Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Επιπτώσεις της επερχόμενης τουρκο-εβραϊκής ενεργειακής συνεργασίας

Δημοσιεύτηκε στις

Από το 1996 μέχρι το 2009, η Τουρκία και το Ισραήλ «απολάμβαναν» τους καρπούς μιας στενής στρατιωτικής σχέσης, η οποία σταδιακά επεκτάθηκε και σε άλλους τομείς συνεργασίας, όπως για παράδειγμα η διμερής τουρκο-εβραϊκή συμφωνία ελεύθερου εμπορίου που υπογράφηκε το 2000. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, οι σχέσεις των δύο χωρών επιδεινώθηκαν, κυρίως λόγω των εσωτερικών και εξωτερικών πολιτικών αλλαγών που υιοθέτησε η κυβέρνηση Ερντογάν. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η φθορά στις τουρκο-εβραϊκές σχέσεις συνεργασίας ήταν ανάλογη τόσο με τηφθορά της εξουσίας του τουρκικού στρατού, όσο και με το μέγεθος της εξουσίας που αποκτούσε σταδιακά ο Ερντογάν και μια μερίδα ηγετικών στελεχών του ΑΚΡ.

Η επιδείνωση των τουρκο-εβραϊκών σχέσεων δημιουργούσε έντονο προβληματισμό στην Ουάσιγκτον, καθότι οι εν λόγω χώρες συνιστούν στρατηγικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι επιπτώσεις αυτής της συγκρουσιακής πλέον διμερούς σχέσης, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της συνεχιζόμενης «Αραβικής Άνοιξης», ως ένα βαθμό επιδείνωσαν την περιφερειακή ασφάλεια και εμπόδισαν την προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή. Η εμμονή, οι διαμαρτυρίες και οι κατηγορίες του Ερντογάν κατά των Ισραηλινών, κυρίως για την απομόνωση της Λωρίδας της Γάζας, δημιουργούσαν τριβές στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τις υπόλοιπες αραβικές χώρες και ταυτόχρονα απομόνωναν περαιτέρω το εβραϊκό κράτος. 

Σημάδια αναθέρμανσης των τουρκο-εβραϊκών σχέσεων 

Το Μάρτιο του 2013, υπήρξαν κάποια θετικά σημάδια ως προς την πιθανότητα προσέγγισης των δύο πλευρών. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του προέδρου Ομπάμα στο Ισραήλ, ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος διευκόλυνε μια τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του Ερντογάν και του Ισραηλινού πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου. Από την πλευρά της, η Άγκυρα δεν άφησε ανεκμετάλλευτο το «συνοικέσιο» του Ομπάμα και την «απολογία» που ακολούθησε από πλευράς Νετανιάχου. Η τουρκική πλευρά, εκτός του ότι δεν απέκλεισε ρητά το ενδεχόμενο μιας πιθανής αποκατάστασης των διμερών σχέσεων, έσπευσε να καταστήσει σαφές ότι «επιθυμεί μια ευρεία τουρκο-εβραϊκή ενεργειακή συνεργασία».
Για πρώτη φορά, αυτές οι επιδιώξεις της Άγκυρας ακούσθηκαν επίσημα από τα χείλη του Τούρκου υπουργού Ενέργειας και Φυσικών Πόρων, Τανέρ Γιλντίζ, κατά τη διάρκεια της «Ευρωπαϊκής Συνόδου για την Ενέργεια», η οποία πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη Οκτωβρίου του 2013 και στην οποία θα πρέπει να τονισθεί ότι συμμετείχαν και οι εταιρίες ενέργειας που δραστηριοποιούνται στο Ισραήλ, όπως για παράδειγμα η Noble Energy Inc. Αναφερόμενος στις μελλοντικές τουρκο-ισραηλινές σχέσεις, ο Τανέρ Γιλντίζ μεταξύ άλλων δήλωσε: «Στις σχέσεις των δύο χωρών υπάρχουν πολιτικά προβλήματα, αλλά μπορούν να επιλυθούν. Η Τουρκία ενδιαφέρεται για το ισραηλινό φυσικό αέριο».
Επιπρόσθετα, κατά τη διάρκεια της Συνόδου, εκπρόσωποι του Ισραήλ, της Τουρκίας και των ξένων εταιριών ενέργειας συζήτησαν για την κατασκευή ενός αγωγού, ο οποίος θα μπορούσε να μεταφέρει φυσικό αέριο από το ισραηλινό κοίτασμα Λεβιάθαν προς τη νότια Τουρκία, με κόστος 2-3 δισ. δολάρια. Ο εν λόγω αγωγός θα μπορούσε ετησίως να προμηθεύει την Τουρκία με 8-10 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου. Πλην της Τουρκίας, ο αγωγός θα προμήθευε με φυσικό αέριο την Ελλάδα και τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [1]

