Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γιατί ο πραγματικός εχθρός τού Ισραήλ δεν είναι στην Γάζα

Δημοσιεύτηκε στις

Με την Χαμάς να ρίχνει ρουκέτες σε ισραηλινές πόλεις, είναι φυσικό ότι η πρωταρχική ανησυχία τού ισραηλινού κοινού τις τελευταίες ημέρες υπήρξε η φυσική του ασφάλεια. Αλλά θα πρέπει επίσης να ασχοληθεί με άλλα, εξίσου επικίνδυνα, προβλήματα που δημιουργούνται από την τρέχουσα κρίση. Καθώς το Ισραήλ μετατοπίζεται προς τον πόλεμο, η εξουσία τού κράτους τού Ισραήλ και η ικανότητα της χώρας να παραμείνει μια πλουραλιστική δημοκρατία τελεί υπό απειλή.

Μετά την φρικιαστική δολοφονία τριών εφήβων τον περασμένο μήνα – των Naftali Frankel, Gilad Shaar και Eyal Yifrach – οι οποίοι ήταν από τους ισραηλινούς οικισμούς στην Δυτική Όχθη και απήχθησαν και στην συνέχεια πυροβολήθηκαν από έναν πυρήνα τής Χαμάς από την Χεβρώνα, ο θυμός και η θλίψη μετατράπηκε γρήγορα σε εκκλήσεις για εκδίκηση. Πολιτικές προσωπικότητες από το ακροδεξιό κόμμα Habayit Hayehudi (Εβραϊκή Εστία) και εξτρεμιστικά μέλη τού κόμματος τού Ισραηλινού πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου, Λικούντ, απαίτησαν άμεση αντίδραση, προτροπές που γρήγορα απηχηθήκαν μέσα από τα ισραηλινά social media. Υπερεθνικιστά και μεσσιανικά στοιχεία μέσα στην ισραηλινή κοινωνία, όπως ήταν εύκολα προβλέψιμο, αποδείχθηκαν πρόθυμα να απαντήσουν στις εκκλήσεις. Σύντομα άρχισαν να παρενοχλούν και μερικές φορές να επιτίθενται εναντίον αθώων μουσουλμάνων στους δρόμους των ισραηλινών πόλεων και οικισμών – ένα κύμα εγκλημάτων μίσους που έφτασε στο αποκορύφωμά του με την ειδεχθή δολοφονία ενός Παλαιστίνιου έφηβου, του Muhammad Abu Khdeir, ο οποίος απήχθη και κάηκε ζωντανός από μια ομάδα ισραηλινών εξτρεμιστών.

Καθώς η είδηση περί του θανάτου τού Khdeir εξαπλωνόταν, φάνηκε για μια στιγμή ότι οι Ισραηλινοί είχαν συγκλονιστεί αναγνωρίζοντας τις ολέθριες συνέπειες των πύρινων και γεμάτων μίσος εκκλήσεων για εκδίκηση. Ο ίδιος ο Νετανιάχου καταδίκασε κατηγορηματικά την δολοφονία και κάθε κίνηση εναντίον αθώων Αράβων, ακόμη και καθώς εφιστούσε την προσοχή στο πώς οι Ισραηλινοί και οι Παλαιστίνιοι απαντούν στην βία από ρατσιστικά κίνητρα. Ωστόσο, όπως έχει συμβεί πολύ συχνά στο παρελθόν, η ενδοσκόπηση – η εξέταση στο εσωτερικό τού Ισραήλ σχετικά με τα όρια της νόμιμης ρητορικής και το μονοπώλιο του κράτους στη νόμιμη χρήση βίας – έδωσε γρήγορα χώρο για την κλιμάκωση της βίας μεταξύ του Ισραήλ και της Παλαιστίνης. Για μια ακόμη φορά, η σύγκρουση απέσπασε την προσοχή των Ισραηλινών από το γεγονός ότι οι ριζοσπαστικές, μεσσιανικές και ξενοφοβικές δυνάμεις έχουν κερδίσει σημαντικό έδαφος στην μάχη για την ψυχή τού κράτους τους.
Η θυμωμένη ρητορική των ηγετών τού Ισραήλ μετά την απαγωγή των τριών εφήβων δεν αποτελούσε έκπληξη, δεδομένης της φύσης τού εγκλήματος. Αλλά πέρα από το να αντικατοπτρίζει τα γνήσια αισθήματα των πολιτικών, φαίνεται επίσης να ήταν μια υπολογισμένη απάντηση στις δυσκολίες που η κυβέρνηση έχει αντιμετωπίσει μετά την ενδο-παλαιστινιακή συμφωνία συμφιλίωσης τον Απρίλιο του 2014 μεταξύ της Φατάχ και της Χαμάς. Σε αντίθεση με τις ελπίδες τού Ισραήλ, η διεθνής κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, φάνηκε πρόθυμη να δώσει στην παλαιστινιακή εθνική ενότητα το πλεονέκτημα της αμφιβολίας, παρά τον ρόλο τής Χαμάς σε αυτήν. Η απαγωγή, μια σαφής πρόκληση από την στρατιωτική πτέρυγα της Χαμάς προς την Παλαιστινιακή Αρχή και την συμφωνία συμφιλίωσης, παρείχε έτσι στους πολιτικούς την ευκαιρία –όπως την αντιλαμβάνονται- για να επιτευχθεί μια σειρά ισραηλινών συμφερόντων: να καταστρέψουν τις υποδομές τής Χαμάς στην Δυτική Όχθη, να υπονομεύσουν την διεθνή υποστήριξη για την ενότητα τής [παλαιστινιακής] κυβέρνησης, και να αναγκάσουν τον Παλαιστίνιο πρόεδρο Μαχμούντ Αμπάς να εγκαταλείψει την συμφωνία συμφιλίωσης. Η σκληρή γλώσσα των Ισραηλινών ηγετών είχε ως σκοπό να συσπειρώσει το ισραηλινό κοινό στην κυβέρνηση Νετανιάχου. Στο κάτω-κάτω, ακόμα και οι πιο ένθερμοι αντίπαλοι των εποικισμών δεν θα μπορούσαν παρά να συμφωνήσουν μετά την φρικτή μοίρα των τριών αθώων αγοριών.
Αλλά οι πολιτικοί απέτυχαν να ελέγξουν την οργή και το μίσος που ανατροφοδότησαν και οι προσπάθειές τους γύρισαν ως μπούμερανγκ. Η ασυγκράτητη οργή τού κοινού και η επακόλουθη δολοφονία τού Khdeir μείωσε την ικανότητα του Ισραήλ να κινητοποιήσει την διεθνή υποστήριξη εναντίον τής Χαμάς. Αντ’ αυτού, τα γεγονότα αυτά τράβηξαν την παγκόσμια προσοχή στην ριζοσπαστικοποίηση της ισραηλινής κοινωνίας. Ορισμένοι Ισραηλινοί, περιλαμβανομένου του προέδρου τής αριστερής πτέρυγας του κόμματος Meretz, Zehava Galon, επέκριναν τον Νετανιάχου και τους εξτρεμιστές πολιτικούς κάνοντας σύγκριση με την εμπρηστική ρητορική τού Νετανιάχου εναντίον τού πρώην πρωθυπουργού Γιτζάκ Ράμπιν πριν από τη δολοφονία τού Ράμπιν από έναν Εβραίο εξτρεμιστή το 1995. Και στο διεθνές μέτωπο, το Ισραήλ βρέθηκε σε αμυντική θέση σε έναν ανανεωμένο πόλεμο προπαγάνδας.
Οι Ισραηλινοί δεν θα πρέπει να εκπλαγούν από το γεγονός ότι ένας συνδυασμός ρατσισμού και φανατισμού εξαπλώνεται από τις παρυφές τής κοινωνίας στην κεντρική πολιτική σκηνή. Πρόκειται για το αποκορύφωμα μιας μακράς διαδικασίας. Για πάνω από 45 χρόνια, το μεσσιανικό κίνημα υπήρξε ένας αδυσώπητος συνήγορος για την διευθέτηση των εδαφών που κατέλαβε το Ισραήλ το 1967 (κατά κύριο λόγο στην Δυτική Όχθη) και για την αποφυγή τής αποδοχής εδαφικών συμβιβασμών από το κράτος. Ωστόσο, από την δεκαετία τού 1970, διαδοχικές ισραηλινές κυβερνήσεις έχουν υποθάλψει τους θρησκευτικούς εξτρεμιστές, με το να επεκτείνουν την οικονομική και υλικοτεχνική υποστήριξη σε οικισμούς που ιδρύθηκαν χωρίς κυβερνητική έγκριση, με το να εθελοτυφλούν σε πράξεις εβραϊκής τρομοκρατίας και να εκθειάζουν δημόσια τις αρετές τού μεσσιανικού κινήματος, αντί να πατάξουν τα στοιχεία εκείνα που αγνοούν την ισραηλινή νομοθεσία διαπράττοντας πράξεις εκδίκησης και τρομοκρατίας εναντίον των Παλαιστινίων. Ακόμη και η δολοφονία τού Ράμπιν από ένα μέλος τού κινήματος έκανε λίγα για να παρακινήσει το κράτος να ασχοληθεί με αυτή την εγχώρια απειλή.
Όταν οι ισραηλινές κυβερνήσεις ξεκίνησαν να υποστηρίζουν τους ριζοσπάστες Εβραίους, πίστευαν ότι το σχέδιο εποικισμών θα βοηθήσει το Ισραήλ να κρατήσει στρατηγικά εδάφη στην Δυτική Όχθη, θα ενισχύσει την ικανότητα του κράτους να προστατεύσει τα πληθυσμιακά του κέντρα, και, από την δεκαετία τού 1990, θα ενισχύσει την διαπραγματευτική θέση τού Ισραήλ στις διαπραγματεύσεις με τους Παλαιστίνιους. Ωστόσο η πολιτική τού Ισραήλ έχει αποτύχει να παράγει τα αναμενόμενα στρατηγικά οφέλη. Αντίθετα, έχει εντείνει την σύγκρουση με τους Παλαιστινίους, μείωσε την ικανότητα του κράτους να καταλήξει σε ειρηνευτική συμφωνία, και αποδυνάμωσε το διεθνές κύρος τού Ισραήλ. Την ίδια στιγμή, όπως αποδεικνύει η δολοφονία τού Rabin, έχει βαθύνει τις εγχώριες διαιρέσεις που απειλούν την δημοκρατική πλουραλιστική ταυτότητα του Ισραήλ και την εσωτερική ενότητά του. Η επίθεση από υπερεθνικιστικές συμμορίες σε αντιπολεμικούς διαδηλωτές τής αριστεράς στο Τελ Αβίβ το περασμένο Σαββατοκύριακο είναι απλώς η πιο πρόσφατη απόδειξη της σοβαρής πίεσης που αντιμετωπίζει η ισραηλινή δημοκρατία.
Ακόμα χειρότερα, η ισραηλινή κυβέρνηση έχει παραχωρήσει τόσο πολύ έδαφος στο μεσσιανικό κίνημα που η Ιερουσαλήμ δεν είναι πλέον σε θέση να το ελέγξει. Κατά πρώτον, μαχητικά στοιχεία έχουν διεισδύσει στην κρατική γραφειοκρατία και τις ένοπλες δυνάμεις. Ο στρατός έχει γίνει ολοένα και περισσότερο εξαρτημένος από την θρησκευτικά κινητοποιημένη νεολαία και τους ραβίνους στους οποίους απευθύνεται για πνευματική καθοδήγηση. Σε κάποιο βαθμό, ο στρατός λειτουργεί σήμερα με ένα σύστημα «διπλής ιεραρχίας», στην οποία οι θρησκευόμενοι στρατιώτες υπάγονται σε αμφότερους τους αξιωματικούς τους και τους ραβίνους. Ριζοσπάστες θρησκευτικοί ηγέτες δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν την νεοαποκτηθείσα επιρροή τους, ειδικά όσον αφορά την ειρηνευτική διαδικασία με τους Παλαιστίνιους. Σε ορισμένες περιπτώσεις – για παράδειγμα, όταν το κράτος επεδίωξε να διαλύσει μη εγκεκριμένους οικισμούς – μερικοί από τους θρησκευτικούς ηγέτες τού κινήματος κάλεσαν τους στρατιώτες να παρακούσουν τις διαταγές. Αυτό έχει δυσχεράνει την ικανότητα των Ισραηλινών Δυνάμεων Άμυνας να κινητοποιηθούν για αποστολές που έρχονται σε σύγκρουση με την εβραϊκή μεσσιανική ιδεολογία, αλλά ο στρατός έχει γίνει τόσο εξαρτημένος από αυτούς τους ανθρώπους που οι Ισραηλινοί ηγέτες δεν μπορούν πλέον να αντέξουν να τους χαλιναγωγήσουν.
Το κράτος τού Ισραήλ με τον τρόπο αυτό συνέβαλε στην σταδιακή διάβρωση της δικής του εξουσίας. Στις δημοκρατίες, υπάρχουν συμφωνημένοι κανόνες για τον ανταγωνισμό πάνω σε κρατικές πολιτικές, οι οποίοι επιτρέπουν στους δρώντες εντός τού κράτους να επιδιώξουν αλλαγές. Αν οι προσπάθειες αποτύχουν, οι χαμένοι αναμένεται να σέβονται το αποτέλεσμα και να υποκύπτουν σε αυτό. Αλλά όταν δεν το κάνουν, και όταν το κράτος αποτυγχάνει να τους αντιμετωπίσει, κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο.
Αυτό είναι έτσι ιδίως στο Ισραήλ, όπου οι ιδεολογικές και θρησκευτικές δεσμεύσεις είναι απαραίτητα ισχυρές. Η εξουσία τού κράτους τού Ισραήλ θα πρέπει πάντα να ανταγωνίζεται με ιδεολογικά κινητοποιημένους δρώντες που περιφρονούν το νόμο – ιδιαίτερα εκείνους που είναι ικανοί στο να χειραγωγούν επιδέξια τα σύμβολα από την εβραϊκή ιστορία και την σιωνιστική ιδεολογία – για την υποταγή τού πληθυσμού. Έτσι, η αδυναμία τού κράτους να διεκδικήσει την υπεροχή τής εξουσίας και των νόμων του, είναι τελικά αυτοκαταστροφική.
Υπάρχει ακόμα μια αχτίδα ελπίδας ότι το Ισραήλ θα είναι σε θέση να σταματήσει την αυξανόμενη επιρροή τού μεσσιανισμού και των ρατσιστικών συμπεριφορών που το ίδιο βοήθησε να τροφοδοτηθούν και να επαναβεβαιώσει την πλουραλιστική και δημοκρατική ταυτότητά του. Μεγάλο μέρος τού εβραϊκού κοινού στο Ισραήλ δεν έχει ακόμη υποστεί μια μετατόπιση συμπεριφοράς υπέρ της υπερεθνικιστικής θρησκευτικής ιδεολογίας. Εφόσον η δεύτερη Ιντιφάντα το 2000, και η αποχώρηση του Ισραήλ από τον Νότιο Λίβανο το 2000 και από την Λωρίδα τής Γάζας το 2005 απέτυχαν να προσφέρουν ασφάλεια στην χώρα σε αυτά τα μέτωπα, ο ισραηλινός σκεπτικισμός σχετικά με τις προοπτικές τής ειρήνης και της σκοπιμότητας τής εκκένωσης περαιτέρω γης ή οικισμών έχει αυξηθεί. Αλλά οι περισσότεροι εξακολουθούν να υποστηρίζουν την λύση των δύο κρατών, η οποία θα απαιτούσε την ανατροπή κάποιων από τις προσπάθειες του μεσσιανικού κινήματος και την πορεία ενάντια σε κάποιες από τις βασικές πεποιθήσεις του – δηλαδή, την συνολική απόρριψη ενός εδαφικού συμβιβασμού.
Δυστυχώς, τα πρόσφατα γεγονότα δείχνουν ότι ένα αυξανόμενο τμήμα τής ισραηλινής κοινής γνώμης είναι επιρρεπές σε κρίσεις θρησκευτικού υπερεθνικισμού και θα μπορούσε ακόμη και να κινητοποιηθεί για την στήριξη του εβραϊκού φασισμού. Πρόκειται για κακούς οιωνούς για το μέλλον τού Ισραήλ ως δημοκρατικό κράτος. Η ισραηλινή κοινή γνώμη φάνηκε προς στιγμήν έτοιμη να αναγνωρίσει τον τεράστιο κίνδυνο της τρέχουσας πορείας τής χώρας. Αλλά με τους πυραύλους που στοχεύουν ισραηλινές πόλεις τόσο βαθιά στην χώρα όσο στην Χάιφα, την Ιερουσαλήμ και το Τελ Αβίβ, με την απειλή μιας τρίτης Ιντιφάντα στην Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ να αυξάνεται, και με τις διαδηλώσεις από την αραβική μειονότητα του Ισραήλ να γίνονται βίαιες, η πιθανότητα ότι το Ισραήλ θα κάνει μια σοβαρή προσπάθεια να ανακτήσει τα δημοκρατικά ιδεώδη του φαίνεται μικρή.
Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός12 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις12 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή