Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το μέτωπο της Ουκρανίας

Δημοσιεύτηκε στις

Analyst Team

 Ουκρανία

Οι πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας είναι
εξαιρετικά επικίνδυνες, όπως και οι συγκρούσεις στα σύνορα με τη Ρωσία –
ενώ το εμπάργκο στις εισαγωγές λαχανικών, δημιουργεί τεράστια
προβλήματα στην Ολλανδία και στην Ισπανία. 


Εάν αναρωτηθεί κανείς τι κοινό έχει ο απερχόμενος πρωθυπουργός της
Ουκρανίας με τη γερμανίδα καγκελάριο, καταλήγει εύκολα στο συμπέρασμα
ότι, και οι δύο είναι φανατικοί θαυμαστές του αμερικανού προέδρου.
Φυσικά όχι του συγκεκριμένου, ο οποίος έχει μάλλον απογοητεύσει τους
πάντες, αλλά του θεσμού που ενσαρκώνει: της ιδανικής εικόνας ενός
πολιτικού που όλοι θαυμάζουν, αλλά που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει.

Η πιθανότερη αιτία είναι πως και οι δύο πολιτικοί, τόσο ο A. Jazenjuk, όσο και η  A. Merkel δηλαδή, έζησαν κάτω από την κυριαρχία της Ρωσίας στην πρώην Σοβιετική Ένωση –
υπηρετώντας πιστά τις τότε πανίσχυρες μυστικές υπηρεσίες. Έτσι
δημιουργήθηκαν «αντιδραστικά» συναισθήματα εντός τους, υπέρ των
Αμερικανών και εναντίον των Ρώσων, τα οποία βγήκαν στην επιφάνεια αμέσως
μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Περαιτέρω, ο απερχόμενος πρωθυπουργός της Ουκρανίας, έχει αρκετά
κοινά χαρακτηριστικά με τον προηγούμενο πρόεδρο της, με τον O.
Turchynov. Και οι δύο προέρχονται από την «μαρτυρική» παράταξη της Timoschenko
όπου ο Turchynov, ως αρχηγός της μυστικής υπηρεσίας της χώρας,
διατηρούσε εξαιρετικές διασυνδέσεις με τις αντίστοιχες δυτικές
οργανώσεις.
Από την άλλη πλευρά ο Jazenjuk, με τον οποίο συναντήθηκε πρόσφατα η
γερμανίδα καγκελάριος,  θεωρείται ως ένα είδος «Mario Monti» της
Ουκρανίας. Η αιτία είναι το ότι πρόκειται για έναν πρώην τραπεζικό και τεχνοκράτη, ο οποίος εξυπηρετεί εμφανώς τα συμφέροντα της Δύσης. Ενισχύεται δε οικονομικά, μέσω του ιδρύματος που διατηρεί (Open Ukraine), από το ΝΑΤΟ, καθώς επίσης από τη βρετανική χρηματοπιστωτική ελίτ.

Πρόκειται λοιπόν για το «πρωτότυπο» ενός ατόμου με παγκόσμια δικτύωση, το οποίο δεν υπηρετεί την πατρίδα του – αλλά αυτούς που θέλουν να ωφεληθούν μαζικά, σε μακροπρόθεσμη βάση, από τη λεηλασία της Ουκρανίας. Για έναν «παγκόσμιο πολίτη» λοιπόν, αντίστοιχο ίσως του δικού μας «Εφιάλτη του Καστελόριζου», ο οποίος είχε ως αποστολή του την παράδοση της Ελλάδας στους αρχιερείς της δύναμης – πιθανότατα για να διευκολυνθεί η απόβαση τους στην Ευρωζώνη.
Το ελάττωμα όμως και των δύο Ουκρανών είναι η πολιτική αδυναμία τους,
η οποία τους εμποδίζει να επηρεάσουν τις μάζες. Ο Jazenjuk, ο οποίος
ουσιαστικά δεν έχει καμία πολιτική ισχύ, θεωρείται απρόβλεπτος και
μοναχικός, ατομιστής καλύτερα. Σύμφωνα δε με το βιογραφικό του, είναι νομικός και τραπεζίτης, πρώην αναπληρωτής πρόεδρος μίας από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ουκρανίας: της AT AvalBank.
Αργότερα έγινε αναπληρωτής διοικητής της κεντρικής τράπεζας της χώρας
έως ότου, ως μέλος της παράταξης Timoschenko, αφιερώθηκε αποκλειστικά
και μόνο στην πολιτική του καριέρα.

Πρόκειται λοιπόν για έναν τυπικό «περιφερειακό αντιπρόσωπο», ο οποίος ανταποκρίνεται στο είδος των ανθρώπων που θα ήθελε η διεθνής χρηματοπιστωτική ελίτ να κυβερνούν τις χώρες επιρροής της.
Η άνοδος του άλλωστε στην εξουσία θυμίζει την τοποθέτηση του Monti στην
Ιταλία – του πρώην στελέχους της Goldman Sachs, συμπατριώτη και
συναδέλφου στη Goldman του διοικητή της ΕΚΤ. Ο κύριος στόχος του, με τη
βοήθεια του συμπατριώτη του, ήταν η διάσωση των τραπεζών και του
χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ιταλίας, εις βάρος φυσικά των Ιταλών
και Ευρωπαίων φορολογουμένων.

Αντίστοιχα λειτούργησε και ο αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος τοποθετήθηκε για να διασώσει τις μεγάλες τράπεζες της υπερδύναμης, κοινωνικοποιώντας τα χρέη τους.
Επίσης την ίδια «αποστολή» φαίνεται να είχε και ο Έλληνας «μεταβατικός
πρωθυπουργός» (Λ. Παπαδήμος), ένα άλλο τραπεζικό στέλεχος με προϋπηρεσία
στην Goldman – ο οποίος αμείφτηκε αργότερα με μία άλλη τιμητική θέση,
πιθανότατα από την παγκόσμια ελίτ.

Επιστρέφοντας στον Jazenjuk, η τυπική παραίτηση του πριν μερικές
εβδομάδες δεν είχε καμία σχέση με το ειλικρινές ενδιαφέρον του για τους
ουκρανούς πολίτες. Η βασική αιτία ήταν η απόρριψη ενός νομοσχεδίου
του, μέσω του οποίου θα γινόταν δυνατό το άνοιγμα των ουκρανικών αγωγών
στους διεθνείς επενδυτές,
τους οποίους υπηρετεί πιστά.
Φυσικά δεν το κρύβει, αφού από την ιστοσελίδα του προσωπικού του ιδρύματος (Open Ukraine), φαίνεται πως χρηματοδοτείται από το ΝΑΤΟ,
από το βρετανικό ελιτίστικο κλαμπ Chatham House, από την αμερικανική
«δεξαμενή σκέψης» National Endowment for Democracy, καθώς επίσης από τη
σουηδική Swedbank.

Περαιτέρω, για τους ουκρανούς επιχειρηματίες, ο Jazenjuk θεωρείται ύποπτος. Ειδικά για το σημερινό πρόεδρο (Poroschenko), ο οποίος έχει μεγάλα οικονομικά συμφέροντα στη Ρωσία –
με αποτέλεσμα «να βάλει πολλές φορές στη θέση του» τον Jazenjuk, όταν
αναφερόταν με υψηλούς τόνους εναντίον της γειτονικής χώρας.

Εν τούτοις, ο Jazenjuk είναι μέχρι στιγμής ο άνθρωπος, τον οποίο θέλουν οι Αμερικανοί. Η πιθανότερη αιτία είναι το ότι διαθέτει όλες
εκείνες τις προϋποθέσεις που χρειάζεται η ελίτ, για τη διενέργεια ενός
χρηματοπιστωτικού πολέμου: με στόχο τη Ρωσία και την Κίνα
, έτσι ώστε
να διασωθούν το δολάριο και η αμερικανική οικονομία, στην οποία
κυριαρχεί η ελίτ. Η Ουκρανία βέβαια ευρίσκεται στα πρόθυρα της
χρεοκοπίας – παρά το ότι το δημόσιο χρέος, ως προς το ΑΕΠ της, είναι
σχετικά χαμηλό (γράφημα).
 .
Ουκρανία – κρατικό χρέος προς ΑΕΠ (ως ποσοστό επί του ΑΕΠ).

Ουκρανία – κρατικό χρέος προς ΑΕΠ (ως ποσοστό επί του ΑΕΠ).

Το εξωτερικό χρέος της όμως έχει αυξηθεί δραματικά (γράφημα), το νόμισμα της έχει σχεδόν καταρρεύσει, ο εμφύλιος πόλεμος έχει ζημιώσει σε μεγάλο βαθμό την οικονομία, ενώ η ενεργειακή της «τιμωρία» από τη Ρωσία, της δημιουργεί ήδη μεγάλα προβλήματα.
 .
Ουκρανία – η εξέλιξη του εξωτερικού χρέους της χώρας.

Ουκρανία – η εξέλιξη του εξωτερικού χρέους της χώρας.

 .
Ο ρόλος τώρα της γερμανίδας καγκελαρίου δεν είναι εμφανής, με εξαίρεση το ότι έχει τοποθετηθεί απροκάλυπτα και εξ ολοκλήρου υπέρ της αμερικανικής πολιτικής στην περίπτωση της Ουκρανίας.
Το ίδιο συνέβη και στο Ιράκ, όπου εντελώς παραδόξως αποφασίστηκε η
αποστολή όπλων στους Κούρδους. Για πρώτη φορά λοιπόν στην πρόσφατη
ιστορία της η Γερμανία στέλνει επίσημα όπλα, σε μη ελεγχόμενες
στρατιωτικές ομάδες, παρά το ότι γνωρίζει, μέσω των Η.Π.Α, τα
αποτελέσματα τέτοιων ενεργειών για τη χώρα της.
Ολοκληρώνοντας, φαίνεται πως οι Ουκρανοί Πολίτες, εάν τελικά δεν
ξεσπάσει ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, θα ζουν για πολλά χρόνια κάτω
από την ηγεσία ξένων
. Θα μετατραπούν λοιπόν σε προτεκτοράτο, όπως η
Ελλάδα – αφού προηγουμένως κατατμηθεί η χώρα, ενδεχομένως κατά το
παράδειγμα της Κύπρου. Πιθανότατα βέβαια δεν θα συμφωνήσει η Ρωσία, η
οποία δεν θέλει το ΝΑΤΟ σε απόσταση αναπνοής από τα σύνορα της – οπότε
οι εξελίξεις δεν μπορούν να προβλεφτούν.
.

Η ολλανδική τραγωδία

Στην Ολλανδία τώρα, στην οποία το ιδιωτικό χρέος έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο ρεκόρ, ενώ απειλείται με την έκρηξη της φούσκας των ακινήτων (άρθρο), η κρίση της Ουκρανίας έχει δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στους αγρότες.
Ειδικότερα, η ρωσική απαγόρευση εισαγωγής λαχανικών από τις χώρες της
ΕΕ οδηγεί πολλές γεωργικές επιχειρήσεις στη χρεοκοπία, ενώ έχει μεγάλες
επιπτώσεις και στους δανειστές τους: κυρίως στην Rabobank, η οποία είναι παραδοσιακά ο μεγαλύτερος χρηματοδότης τους (έχει δανείσει συνολικά 7 δις € στους αγρότες της χώρας).
Αυτοί που έχουν επηρεαστεί περισσότερο είναι οι παραγωγοί ντομάτας (θεωρείται ως «το διαμάντι του στέμματος» της ολλανδικής αγροτικής καλλιέργειας),
πιπεριάς και αχλαδιών. Δυστυχώς για τους αγρότες, οι κυρώσεις
επιβλήθηκαν σε μία εποχή, όπου ο αγροτικός τομέας της χώρας προσπαθεί να
αντιμετωπίσει τα προβλήματα της γενικότερης ύφεσης στη χώρα και στην
ΕΕ, τα οποία είχαν ήδη προκαλέσει μία σειρά χρεοκοπιών.
Η ΕΕ υποσχέθηκε βέβαια να ενισχύσει τους αγρότες με 125 εκ. €, για σοδειές που καταστρέφονται ή σαπίζουν. Από την άλλη πλευρά, η ολλανδική κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα ενίσχυσης της μερικής απασχόλησης στη γεωργία –
μέσω του οποίου οι εργοδότες λαμβάνουν κρατικές επιδοτήσεις, όταν
περιορίζουν το χρόνο εργασίας, έτσι ώστε να μην παράγονται προϊόντα που
είναι αδύνατον να πουληθούν.
Ευτυχώς βέβαια, το εμπορικό ισοζύγιο της Ολλανδίας (Εξαγωγές –
Εισαγωγές) είναι θετικό (γράφημα), ενώ ο αγροτικός τομέας αποτελεί ένα
μικρό μόνο μέρος της οικονομίας της. Εν τούτοις, οι χρεοκοπίες έχουν αλυσιδωτά αποτελέσματα, τα οποία δεν είναι τόσο εύκολο να προσδιοριστούν.
 .
Ολλανδία – η εξέλιξη του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας.

Ολλανδία – η εξέλιξη του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας.

 .
Για την Ελλάδα βέβαια τα αποτελέσματα ίσως αποδειχθούν δυσμενέστερα, σε σχέση με την Ολλανδία – επειδή το κράτος αδυνατεί να βοηθήσει, ενώ οι τράπεζες συνεχίζουν να μειώνουν το δανεισμό τους προς την πραγματική οικονομία.
.

Η αντιδράσεις στην Ισπανία

Οι αγρότες της Καταλονίας διαδήλωσαν εναντίον των κυρώσεων που
επέβαλλε η ΕΕ στη  Ρωσία, απορρίπτοντας τα μέτρα στήριξης της γεωργίας
που ανακοίνωσε η Κομισιόν. Η αιτία είναι ο φόβος τους, σχετικά με το
ότι τα χρήματα δεν θα φτάσουν στους ίδιους επειδή, με βάση την εμπειρία
τους, οι ενισχύσεις καταλήγουν στους ενδιάμεσους εμπόρους,
στους κεντρικούς παραγωγούς (συσκευαστές) και στα ασφαλιστικά ταμεία.
Το εμπορικό όμως ισοζύγιο της χώρας είναι αρνητικό (γράφημα), όπως και τα υπόλοιπα οικονομικά της μεγέθη (ανάλυση) – οπότε οι επιπτώσεις της κρίσης στην Ουκρανία θα είναι μεγαλύτερες, συγκριτικά με την Ολλανδία.
 .
Ισπανία – η εξέλιξη του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας.

Ισπανία – η εξέλιξη του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας.

 .

Αντιδράσεις υπήρξαν και σε άλλα μέρη της Ισπανίας,
όπως στη Γρανάδα, στην οποία οι αγρότες έριξαν τόνους πατάτες μπροστά
από ένα Σουπερμάρκετ. Στην Ελλάδα βέβαια δεν διαπιστώθηκε κάτι ανάλογο, αφού οι αγρότες διαδηλώνουν «παραδοσιακά» το Φεβρουάριο, ο οποίος αργεί ακόμη.

.

© Copyright 2014 — Analyst.gr. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση / αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των εκδοτών..

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO23 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO52 λεπτά πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

Δημοφιλή