Διεθνή
Ο Γκάϊτνερ «αποκάλυψε» την αλήθεια μόνο στους τυφλούς
εναντίον του ελληνικού λαού.
Εκεί σε δήλωσή μου στην τηλεόραση της
Deutsche Welle, που κάλυπτε την εκδήλωσή μας, και η οποία μεταδόθηκε,
είχα τονίσει για πρώτη φορά δημόσια πως η στρατηγική των Γερμανών
στοχεύει στην εκδίωξη της Ελλάδας από την Ευρωζώνη για «να πειθαρχήσει
τους υπολοίπους Ευρωπαίους και να ξεφορτωθεί μια χώρα που το γερμανικό
σχέδιο ενέτασσε στη δεύτερη ευρωπαϊκή ζώνη των υπό εκμετάλλευση αποικιών
και όχι στον πυρήνα της γερμανικής Ευρώπης». Άλλωστε και στην προκήρυξη που μοιράζαμε γράφαμε:
και όχι μόνον του Τύπου, να στοχοποιούν την Ελλάδα, τη στιγμή που της
επιτίθονταν οι κερδοσκόποι, και το κόστος δανεισμού ανέβαινε κατακόρυφα,
καθιστά υπεύθυνη τη Γερμανία σε μεγάλο βαθμό για τον οικονομικό στραγγαλισμό
της Ελλάδας και ιδιαίτερα των λαϊκών στρωμάτων. Και είναι προφανές πως
επιλέχτηκε από τους Γερμανούς ως ο αποδιοπομπαίος τράγος της Ένωσης,
διότι στην πραγματικότητα η οικονομική κατάσταση πολλών άλλων χωρών
είναι ακόμα χειρότερη από εκείνη της Ελλάδας, – βλέπε την Αγγλία, την
Ισπανία κ.λπ. Η Γερμανία επιθυμεί την εκδίωξη της Ελλάδας από την ευρωζώνη,
ώστε σε αυτήν να απομείνει μόνο ένας σκληρός δυτικοευρωπαϊκός πυρήνας,
και η οποία, στις συνθήκες της σημερινής κρίσης, θα οδηγήσει σε μια
δραματική υποτίμηση του ελληνικού βιοτικού επιπέδου. Ή στη
χειρότερη περίπτωση σε μια εκ προοιμίου υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου
του ελληνικού λαού με δρακόντεια μέτρα στο 30% τουλάχιστον του
σημερινού του εισοδήματος. Έτσι και η ένταξη στην ευρωζώνη προκάλεσε συρρίκνωση της παραγωγής και ακρίβεια και η πιθανή έξοδος από αυτή, στις σημερινές συνθήκες θα αποβεί εξ ίσου καταστροφική.”
επιβεβαιώνει αυτή τη διαπίστωση που είχαμε κάνει, πριν καν υπογραφεί το
μνημόνιο, δεν οφείλεται στις μαντικές μας ικανότητες, αλλά στην απλή
λογική.
Το γεγονός ότι η Γερμανία είχε ξεκινήσει μια πρωτοφανή
συκοφαντική εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας και των Ελλήνων δεν μπορούσε
να εξηγηθεί παρά μόνο ως η ιδεολογική προετοιμασία ενός τέτοιου
διαβήματος. Και το γεγονός ότι μόνο εμείς –τότε– είχαμε διατυπώσει αυτή
την άποψη, οφειλόταν στο ότι απλώς δεν έχουμε καμία εξάρτηση κανενός
είδους από κανέναν, μικρό ή μεγάλο και διότι διαθέταμε την στοιχειώδη
λογική του απλού λαού, που επίσης καταλάβαινε ακόμα και ενστικτωδώς το
που το πήγαιναν οι Γερμανοί. Τα επόμενα χρόνια κάναμε ότι μπορούσαμε για
να μη πετύχουν το σχέδιό τους. Στο Άρδην τεύχος 81 που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο-Σεπτέμβριο του 2010,
δημοσιεύτηκε εισήγησή μου στην πρώτη συζήτηση για την κρίση, όπου
επιχειρούσα να καταδείξω ποιόν πράγματι συμφέρει η έξοδος από την
ευρωζώνη. Λέγαμε τότε (βλ. Άρδην τεύχος 81, σσ. 25-27):
Πρώτον, προϋποθέτει
την ύπαρξη πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων ικανών να φέρουν σε πέρας
μία ολοκληρωτική ρήξη με τους μηχανισμούς της παγκοσμιοποίησης και του
παγκόσμιου καπιταλισμού. Πιστεύουμε πως κάτι τέτοιο δεν υπάρχει στη
σημερινή Ελλάδα. Ως προς τις πολιτικές δυνάμεις, κανείς δεν θα
διαφωνήσει. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ούτε οι κοινωνικές δυνάμεις που θα
μπορούσαν να συμπαραταχθούν με μία τέτοια στρατηγική και οι οποίες θα
μπορούσαν να δημιουργήσουν σχετικά σύντομα και τα αντίστοιχα πολιτικά
υποκείμενα. Η ελληνική κοινωνία έχει παρασιτοποιηθεί σε βάθος, δεν
διαθέτει πλέον εγχώρια εργατική τάξη, και ο μετασχηματισμός της είναι
θέμα μακράς διάρκειας. Κατά συνέπεια, αν υποθέταμε πως θα ακολουθούνταν
μια στρατηγική άμεσης ρήξης με το παγκόσμιο σύστημα, οι δυνάμεις αυτής
της ρήξης θα ήταν μειοψηφικές κοινωνικά και θα προκαλούσαν, πιθανότατα,
τα αντίθετα αποτελέσματα.
πιθανότητα της χρεοκοπίας και η έξοδος της Ελλάδας από την ΟΝΕ και την
ΕΕ προωθείται, από την αρχή της κρίσης, από ένα μέρος του γερμανικού και
αγγλοσαξωνικού κεφαλαίου. Η πτώχευση και η παύση πληρωμών είναι μια
υπαρκτή πιθανότητα που θα επιβληθεί στην Ελλάδα και θα προκαλέσει μια
εκτεταμένη εκπτώχευση ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων. Εξάλλου, ήδη οι Γερμανοί επιδιώκουν την εκδίωξή μας από την ΟΝΕ.
Έτσι, όσο καταστροφική υπήρξε η ένταξή μας στην ΟΝΕ, το ίδιο
καταστροφική θα είναι, υπό τις παρούσες συνθήκες, η εκδίωξή μας από
αυτήν. Η πιθανή έξοδός μας από την ΟΝΕ πρέπει να πραγματοποιηθεί σε
άλλες συνθήκες, αν είναι μεμονωμένη, ή σε περίπτωση γενικευμένης κρίσης
του ευρώ.
τέτοια άποψη διακινείται πολύ έντονα σε χώρους που αρνούνται τη σημασία
των εθνικών ζητημάτων και τον κίνδυνο του νεοθωμανισμού.»
συγκροτείται από ένα σύνολο ετερόκλητες μεταξύ τους δυνάμεις. Πολλοί
υποθέτουν ή υποπτεύονται πως ενορχηστρώνεται από υπερατλαντικές ή
ευρωπαϊκές πρεσβείες, ή και τα δύο μαζί. Έτσι, ήδη από την αρχή της
κρίσης, πολλοί ερμήνευσαν τις «ανεξήγητες» από πρώτη άποψη κινήσεις του
δολίου βλακός, ως καθοδηγούμενες από τους Αμερικανούς, με στόχο να
πλήξουν εκ των ένδον το ευρώ. Στη συνέχεια, άλλοι ερμήνευσαν τις
κινήσεις του ΓΑΠ για δημοψήφισμα ως κινήσεις συμφωνημένες με τους
Γερμανούς, οι οποίοι, από την αρχή της κρίσης, έχουν βαλθεί να οδηγήσουν
την Ελλάδα στην έξοδο από την ευρωζώνη. [ ]
η ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ υπήρξε μια καταστροφική επιλογή
του Σημίτη και της εκσυγχρονιστικής παρέας του, με αρνητικές συνέπειες
για την παραγωγή και την αυτονομία της χώρας. Μέσω του φθηνού χρήματος,
προκάλεσε μια αυξανόμενη υπερχρέωση των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων
και του ελληνικού κράτους, με παράλληλη εκτίναξη των τιμών προς τα πάνω
και την ολοκλήρωση της παραγωγικής αποσάθρωσης της ελληνικής οικονομίας.
Ωστόσο, η έξοδος από αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μια επιλογή της
ελληνικής οικονομίας στις συνθήκες της σαρωτικής κρίσης που βιώνουμε,
διότι θα ολοκλήρωνε την καταστροφή της, ενώ αντίθετα θα έπρεπε να
πραγματοποιηθεί σε συνθήκες όπου την απόφαση θα μπορεί να την πάρει μια
αυτεξούσια και ισχυρή ελληνική κυβέρνηση. Διαφορετικά, θα προκληθεί ένα
κρισιακό ντόμινο με συνέπειες όχι μόνο κοινωνικές και οικονομικές, αλλά
κατ’ εξοχήν γεωπολιτικές και εθνικές, με τη μεταβολή της Ελλάδας σε έναν
διεθνή παρία, εύκολο θύμα για τον καραδοκούντα νεοθωμανικό επεκτατισμό.
Αυτός είναι ο λόγος που, παρότι δεν θεωρούμε την Ελλάδα οργανικό μέλος
μιας δυτικόστροφης Ευρώπης, πιστεύουμε ότι είναι απολύτως εσφαλμένη
σήμερα η υποστήριξη και προπαγάνδιση της εξόδου της χώρας από το ευρώ. Εξάλλου,
πώς είναι δυνατόν να επιθυμούν το ίδιο και οι χειρότεροι εχθροί μας, οι
Γερμανοί, και αυτό να αποτελεί μια θετική επιλογή; [ ]
υποστηρίζουμε την παραμονή μας σήμερα στο ευρώ, όχι από αγάπη ή από
ταύτιση με το «ευρωπαϊκό όραμα», αλλά από συμφέρον και εξ ανάγκης. Όσο
δεν υπάρχει ένας ισχυρός ανατολικοευρωπαϊκός πόλος, μαζί με τη Ρωσία,
και όσο δεν έχει συγκροτηθεί μια συμμαχία των βαλκανικών λαών, είμαστε
υποχρεωμένοι, για να αποκρούσουμε την πίεση από την Τουρκία, να
συμμαχούμε με τη Δύση, παρ’ όλο που γνωρίζουμε ότι δεν είμαστε «Δύση».
περιλαμβάνει μόνο ή κυρίως όσους από ιδεολογικό στραβισμό επιμένουν στην
αποχώρηση από τη ζώνη του ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση –ΚΚΕ,
αριστεριστές, συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, ΕΠΑΜ, κ.ά.–, αλλά και όσους έχουν
συμφέρον οικονομικό και πολιτικό στην παραπέρα φτωχοποίηση και διάλυση
της ελληνικής κοινωνίας. Μιλήσαμε στην αρχή για τις περίεργες ή πιθανές
διασυνδέσεις με την αμερικανική ή γερμανική πρεσβεία –κυρίως τη
δεύτερη– που έχουν οδηγήσει στις προτάσεις περί δημοψηφίσματος είτε από
τον ΓΑΠ, είτε από τη Μέρκελ.
παίζουν με το «Κόμμα της Δραχμής»: Μεγαλοδημοσιογράφοι, μπατιρημένοι
επιχειρηματίες, πληρωμένοι πολιτικοί παντός καιρού, και άλλοι, που όλη
αυτή την περίοδο, φλερτάρουν ανοιχτά με την ιδέα της επιστροφής στη
δραχμή. Όλοι αυτοί είτε έχουν ένα σημαντικό απόθεμα σε ευρώ εκτός
Ελλάδας, είτε έχουν χρέη που ελπίζουν να σβηστούν στο χάος που θα
ακολουθήσει, είτε πληρώνονται ανοιχτά από ξένα κέντρα και
επιχειρηματίες, είτε, στην καλύτερη περίπτωση, αποτελούν απλώς χρήσιμους
ηλίθιους. Πάντως, όλοι μαζί συμβάλλουν και συμμετέχουν, με
επαναστατικές και αντιμνημονιακές κορώνες, σε αυτό το εγχείρημα. Γι’
αυτό θα δούμε κανάλια και ραδιοφωνικούς σταθμούς να ποντάρουν ανοιχτά σε
«προσωπικότητες» ανασυρμένες από την αφάνεια, να τους υπερπροβάλλουν,
σε βαθμό κακουργήματος, κάποτε ακόμα και όταν έχει εξαντληθεί ο ρόλος
τους, και να τους εξαφανίζουν με τον ίδιο τρόπο που τους ανέβασαν στα
ύψη. Και βλέπουμε αυτό το γαϊτανάκι να συνεχίζεται από άλλα κανάλια,
άλλα ραδιόφωνα, άλλα λαθρόβια έντυπα και άλλους πρωταγωνιστές. Το βέβαιο
είναι πως υπάρχουν κόμματα, καθώς και «προσωπικότητες», που
εμφανίζονται ως αντιμνημονιακές και είναι συνδεδεμένες άμεσα και υπόγεια
με αυτά τα συμφέροντα.
Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί το ακραίο
αντιμνημονιακό μένος γνωστών φιλελεύθερων, νεοφιλελεύθερων και γιάπηδων
της δημοσιογραφίας, οι οποίοι αίφνης εμφανίζονται να εισηγούνται τις
πλέον ριζοσπαστικές επιλογές.[ ]
γνωστούς ΚΥΠίτες και γιάπηδες δημοσιογράφους-επιχειρηματίες να συμπλέουν
σε μια κοινή λυσσαλέα επίθεση ενάντια στους «μνημονιακούς», όταν η θέση
τους επί δεκαετίες υπήρξε από την απέναντι πλευρά; Πώς μπορεί να
εξηγηθεί η στάση του ίδιου του αρχέτυπου του αυριανισμού;
συντετριμμένος από μια απρόκλητη και δολοφονική επίθεση στον τρόπο και
το επίπεδο ζωής του, ριγμένος στην ανέχεια, το αδιέξοδο, διαβουκολείται
ανενδοίαστα από μια συμμορία οργανωμένων μαφιών και συμφερόντων, που
θέλουν να κερδίσουν οικονομικά και πολιτικά από την ολοκληρωτική
εξόντωσή του.»
το βιβλίο του Γκάϊτνερ για να μας επιβεβαιώσει αυτό που ήδη διαβάζαμε
για τις προθέσεις του Σόϊμπλε. Εξάλλου την ίδια στιγμή διαβάζαμε σε
σχετική δημοσκόπηση στις 13/6/2012: «Την έξοδο της Ελλάδας από την
ευρωζώνη επιθυμεί το 69% των Γερμανών, ενώ την παραμονή της μόλις το
17%, σύμφωνα με τα αποτελέσματα δημοσκόπησης που διενήργησε η εταιρεία
YouGov» ( ).
Γράφαμε λοιπόν στις 8 Ιουνίου 2012 «η
χώρα αρχίζει να περνάει στο επόμενο στάδιο της κατάρρευσης, με τη
Γερμανία να θέτει ανοιχτά το ζήτημα της έξωσης της Ελλάδας από την
ευρωζώνη προκειμένου να δεχτεί να βοηθήσει την Ισπανία ή την Ιταλία…».
Και στο ίδιο άρθρο συνεχίζαμε:
καταβάλουμε κάθε προσπάθεια για να αποφύγουμε την απομόνωση της Ελλάδας,
να αποφύγουμε το σχέδιο «Ιφιγένεια» της Γερμανίας, και να συνεχίσουμε
να συναποτελούμε μέρος της κρίσης της Ευρώπης και όχι προϋπόθεση της
λύσης της δια της εξώσεώς μας. Και αυτό δεν είναι κάτι που εμείς
τουλάχιστον, και εγώ προσωπικά, το λέω σήμερα. Είναι κάτι για το οποίο
επιμένω πριν καν υπογραφεί το μνημόνιο, από το Μάρτιο του 2010, ότι η
στρατηγική της Γερμανίας –ή τουλάχιστον των κυρίαρχων κύκλων της–
κατατείνει στη δημιουργία μιας Ευρώπης πολλών ταχυτήτων, και έχει ως
παραδειγματική προϋπόθεση την εκδίωξη της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Γι’
αυτό και από την αρχή της κρίσης αντιταχθήκαμε με όποιο μέσο σε όλους
εκείνους που ήθελαν να διευκολύνουν το έργο της Γερμανίας,
προπαγανδίζοντας εμείς οι ίδιοι την έξοδο από το ευρώ και το πέρασμα στη
δραχμή. Αναρίθμητες φορές, μέσα σ’ αυτά τα δύο χρόνια, αντιταχθήκαμε
τόσο στο κόμμα της δραχμής των διεφθαρμένων επιχειρηματιών, όσο και σε
εκείνους οι οποίοι, αγνοώντας την γεωπολιτική θέση της Ελλάδας, μας
οδηγούσαν από ιδεοληψία σ’ ένα πένθιμο σόλο.
που επιδίωκε την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Εν τέλει όμως η
γεωπολιτική πραγματικότητα, ό,τι δηλαδή οι Γερμανοί δεν παίζουν μόνοι
τους, και το ότι Αμερικανοί και Κινέζοι παρενέβησαν εναντίον της
ελληνικής εξόδου, υποχρέωσε τη Γερμανία, υποχωρώντας, να αποδεχτεί το
«σχέδιο Β» για την Ελλάδα: Διατήρησή της στην ευρωζώνη, με όρους
αποικίας και δουλοπαροίκου ,και γι’ αυτό συνέχιζαν να πιέζουν για τα πιο
εξοντωτικά μέτρα εναντίον μας. Τέλος, κάποιοι ανάμεσά τους, όπως οι
κύκλοι των Γερμανών βιομηχάνων, το «Κόμμα της Εναλλακτικής για τη
Γερμανία» ή ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών του Μονάχου,
Χανς Βέρνερ Ζιν, συνεχίζουν να επιμένουν μέχρι σήμερα στην ανάγκη
εκδιώξης της Ελλάδας, -και της Κύπρου, και να πριμοδοτούν με… κάθε μέσο,
την εθελούσια έξοδό μας! Κατά συνέπεια ο Γκαϊτνερ σήμερα απλώς
διαφωτίζει μόνο τους τυφλούς και τους αφελείς. Όσο για τα λαμόγια, αυτά
έκαναν τη δουλειά τους, και αν δεν πέτυχαν μια καταστροφική έξοδο της
Ελλάδας με τους χειρότερους όρους, τότε, πέτυχαν να εμποδίσουν το
σχηματισμό ενός σοβαρού αντιμνημονιακού κινήματος, προβάλλοντας και
πριμοδοτώντας, μέσα στη σύγχυση, τηλε-ευαγγελιστές, πράκτορες και
ξεπεσμένους πρώην πολιτικούς αστέρες.
εκσυγχρονιστικής αποχαύνωσης στην αναγκαία συνείδηση ότι αντιμετωπίζουμε
ίσως τη δυσκολότερη περίοδο της ιστορίας μας και απειλούμεθα με
κυριολεκτική εξαφάνιση ως ενιαίο συλλογικό υποκείμενο, και επομένως κάθε
μας κίνηση και επιλογή πρέπει να είναι μελετημένη στον υπέρτατο βαθμό,
θα περάσουν ακόμα από πολλές παγίδες, αυταπάτες και παράνοιες. Εδώ ακόμα
και σήμερα ένα 20% των Ελλήνων διακηρύσσει πως θα ψηφίσει ή το κόμμα
λάιφ-στάϊλ του νεόκοπου κυρίου τίποτε ή τους ναζί! Και ευτυχώς που αυτό
ίσχυε εν μέρει και για τους αρχαίους προγόνους μας «Eλληνες αεί παίδες εστέ».
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας


