γνώριζαν πολύ περισσότερα από όσα ήταν απαραίτητα, για το
δικό τους «δημιουργικό» καλό.

Ορθοδοξία, η αγαπημένη

Πώς βλέπετε την Ορθοδοξία μες σε αυτό τον κύκλο;
Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΘΕΟΚΡΑΤΙΑΈχω μεγάλο σεβασμό για τα χριστιανικά δόγματα, και κυρίως για την
Ορθοδοξία, διότι μόνον η Ορθοδοξία αναγνωρίζει πως η θρησκεία είναι
μυστήριο. Οι ρωμαιοκαθολικοί κι οι προτεστάντες θέλουν να τα εξηγήσουν
όλα. Είναι άσκοπο να πιστεύεις σε μία θρησκεία, θεωρώντας ότι αυτή η
θρησκεία θα σε βοηθήσει να τα καταλάβεις όλα. Ο σκοπός της θρησκείας
είναι ακριβώς να μας βοηθάει να κατανοήσουμε το γεγονός ότι δεν μπορούμε
να τα εξηγήσουμε όλα. Νομίζω πως η Ορθοδοξία συντηρεί αυτό το πολύτιμο
αίσθημα του μυστηρίου.

Μα, χρειαζόμαστε το μυστήριο;
Το χρειαζόμαστε. χρειαζόμαστε αυτήν τη γνώση που λέει πως στο σύμπαν
υπάρχουν πολύ περισσότερα από αυτά που μπορούμε να κατανοήσουμε.
Χρειαζόμαστε τη διανοητική μετριοφροσύνη, κι αυτή απουσιάζει, ειδικά
μεταξύ των Δυτικών εκκλησιαστικών ανδρών.
Αυτό είναι χαρακτηριστικό της σχέσης των ορθοδόξων με τους αγίους
τους _ ο σεβασμός της ταπεινότητας. Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι
αρκετοί άγιοι ανακατεύτηκαν στην πολιτική ή άσκησαν πολιτική;

Όλοι όσοι θέλουν να επηρεάσουν άλλους ανθρώπους ασκούν πολιτική, και
είναι πολιτικοί. Πολιτική σημαίνει να προσπαθείς να οργανώσεις την Πόλιν
με ένα νέο τρόπο σκέψης. Οι άγιοι είναι πολιτικοί. Ποτέ δεν πίστεψα ότι
μπορείς να διαχωρίσεις την πίστη προς τους Αγίους από τη διανόηση.
Επιστρέφω σε όσα είπα για τις εκκλησίες. Από τη στιγμή που προσπαθείς να
εξηγήσεις τα πάντα, καταστρέφεις ουσιαστικά αυτό που θα έπρεπε να
αποτελεί την ανθρώπινη διαίσθηση, αυτή που συνδέει τη διανόηση με τους
αγίους και την αίσθηση του Θεού.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΩΝ (3 ΤΟΜΟΙ)

Πώς βλέπετε τις άλλες εκκλησίες;
Η ρωμαιοκαθολική εκκλησία ήταν πάντα και πολιτικό ίδρυμα, εκτός από
θρησκευτικό, και πάντα ενδιαφερόταν για το νόμο. Πρέπει να θυμόμαστε
πως, όταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατέρρευσε στη Δύση και ήρθαν τα
βαρβαρικά βασίλεια, οι Ρωμαίοι άρχοντες χάθηκαν, αλλά οι εκκλησιαστικοί
άνδρες παρέμειναν, κι ήταν κι οι μόνοι με ρωμαϊκή μόρφωση. Οπότε, αυτοί
χρησιμοποιήθηκαν από τους βάρβαρους βασιλείς για να εφαρμόσουν το νόμο.
Έτσι, η Δυτική Εκκλησία «ανακατεύτηκε» με το νόμο. Τον βλέπεις το νόμο
στη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία: θέλει να είναι όλα νομικά κατοχυρωμένα. Στο
Βυζάντιο –και είναι ενδιαφέρον πώς μετά την τουρκική κατάκτηση τα
υποστρώματα παραμένουν– η Εκκλησία ενδιαφέρεται μόνον για τον Κανόνα, το
νόμο των γραφών. Δεν έχει την επιθυμία να καθορίσει τα πάντα. Στις
Δυτικές Εκκλησίες που αποσχίστηκαν από τη ρωμαιοκαθολική, η ανάγκη του
νόμου, του απόλυτου καθορισμού, έχει κληρονομηθεί. Έχει πολύ ενδιαφέρον
να μελετήσει κανείς –και μελετώ εδώ και καιρό– τον διάλογο ανάμεσα στην
Αγγλικανική Εκκλησία του 17ου αιώνα και την Ορθόδοξη. Οι Αγγλικανοί ήταν
ιδιαίτερα ανάστατοι διότι δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι πίστευαν οι
Ορθόδοξοι σχετικά με τη μεταβολή του οίνου και του άρτου σε αίμα και
σώμα. Οι Ορθόδοξοι έλεγαν «είναι μυστήριο, που δεν μπορούμε να
κατανοήσουμε. Πιστεύουμε ότι γίνεται, αλλά το πώς δεν το γνωρίζουμε». Οι
Αγγλικανοί –όπως κι οι ρωμαιοκαθολικοί– ήθελαν μια καθαρή εξήγηση. Αυτή
είναι η τυπική διαφορά των Εκκλησιών και γι’ αυτό ακριβώς αγαπώ τους
Ορθοδόξους.

Τι γνώμη έχετε για τους Νεοέλληνες;
Υπάρχει ακόμη ζωντανή στο λαό αυτή η γρήγορη κατανόηση των πραγμάτων και
των καταστάσεων. Υπάρχει έντονη επίσης, η άλλη ποιότητα των Βυζαντινών:
η ζωηρή περιέργεια. Και οι Νεοέλληνες έχουν, όπως είχαν κι οι
Βυζαντινοί, αντίληψη της σημασίας τους στην ιστορία του πολιτισμού. Όλα
αυτά δείχνουν μία ιστορική ενότητα, άλλωστε κανείς λαός δεν διατηρεί όλα
τα χαρακτηριστικά του απείραχτα. Πολλά εξαρτώνται από τη γλώσσα, που
είναι ο καλύτερος τρόπος συντήρησης της παράδοσης. Η γραμματεία του
Βυζαντίου πληγώθηκε από τη σχέση της με την αρχαία γραμματεία. Ευτυχώς,
οι Νεοέλληνες έχουν τη δημοτική που επέτρεψε στην νεοελληνική γραμματεία
να προχωρήσει, να εξελιχθεί μ’ έναν τρόπο που οι Βυζαντινοί δεν
κατάφεραν, με εξαίρεση την κρητική λογοτεχνία και τον Διγενή. Τα μεγάλα
βυζαντινά αριστουργήματα ήταν μάλλον λαϊκά.

Πηγή

Πολιτισμική Επικράτεια του Ελληνισμού

Τα κλεμμένα κειμήλια και χειρόγραφα των ελληνικών μονών στη Βουλγαρία, η ανοιχτή πληγή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και το μεγάλο ερώτημα της επιστροφής

Δημοσιεύτηκε

στις

Εκατοντάδες ελληνικά χειρόγραφα, ανεκτίμητης αξίας αφαιρέθηκαν από τις μονές του Τιμίου Προδρόμου Σερρών και της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Συνθήκη του Νεϊγύ του 1919, οι επιστημονικές καταγραφές και οι συζητήσεις για την επιστροφή τους επαναφέρουν ένα ζήτημα που παραμένει ανοιχτό στις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις.

Η αρπαγή των θρησκευτικών κειμηλίων και των χειρογράφων από ιστορικές μονές της Μακεδονίας κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελεί μία από τις σημαντικές εκκρεμότητες της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Το 1917, κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή, αφαιρέθηκε μεγάλος αριθμός χειρογράφων, εικόνων, βιβλίων και άλλων εκκλησιαστικών κειμηλίων, από τη Μονή του Τιμίου Προδρόμου Σερρών και τη Μονή της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας. Δεν πρόκειται απλώς για αντικείμενα ιστορικής ή μουσειακής αξίας. Πρόκειται για τεκμήρια της πνευματικής και θρησκευτικής ζωής της Μακεδονίας, τα οποία συνδέονται άμεσα με την ιστορία των μονών, τις δωρεές πιστών, την ελληνική γραμματεία και τη διαδρομή του Ελληνισμού στην περιοχή. Η απώλειά τους εξακολουθεί να αποτελεί ένα ζήτημα που αφορά τόσο την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς όσο και την αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης.

Η οργανωμένη λεηλασία των ιστορικών μονών

Η Μονή του Τιμίου Προδρόμου Σερρών υπήρξε επί αιώνες σημαντικό πνευματικό κέντρο, με ιδιαίτερα αξιόλογη βιβλιοθήκη και συλλογή χειρογράφων. Αντίστοιχα, η Μονή της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά και ιστορικά μνημεία της Μακεδονίας. Οι βιβλιοθήκες και τα κειμήλια των δύο μονών συγκέντρωναν τεκμήρια μεγάλης ιστορικής, θεολογικής και πολιτιστικής σημασίας.

Όπως προκύπτει από την έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί για την υπόθεση, η αφαίρεση των θησαυρών δεν ήταν μια τυχαία πράξη. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τις καταγραφές που έχουν παρουσιαστεί, είχαν προηγηθεί έρευνες και καταγραφή των αντικειμένων, τα οποία στη συνέχεια συσκευάστηκαν και μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία.

Σε τηλεοπτική εκπομπή, που πραγματοποιήθηκε πριν από έναν χρόνο, σε συνεργασία με τον Δημήτρη Δημούδη, πρόεδρο της Εταιρείας Μελέτης και Έρευνας της Ιστορίας των Σερρών, και τον Βασίλη Γιαννογλούδη, αντιπρόεδρο της ίδιας εταιρείας, αναδείχθηκε η πορεία των κειμηλίων και των χειρογράφων που παραμένουν εκτός Ελλάδας. Οι δύο ερευνητές έχουν επισκεφθεί τη Βουλγαρία και έχουν δει από κοντά μέρος του υλικού, το οποίο φυλάσσεται σε βουλγαρικούς επιστημονικούς και πολιτιστικούς φορείς.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται το Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών «Ιβάν Ντούιτσεφ» (Ivan Dujčev), όπου φυλάσσεται σημαντικό μέρος των χειρογράφων. Η παρουσία τους εκεί καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της επιστημονικής τεκμηρίωσης και των διακρατικών προσπαθειών για την τύχη τους.

Η Συνθήκη του Νεϊγύ και οι διαπραγματεύσεις για την επιστροφή

Η Συνθήκη του Νεϊγύ, που υπογράφηκε το 1919, αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς στη συζήτηση για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που αφαιρέθηκαν κατά τον πόλεμο. Το ζήτημα των ελληνικών κειμηλίων και χειρογράφων, σύμφωνα με τις καταγραφές που έχουν γίνει, συνδέεται με τις προβλέψεις της συνθήκης για την αποκατάσταση των πολιτιστικών απωλειών.

Παρά την ιστορική αυτή βάση, η επιστροφή του συνόλου των αντικειμένων δεν έχει ολοκληρωθεί. Μέρος των κειμηλίων παρέμεινε επί δεκαετίες εκτός δημόσιας προβολής, ενώ στοιχεία για την παρουσία τους στη Βουλγαρία έγιναν ευρύτερα γνωστά τη δεκαετία του 1990. Έκτοτε, επιστήμονες έχουν μελετήσει χειρόγραφα και αντικείμενα, τεκμηριώνοντας την προέλευση και τη σύνδεσή τους με τις μονές.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ζήτημα των οστών του Τσάρου Σαμουήλ, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί στο πλαίσιο της έρευνας, το 2012, επί πρωθυπουργίας Αντώνη Σαμαρά, είχαν γίνει συζητήσεις για την επιστροφή των κειμηλίων. Η θέση που υποστήριζαν Έλληνες επιστήμονες ήταν ότι τα δύο ζητήματα θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν συνολικά, με μια συμφωνία που θα προέβλεπε την παράδοση των οστών του Σαμουήλ στη Βουλγαρία με αντάλλαγμα την επιστροφή όλων των ελληνικών χειρογράφων και κειμηλίων.

Η προσέγγιση αυτή αποτυπωνόταν στη λογική του «όλα ή τίποτα». Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, ο τότε πρωθυπουργός είχε δηλώσει ότι, εάν η βουλγαρική πλευρά διαφωνούσε με την πρόταση, οι διαπραγματεύσεις θα έπρεπε να διακοπούν.

Τα 827 χειρόγραφα και η σημασία της επιστημονικής τεκμηρίωσης

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει ο αριθμός των χειρογράφων που έχουν καταγραφεί. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην έρευνα, αλλά και στοιχεία που παρέθεσε σε τηλεοπτική εκπομπή (Ανιχνεύσεις) στις 11.10.2026, ο ομότιμος καθηγητής Βυζαντινολογίας Βασίλειος Κατσαρός του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), πρόκειται για 827 πιστοποιημένα χειρόγραφα, τα οποία βρίσκονται σε διαφορετικές συλλογές και ιδρύματα στη Βουλγαρία.

Από αυτά, 454 καταγράφονται στο Κέντρο «Ιβάν Ντούιτσεφ», δέκα αποδίδονται στην Ακαδημία Επιστημών και είκοσι στο Ιστορικό Μουσείο του Πατριαρχείου, ενώ μέρος του υλικού βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Σόφιας. Οι αριθμοί αυτοί, όπως έχουν παρατεθεί στο πλαίσιο της έρευνας, αναδεικνύουν το εύρος της συλλογής, αλλά και την ανάγκη για ενιαίο, δημόσια προσβάσιμο κατάλογο με αναλυτικά στοιχεία για κάθε χειρόγραφο.

Το περιεχόμενο των χειρογράφων είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς περιλαμβάνει πληροφορίες για την ιστορία των μονών, αρχαία κείμενα, τοπωνύμια, ονόματα συγγραφέων και στοιχεία για την πνευματική δραστηριότητα των περιοχών από τις οποίες προέρχονται. Η μελέτη τους μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην έρευνα της ελληνικής ιστορίας και γραμματείας, αλλά και στην κατανόηση των πολιτιστικών σχέσεων στη νοτιοανατολική Ευρώπη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας που μπορεί να έχει η διεθνής έρευνα χειρογράφων αποτελεί ο περίφημος Παλίμψηστος Κώδικας του Αρχιμήδη, ο οποίος περιήλθε στην κατοχή του Μπιλ Γκέιτς μετά από δημοπρασία και περιλαμβάνει σημαντικά αρχαία μαθηματικά κείμενα. Η αναφορά αυτή υπενθυμίζει πόσο σημαντική μπορεί να είναι η συστηματική επιστημονική εξέταση παλαιών χειρογράφων.

Τα 48 κειμήλια που επέστρεψαν και το ζήτημα των αντιγράφων

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην έρευνα, 48 κειμήλια έχουν επιστραφεί στην Ελλάδα. Η επιστροφή αυτή, όμως, αφορά κειμήλια και όχι χειρόγραφα, με αποτέλεσμα να παραμένει ανοιχτό το μεγαλύτερο μέρος της υπόθεσης που αφορά τις ιστορικές βιβλιοθήκες των μονών.

Παράλληλα, υπάρχουν πληροφορίες ότι ορισμένα από τα κειμήλια έχουν μεταφερθεί και σε άλλες χώρες για εκθέσεις και παρουσιάσεις, ακόμη και στην Κίνα. Το στοιχείο αυτό καθιστά αναγκαία τη συστηματική καταγραφή της σημερινής θέσης κάθε αντικειμένου, των μετακινήσεών του και του φορέα που έχει την ευθύνη φύλαξής του.

Μία από τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί από ελληνικής πλευράς, είναι η δημιουργία πιστών αντιγράφων, τα οποία θα μπορούσαν να παραμείνουν στη Βουλγαρία, ενώ τα αυθεντικά αντικείμενα θα επέστρεφαν στις μονές από τις οποίες αφαιρέθηκαν. Μια τέτοια λύση θα απαιτούσε διαπραγματεύσεις, επιστημονική τεκμηρίωση και συμφωνία των δύο πλευρών, με βασικό στόχο την αποκατάσταση της ιστορικής και πολιτιστικής συνέχειας.

Μια εκκρεμότητα που αφορά την ιστορική μνήμη

Τα κειμήλια και τα χειρόγραφα δεν αποτελούν απλώς συλλεκτικά αντικείμενα. Συνδέονται με τη θρησκευτική παράδοση, την ιστορία των μοναστηριών και την πολιτιστική ταυτότητα των περιοχών από τις οποίες αφαιρέθηκαν. Για τις τοπικές κοινωνίες, η επιστροφή τους αποτελεί ζήτημα ιστορικής μνήμης και αποκατάστασης μιας απώλειας που διαρκεί περισσότερο από έναν αιώνα.

Στο πλαίσιο των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων, η ελληνική πλευρά καλείται να επιδιώξει μια ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη λύση, με πλήρη καταγραφή των αντικειμένων, διαφάνεια ως προς τη σημερινή θέση τους και αξιοποίηση των ιστορικών και νομικών δεδομένων. Παράλληλα, έχει τεθεί και το ζήτημα της δημιουργίας κοιμητηρίου για Έλληνες στρατιώτες που βρίσκονται θαμμένοι στη Βουλγαρία, μια ακόμη εκκρεμότητα που αφορά τη διαχείριση της πολεμικής μνήμης και τον σεβασμό προς τους νεκρούς.

Η επιστροφή των κειμηλίων και των χειρογράφων των μονών της Μακεδονίας παραμένει, επομένως, μια ανοιχτή υπόθεση για την Ελλάδα. Η συστηματική διπλωματική προσπάθεια, η επιστημονική τεκμηρίωση και η διακρατική συνεργασία είναι απαραίτητες προϋποθέσεις, ώστε τα ιστορικά αυτά τεκμήρια να αντιμετωπιστούν όχι ως απλά αντικείμενα μιας συλλογής, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμική Επικράτεια του Ελληνισμού

Τσάρος Σαμουήλ: Η Ελλάδα παρέδωσε το ισχυρότερο διαπραγματευτικό της χαρτί – Τι πήρε σε αντάλλαγμα και τα ερωτήματα για τη συμφωνία με τη Βουλγαρία

Δημοσιεύτηκε

στις

Μια συμφωνία που κλείνει έναν ιστορικό κύκλο σχεδόν έξι δεκαετιών ανοίγει ταυτόχρονα ένα νέο κεφάλαιο αντιπαράθεσης για το εάν η Ελλάδα αξιοποίησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το σημαντικότερο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα που διέθετε απέναντι στη Βουλγαρία.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 2026 υπογράφηκε το Μνημόνιο Κατανόησης μεταξύ των υπουργείων Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας και στις 3 Οκτωβρίου, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, υπογράφηκαν τα πρωτόκολλα παράδοσης-παραλαβής. Η Ελλάδα παρέδωσε στη Βουλγαρία τα λείψανα που έχουν ταυτοποιηθεί ως εκείνα του τσάρου Σαμουήλ, καθώς και ανθρωπολογικό υλικό από τις τέσσερις σαρκοφάγους της βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου στη Μικρή Πρέσπα.

Σε αντάλλαγμα, η Βουλγαρία παρέδωσε στην Ελλάδα 48 εκκλησιαστικά κειμήλια, τα οποία είχαν μεταφερθεί από ελληνικές μονές και ναούς στη Βουλγαρία κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.Η τελετή πραγματοποιήθηκε παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Βούλγαρου πρωθυπουργού Ρούμεν Ράντεφ. Η βουλγαρική πλευρά αντιμετώπισε την επιστροφή των λειψάνων ως ιστορικό γεγονός, καθώς ο Σαμουήλ αποτελεί κεντρικό σύμβολο της βουλγαρικής ιστορικής μνήμης. Τα λείψανα μεταφέρθηκαν στη Σόφια και τοποθετήθηκαν στον ναό της Αγίας Σοφίας.

Η ανακάλυψη του 1965 και η ιστορική αξία των λειψάνων

Η ιστορία αρχίζει το 1965, όταν ο καθηγητής Νικόλαος Μουτσόπουλος ξεκίνησε ανασκαφές στη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στο ομώνυμο νησί της Μικρής Πρέσπας. Εκεί αποκαλύφθηκαν τέσσερις σαρκοφάγοι. Μία από τις ταφές αποδόθηκε από τον Μουτσόπουλο στον Σαμουήλ, ενώ οι υπόλοιπες συνδέθηκαν με μέλη της δυναστείας των Κομητόπουλων.Υπάρχει, πάντως, μια ενδιαφέρουσα ασυμφωνία στις χρονολογήσεις που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς: ελληνικές πηγές και η πρόσφατη συμφωνία αναφέρουν το 1965 ως έτος της ανακάλυψης, ενώ σε ορισμένες βουλγαρικές αναφορές γίνεται λόγος για το 1969. Η αρχαιολογική έρευνα του Μουτσόπουλου στη βασιλική άρχισε πράγματι το 1965 και συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια.

Η ταύτιση της συγκεκριμένης σορού με τον Σαμουήλ αποτελεί την επιστημονική βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε και η σημερινή συμφωνία. Για τον λόγο αυτό, η διατύπωση «τα λείψανα που αποδίδονται στον Σαμουήλ» είναι επιστημονικά ακριβέστερη από μια απόλυτη διατύπωση περί αδιαμφισβήτητης ταυτοποίησης. Η σημασία τους, ωστόσο, είναι τεράστια. Ο Σαμουήλ, ο οποίος κυβέρνησε το βουλγαρικό κράτος από το 997 έως το 1014, αποτελεί κεντρική μορφή της βουλγαρικής ιστορικής αφήγησης. Η περιοχή των Πρεσπών και της Αχρίδας αποτέλεσε σημαντικό κέντρο της εξουσίας του και η βασιλική του Αγίου Αχιλλείου συνδέεται άμεσα με τη βασιλική του παρουσία στην περιοχή.

Ένα λείψανο στο επίκεντρο μιας ευρύτερης βαλκανικής διαμάχης

Η περίπτωση του Σαμουήλ δεν είναι μόνο υπόθεση Ελλάδας και Βουλγαρίας. Η μορφή του βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο διαφορετικών εθνικών ιστοριογραφικών και εθνολογικών προσεγγίσεων, ιδίως σε σχέση με τα Σκόπια, όπου η κληρονομιά του μεσαιωνικού κράτους της περιοχής αποτελεί αντικείμενο έντονης ιστορικής διεκδίκησης.Υπάρχει, παράλληλα, και μια αρμενική ιστοριογραφική διάσταση. Ο μεσαιωνικός Αρμένιος ιστορικός Στεπάνος του Ταρών, γνωστός ως Ασογκίκ, αναφέρει τον Σαμουήλ και τον αδελφό του ως Αρμένιους από την περιοχή Ντερτζάν. Σύγχρονη ακαδημαϊκή βιβλιογραφία έχει εξετάσει αυτή την εκδοχή της αρμενικής καταγωγής του Σαμουήλ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αρμενική εκδοχή μπορεί να παρουσιαστεί ως οριστικά αποδεδειγμένη ούτε ότι η σύγχρονη εθνική ταυτότητα μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στον 10ο και 11ο αιώνα. Είναι, όμως, ένα ακόμη στοιχείο που δείχνει πόσο σύνθετη είναι η ιστορική κληρονομιά του Σαμουήλ και πόσο έντονα έχει πολιτικοποιηθεί η μνήμη του στα Βαλκάνια.

Η Ελλάδα είχε επί δεκαετίες ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον βρίσκεται πλέον στο διπλωματικό σκέλος της υπόθεσης. Η Βουλγαρία είχε ζητήσει επανειλημμένα από την Ελλάδα την επιστροφή των λειψάνων του Σαμουήλ. Το ζήτημα επανήλθε με ιδιαίτερη ένταση το 2014, όταν συμπληρώθηκαν χίλια χρόνια από τον θάνατό του. Τότε, σύμφωνα με την ελληνική θέση που είχε διατυπωθεί, το ζήτημα των λειψάνων συνδέθηκε με τις ελληνικές διεκδικήσεις για την επιστροφή εκκλησιαστικών κειμηλίων, χειρογράφων και άλλων πολιτιστικών αγαθών που είχαν αφαιρεθεί από ελληνικές μονές και περιοχές της Μακεδονίας κατά τη διάρκεια των βουλγαρικών κατοχών και των πολεμικών συγκρούσεων.

Στο επίκεντρο βρισκόταν και η Ιερά Μονή Εικοσιφοίνισσας. Ο Μητροπολίτης Δράμας Δωρόθεος, σε επιστολή του προς την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, αναφέρει ότι μόνο από την Εικοσιφοίνισσα διεκδικούνται 800 ιερά κειμήλια και 430 χειρόγραφα. Παράλληλα, θέτει το ερώτημα εάν η παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ αποδυναμώνει την ελληνική διαπραγματευτική θέση για όσα δεν επιστρέφονται τώρα.

Η επιστολή του Μητροπολίτη είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική, όχι επειδή αποτελεί από μόνη της απόδειξη για το σύνολο των ελληνικών διεκδικήσεων, αλλά επειδή καταγράφει την έντονη αντίδραση ενός άμεσα ενδιαφερόμενου εκκλησιαστικού φορέα, ο οποίος υποστηρίζει ότι δεν συμμετείχε στη διαβούλευση για τη συμφωνία.

48 κειμήλια έναντι των λειψάνων

Εδώ βρίσκεται το βασικό πολιτικό ερώτημα. Η Ελλάδα επιστρέφει στη Βουλγαρία αυτό που η Σόφια θεωρεί ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της εθνικής της ιστορικής μνήμης. Η Βουλγαρία επιστρέφει στην Ελλάδα 48 κειμήλια, τα οποία είχαν αφαιρεθεί το 1917 και παρέμεναν επί περισσότερο από έναν αιώνα στη Βουλγαρία. Τα αντικείμενα προέρχονται από την Παναγία Εικοσιφοίνισσα, τη Μονή Τιμίου Προδρόμου και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Μάλιστα, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα τεχνική λεπτομέρεια: η βουλγαρική πλευρά διευκρίνισε ότι τα 48 κειμήλια αντιστοιχούν συνολικά σε 53 αντικείμενα, καθώς ορισμένες εγγραφές περιλαμβάνουν περισσότερα από ένα αντικείμενα.

Η επιστροφή αυτών των κειμηλίων είναι ασφαλώς σημαντική. Το ερώτημα όμως είναι εάν αποτελεί την πρώτη φάση μιας πραγματικά δεσμευτικής διαδικασίας επιστροφής και των υπόλοιπων αντικειμένων ή εάν η Ελλάδα παρέδωσε το σημαντικότερο διαπραγματευτικό της πλεονέκτημα χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και δεσμεύσεις για τα υπόλοιπα. Στο επίσημο πλαίσιο της συμφωνίας προβλέπεται η συνέχιση των διαπραγματεύσεων για την ταυτοποίηση και ένταξη σε επόμενη συμφωνία ιστορικών αντικειμένων αμοιβαίου ενδιαφέροντος που δεν περιλαμβάνονται στην παρούσα.

Αυτό είναι θετικό ως πρόβλεψη. Δεν απαντά, όμως, από μόνο του στο κρίσιμο ερώτημα: με ποιο συγκεκριμένο μηχανισμό, σε ποιο χρονοδιάγραμμα και με ποιες δεσμεύσεις θα επιστραφούν τα υπόλοιπα ελληνικά κειμήλια;

Το ερώτημα που θέτει ο Μητροπολίτης Δράμας

Ο Μητροπολίτης Δωρόθεος το θέτει με διαφορετικό τρόπο: εάν η Ελλάδα παραδώσει τα λείψανα του Σαμουήλ, ποιο ισχυρό κίνητρο θα έχει πλέον η Βουλγαρία για να προχωρήσει σε μεγαλύτερης έκτασης επιστροφές; Η επιστολή του δεν αμφισβητεί την αξία των 48 κειμηλίων που επιστρέφονται. Αμφισβητεί την αναλογία της ανταλλαγής και κυρίως τη στρατηγική επιλογή της Αθήνας. Υποστηρίζει ότι η Ελλάδα παραδίδει το αντικείμενο που η άλλη πλευρά επιθυμούσε περισσότερο, ενώ μεγάλο μέρος των ελληνικών διεκδικήσεων παραμένει ανοικτό.

Αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί μόνο με το επιχείρημα της «ιστορικής υποχρέωσης». Εάν η συμφωνία αποτελεί μέρος μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής, η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει με σαφήνεια ποιο είναι το επόμενο βήμα.

Και οι Έλληνες στρατιωτικοί;

Στην ίδια κατηγορία των εκκρεμοτήτων που έχουν κατά καιρούς τεθεί από την ελληνική πλευρά περιλαμβάνεται και το ζήτημα των Ελλήνων στρατιωτικών που έχασαν τη ζωή τους στη Βουλγαρία κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, καθώς και η δημιουργία στρατιωτικού κοιμητηρίου για τους Έλληνες πεσόντες.

Ειδικά το ζήτημα των λειψάνων των Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον σε μια συνολική πολιτική συμφωνία ιστορικής μνήμης. Εφόσον η Αθήνα επιδιώκει μια νέα σελίδα στις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις, η προστασία της μνήμης και η αξιοπρεπής ταφή των Ελλήνων πεσόντων θα μπορούσε να αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα μιας τέτοιας πολιτικής.

Το θεσμικό ζήτημα: έπρεπε να περάσει από τη Βουλή;

Ένα ακόμη ζήτημα που χρήζει απάντησης αφορά τον τρόπο με τον οποίο τέθηκε σε εφαρμογή η συμφωνία. Το ελληνικό Σύνταγμα προβλέπει ότι οι διεθνείς συνθήκες δεν αντιμετωπίζονται όλες με τον ίδιο τρόπο. Σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 2, συγκεκριμένες κατηγορίες συνθηκών, καθώς και όσες περιέχουν παραχωρήσεις για τις οποίες απαιτείται νόμος ή επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες, δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που τις κυρώνει. Παράλληλα, το άρθρο 28 παρ. 1 προβλέπει ότι οι διεθνείς συμβάσεις, μετά την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ, αποτελούν μέρος του εσωτερικού δικαίου.

Άρα το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς εάν η κυβέρνηση «ενημέρωσε» ή όχι τη Βουλή. Είναι ποιος ακριβώς είναι ο νομικός χαρακτήρας του Μνημονίου Κατανόησης και των πρωτοκόλλων που υπεγράφησαν, ποιες δεσμεύσεις δημιουργούν για το ελληνικό κράτος και εάν, με βάση το περιεχόμενό τους, απαιτείται προηγούμενη ή μεταγενέστερη νομοθετική κύρωση. Η πρακτική της Βουλής δείχνει ότι διεθνή Μνημόνια Κατανόησης και διμερείς συμφωνίες που εμπίπτουν στο πεδίο του άρθρου 36 παρ. 2 κυρώνονται με νόμο.

Εάν, επομένως, η συγκεκριμένη συμφωνία παράγει δεσμεύσεις που εμπίπτουν στις συνταγματικά προβλεπόμενες κατηγορίες, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει δημόσια ποια διαδικασία κύρωσης ακολουθείται. Και εφόσον υπάρχουν δημοσιονομικές επιπτώσεις που απαιτούν νομοθετική ρύθμιση, τίθεται και το ζήτημα της έκθεσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, όπως προβλέπεται από το άρθρο 75 του Συντάγματος για νομοσχέδια που συνεπάγονται επιβάρυνση του προϋπολογισμού.

Δεν πρόκειται για τυπική λεπτομέρεια. Μια συμφωνία που αφορά πολιτιστική κληρονομιά, ανθρώπινα λείψανα και ιστορικές διεκδικήσεις δύο κρατών απαιτεί πλήρη θεσμική διαφάνεια.

Το πραγματικό διακύβευμα

Η Ελλάδα δεν χάνει επειδή επέστρεψε τα λείψανα ενός ιστορικού προσώπου στη χώρα με την οποία συνδέεται ιστορικά. Η επιστροφή ανθρωπίνων λειψάνων, όταν γίνεται με σεβασμό και στο πλαίσιο μιας διακρατικής συμφωνίας, μπορεί να αποτελέσει πράξη πολιτισμού και καλής γειτονίας.

Το ζήτημα είναι διαφορετικό: τι εξασφάλισε η Ελλάδα ως αντάλλαγμα και τι μηχανισμό δημιούργησε για να πάρει πίσω όλα όσα δικαιούται να διεκδικεί;

Οι 48 αριθμοί καταλόγου που αντιστοιχούν σε 53 αντικείμενα είναι σημαντική επιστροφή, αλλά δεν εξαντλούν τις ελληνικές διεκδικήσεις. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Εάν ο Σαμουήλ ήταν πράγματι το ισχυρότερο διαπραγματευτικό χαρτί της Αθήνας, η παράδοσή του θα έπρεπε να συνοδεύεται από συγκεκριμένες, μετρήσιμες και δεσμευτικές εγγυήσεις για την επιστροφή και των υπόλοιπων ελληνικών θησαυρών. Διαφορετικά, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί σε μια νέα διαπραγματευτική πραγματικότητα: η Βουλγαρία έχει πλέον αποκτήσει αυτό που ζητούσε επί δεκαετίες, ενώ η Αθήνα συνεχίζει να διεκδικεί όσα θεωρεί ότι της ανήκουν.

Η κυβέρνηση έχει, συνεπώς, μια κρίσιμη υποχρέωση: να δημοσιοποιήσει το πλήρες περιεχόμενο της συμφωνίας και να εξηγήσει με ποιον τρόπο διασφαλίζεται η επόμενη φάση των επιστροφών. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον εάν ο Σαμουήλ θα επιστρέψει στη Βουλγαρία. Αυτό ήδη συνέβη.Το ερώτημα είναι τι ακριβώς πήρε η Ελλάδα σε αντάλλαγμα και, κυρίως, τι έχει εξασφαλίσει για την επόμενη ημέρα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμική Επικράτεια του Ελληνισμού

Η ελληνική σημαία κυματίζει στο πάρκο Neuland του Λεβερκούζεν – Η Διασπορά γίνεται γέφυρα Ελλάδας και Γερμανίας

Δημοσιεύτηκε

στις

Ένα ακόμη συμβολικό αλλά και ουσιαστικό βήμα στην αδελφοποίηση των Δήμων Λεβερκούζεν και Δελφών – Η ελληνική και η γερμανική σημαία δίπλα-δίπλα στο πάρκο Neuland, παρουσία εκπροσώπων της πόλης και της ελληνικής κοινότητας

Η ελληνική σημαία κυματίζει πλέον στο πάρκο Neuland του Λεβερκούζεν, δίπλα στη γερμανική, σε ένα σημείο όπου συναντώνται οι σημαίες των αδελφοποιημένων πόλεων της γερμανικής πόλης.

Η κίνηση αυτή αποτελεί ένα ακόμη ορατό και συμβολικό αποτέλεσμα της αδελφοποίησης των Δήμων Λεβερκούζεν και Δελφών, η οποία επισφραγίστηκε επίσημα στις 2 Μαΐου 2026 στην Άμφισσα. Η νέα παρουσία της ελληνικής σημαίας στο πάρκο Neuland δεν αποτελεί απλώς μια τυπική προσθήκη στο «κήπο αδελφοποίησης» της πόλης. Αποτυπώνει τη δημιουργία ενός νέου σταθερού δεσμού ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία, με την ελληνική Διασπορά να αποτελεί βασικό κρίκο αυτής της σχέσης.

Την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026, ο Δήμαρχος του Λεβερκούζεν Στέφαν Χέμπελ και ο Σύλλογος Αδελφοποίησης Λεβερκούζεν – Δελφοί e.V. εγκαινίασαν τους δύο νέους ιστούς σημαίας, σηματοδοτώντας με αυτόν τον τρόπο την έναρξη ενός ακόμη κεφαλαίου στη σχέση των δύο πόλεων.

Από εδώ και στο εξής, η ελληνική και η γερμανική σημαία θα κυματίζουν δίπλα-δίπλα, μαζί με τις σημαίες των υπόλοιπων αδελφοποιημένων πόλεων του Λεβερκούζεν: του Μπράκνελ στο Ηνωμένο Βασίλειο, της Τσιναντέγκα στη Νικαράγουα, του Γουξί στην Κίνα, του Οούλου στη Φινλανδία, του Βιλνέβ ντ’ Ασκ στη Γαλλία, του Σβέτ, της Λιουμπλιάνα στη Σλοβενία, του Νοφ ΧαΓκαλίλ στο Ισραήλ και του Ρατσίμπορζ/Ρατίμπορ στην Πολωνία.

Η ελληνική διασπορά στο επίκεντρο

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η αδελφοποίηση των δύο πόλεων δεν αναπτύσσεται σε ένα κενό περιβάλλον. Στο Λεβερκούζεν υπάρχει εδώ και δεκαετίες μια οργανωμένη και ενεργή ελληνική κοινότητα, η οποία αποτελεί μέρος της ιστορίας και της κοινωνικής πραγματικότητας της πόλης.

Αυτό ακριβώς ανέδειξε στην ομιλία του ο Δήμαρχος Στέφαν Χέμπελ, αναφερόμενος στην παρουσία των Ελλήνων στο Λεβερκούζεν. Όπως σημείωσε, πριν από περίπου 60 χρόνια πολλοί Έλληνες και Ελληνίδες έφτασαν στην πόλη ως εργατικό δυναμικό και συνέβαλαν στην οικονομική και κοινωνική της ανάπτυξη. Με την πάροδο των δεκαετιών δημιουργήθηκε μια ζωντανή ελληνική κοινότητα, η οποία αποτελεί σήμερα αναπόσπαστο κομμάτι της πόλης.

Ο ίδιος χαρακτήρισε τη νέα αδελφοποίηση και ως αναγνώριση της συνολικής προσφοράς και της διαδρομής αυτών των ανθρώπων. Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για την ελληνική Διασπορά. Οι άνθρωποι που έφυγαν από την Ελλάδα πριν από δεκαετίες, δημιούργησαν οικογένειες, εργάστηκαν και έζησαν στη Γερμανία, δεν έπαψαν να αποτελούν φορείς της ελληνικής ταυτότητας και της σχέσης με την πατρίδα.

Σήμερα, οι δεσμοί αυτοί αποκτούν μια νέα διάσταση: δεν περιορίζονται πλέον μόνο στην ελληνική κοινότητα, αλλά μετατρέπονται σε οργανωμένες γέφυρες συνεργασίας μεταξύ ελληνικών και γερμανικών πόλεων.

«Οι σημαίες θα υπενθυμίζουν ότι η φιλία δεν γνωρίζει σύνορα»

Ο πρόεδρος του Συλλόγου Αδελφοποίησης Λεβερκούζεν – Δελφοί e.V., Μενέλαος Γεωργίου, αναφέρθηκε στη διαδρομή που οδήγησε μέχρι το σημερινό αποτέλεσμα. «Αυτό που ξεκίνησε πριν από μερικά χρόνια με τις πρώτες επαφές και τις κοινές ιδέες, έχει εξελιχθεί σήμερα σε μια ζωντανή αδελφοποίηση», ανέφερε χαρακτηριστικά. Όπως τόνισε, η παρουσία των δύο σημαιών στον χώρο αποτελεί πλέον μια διαρκή υπενθύμιση ότι η φιλία, η αλληλεγγύη και οι ανταλλαγές μεταξύ των ανθρώπων μπορούν να ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα.

Η εγκατάσταση των ιστών έγινε με δωρεά του Συλλόγου Αδελφοποίησης Λεβερκούζεν – Δελφοί e.V., με την υποστήριξη του Ιδρύματος Πολιτών του Λεβερκούζεν και της Sparkasse Leverkusen.

Από τους Δελφούς στο Λεβερκούζεν

Η αδελφοποίηση των δύο Δήμων αποτελεί πλέον ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν συγκεκριμένες δράσεις, ανταλλαγές και συνεργασίες. Ο Δήμαρχος Δελφών Παναγιώτης Ταγκαλής χαιρέτισε την εκδήλωση, υπογραμμίζοντας ότι η αξία της αδελφοποίησης βρίσκεται κυρίως στη συνεχή ανάπτυξη νέων δεσμών μεταξύ των δύο περιοχών.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την πρόσφατη συμμετοχή αντιπροσωπείας του Δήμου Δελφών στο Ευρωπαϊκό Εργαστήριο «Αστική ανάπτυξη – Δημοκρατία – Πολιτισμός Μνήμης», που πραγματοποιήθηκε στο Λεβερκούζεν.

Σύμφωνα με τον κ. Ταγκαλή, τέτοιες δράσεις αποτυπώνουν στην πράξη την εξωστρέφεια του Δήμου Δελφών και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια σχέση που δεν θα περιοριστεί στην επίσημη τελετή αδελφοποίησης, αλλά θα εξελιχθεί σε έναν «ζωντανό πυρήνα παραγωγής δράσεων».

Μια σχέση που περνά στις επόμενες γενιές

Το ιδιαίτερο στοιχείο της συγκεκριμένης αδελφοποίησης είναι ότι συναντώνται δύο διαφορετικές διαδρομές που οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα. Από τη μία πλευρά, οι Δελφοί, ένας τόπος με παγκόσμια ιστορική και πολιτιστική ακτινοβολία. Από την άλλη, το Λεβερκούζεν, μια σύγχρονη γερμανική πόλη στην οποία χιλιάδες Έλληνες και οι οικογένειές τους δημιούργησαν τη ζωή τους τις τελευταίες δεκαετίες.

Και ανάμεσά τους βρίσκεται η ελληνική Διασπορά.

Η παρουσία της ελληνικής σημαίας στο πάρκο Neuland λειτουργεί έτσι και ως συμβολική αναγνώριση της ελληνικής παρουσίας στην πόλη. Μιας παρουσίας που ξεκίνησε από τα μεταναστευτικά κύματα της μεταπολεμικής περιόδου και συνεχίζεται σήμερα μέσα από τη δεύτερη και την τρίτη γενιά Ελλήνων της Γερμανίας.

Η νέα αδελφοποίηση δημιουργεί, παράλληλα, τη δυνατότητα οι δεσμοί αυτοί να αποκτήσουν νέα χαρακτηριστικά: πολιτιστικές ανταλλαγές, συνεργασίες, μεταφορά τεχνογνωσίας, επαφή νέων ανθρώπων και κοινές δράσεις.

Ο Δήμαρχος Λεβερκούζεν, αναφερόμενος στον χαρακτήρα των αδελφοποιήσεων, υπογράμμισε ότι πρόκειται για «ζωντανές γέφυρες μεταξύ ανθρώπων, πολιτισμών και γενεών», σημειώνοντας ότι η ειρήνη και η κατανόηση μπορούν να ξεκινούν από το επίπεδο των πόλεων, των συλλόγων και των γειτονιών.

Αυτό είναι και το μήνυμα που εκπέμπει πλέον το πάρκο Neuland.

Η ελληνική και η γερμανική σημαία κυματίζουν δίπλα-δίπλα, υπενθυμίζοντας ότι η σχέση Ελλάδας και Γερμανίας δεν αποτυπώνεται μόνο σε επίσημες συμφωνίες και διπλωματικές σχέσεις, αλλά και στους ανθρώπους που εδώ και δεκαετίες ζουν, εργάζονται και δημιουργούν στις δύο χώρες.

Για την ελληνική Διασπορά του Λεβερκούζεν, η εικόνα αυτή έχει έναν ακόμη συμβολισμό: η Ελλάδα είναι παρούσα. Και είναι παρούσα όχι μόνο μέσα από τη μνήμη και την καταγωγή, αλλά και μέσα από τις νέες σχέσεις που δημιουργούν οι ίδιοι οι Έλληνες της Διασποράς.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός1 λεπτό πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις13 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO14 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO44 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

Δημοφιλή