Τα οφέλη για την Τουρκία

Ας δούμε όμως «ποια είναι τα πιθανά οφέλη για την Τουρκία στην περίπτωση, που μέσω μιας ενεργειακής συμφωνίας, αναθερμανθούν οι σχέσεις της με το Ισραήλ;»

Πρώτα απ’ όλα, θα κατορθώσει σε σημαντικό βαθμό να ελέγξει τόσο το μελλοντικό status της περιφερειακής, όσο και της αντίστοιχης ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας. Ήδη, η Τουρκία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη μεταφορά υδρογονανθράκων, καθώς βρίσκεται ανάμεσα στα πλούσια κοιτάσματα των χωρών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και της Μέσης Ανατολής, αλλά και της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας, που συνιστά τη δεύτερη μεγαλύτερη αγορά φυσικού αερίου σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην Τουρκία λειτουργούν δύο σημαντικοί αγωγοί πετρελαίου, ο αγωγός Μπακού-Τιφλίδα-Τσεϋχάν (BTC) και ο Κιρκούκ-Γιουμουρταλίκ, που μεταφέρουν αντίστοιχα αζέρικο (από το 2008, μέσω του BTC μεταφέρονται και ποσότητες πετρελαίου από το Καζακστάν) και ιρακινό πετρέλαιο στα τουρκικά παράλια της Ανατολικής Μεσογείου, το οποίο στη συνέχεια μεταφέρεται στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας. 
Αξίζει να σημειώσουμε ότι από το 2005 μέχρι σήμερα, ο αγωγός BTC έχει αποφέρει κέρδη ύψους περίπου 12 δισ. δολαρίων στo τουρκικό κράτος (η Turkish Petroleum Corporation – TPAO κατέχει το 6,5% των μετοχών του BTC). Συνολικά, η ποσότητα πετρελαίου που μεταφέρεται μέσω αυτών των αγωγών υπολογίζεται στο 3% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. [2] Μεσοπρόθεσμα, πέρα από τη μεταφορά μαύρου χρυσού, δίνεται η ευκαιρία στην Τουρκία να καταστεί και σημαντικός διαμετακομιστής φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, τόσο από την Κασπία Θάλασσα (αγωγός TANAP) όσο και από την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου (αγωγός Λεβιάθαν-Τουρκία).

Θα ικανοποιήσει τις διαρκώς αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες της Τουρκίας, ενώ ταυτόχρονα θα μειώσει την εξάρτησή της από τις εισαγωγές ρωσικού και ιρανικού φυσικού αερίου (το 2011, προμηθεύθηκε 890 δισ. κυβικά πόδια ρωσικού και 290 δισ. κυβικά πόδια ιρανικού φυσικού αερίου).[3] Η Τουρκία εξαρτάται όλο και περισσότερο από τις εισαγωγές φυσικού αερίου, που το χρησιμοποιεί κυρίως στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Η εγχώρια παραγωγή σε φυσικό αέριο ανέρχεται μόλις στα 22 δισ. κυβικά πόδια (2012), καλύπτοντας μόνο το ~1,4% των αναγκών της. Πριν μια δεκαετία (2004), κατανάλωνε περίπου 800 δισ. κυβικά πόδια φυσικού αερίου, ενώ σήμερα υπολογίζεται ότι έχει υπερβεί τα 1,6 τρισ. κυβικά πόδια. Αναφορικά με το πετρέλαιο, θα πρέπει να τονίσουμε ότι «τα τελευταία χρόνια, έχει αυξηθεί ραγδαία η κατανάλωσή του, η οποία μάλιστα υπολογίζεται ότι θα διπλασιασθεί την επόμενη δεκαετία». Το 2012, το 35% των εισαγωγών πετρελαίου προέρχονταν από το Ιράν, το 17% από το Ιράκ, το 13% από τη Σαουδική Αραβία και το 10% από τη Ρωσία.

Θα διαταράξει τις σχέσεις συνεργασίας Αθηνών-Λευκωσίας-Τελ Αβίβ, καθώς είναι ηλίου φαεινότερον ότι «όταν τελικά αποκατασταθούν οι τουρκο-ισραηλινές σχέσεις, τότε οι σχέσεις συνεργασίας του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο θα υποβαθμισθούν». Αυτό θα προκύψει κυρίως λόγω των σημαντικών εβραϊκών συμφερόντων που θα προωθούνται μέσω της τουρκο-εβραϊκής ενεργειακής συνεργασίας, αλλά και διότι η Άγκυρα αναμένεται να «απαιτήσει» από το Τελ Αβίβ τον περιορισμό της συνεργασίας του με την Αθήνα και τη Λευκωσία, τουλάχιστον σε πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο. 

Επίσης, είναι πολύ πιθανόν η πορεία των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό να δρομολογηθεί προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, εξαιτίας της αποκατάστασης των τουρκο-εβραϊκών σχέσεων. Ήδη, στις 20 Μαρτίου 2014, κατά την επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών του Ισραήλ Άβιγκντορ Λίμπερμαν στην Αθήνα, υπήρξαν κάποια σημάδια που συνδέονται με την πιθανή αναθέρμανση των τουρκο-εβραϊκών σχέσεων, αλλά και τη στάση που αναμένεται να τηρήσει το Ισραήλ απέναντι στην ελληνική και αντίστοιχα στην τουρκική πλευρά. Ο Ισραηλινός υπουργός αναφερόμενος στον αγωγό East Med, μέσω του οποίου η ελληνική πλευρά ευελπιστεί να μεταφέρει κυπριακό και ισραηλινό φυσικό αέριο στην Ευρώπη, τόνισε εμμέσως πλην σαφώς ότι «πρόκειται για μια εξαιρετικά δαπανηρή διαδικασία» και ότι «τις τελικές αποφάσεις θα τις λάβει ο ιδιωτικός φορέας». Ο Άβιγκντορ Λίμπερμαν, γνωστός για τις μέχρι σήμερα σκληρές του θέσεις εναντίον της Τουρκίας, αναφερόμενος στις τρέχουσες και μελλοντικές τουρκο-ισραηλινές σχέσεις σημείωσε ότι «οι δύο χώρες διατηρούν διπλωματικές και εμπορικές σχέσεις, που έχουν αναπτυχθεί ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα».

Η ουκρανική κρίση ανέδειξε τον κίνδυνο μιας πιθανής επερχόμενης επιδείνωσης της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας, γεγονός που ευνοεί τα σχέδια της Άγκυρας να καταστεί περαιτέρω σημαντικός διαμετακομιστής υδρογονανθράκων από την Κεντρική Ασία, τη Μέση Ανατολή και τώρα από την Ανατολική Μεσόγειο προς την ΕΕ, χωρίς ωστόσο να αποκλείει τη διεύρυνση της ενεργειακής της σχέσης με τη Ρωσία. Αντίθετα, παρά τις αρχικές θετικές εκτιμήσεις της ελληνικής κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, η κατασκευή του TAP ενδέχεται να λειτουργήσει ως «Δούρειος Ίππος» στην πραγματοποίηση του μεγαλεπήβολου ελληνικού σχεδίου για τον East Med, καθώς τον καθιστά ως οικονομικά ασύμφορη και μη ρεαλιστική επιλογή. [4]

[1] Amiram Barkat, Globes Israel’s Business Arena, “Turkish minister: We’re interested in Israeli gas”, October 31, 2013
[2] Hürriyet, “Turkey ‘earns $12 billion’ from Baku pipeline”, April 15 2014
[3] U.S. Energy Administration Information, “Turkey-Analysis”, February 1, 2013
[4] «Ο αγωγός TAP θα λειτουργήσει ανταγωνιστικά στην εξαγωγή του ισραηλινού, κυπριακού και του πιθανού μελλοντικού ελληνικού φυσικού αερίου προς τις ευρωπαϊκές αγορές ενέργειας; Αν ναι, τότε ποιες θα είναι οι συνέπειες για την Ελλάδα και την Κύπρο ως προς την εκμετάλλευση αυτών των αποθεμάτων υδρογονανθράκων; Κατά πόσο η θέση και η λειτουργία του TAP θα ληφθεί υπόψη από τους Ισραηλινούς, με αποτέλεσμα να επιλέξουν τη σύνδεσή τους με αυτόν, αντί να επιλέξουν το σχεδιασμό ενός αγωγού Ανατολικής Μεσογείου–Κρήτης–Ηγουμενίτσας–Ιταλίας, που σαφώς προωθεί τα ελληνικά συμφέροντα; Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι η ευθεία απόσταση από τα ισραηλινά ενεργειακά πεδία της Ανατολικής Μεσογείου μέχρι τον αγωγό TAP είναι περίπου 700 χιλιόμετρα (περιοχή της Άγκυρας) και το κόστος σύνδεσης υπολογίζεται σε δύο έως τρία δισ. δολάρια. Αντίθετα, η κατασκευή ενός τερματικού σταθμού υγροποίησης φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο υπολογίζεται σε περίπου 10 δισεκατομμύρια δολάρια. Φυσικά, τα ίδια δεδομένα θα έχει να επεξεργασθεί και η Κυπριακή Δημοκρατία, σε περίπτωση που τα αποθέματά της σε φυσικό αέριο είναι εξαγώγιμα. Δηλαδή, Τελ Αβίβ και Λευκωσία δεν είναι απίθανο να καταλήξουν στην επιλογή διασύνδεσης με τον TAP, μέσω Τουρκίας».
Βασίλης Γιαννακόπουλος, GeoStrategy, «Το αζέρικο φυσικό αέριο και τα ερωτήματα για τον TAP», 28 Ιουνίου 2013

http://www.geostrategy.gr/pdf/20130628%20TAP.html

Βασίλης Γιαννακόπουλος
 Άρθρο του GeoStrategy στο ΠΟΝΤΙΚΙ

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός3 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή