Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Φυσικό αέριο σχιστόλιθου: οι ΗΠΑ θα έπρεπε μάλλον να εξάγουν πρώτα την ανοησία τους

Δημοσιεύτηκε στις

Richard Heinberg  (ΗΠΑ)         (μτφ. Κριστιάν)

Αυτή την
εβδομάδα, το Κογκρέσο των ΗΠΑ συγκάλεσε ακροάσεις για τη πιθανή ανάκληση της
απαγόρευσης στις εξαγωγές πετρελαίου από τις Ηνωμένες Πολιτείες, που επιβλήθηκε
το 1970 για να προωθήσει την εθνική αυτάρκεια στον τομέα της ενέργειας, και
κάλεσε έναν αριθμό “εμπειρογνωμόνων”
με αμφίβολους δεσμούς με τη βιομηχανία πετρελαίου και του φυσικού αερίου
 , για να τους πείσουν
ότι αυτή είναι μια καλή ιδέα. 

Μετά τη προσάρτηση της Κριμαίας από
τη Ρωσία, οι πολιτικοί των ΗΠΑ θέλουν να χτυπήσουν στην καρδιά της μεγαλύτερης
γεωπολιτικής κληρονομιάς του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν.

Εάν οι ΗΠΑ προμήθευαν
στην Ευρώπη ένα μεγάλο ποσό καυσίμων, αυτό θα μείωνε πράγματι την εξάρτηση
της Γηραιάς Ηπείρου από τη Ρωσία, στερώντας τον Πούτιν από τόσο
αναγκαίες οικονομικές εισροές. Οι βουλευτές και από τις δύο πλευρές
χρησιμοποιούν επίσης τις ακροάσεις αυτές για να παροτρύνουν την κυβέρνηση Ομπάμα
να επιταχύνει τις εξαγωγές φυσικού αερίου, ως προστασία κατά της απειλής των
περικοπών ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ουκρανία και άλλες χώρες.

Τέσσερεις
χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Σλοβακία και η Τσεχική
Δημοκρατία απέστειλαν ήδη επίσημο αίτημα για εξαγωγές από τις ΗΠΑ. 
Υπάρχει όμως
ένα μικρό πρόβλημα για αυτές τις επιθυμίες και καλές προθέσεις. 
Βασικά,
οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν ούτε πετρέλαιο ούτε φυσικό αέριο για εξαγωγή. 
Βέβαια, η
χώρα μας παράγει παρά πολλά καύσιμα, και οι ποσότητες έχουν αυξηθεί τα
τελευταία χρόνια. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να είναι καθαρός
εισαγωγέας πετρελαίου και φυσικού αερίου. 
Επαναλαμβάνω
και το τονίζω:  οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να είναι
καθαροί εισαγωγείς πετρελαίου και φυσικού αερίου
. 
Το 2013, οι
Ηνωμένες Πολιτείες παρήγαγαν περίπου 7,5 εκατ. βαρέλια αργού πετρελαίου ημερησίως,
αλλά εισήγαγαν επίσης την ίδια ποσότητα.
Ακόμα αν ο
ρυθμός της εγχώριας παραγωγής συνεχίζει να αυξάνεται, είναι πιθανό ότι θα
προστεθούν περίπου 1,5 εκατ. βαρέλια ανά ημέρα πριν αρχίσει να μειώνεται. Ο
πιθανός ρυθμός μείωσης είναι ένα σχετικά αμφιλεγόμενο ζήτημα: η Energy
Information Administration 
 προβλέπει ένα μακρύ “οροπέδιο”,
ακολουθούμενο από μια αργή μείωση, ενώ η  ανάλυση μας που δημοσιεύεται από το  Post Carbon Institute  δείχνει μια πιο ταχεία πτώση.
Και στις
δύο περιπτώσεις, είναι εξαιρετικά απίθανο ότι η Αμερική θα ξαναγίνει ποτέ καθαρός
εξαγωγέας πετρελαίου. 
Πέρυσι,
οι ΗΠΑ παρήγαγαν 680 δισεκατομμύρια κυβ.μ.  φυσικού αερίου, ένα ποσό
ρεκόρ. Ωστόσο, εισάγαμε  ακόμη 71
δισ. κυβ.μ.  φυσικό αέριο (11% του
συνόλου).
Η καμπύλη
της παραγωγής φυσικού αερίου στις ΗΠΑ έχει σταθεροποιηθεί και  κατά τη γνώμη μας  , είναι πιθανό να
αρχίσει να φθίνει στα επόμενα χρόνια, ακριβώς τη στιγμή που θα τεθούν σε λειτουργία
τα νέα τερματικά για την εξαγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). 
Παρ ‘όλα
αυτά, εκτοξεύθηκαν απίθανοι ισχυρισμοί για το αμερικανικό δυνητικό στο πετρέλαιο
και φυσικό αέριο, τώρα που η βιομηχανία ανάπτυξε τις τεχνικές του «fracking»
και αυτές της οριζόντιας διάτρησης σε σχηματισμούς σχιστόλιθου στο Τέξας, στη Βόρεια
Ντακότα,  στη Πενσυλβάνια και
αλλού.
Αλλά,
όπως το εξηγήσω στο βιβλίο μου «Snake Oil: How Fracking’s False Promise of Plenty Imperils Our Future», οι ισχυρισμοί
αυτοί υπερβάλλουν κατά πολύ.
Μια πολύ
πιο ακριβή εκτίμηση των αναγωγών στον τομέα αυτό μας έρχεται από την
προεπισκόπηση της δημοσίευσης του Oil & Gas Journal , το
οποίο μιλά για μείωση των εκτιμώμενων αποθεμάτων που προσεγγίζει τα  35 εκατ. δολάρια για τις 15 μεγαλύτερες εταιρείες του
φυσικού αερίου σχιστόλιθου
 .
Το  Journal  γράφει
τα εξής: «Οι πρόσφατες αναλύσεις της Energy Aspects , μιας εταιρείας
συμβούλων για τις πρώτες ύλες, δείχνουν έξι χρόνια προοδευτικής επιδείνωσης των
οικονομικών επιδόσεων των 35 ανεξάρτητων εταιρειών που ειδικεύονται στον τομέα
του αερίου και του πετρελαίου σχιστόλιθου στις Ηνωμένες Πολιτείες».
  
Αυτή η επιδείνωση των
οικονομικών επιδόσεων συμβαίνει παρά την αύξηση της παραγωγής και τη μετάβαση,
από το 2010, των διατρήσεων φυσικού αερίου σε διατρήσεις υγρών καυσίμων που
έχουν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία (αργό πετρέλαιο και υγροποιημένο φυσικό αέριο). 
Το Oil
& Gas Journal
 αναφέρει την ανάλυση του Ιβάν Sandrea, ένος υπάλληλου
του OIES  και συνεργάτης πρώτου πλάνου της Ernst
& Young Λονδίνου
 , που υποδηλώνει τα εξής: «Εάν η οικονομική
απόδοση δεν βελτιωθεί, οι αγορές κεφαλαίου θα σταματήσουν να υποστηρίζουν τις
ακριβές γεωτρήσεις που όμως απαιτούνται για τη διατήρηση της παραγωγής των μη
συμβατικών πηγών ενέργειας». Ο
Sandrea προβλέπει ότι «ορισμένοι
φορείς της βιομηχανίας θα πρέπει να αναδιαρθρώσουν και να επικεντρωθούν κυρίως στα
κοιτάσματα όπου βρίσκονται οι πιο ελκυστικοί πόροι, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το
40% των σημερινών εκτιμήσεων». 
Επομένως,
τι θα μπορούσαμε να εξάγουμε; Στην πραγματικότητα, όποιοι μιλάνε για εξαγωγές
πετρελαίου και φυσικού αερίου δεν είναι από το αποτέλεσμα της πλεονάζουσας
παραγωγικής ικανότητας ή γεωπολιτικού υπολογισμού, αλλά μόνο το αποτέλεσμα της
παλιάς κλασσικής αναζήτησης κερδών.
Η
πετρελαϊκή βιομηχανία των ΗΠΑ είναι σήμερα βυθισμένη στο πρόβλημα της ποιότητας
του πετρελαίου που παράγεται στην χώρα (ελαφρύ αργό από τα κοιτάσματα του
Bakken και Eagle Ford) που δεν ταιριάζει με την ποιότητα που μπορεί να δεχτούν
τα διυλιστήρια μας (βαρύτερες ποιότητες του αργού, για παράδειγμα, πετρέλαιο από
τις πετρελαιοφόρες άμμους του Καναδά). 
Η
κατάργηση των νομικών περιορισμών για την εξαγωγή πετρελαίου από τις Ηνωμένες
Πολιτείες θα βοηθούσε πολύ τα διυλιστήρια για την επίλυση αυτού του
προβλήματος. 
Την ίδια
στιγμή, η αμερικανική βιομηχανία φυσικού αερίου πάσχει από τις χαμηλές εγχώριες
τιμές πώλησης, ένα πρόβλημα, του οποίου η αποκλειστική ευθύνη φέρνει η ίδια η
βιομηχανία. 
Τα
τελευταία χρόνια, οι εταιρείες σχιστολιθικού αέριου παρήγαγαν με πλεόνασμα,
προκειμένου να αυξηθεί η αξία «των  περιουσιακών στοιχείων τους
(assets)» (άδειες γεωτρήσεων για εκατομμύρια εκτάρια), μειώνοντας
έτσι τεχνιτά τις τιμές κάτω από τις πραγματικές δαπάνες παραγωγής. 
Αν μια
μικρή ποσότητα αερίου των Ηνωμένων Πολιτειών θα μπορούσε να εξαχθεί μέσω των υπό
κατασκευή τερματικών LNG, αυτό θα αυξήσει τις τιμές στην εγχώρια αγορά. 
Αλλά θα
μπορούσε επίσης να αχρηστέψει τις πολλές υποσχέσεις του τομέα να διατηρήσει τις
τιμές χαμηλές, μια υπόσχεση που οδήγησε τη χημική βιομηχανία να ανακατασκευάσει
μονάδες  εθνικής παραγωγής και που
προσέλκυσε τις επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας περνώντας από την
καύση άνθρακα στο φυσικό αέριο, αλλά τελικά, αυτές ήταν υποσχέσεις και τίποτα
άλλο.
Αυτή
είναι η αλήθεια για όλες τις φασαρίες γύρω από τις εξαγωγές φυσικού αερίου και
πετρελαίου από τις ΗΠΑ.
Όσο για
την ιδέα να κάνουν να τρέμει από φόβο τον Βλαντιμίρ Πούτιν ενώπιον της παλίρροιας
του αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ, ας το αφήσουμε καλύτερα… 
Τον Πούτιν
σίγουρα τον έπιασε τρέμουλο, αφού κατουρήθηκε πρώτα από τα γέλια!
Η Αμερική
θα έπρεπε καλύτερα να προσπαθήσει να εξάγει ανοησία. 
Είναι
ένας πόρος που πραγματικά φαίνεται να έχει σε πλεόνασμα.
Richard Heinberg 


Γαλλική
μετάφραση:  
ilfattoquotidiano.fr
Richard
Heinberg : δημοσιογράφος,  λέκτορας
και μέλος του ΔΕΠ στο New College της Καλιφόρνιας, όπου διδάσκει το μάθημα
«Πολιτισμός, Οικολογία και Αειφόρος Κοινότητα», έχει γράψει μισή ντουζίνα βιβλίων
(συμπεριλαμβανομένου του «Powerdown και πετρέλαιο: η γιορτή τελείωσε!»,  ένα πραγματικό βιβλίο αναφοράς για το θέμα),
που του απόφεραν πολλά βραβεία και το ρόλο του κύριου επικοινωνούντα στο ΑΣΠΟ
(Ένωση για τη Μελέτη του Peak Oil)!.  (Πηγή:
  Editions Demi Lune  )

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Newsroom10 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις19 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις49 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Δημοφιλή