Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Θρησκευτικός εμφύλιος στο Ιράκ και πιθανές επιπτώσεις

Δημοσιεύτηκε στις

Αναμφισβήτητα, η εσωτερική κατάσταση ασφάλειας στο Ιράκ επιδεινώθηκε αμέσως μετά την εισβολή των αμερικανο-βρετανικών δυνάμεων (2003). Έντεκα χρόνια αργότερα και αφού αποσύρθηκε η Πολυεθνική Δύναμη του Ιράκ (Multi-National Force – Iraq), η κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας χαρακτηρίζεται ως χαοτική, καθώς διεξάγεται ένας διαρκής εθνο-θρησκευτικός εμφύλιος.

Πριν λίγες ημέρες, τα διεθνή ΜΜΕ επικεντρώθηκαν στα «αναπάντεχα» γεγονότα, που διαδραματίσθηκαν στο βόρειο Ιράκ και συγκεκριμένα στην περιοχή της Μοσούλης. Οι πρώτοι τίτλοι των ΜΜΕ αναφέρθηκαν αφενός στο τεράστιο κύμα εκτοπισμένων Ιρακινών (περίπου μισό εκατομμύριο), που πυροδότησε η κατάληψη  της Μοσούλης από τους σουνίτες τζιχανιστές της οργάνωσης «Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και στο Λεβάντε» (Islamic State in Iraq and the Levant – ISIL ή και Islamic State of Iraq and al-Sham – ISIS), αφετέρου στην αδυναμία της «σιιτικής» κεντρικής κυβέρνησης της Βαγδάτης να αντιμετωπίσει τους σουνίτες τζιχαντιστές. Ήδη, η ISIL αφού επιτέθηκε και συνεχίζει να επιτίθεται σε διάφορες πόλεις του κεντρικού και βόρειου Ιράκ, εμφανίζει συγκέντρωση δυνάμεων πέριξ της Βαγδάτης. Καθόλου απίθανο τις επόμενες ημέρες η ISIL να στοχοποιήσει τόσο την ιρακινή πρωτεύουσα, όσο και τις υπόλοιπες πόλεις (Σαμάρρα, Καρμπάλα, Νατζάφ, κτλ, του κεντρικού Ιράκ).

Ποια είναι η ISIL και ποιος ο αντικειμενικός της σκοπός;


Η ISIL είναι μια οργάνωση τζιχαντιστών, που δραστηριοποιούνται στο Ιράκ και τη Συρία, όπως αναφέρει και η ονομασία της. Ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 2013 και προέρχεται από την Αλ Κάιντα του Ιράκ (al-Qaeda in Iraq – AQI). Το ακριβές μέγεθός της είναι άγνωστο, αν και κάποιες πηγές κάνουν λόγο για έως 5.000 μαχητές (τελευταίες εκτιμήσεις αναφέρουν ότι η δύναμή της αυξήθηκε και ανέρχεται σε 7.000 μαχητές). Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και ξένοι τζιχαντιστές (περίπου το 80% των τζιχαντιστών από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, τον αραβικό κόσμο και τον Καύκασο, οι οποίοι αρχικά μετέβησαν στη Συρία και τάχθηκαν κατά του Άσσαντ, σήμερα δραστηριοποιούνται στο Ιράκ υπό τη διοίκηση της ISIL). Πληροφορίες επίσης αναφέρουν ότι η ISIL υπερέχει της αλ-Κάιντα και αριθμητικά και επιχειρησιακά. Επικεφαλής της φέρεται να είναι ο 43χρονος και ακριβοθώρητος Αμπού Μπακρ αλ-Μπαγκντάτι, που κατάγεται από τη Σαμάρρα του κεντρικού Ιράκ και ο οποίος τάχθηκε κατά των αμερικανο-βρετανικών δυνάμεων, όταν εισέβαλαν στο Ιράκ τον Μάρτιο του 2003.
Σε αντίθεση με άλλες ομάδες σουνιτών ανταρτών που δραστηριοποιούνται στη Συρία, η ISIL αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση ενός συρο-ιρακινού ισλαμικού εμιράτου και στην εκδίωξη του Ιρακινού πρωθυπουργού Νούρι αλ-Μαλίκι, ο οποίος σύμφωνα με την οργάνωση μονοπωλεί την εξουσία υπέρ των σιιτών.
Τον Μάρτιο του 2013, η ISIS σημείωσε την πρώτη της σημαντική στρατιωτική επιτυχία, όταν κατέλαβε την πόλη αλ-Ράκκα της ανατολικής Συρίας. Τον Ιανουάριο του 2014, μετά την ένταση που σημειώθηκε μεταξύ της σουνιτικής ιρακινής μειοψηφίας και της σιιτικής ιρακινής κυβέρνησης, κατέλαβε και τη Φαλούτζα της δυτικής επαρχίας Ανμπάρ του Ιράκ. Επιπρόσθετα, κατάφερε να ελέγξει μεγάλα τμήματα της πρωτεύουσας Ραμάντι της επαρχίας Ανμπάρ και να έχει παρουσία σε αρκετές πόλεις πλησίον της τουρκο-ιρακινής και συρο-ιρακινής μεθορίου. Ωστόσο, η πρόσφατη κατάληψη της Μοσούλης, της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης του Ιράκ, προκάλεσε τεράστια εντύπωση, καθώς πρόκειται για άλλη μια σημαντική στρατιωτική επιτυχία της ISIL, που κατάφερε να κατακερματίσει τις επιχειρησιακά αδύναμες ιρακινές ένοπλες δυνάμεις και που τώρα κατευθύνεται προς την περιοχή της Βαγδάτης.
Ο θρησκευτικός εμφύλιος του Ιράκ αναζωπυρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2006, όταν μαχητές της Αλ Κάιντα, μεταμφιεσμένοι σε Ιρακινούς στρατιώτες, ανατίναξαν το σιιτικό τέμενος αλ-Ασκάρι στη Σαμάρρα (125 χλμ βόρεια της Βαγδάτης). Ενώ στη συνέχεια, σιίτες πολιτοφύλακες σκότωσαν χιλιάδες σουνίτες Ιρακινούς, σε αντίποινα. Σήμερα, η προστασία του αλ-Ασκάρι, αλλά και άλλων ιερών χώρων των σιιτών, από μια νέα επίθεση της ISIL συνιστά πρώτη προτεραιότητα για τους Ιρακινούς σιίτες.
Σιιτική κινητοποίηση για την αντιμετώπιση της ISIL


Μετά από εντολή του Ιρακινού πρωθυπουργού Νούρι αλ-Μαλίκι, ο ιρακινός στρατός και οι ιρακινές δυνάμεις ασφάλειας, με την υποστήριξη περίπου 1.000 εθελοντών σιιτών πολιτών, αναπτύχθηκαν τόσο στη Σαμάρρα για την προστασία του τεμένους αλ-Ασκάρι, όσο και νότια του Τικρίτ για την ανακατάληψή του από την ISIL. Επίσης, στο βορειο-δυτικό Ιράκ –εκτός των κουρδικών περιοχών- αναπτύχθηκε η 10η Μεραρχία των ιρακινών ενόπλων δυνάμεων.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι οι ιρανικές σιιτικές παραστρατιωτικές δυνάμεις, που μάχονται στο πλευρό του Άσσαντ στη Συρία, έλαβαν και αυτοί την εντολή να επιστρέψουν και να συνεχίσουν πλέον τον αγώνα τους κατά της ISIL στο ιρακινό έδαφος. Για τον ίδιο σκοπό, η «Δύναμη της Ιερουσαλήμ» (Quds Force), η οποία ανήκει στις ιρανικές ένοπλες δυνάμεις (Iranian Revolutionary Guard Corps – IRGC), που ήδη εδώ και αρκετούς μήνες δραστηριοποιείται στο κεντρικό Ιράκ, έχει αναπτύξει δύο τάγματα βόρεια και νότια της Βαγδάτης.
Πριν μερικές ημέρες, ο διαπρεπής σιίτης κληρικός Μεγάλος Αγιατολάχ Αλί αλ-Σιστάνι κάλεσε όλους ανεξαιρέτως τους Ιρακινούς πολίτες να καταταγούν ως εθελοντές στον αγώνα κατά της ISIL. Η ανταπόκριση των σιιτών Ιρακινών ήταν άμεση και ήδη έχουν καταταγεί δεκάδες χιλιάδες στις Πολιτικές Δυνάμεις Ασφάλειας. Συγκεκριμένα, στη Βαγδάτη ανταποκρίθηκαν χιλιάδες εθελοντές, στην Καρμπάλα 700 άτομα, εκατοντάδες στη σιιτική επαρχία Καντισίγια του κεντρικού Ιράκ, 700 εθελοντές εντάχθηκαν στην αστυνομική δύναμη της σιιτικής επαρχίας Ντι Γκαρ (βόρεια της Βασόρας), ενώ στη Βασόρα η συνολική δύναμη, που απαρτίζεται από τη 14η Μεραρχία, ένα Τάγμα συνοριοφυλάκων και τους εθελοντές, ανέρχεται σε 13.000.
Ανατολικά της Βαγδάτης, η υποστηριζόμενη από την Τεχεράνη, «Οργάνωση Μπαντρ», ένα μέρος της οποίας μάχεται στο συριακό εμφύλιο, ανέλαβε την ασφάλεια της επαρχίας Ντιγιάλα και ήδη έχει εμπλακεί με μαχητές της ISIL. Επικεφαλής της Μπαντρ είναι ο Ιρακινός υπουργός Μεταφορών, Χάντι αλ-Αμέρι, ο οποίος ανέλαβε και την ευθύνη του συντονισμού μεταξύ των ιρακινών δυνάμεων ασφάλειας και του κουρδικού στρατού (Peshmerga). Πληροφορίες, τις οποίες αρνήθηκε η Τεχεράνη, αναφέρουν ότι στην επαρχία Ντιγιάλα έχουν αναπτυχθεί και 500 στρατιώτες των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων.
Βόρεια της Βαγδάτης, στις επαρχίες Ντιγιάλα και Σαλάχ αλ-Ντιν, αναπτύχθηκαν οι υποστηριζόμενοι από την Τεχεράνη σιίτες πολιτοφύλακες της δύναμης «Κοινωνία του Δικαίου» (Asaib Ahl al-Haq), που εκπαιδεύτηκαν από τη στρατιωτική πτέρυγα της Χεζμπολλάχ και μέχρι πρόσφατα δραστηριοποιούνταν στη Συρία.
Φυσικά, δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχος ο ηγέτης του “Mahdi Army”, σιίτης κληρικός Μοκταντά αλ-Σαντρ, ο οποίος διέταξε τους υποστηρικτές του σε όλες τις ιρακινές επαρχίες να πραγματοποιήσουν στρατιωτικές παρελάσεις, αλλά και να σχηματίσουν τις «Ταξιαρχίες Ειρήνης» (Peace Brigades), με αντικειμενικό σκοπό την προστασία των σιιτικών τεμενών.
Οι Ιρακινοί Κούρδοι, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την απειλή της ISIL και επιδιώκοντας να ελέγχουν τις αμφισβητούμενες περιοχές του Κιρκούκ, προώθησαν δύο Μεραρχίες του κουρδικού στρατού στην ευρύτερη περιοχή της Τουζ (νότια των πετρελαϊκών κοιτασμάτων του Κιρκούκ). Από την πλευρά τους, και οι Ιρανοί έχουν αναπτύξει επιπρόσθετες δυνάμεις σε μια ζώνη 100 χλμ από τα ιρανο-ιρακινά σύνορα.
Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε ότι η ανάπτυξη όλων αυτών των δυνάμεων (ιρακινές ένοπλες δυνάμεις, ιρακινές δυνάμεις ασφάλειας, χιλιάδες σιίτες πολιτοφύλακες, Peshmerga, IRGC, Quds Force και δεκάδες χιλιάδες εθελοντές) κρίνεται ως υπερβολική για το μέγεθος της αντίστοιχης δύναμης της ISIL. Επίσης, εκτιμάται ότι πρώτη προτεραιότητα των Ιρακινών σιιτών είναι η υπεράσπιση των σιιτικών εδαφών, η ασφάλεια των σιιτικών τεμενών (κυρίως του αλ-Ασκάρι στη Σαμάρρα) και φυσικά η Βαγδάτη. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η ISIL δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει τις σιιτικές δυνάμεις στο πεδίο της μάχης, αλλά θα διεξάγει ασύμμετρες επιχειρήσεις σε χρόνο, τόπο και με τρόπο που αυτή θα επιλέξει.

Αναμενόμενες επιπτώσεις


Ένα θέμα που θα πρέπει να ανησυχεί τους Ιρακινούς σιίτες είναι η ανάπτυξη ιρανικών δυνάμεων στο ιρακινό έδαφος. Για πόσο χρονικό διάστημα θα παραμείνουν στο Ιράκ; Τι θα επιδιώξουν μελλοντικά; Προς το παρόν, η Τεχεράνη αφενός αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή των ενόπλων δυνάμεών της στην ιρακινή επικράτεια, αφετέρου τάχθηκε επίσημα κατά «οποιασδήποτε ξένης στρατιωτικής επέμβασης στο Ιράκ». Σε καμιά περίπτωση, οι Ιρανοί δεν θα ήθελαν να δουν και πάλι ανάπτυξη αμερικανικών δυνάμεων στο γειτονικό Ιράκ. Παρόλα αυτά, το αμερικανικό πεντάγωνο διέταξε το αεροπλανοφόρο “USS George H.W. Bush” να κατευθυνθεί στον Περσικό Κόλπο, αλλά στην παρούσα φάση η ανάπτυξη χερσαίων αμερικανικών δυνάμεων εκτιμάται ως απίθανη. Αν όμως η Ουάσιγκτον αποφασίσει άμεσα να εμπλακεί στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά της ISIL, θα το πράξει με δύο τρόπους. Πρώτον, θα χρησιμοποιήσει τα μη επανδρωμένα μαχητικά αεροσκάφη (UCAVs). Δεύτερον, θα διεξάγει επιχειρήσεις συλλογής πληροφοριών (που ήδη διεξάγει) και θα συνεργασθεί με γειτονικές χώρες –πιθανόν και με το Ιράν- στην ανταλλαγή πληροφοριών.
Ουσιαστικά, η όλη κατάσταση στο Ιράκ χαρακτηρίζεται ως επέκταση του συριακού εμφύλιου. Πρόκειται για έναν κλιμακούμενο θρησκευτικό εμφύλιο πόλεμο μεταξύ σουνιτών και σιιτών, ο οποίος δεν αποκλείεται να μετατραπεί σε μια περιφερειακή σύρραξη θρησκευτικού χαρακτήρα, εμπλέκοντας και χώρες όπως το Ιράν, τις σουνιτικές χώρες του Κόλπου και την Τουρκία. Σε κάθε περίπτωση, το αποσταθεροποιημένο Ιράκ βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο πριν την τριχοτόμησή του, την οποία θα σπεύσουν να επωφεληθούν και αρκετοί εξωτερικοί κρατικοί και μη κρατικοί δρώντες, όχι μόνο για θρησκευτικούς λόγους, αλλά και λόγω της ύπαρξης των τεράστιων επιβεβαιωμένων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων.
Αν συνεχισθεί η συνεχώς επιδεινούμενη συγκρουσιακή κατάσταση, τότε, πέρα από την επιδείνωση της περιφερειακής κατάστασης ασφάλειας που προβλέπεται να καταστεί μακροχρόνια, θα πρέπει να αναμένουμε πολλαπλασιασμό των θυμάτων και των προσφύγων, αλλά και επιδείνωση της περιφερειακής ενεργειακής ασφάλειας, με άμεση αύξηση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου. Ήδη, την Τετάρτη 11 Ιουνίου, όταν οι αντάρτες της ISIL κατέλαβαν το διυλιστήριο πετρελαίου στο Μπαϊτζί, η τιμή του πετρελαίου αυξήθηκε κατά 4%, γεγονός που δημιούργησε έντονη ανησυχία στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Ως γνωστόν, το Ιράκ παράγει περίπου 3,5 εκατ. βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, ποσότητα που αντιστοιχεί με το 11% της συνολικής παραγωγής του ΟΠΕΚ και με το 3,5% της συνολικής παγκόσμιας παραγωγής.
Είναι βέβαιο ότι η παρούσα κατάσταση στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με την κλιμάκωση της ουκρανικής κρίσης, προβληματίσει τις Βρυξέλλες και φυσικά την Αθήνα. Στο άμεσο μέλλον, η μείωση της παραγωγής ιρακινού πετρελαίου θεωρείται δεδομένη (κυρίως, από το κουρδικό Ιράκ προς την Τουρκία, και ίσως αργότερα, από την πετρελαιοπαραγωγό περιοχή της Βασόρας, αν επεκταθούν οι συγκρούσεις στο νότιο Ιράκ), όπως δεδομένη θεωρείται και η μείωση της ροής ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, μετά την πρόσφατη απόφαση της Gazprom για διακοπή της τροφοδοσίας της Ουκρανίας. Επιπρόσθετα, η συνεχιζόμενη συγκρουσιακή κατάσταση στην Ουκρανία, τη Συρία και το Ιράκ δημιουργούν τις προϋποθέσεις για σημαντική αύξηση μεταναστευτικών και προσφυγικών ρευμάτων προς τη γηραιά ήπειρο. Έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή (Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική και Ανατολική Ευρώπη) κρίνεται αναγκαία αφενός η συνεργασία των χωρών του ευρωπαϊκού νότου για άμεση αναθεώρηση του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ, αφετέρου η λήψη άμεσων μέτρων για την προστασία της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας.
Βασίλης Γιαννακόπουλος
 Άρθρο του GeoStrategy στο ΠΟΝΤΙΚΙ

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO47 λεπτά πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή