Διεθνή
Βουλιάζουμε όλο και πιο πολύ στη μισαλλοδοξία
Προσπαθήσαμε να μην υπεισέλθουμε σε πολιτικά ζητήματα – άλλωστε ο σκοπός της εκδήλωσης δεν ήταν αυτός – αλλά ο οικοδεσπότης δεν μπορούσε να συγκρατηθεί άλλο και ζήτησε κάποια στιγμή να εκθέσω και τις δικές μου απόψεις ως ένας άνθρωπος που πράγματι κατέβαλε μια ειλικρινή προσπάθεια να καταλάβει τους εποίκους, τα κίνητρα και τις ιδεολογίες τους. «Ναι» του είπα «πιστεύω ότι οι εποικισμοί συνιστούν πρόβλημα». Πνιχτά γέλια ακούστηκαν στην αίθουσα. «Περίμενε μόνο λίγες ημέρες» είπε κάποιος από το ακροατήριο «να πέσουν μερικές ρουκέτες ακόμη στο Τελ Αβίβ και τότε όλοι θα πεισθούν».
«Εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα» του αντέτεινα, «ότι δεν πείθεται ποτέ κανείς. Οτιδήποτε κι αν συμβεί, έρχεται απλώς να ενδυναμώσει τις ήδη προϋπάρχουσες πεποιθήσεις. Λέτε ότι δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε τους Παλαιστινίους, ότι είναι βίαιοι, ότι θέλουν να σας εξοντώσουν, ότι δεν γίνεται να σταματήσετε να τους παρακολουθείτε, ούτε να τους αφήσετε να διαχειριστούν οι ίδιοι τις υποθέσεις τους, επειδή απλούστατα δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να στοιβάζουν όπλα και να ετοιμάζουν τις επιθέσεις τους. Λέμε ότι εμείς έχουμε τη μεγαλύτερη ευθύνη επειδή είμαστε η ισχυρή πλευρά, ότι εμείς είμαστε υπεύθυνοι, ότι εμείς προβαίνουμε στους εποικισμούς. Συνεχώς σπρώχνουμε τους Παλαιστινίους στην απελπισία και έτσι τους στρέφουμε σε μία μόνο επιλογή: τη βία. Δεν προσπαθούμε αρκετά για την επίτευξη μιας διπλωματικής λύσης. Πρέπει να φθάσουμε σε κάποιου είδους συμφωνία επειδή ο πόλεμος και η βία σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν λύση».
Το πράγμα έχει ως εξής: δεν είμαι σίγουρος τι είναι πιο καταθλιπτικό, η τρέχουσα κατάσταση, με όλον αυτόν τον θάνατο και την καταστροφή και τα νεκρά σώματα να συσσωρεύονται, ή το γεγονός ότι απολύτως συνειδητά δεν γίνεται τίποτα ούτως ώστε να διαρραγεί αυτός ο φαύλος κύκλος – τίποτε από όσα συμβαίνουν δεν πείθει ποτέ κανέναν για το οτιδήποτε. Τίποτε ποτέ δεν συγκλονίζει κανέναν προκειμένου να συναισθανθεί, να φθάσει σε αυτή την ευλογημένη συνειδητοποίηση. Ολοι απλώς σκάβουν βαθύτερα και αγκιστρώνονται ακόμη πιο δυνατά στις απόψεις τους. Εξετάζοντας τη δική μου κοινωνία – και αυτήν εξετάζω επειδή αυτή με ενδιαφέρει και αυτή προσδοκώ να αλλάξει – διαπίστωσα ότι το μόνο στο οποίο επιδίδεται τους τελευταίους μήνες είναι μια ατέρμονη συζήτηση, στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στο Facebook, στις ουρές των σουπερμάρκετ και στα ταξί. Μια ατέρμονη επανάληψη των ίδιων απόψεων, ξανά και ξανά, μια ατέλειωτη επιβεβαίωση και καμία, έστω και φευγαλέα, ματιά προς την υπέρβαση.
Ημουν στρατιώτης στη Γάζα πριν από 25 χρόνια, κατά την πρώτη Ιντιφάντα (Εξέγερση). Κάναμε περιπολίες στην πόλη, στα χωριά και σε καταυλισμούς προσφύγων και πέφταμε πάνω σε εξαγριωμένους εφήβους που μας πετούσαν πέτρες. Απαντούσαμε με δακρυγόνα και πυροβολώντας με πλαστικές σφαίρες στον αέρα. Εκείνες οι ημέρες μοιάζουν σήμερα με μια παλαιά, καλή και αθώα εποχή. Αυτό που έκτοτε διαπιστώνω είναι μια προϊούσα κλιμάκωση. Τα όπλα και οι επιθέσεις αυτοκτονίας αντικατέστησαν τις πέτρες, οι οποίες εσχάτως έχουν αντικατασταθεί από ρουκέτες και καλά προετοιμασμένες, εκπαιδευμένες και υποκινούμενες παραστρατιωτικές οργανώσεις.
Για εμένα είναι εύκολη η εξήγηση – το Ισραήλ τις περισσότερες φορές χρησιμοποίησε τη στρατιωτική του ισχύ, δεν έκανε μια ειλικρινή προσπάθεια να φθάσει σε μια δίκαιη συμφωνία, και βρέθηκε αντιμέτωπο με μια όλο και εντονότερη αντίσταση. Αντιλαμβάνομαι όμως και το πόσο περίπλοκα είναι τα πράγματα στην ιστορική τους προοπτική, τις πολλές πλευρές του ζητήματος. Προβληματίζομαι – γράφω μυθιστορήματα, με αυτόν τον τρόπο προσπαθώ να εισχωρήσω βαθύτερα και να αναδείξω τις ποικίλες πλευρές, άλλες αντιφατικές, άλλες παράλογες, αυτής της κατάστασης.
Καθώς παρατηρούσα την αίθουσα σ’ εκείνη την εποικισμένη περιοχή της Τεκόα – η οποία απέχει ακριβώς 15 χιλιόμετρα από το σημείο όπου στις 12 Ιουνίου, την ίδια ημέρα που άρχιζε το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου στη Βραζιλία, τρεις νεαροί έποικοι απήχθησαν και δολοφονήθηκαν, το γεγονός δηλαδή που πυροδότησε την πλέον πρόσφατη σύρραξη – σκεφτόμουν κάτι άλλο. Σκεφτόμουν ότι εκείνη η συζήτηση στο συγκεκριμένο μέρος – ακόμη και αν οι συμμετέχοντες προερχόμασταν από δύο τελείως διαφορετικούς κόσμους με εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις και επιπλέον δεν επρόκειτο να αλλάξει ο καθένας τις απόψεις του επειδή έπεφταν ρουκέτες στο Τελ Αβίβ ή για οποιονδήποτε άλλον λόγο – ήταν τουλάχιστον μια πολιτισμένη, φιλική και ενδιαφέρουσα συζήτηση. Μια λογοτεχνική εκδήλωση, σε τελική ανάλυση. Και τότε σκέφτηκα ότι το πλέον καταθλιπτικό στην όλη ιστορία, πέραν της δεδομένης βίας, πέραν των αδιάσειστων ιδεολογικών κοινοτοπιών, είναι η τροπή που έχει πάρει αυτή τη φορά ο εσωτερικός διάλογος στην ισραηλινή κοινωνία.
Είναι, λοιπόν, τόσο πολεμοχαρής, απειλητικός, στενόμυαλος και άτεγκτος όσο δεν έχει υπάρξει ποτέ. Παρακολουθώ την τάση αυτή, αρχής γενομένης από την επέμβαση του Ισραήλ στη Γάζα το 2008, έκτοτε απλώς τη βλέπω να ενισχύεται – είναι σαν να ακούγεται μόνο μια φωνή, συντονισμένη από την κυβέρνηση και τον εκπρόσωπο του στρατού, είναι δε η μόνη φωνή που αντηχεί σε όλες τις γωνιές της χώρας μέσω μιας ομάδας πιστών μέσων ενημέρωσης – τα κυρίαρχα τηλεοπτικά κανάλια, οι κυρίαρχες εφημερίδες και ιστοσελίδες – και είναι η μοναδική φωνή. Οποιος επιχειρήσει να την αντικρούσει, να θέσει ερωτήματα, να διαμαρτυρηθεί εναντίον αυτής της φωνής και να παρουσιάσει μια διαφορετική απόχρωση από αυτήν της πλειοψηφίας είτε γελοιοποιείται, όταν δεν αντιμετωπίζεται με μια συγκαταβατική υπεροψία στις καλύτερες των περιπτώσεων, είτε απειλείται, διαβάλλεται ή δέχεται ακόμη και κανονικές επιθέσεις στις χειρότερες των περιπτώσεων.
Οσοι δεν «υποστηρίζουν τον στρατό μας» θεωρούνται προδότες και οι εφημερίδες που εκφράζουν αμφιβολίες για τις επιλογές και τις πράξεις των ενόπλων δυνάμεων κατηγορούνται ότι ρίχνουν το ηθικό της κοινωνίας. Σε μια αντιπολεμική πορεία διαμαρτυρίας που πραγματοποιήθηκε στο Τελ Αβίβ οι αριστεροί χτυπήθηκαν από «αντιδιαδηλωτές» της Ακροδεξιάς· ο δημοσιογράφος της εφημερίδας «Haaretz» Γκίντεον Λεβί, γνωστός εδώ και πολλά χρόνια για τις φιλοπαλαιστινιακές απόψεις του, όταν επέκρινε την ισραηλινή αεροπορία για τον βομβαρδισμό αμάχων και παιδιών, διασύρθηκε με τρόπο πρωτοφανή επειδή τόλμησε να πληγώσει την πολύτιμη ιερή αγελάδα της χώρας· ο φίλος μου, ο συγγραφέας Εντγκαρ Κέρετ που εξήγησε σε ένα άρθρο γνώμης γιατί ο ισραηλινός στρατός δεν μπορεί να κερδίσει αυτόν τον πόλεμο, και η σύζυγός του, η σκηνοθέτρια Σίρα Γκέφεν, η οποία ζήτησε από όσους πήγαν να παρακολουθήσουν μια ταινία της να σταθούν τηρώντας ενός λεπτού σιγή σε ένδειξη σεβασμού προς τα αδικοχαμένα παιδιά της ισραηλινής επιθετικότητας, έλαβαν απειλές για τις ζωές τους και τις ζωές των παιδιών τους. Η διάσημη κωμικός Ορνα Μπανάι σταμάτησε να διαφημίζει μια μεγάλη εταιρεία επειδή δήλωσε ότι «ντρέπομαι για το έθνος μας, που παρακινείται από το μίσος και τη μικρόνοια». Ακόμη και η λέξη «μακαρθισμός» ανασύρθηκε κατά το τελευταίο διάστημα.
Πιθανότατα αυτό που τώρα τα κάνει όλα ακόμη πιο αποπνικτικά και ακραία είναι η επικράτηση και η εξάπλωση του Facebook. Εκεί το πράγμα αγριεύει, ξεφεύγει, δεν υπάρχουν όρια – η μισαλλοδοξία φθάνει στο απόγειό της. Εκεί εμφανίζονται σελίδες που καλούν σε βιαιοπραγίες σε βάρος των αριστερών και των Αράβων και ακόμη κι όταν αποσύρονται επανεμφανίζονται παραλλαγμένες. Στις αναρτήσεις που γίνονται στο Facebook όσες «αριστερίζουσες» εκφράσεις δεν ευθυγραμμίζονται με την υποτιθέμενη συναίνεση (για παράδειγμα, όσες προτάσσουν μια διπλωματική λύση ή εκφράζουν συμπάθεια για τις απώλειες αμάχων στη Γάζα) πλήττονται από μια ρατσιστική, βίαιη μανία. Στο Twitter και στο Instagram μπορείς να δεις (στη συνθηματολογία των hashtags) καθετί αρρωστημένο όπως «έξω οι αριστεροί», «αριστεροί, να πάτε στη Γάζα», «προδότες αριστεροί».
Ολα αυτά έχουν συνέπειες. Ξέρω ανθρώπους που φοβούνται να βγουν να διαδηλώσουν ή άλλους που φοβούνται να πάνε ως καλεσμένοι σε μια τηλεοπτική εκπομπή. Η εκάστοτε αντιπολίτευση στοιχίζεται πίσω από την εκάστοτε κυβέρνηση και δεν αμφισβητεί σχεδόν καθόλου τις επιλογές της. Η Αριστερά καθίσταται πιο αδύναμη, μικρότερη, αναποτελεσματική.
Δεν έχω τελειώσει ακόμη επειδή υπάρχει ακόμη μία βαθμίδα στην καταθλιπτική αυτή κλίμακα που περιγράφω η οποία σας αφορά. Γιατί όποτε στρεφόμαστε προς τον κόσμο, εμείς, αυτή η καταδιωκόμενη αριστερή μειοψηφία, εμείς που πιστεύουμε στα ανθρώπινα δικαιώματα, στους συμβιβασμούς, στις αμοιβαία αποδεκτές λύσεις, στην ειρήνη, εμείς που σηκώνουμε τείχος στη βία κάθε πλευράς και δεν είμαστε τυφλοί μπροστά στη συνεχιζόμενη αποτυχία της να αποφέρει το οποιοδήποτε πλεονέκτημα, εμείς, όποτε στρεφόμαστε προς τον κόσμο, δεν βρίσκουμε την υποστήριξη που χρειαζόμαστε. Μας κατατάσσουν και εμάς στην πλειοψηφία, γινόμαστε όλοι μέρος του κακού.
Μας αποκλείουν – ακαδημαϊκούς, συγγραφείς, καλλιτέχνες. Ολους όσοι βρισκόμαστε με την πλάτη στον τοίχο, προσπαθώντας με νύχια και με δόντια να ανακόψουμε αυτή την κατρακύλα. Εμείς αγωνιζόμαστε για να εισακουστεί μια διαφορετική, λογική φωνή, αλλά η φωνή μας δεν φθάνει ούτε στ’ αφτιά εκείνων που περιμένουμε να μας βοηθήσουν ώστε να την κάνουμε πιο δυνατή. Δεν διαπραγματευόμαστε τη συμπόνια, και έχουμε λίγη συμπόνια γι’ αυτούς που παραμένουν τυφλοί στα δεινά της άλλης πλευράς: μου προκαλούν αποτροπιασμό οι χιλιάδες νεκροί Παλαιστίνιοι και τρομάζω που τόσο πολλοί Ισραηλινοί δεν αποπειρώνται καν μια δεύτερη σκέψη. Αλλά λυπάμαι βαθύτατα για τα δεκάδες παιδιά του Ισραήλ που χάνουν τις ζωές τους και μου προκαλούν επίσης απογοήτευση πολλοί στον υπόλοιπο κόσμο που δεν αναγνωρίζουν και την τραγωδία της δικής μας πλευράς. Βρισκόμαστε μεταξύ σφύρας και άκμονος.
Εν τω μεταξύ εδώ και λίγο καιρό έχω έλθει να μείνω με την οικογένειά μου στις ΗΠΑ και να διδάξω εδώ για έναν χρόνο, ίσως και δύο. Αυτό δεν συνιστά αντίδραση ούτε απόδραση – ήταν προγραμματισμένο καιρό πριν. Παρ’ όλα αυτά, δεν ενεργώ με αθώο τρόπο – η σύζυγός μου κι εγώ προσχεδιάζουμε αυτές τις πρόσκαιρες καταφυγές, όπως έχουμε κάνει παλαιότερα με το Λονδίνο και το Βερολίνο, εξαιτίας ακριβώς της ζωής στο Ισραήλ. Εχουμε ανάγκη να αναπνεύσουμε λίγο φρέσκο, καθαρό αέρα, κάθε λίγα χρόνια. Αλλά πάντοτε επιστρέφουμε γιατί εκεί είναι το σπίτι μας. Εκεί βρίσκεται ο τόπος μας, η γλώσσα μας, οι άνθρωποί μας. Ελπίζω να επιστρέψουμε έπειτα από αυτό το ταξίδι σε ένα πιο υποφερτό μέρος για να ζήσει κανείς, με λιγότερες εξωτερικές αλλά και εσωτερικές απειλές. Δεν περιμένω όμως τίποτε.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

