Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική τής Τουρκίας

Δημοσιεύτηκε στις

Η στρατηγική τής ήπιας ισχύος στα Βαλκάνια και τον Καύκασο

Ευπραξία Νεραντζάκη

Δεν χωράει αμφιβολία ότι η Τουρκία αναδεικνύεται σε μια υπολογίσιμη περιφερειακή παρουσία, η δυναμική της οποίας βέβαια εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ο ακτιβισμός τής Τουρκίας τα τελευταία χρόνια παρατηρείται κυρίως στην εγγύς γειτονιά της. Πολύ λόγος γίνεται για την πολιτική της στην Μέση Ανατολή –ίσως και δικαίως καθώς το παγκόσμιο ενδιαφέρον είναι στραμμένο στην περιοχή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει και η παρουσία της χώρας προς τα δυτικά, κυρίως στα Βαλκάνια, και περισσότερο στις χώρες που υπάρχει μουσουλμανικό ή τουρκικό στοιχείο. Η πολιτική που ακολουθεί η χώρα είναι πολυεπίπεδη και περιλαμβάνει την συμμετοχή κρατικών αλλά και μη κρατικών δρώντων.

Πολλοί αναλυτές ερμηνεύουν τον ακτιβισμό της Τουρκίας ως έναν τουρκικό «νεο-Οθωμανισμό» και ως προσπάθεια της Τουρκίας να αυξήσει την επιρροή της σε χώρες που αποτελούσαν έδαφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βασιζόμενη στους θρησκευτικούς, πολιτισμικούς και ιστορικούς δεσμούς με αυτές. Πολλοί δείχνουν τον νυν υπουργό Εξωτερικών και πρώην σύμβουλο της κυβέρνησης επί θεμάτων εξωτερικής πολιτικής ως τον αρχιτέκτονα της πολιτικής αυτής. Ο ίδιος απορρίπτει τον νεο-Οθωμανισμό ως πολιτική ιδεολογία και μιλάει αποκλειστικά για πολιτισμικούς και ιστορικούς δεσμούς. 
Ο όρος «νεο-Οθωμανισμός», όμως, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά για να περιγράψει την πολιτική τού Τουργκούτ Οζάλ και το άνοιγμα στην περιφέρεια της Τουρκίας. Ο Οζάλ επιδίωξε να εγκαινιάσει έναν νέο, πιο συνολικό τρόπο διαμόρφωσης πολιτικής, ξεπερνώντας τον απομονωτισμό που υπαγόρευαν τα κεμαλικά πρότυπα. Ανάλογη ήταν και η προσέγγιση του Ισμαήλ Τζεμ, υπουργού Εξωτερικών στα τέλη τής δεκαετίας τού 1990• πίστευε ότι: «Αν η Τουρκία θέλει γίνει μια χώρα με κάποια σημασία για τον υπόλοιπο κόσμο, πρέπει πρώτα να αγκαλιάσει το παρελθόν της ως αυτοκρατορικής δύναμης και να εμπλέξει την άμεση γειτονιά της» [1]. Το κυβερνών Κόμμα τής Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) συνέχισε να πορεύεται σε αυτά τα βήματα, ενώ η εσωτερική σταθερότητα και η οικονομική ανάπτυξη προσέφεραν στην Τουρκία περισσότερες ευκαιρίες στο πεδίο τής εξωτερικής πολιτικής. Το ΑΚΡ επιδίωξε (και επιδιώκει) να ενισχύσει το προφίλ τής χώρας στο εξωτερικό και να προβάλει την επιρροή της στην περιφερειακή σκηνή, εξασφαλίζοντας μια κεντρική θέση.
Οι συγκρούσεις στα Βαλκάνια ανάδευσαν ιστορικούς δεσμούς τής Τουρκίας με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς τής περιοχής και μεγέθυναν τους ιστορικούς παραλληλισμούς τής θέσης τής σύγχρονης Τουρκίας με την λάμψη τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας [2]. Παράλληλα, η αλλαγή των συνόρων και τα νέα ανεξάρτητα κράτη που προέκυψαν προσέφεραν νέες ευκαιρίες τόσο στα Βαλκάνια όσο και στον Καύκασο. Η Τουρκία έσπευσε, την αρχή τής δεκαετίας τού 1990, να αναγνωρίσει τα νέα κράτη, το ίδιο έπραξε αργότερα και με το Κόσοβο. Ευνοϊκό κλίμα για την ανάμειξη της Τουρκίας στην περιοχή δημιουργήθηκε και λόγω της απομάκρυνσης των διαφόρων ιδρυμάτων και μορφών σαλαφικής επιρροής στα τέλη τού 1990. Το κενό αυτό προσπάθησαν να καλύψουν οι τουρκικοί δρώντες τόσο σε επίπεδο κράτους ή στο επίπεδο της κοινωνίας. Ένας ακόμα παράγοντας που ευνόησε την ενεργό παρουσία της Τουρκίας ήταν η κοινή ευρωπαϊκή πορεία τής Τουρκίας και των Βαλκανίων. Ο κοινός προορισμός ενδυνάμωσε τις διασυνοριακές σχέσεις και προώθησε την συνεργασία, διευκολύνοντας έτσι το άνοιγμα της Τουρκίας στην περιοχή. Η μετέπειτα σχετική εξασθένιση της επιρροής τής Ένωσης συνέβαλλε ίσως στην αύξηση της αυτοπεποίθησης της Τουρκίας και στην ανάληψη περισσότερων πρωτοβουλιών [3].
Ο καθηγητής Μπουλέντ Αράς εξηγεί ότι η τουρκική πολιτική τού ΑΚΡ στα Βαλκάνια αναπτύσσεται σε τρία διαφορετικά επίπεδα. Το πρώτο είναι το επίπεδο των διμερών σχέσεων και η προώθησή τους στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. 
Το δεύτερο έγκειται στην δημιουργία τριμερών μηχανισμών, ενώ σε ένα τρίτο επίπεδο στοχεύει στην επίτευξη ευρέων συνεργασιών μέσω δομών όπως την Διαδικασία Συνεργασίας των Χωρών τής Νοτιοανατολικής Ευρώπης (South East Europe Cooperation Process – SEECP) και το Συμβούλιο Περιφερειακής Συνεργασίας (Regional Cooperation Council – RCC) ώστε να προωθήσει την οικονομική αλληλεξάρτηση και να διασφαλίσει το μέλλον των πολιτικών σχέσεων [4]. Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία επιδίωξε να βελτιώσει τις σχέσεις με όλες τις χώρες. Έτσι, βλέπουμε, για παράδειγμα, την επίσκεψη του προέδρου Αμπντουλάχ Γκιούλ στο Βελιγράδι τον Οκτώβριο του 2009, μια επίσκεψη ανώτερου Τούρκου αξιωματούχου για πρώτη φορά μετά από περίπου 23 χρόνια. Πέρα από τις διμερείς σχέσεις, η Τουρκία επιδίωξε να αποκτήσει έναν μεσολαβητικό ρόλο στην περιοχή. Στα τέλη του 2009 ξεκίνησαν -με πρωτοβουλία τής Τουρκίας- τριμερείς συνομιλίες [5] για την σταθερότητα στα Βαλκάνια μεταξύ της Σερβίας, της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και της Τουρκίας ενώ λίγο αργότερα ξεκίνησε κάτι ανάλογο μεταξύ της Τουρκίας, της Κροατίας και της Βοσνίας.
Πέρα από το επίπεδο της συμβατικής διπλωματίας, έντονη είναι η παρουσία τής Τουρκίας μέσω της Τουρκικής Υπηρεσίας Συνεργασίας και Συντονισμού (Turkish International Cooperation and Development Agency – ΤİΚΑ). Η ΤİΚΑ ιδρύθηκε επί προεδρίας Οζάλ ως όργανο ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής και παροχής αναπτυξιακής βοήθειας, με σκοπό την εξασφάλιση λαϊκής υποστήριξης στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ασία [6]. Επί διακυβέρνησης του ΑΚΡ απέκτησε ενισχυμένο ρόλο με σημαντική παρουσία σε όλες σχεδόν τις χώρες των Βαλκανίων [7], δραστηριοποιούμενη κυρίως για την ανάπτυξη ικανοτήτων (capacity building), την ανάπτυξη υποδομών και την γεωργική ανάπτυξη. Ενδεικτικά, στην ΠΓΔΜ ανέλαβε έργα για την συντήρηση και την επισκευή σχολείων, την προώθηση της γεωργίας στα ανατολικά και διάφορα άλλα έργα υποδομών [8]. Στο Κόσοβο επικεντρώνεται στην αναστήλωση ιστορικών και πολιτισμικών μνημείων και Οθωμανικών τζαμιών. Σε μια κωμόπολη της δυτικής Βοσνίας άνοιξε ένα εργαστήριο χαλιών για να ενισχύσει οικονομικά τις γυναίκες τής περιοχής [9]. Στο Μαυροβούνιο δραστηριοποιείται στον τομέα της υγείας [10]. Στην Βουλγαρία ανέλαβε πρόσφατα την αναστήλωση τζαμιών μέσω των τουρκικών προξενικών αρχών. Ιδιαίτερα στα Δυτικά Βαλκάνια, πέραν των προαναφερθέντων έργων, η υπηρεσία ακολουθεί την πολιτική τής υποστήριξης των τοπικών Ισλαμικών Ενώσεων και των επίσημων θεσμών τους [11].
Στην περιοχή, παράλληλα δραστηριοποιείται και η Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων (Diyanet), η οποία ιδρύθηκε το 1924, υπάγεται στον πρωθυπουργό και είναι υπεύθυνη για τα ζητήματα θρησκείας που αφορούν στην σουνιτική πλειοψηφία. Το Diyanet συνεργάζεται με την ΤİΚΑ και το Τουρκικό υπουργείο Πολιτισμού για την αναπαλαίωση τζαμιών. Ασχολείται επίσης με την εκπαίδευση ιεροκηρύκων και θεωρητικών τού Ισλάμ μέσω υποτροφιών, την διοργάνωση εκπαιδευτικών προγραμμάτων, την έκδοση βιβλίων, καθώς και την μετάφραση του Κορανίου σε άλλες γλώσσες. Παράλληλα διοργανώνει περιφερειακές συναντήσεις και συμβούλια. Μία ακόμα πρωτοβουλία τού Diyanet είναι η αδελφοποίηση πόλεων με σκοπό την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ μουφτήδων σε πόλεις των Βαλκανίων με μουφτήδες στην Τουρκία [12].
Ο χώρος τής παιδείας είναι ένας χώρος άσκησης ήπιας ισχύος, τον οποίο εκμεταλλεύεται η Τουρκία. Στις περισσότερες Βαλκανικές χώρες (εκτός Βουλγαρίας και Σερβίας, Κροατίας) έχει ιδρύσει ινστιτούτα Τουρκικής γλώσσας και πολιτισμού «Yunus Emre». Το International University of Sarajevo (2010) και το λίγα χρόνια γηραιότερο International Balkan University στα Σκόπια (2006) ιδρύθηκαν από υψηλόβαθμα στελέχη τού ΑΚΡ. Επίσης, ένας μεγάλος αριθμός υποτροφιών χορηγείται κάθε χρόνο σε νέους των Βαλκανίων για σπουδές στην Τουρκία. Στο χώρο τής εκπαίδευσης δραστηριοποιούνται και μη κρατικοί δρώντες, όπως είναι οι μουσουλμανικές αδελφότητες και κινήματα της κοινωνίας των πολιτών. Τις προηγούμενες δεκαετίες, την εντονότερη παρουσία είχε το ισλαμιστικό κίνημα Εθνικό Όραμα και οι ισλαμικές αδελφότητες Νουρτζού και Νακσιμπεντί. Οι δραστηριότητές τους επικεντρώνονταν στην διδασκαλία τού Κορανίου και στην διαχείριση φοιτητικών εστιών. Πλέον τα πιο επιτυχημένα εκπαιδευτικά ιδρύματα πρόσκεινται στο κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν. Ξεκίνησαν να χτίζονται στις αρχές τής δεκαετίας τού 1990 και έχαιραν και της υποστήριξης της τουρκικής κυβέρνησης. Τα ιδρύματα αυτά ακολουθούν κοσμικόδοξο πρόγραμμα σπουδών που συμβαδίζει με τις απαιτήσεις των χωρών που τα φιλοξενούν, ενώ σημαντική θέση κατέχουν οι θετικές επιστήμες. Άτομα του κινήματος του Γκιουλέν διαθέτουν σχολεία σε όλες τις βαθμίδες τής εκπαίδευσης, δύο πανεπιστήμια στην Βοσνία και την Αλβανία και έναν αριθμό θρησκευτικών σχολείων στην Αλβανία, τα οποία διαχειρίζονται σε συνεργασία με την τοπική μουσουλμανική κοινότητα [13]. Στο πλαίσιο της παρουσίας τού Γκιουλέν εντάσσονται και οι εκδόσεις της εφημερίδας Zaman στην Βουλγαρία και στην ΠΓΔΜ.
Από μια ανάλυση για την πολιτική τής Τουρκίας στα Βαλκάνια δεν θα μπορούσε να λείπει και μια αναφορά στην πολιτισμική διπλωματία με την μορφή των τουρκικών σήριαλ. Μετά την εξαιρετική επιτυχία που άρχισαν να σημειώνουν το 2010, την επόμενη χρονιά η Βουλγαρία και η ΠΓΔΜ βρέθηκαν στην πρώτη τετράδα των χωρών που αγόρασαν τις περισσότερες τουρκικές σαπουνόπερες (27 και 17 σήριαλ αντίστοιχα) [14]. Οι εικόνες και οι αξίες που παρουσιάζονται προκαλούν αίσθημα ταύτισης και οικειότητας στις κοινωνίες που έχουν κοινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά με την κοινωνία τής Τουρκίας. Η μεταβολή τής εικόνας τής Τουρκίας και η αλλαγή των εντυπώσεων προς το καλύτερο είναι σίγουρα κάτι θετικό γι’ αυτήν, και πρέπει μαζί με αυτό να εξεταστεί το αν και σε ποιο βαθμό η μαζική κουλτούρα μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα της υψηλής πολιτικής.
Αισθητή είναι και η παρουσία της Τουρκίας στα Βαλκάνια μέσω των οικονομικών και επιχειρηματικών της κινήσεων, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη ότι η αγορά των Βαλκανίων είναι σημαντική, αλλά περιορισμένη. Η Τουρκία έχει υπογράψει Συμφωνία Ελευθέρων Συναλλαγών (FTA) και άλλες εμπορικές και οικονομικές συμφωνίες με όλες τις χώρες των Δυτικών και Κεντρικών Βαλκανίων. Σύμφωνα με στοιχεία τού τουρκικού Υπουργείου Οικονομικών, η διάλυση του Ανατολικού Μπλοκ και η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στα Βαλκάνια είχε ως αποτέλεσμα την μεγάλη άνοδο του εμπορίου μεταξύ Τουρκίας και βαλκανικών κρατών την δεκαετία τού 2000. Σε απόλυτους αριθμούς, ο όγκος των συναλλαγών ο οποίος ήταν 2,9 δισεκατομμύρια δολάρια το 2000 έφτασε τα 18,4 δισεκατομμύρια δολάρια το 2011 [15]. Οι Τουρκικές επενδύσεις στα Βαλκάνια αυξήθηκαν επίσης κατά πολύ την τελευταία δεκαετία (30 εκατομμύρια δολάρια το 2002, 189 εκατομμύρια δολάρια το 2011) και επικεντρώνονται στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και των μεταφορών, στον τραπεζικό, στον κατασκευαστικό τομέα, στην εκπαίδευση, στην υγεία και στην δημιουργία υποδομών [16]. Οι τουρκικές επενδύσεις είναι σίγουρα αισθητές στην περιοχή, ως επί το πλείστον στο Κόσοβο, στην Αλβανία και την ΠΓΔΜ, αλλά δεν βρίσκονται στις πρώτες θέσεις σε καμία χώρα (οι πρώτες θέσεις συνήθως καλύπτονται από χώρες τής ΕΕ και την Ρωσία) [17].
Είναι εμφανές ότι η Τουρκία αποτελεί τον σημαντικότερο ισλαμικό δρώντα στην περιοχή αλλά είναι και υπό ερώτηση το πόσο κεντρικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει. Ο Αχμέτ Νταβούτογλου γράφει στο βιβλίο του ότι, «η βάση τής πολιτικής επιρροής τής Τουρκίας στα Βαλκάνια είναι τα οθωμανικά κατάλοιπα, που είναι οι μουσουλμανικές κοινότητες» [18]. Μια τέτοια προσέγγιση θέτει σε αμφισβήτηση την αντικειμενικότητα της Τουρκίας και στενεύει τα όρια της δράσης της. Η ρητορική τού ΑΚΡ, όπως οι δηλώσεις τού Τούρκου πρωθυπουργού «Το Κόσοβο είναι Τουρκία, η Τουρκία είναι Κόσοβο» ή «Το Σαράγιεβο νίκησε σήμερα όσο και η Κωνσταντινούπολη» [19] διακρίνονται από ιμπεριαλιστικές συνυποδηλώσεις, ενώ οι συνεχείς αναφορές στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς τής περιοχής προκαλούν ανησυχία στους μη μουσουλμανικούς πληθυσμούς [20]. Αλλά ακόμα και στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, η παρουσία τής Τουρκίας μπορεί να μην είναι πάντα καλοδεχούμενη, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι το Ισλάμ στα Βαλκάνια είναι σε μεγάλο βαθμό συνυφασμένο με την εθνοτική ταυτότητα. Σημαντική είναι επίσης η ενεργή συμμετοχή και άλλων δρώντων στην περιοχή, κυρίως των ΗΠΑ, της Ρωσίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όσον αφορά στην ΕΕ, η ένταξη σε αυτή εξακολουθεί να αποτελεί προτεραιότητα για τα δυτικά Βαλκάνια και ο δισταγμός που μπορεί να εκφραστεί για την Τουρκία έγκειται και στον φόβο μήπως επιδράσει αρνητικά στις προοπτικές ένταξης. Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο ενός Σέρβου αξιωματούχου: «Δεν θέλουμε να έρθουμε πολύ κοντά στην Τουρκία γιατί δεν θέλουμε να είμαστε στο κλαμπ των χαμένων» [21].
Στο πλαίσιο της Τουρκικής πολιτικής προς τα δυτικά εντάσσεται και η πολιτική προς την υπόλοιπη Ευρώπη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δράση μη κρατικών δρώντων και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, κυρίως στις χώρες με έντονο Τουρκικό στοιχείο (Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο). Η παρουσία τουρκικών ισλαμικών οργανώσεων ακολούθησε την μετανάστευση προς αυτές τις χώρες. Εντοπίζονται διάφορες μουσουλμανικές αδελφότητες (πχ. Σουλεϊμαντζί), ενώ το κίνημα Εθνικό Όραμα, υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα μουσουλμανικά κινήματα στην δυτική Ευρώπη, το οποίο αναπτύχθηκε ως επί το πλείστον μέσω της λειτουργίας τζαμιών. Μέχρι την δεκαετία τού 1990 οι οργανώσεις αυτές ενδιαφέρονταν σχεδόν αποκλειστικά για τις ανάγκες των Τούρκων μεταναστών, και φρόντιζαν ώστε οι τελευταίοι να διατηρήσουν την θρησκευτική και πολιτισμική τους ταυτότητα. Η κοινότητα του Γκιουλέν ήταν το τελευταίο θρησκευτικο-κοινωνικό κίνημα που εμφανίστηκε (στις αρχές τού 1990) και αποδείχθηκε το πιο δυναμικό και οργανωμένο. Σημαντικός παράγοντας της ισχυροποίησης και της διαφοροποίησής του από τα άλλα κινήματα είναι η μη θρησκοκεντρική προσέγγιση του. Οι άνθρωποι του κινήματος επένδυσαν σε σχολεία και κέντρα πολιτισμού και όχι σε τζαμιά ή θρησκευτικά σχολεία. Οι δράσεις τού κινήματος φτάνουν πέρα από την σφαίρα τής θρησκείας. Ξεπερνούν και τα όρια της τουρκικής κοινότητας απευθυνόμενες και στα μέλη των κοινοτήτων υποδοχής. Ο βασικός στόχος του κινήματος ήταν να συμβάλλει στην ένταξη των Τούρκων μεταναστών, γι’ αυτό και προσάρμοσε την στρατηγική του στο περιβάλλον και στον βαθμό δεκτικότητας της εκάστοτε χώρας. Επιδίωξε επίσης την προώθηση του τουρκικού πολιτισμού, της γλώσσας και της θρησκείας μέσω της πολύμορφης αλληλεπίδρασης και του διαλόγου μεταξύ των δύο κοινοτήτων [22]. Στην προώθηση της γλώσσας και του πολιτισμού αξιοσημείωτη είναι και η συμβολή τού κρατικού Ινστιτούτου Yunus Emre με τα μαθήματα τουρκικής γλώσσας, την διοργάνωση διαφόρων εκδηλώσεων αλλά και θερινών προγραμμάτων στην Τουρκία.
Στον επιχειρηματικό τομέα, η Ένωση Τούρκων Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών (Turkish Industrialists’ and Businessmen’s Association – ΤÜSİAD) έχει γραφεία στην Γερμανία, στις Βρυξέλλες και στο Παρίσι, και στοχεύει στην βελτίωση της εικόνας τής Τουρκίας στην Ευρώπη και την ανάπτυξη των σχέσεων, μέσω της ενημέρωσης των ιδιωτών, των ΜΜΕ, των πολιτικών Αρχών και των πολιτιστικών κύκλων για τις κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις στην Τουρκία. Η Ένωση Τούρκων Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών σχετίζεται με το κοσμικόδοξο στρατόπεδο. Εκτός της ένωσης TÜSİAD, σημαντική -αν και μικρότερη- παρουσία έχει και η αντιπροσωπία της Συνομοσπονδίας των Επιχειρηματιών και των Βιομηχάνων τής Τουρκίας (The Confederation of Businessmen and Industrialists of Turkey – TUSKON) στις Βρυξέλλες. Η TUSKON σχετίζεται με το κίνημα Γκιουλέν και δραστηριοποιείται για την προώθηση των τουρκικών εταιριών και επιχειρήσεων και την ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας με την Τουρκία.
Μια τελευταία μνεία αξίζει και στην πολιτική τής Τουρκίας προς τους Τάταρους της Κριμαίας, πρώην επαρχίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Τάταροι της Κριμαίας είναι τουρκικό φύλο που κατοικεί στην χερσόνησο από τον 15ο αιώνα. Οι ιστορικοί και πολιτισμικοί δεσμοί με τους Τάταρους καθώς και ο μεγάλος αριθμός Τατάρων στην Τουρκία, όπου κατέφυγαν, έχουν συμβάλλει στην διατήρηση καλών σχέσεων μεταξύ της Ουκρανίας και της Τουρκίας. Μάλιστα, τον Οκτώβριο του 2013 είχε υπογραφεί συμφωνία με την ΤİΚΑ για την ενίσχυση της συνεργασίας στους τομείς τού πολιτισμού, της εκπαίδευσης, του τουρισμού και της αγροτικής ανάπτυξης [23]. Μετά από την τελευταία κρίση στην Κριμαία, η Τουρκία κράτησε χαμηλούς τόνους. Χωρίς να παραλείψει να τονίσει το καθήκον της να προστατεύσει τους Τατάρους, οι κινήσεις της είναι περιορισμένες, κυρίως λόγω της οικονομικής και ενεργειακής εξάρτησής της από την Ρωσία.
Η Τουρκία αναμφισβήτητα δεν έχει πλέον την θέση μιας περιφερειακής δύναμης. Βέβαια, οι φιλοδοξίες της για αύξηση της επιρροής της στην εγγύς και ευρύτερη γειτονιά της, οι οποίες εκφράζονται μέσω της εξωτερικής πολιτικής και της ρητορικής της δεν είναι πάντα εύκολο να υλοποιηθούν. Ο βαθμός επιτυχίας εξαρτάται από τις συνθήκες στην Τουρκία και τις χώρες τής περιοχής, τις διεθνείς ισορροπίες, την σχέση της με την ΕΕ και την σχέση με τους άλλους μεγάλους διεθνείς και περιφερειακούς δρώντες, την Ρωσία και τις ΗΠΑ. Ωστόσο, αυτό που μπορεί να ειπωθεί με σχετική ασφάλεια είναι ότι οι πρωτοβουλίες μη κρατικών δρώντων και η άσκηση μη συμβατικών μορφών διπλωματίας συμπληρώνουν αποτελεσματικά την εξωτερική της πολιτική, διευρύνοντας σημαντικά το πεδίο δράσης τής χώρας.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
[1] Kerem Öktem, “New Islamic actors after the Wahhabi intermezzo: Turkey’s return to the Muslim Balkans,” (European Studies Centre, University of Oxford: 2010), σ. 23.
[2] Alexander Murinson, “The Strategic Depth Doctrine of Turkish Foreign Policy,” Middle Eastern Studies, 42(2006): 946, http://www.jstor.org/stable/4284512.
[3] Dimitar Bechev, “Turkey in the Balkans: Taking a Broader View,” Insight Turkey, 14(2012).
[4] Bülent Aras, “Turkey and the Balkans: New Policy in a Changing Regional Environment,” The German Marshall Fund of the United States, 31 Οκτωβρίου 2012,http://www.gmfus.org/archives/turkey-and-the-balkans-new-policy-in-a-cha….
[5] Στις 26 Οκτωβρίου 2013 ο Σέρβος πρόεδρος Τόμισλαβ Νίκολιτς ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από τις τριμερείς συνομιλίες μετά από δήλωση του Τούρκου πρωθυπουργού σε ομιλία στο Κόσοβο: Να θυμάστε, η Τουρκία είναι Κόσοβο, το Κόσοβο είναι Τουρκία. Βλ. Yavuz Baydar, “Erdogan: ‘Kosovo Is Turkey’“ Al-Monitor, October 28, 2013 http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2013/10/erdogan-kosovo-turkey…..
[6] Kerem Öktem, New Islamic actors after the Wahhabi intermezzo: Turkey’s return to the Muslim Balkans, (European Studies Centre, University of Oxford: 2010).
[7] Η ΤİΚΑ διαθέτει γραφεία στις περισσότερες Βαλκανικές χώρες πλην της Κροατίας, της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας.
[8] Şeyma Adıyaman, “Turkey-Macedonia Relations,” Bilgesam, March 13, 2012,http://www.bilgesam.org/en/incele/444/turkey-macedonia-relations/.
[9] TIKA opens a rug workshop in Bosnia, World Bulletin, August 21, 2013http://www.worldbulletin.net/?aType=haber&ArticleID=115571
[10] Turkey’s TIKA is ready to give financial support for advanced training for Montenegrin doctors, Serbia Times, 14 Φεβρουαρίου 2014, http://www.serbia-times.com/turkeys-tika-is-ready-to-give-financial-supp…
[11] Kerem Öktem, όπ.π. σ.29
[12] Ιbid.
[13] Kerem Öktem, όπ.π.
[14] Soap power: The sweeping success of Turkish television series, Oxford Business Group,http://www.oxfordbusinessgroup.com/news/soap-power-sweeping-success-turk…
[15] Ministry of Economy, http://www.economy.gov.tr/index.cfm?sayfa=countriesandregions&region=9
[16] ibid.
[17] Strategic investments in the Balkans: Who invests, and where?, Lider, 15 Νοεμβρίου 2013,http://english.lider.mk/2013/11/15/strategic-investments-in-the-balkans-…
[18] Αχμέτ Νταβούτογλου, “Το στρατηγικό βάθος. Η διεθνής θέση της Τουρκίας,” μτφ. Νικόλαος Ραπτόπουλος, (Αθήνα: Ποιότητα, 2010), σ. 200.
[19] Πρόκειται για απόσπασμα από τον επινίκιο λόγο τού Ερντογάν τον Ιούνιο του 2010.
[20] Karabekir Akkoyunlu, Kalypso Nicolaidis και Kerem Öktem, “The Western Condition: Turkey, the US and the EU in the New Middle East,” (South East European Studies at Oxford, 2013).
[21] Turkey in the Balkans: The good old days?, Economist, 5 Νοεμβρίου 2011,http://www.economist.com/node/21536647/comments#comments.
[22] Βλ. Bayram Balci, “The Gülen Movement and Turkish Soft Power,” Carnegie Europe, 4 Φεβρουαρίου 2014, http://carnegieeurope.eu/2014/02/04/g%C3%BClen-movement-and-turkish-soft… και Günter Seufert, “Is the Fethullah Gülen Move-ment Overstretching Itself?,” German Institute for International and Security Affairs, Ιανουάριος 2014.
[23] Crimean government, Turkish TIKA agency agree on cooperation, Ukrinform, 24 Οκτωβρίου 2013http://www.ukrinform.ua/eng/news/crimean_government_turkish_tika_agency_…

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO16 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός17 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις17 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή