Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Κύπρος: Ενοχλημένη η Μόσχα από προεδρικό σύμβουλο

Δημοσιεύτηκε στις

«Όταν τα συμπεράσματα αντιβαίνουν στα γεγονότα»

Russian embassy & flag in Nicosia 1a LLΛευκωσία: Το εν λόγω βιβλίο αποτελεί συνέχεια των έμμονων προσπαθειών του κ. Μ. Δρουσιώτη να ξαναγράψει ιστορίες των πάντων που έχουν σχέση με το Κυπριακό. Αυτή τη φορά ψάχνει για «ιστορικά λάθη» εντός της τραγικής για την Κύπρο περιόδου του 1974 και των μετέπειτα ετών. Το ψάξιμό του τον οδηγεί σε μια σειρά παράλογα και αναπόδεικτα «συμπεράσματα»: «η προβολή του πραξικοπήματος -και όχι της εισβολής- ως επιχείρησης του ΝΑΤΟ ήταν επινόηση της σοβιετικής προπαγάνδας» (σ. 584), «η θεωρία της νατοϊκής συνωμοσίας είναι απόρροια της σοβιετικής προπαγάνδας» (σ.11), η ΕΣΣΔ έκανε «διπλό παιχνίδι» (υπότιτλος του βιβλίου), «εξώθησε την τουρκική εισβολή» (σ. 584), «επιδίωκε τη διαιώνιση του προβλήματος» (σ. 586), «εμπέδωσε την αντίληψη στους Ελληνοκυπρίους, ανεξαρτήτως ιδεολογικής απόχρωσης, ότι αποτελεί ένα σταθερό και ειλικρινή φίλο της Κυπριακής Δημοκρατίας… που παραμένει ακλόνητη μέχρι τις μέρες μας» (σ. 584) κ.ο.κ.
Πιστεύουμε ότι το πραξικόπημα και η εισβολή αποτέλεσαν δύο πράξεις της τραγωδίας της Κύπρου που συνεχίζεται μέχρι σήμερα και ότι το πραξικόπημα χρησιμοποιήθηκε ως αφορμή για την εισβολή. Ενώ ο ισχυρισμός ότι η Μόσχα δήθεν επέβαλε για πολλές δεκαετίες την αντίληψή της στους Ελληνοκυπρίους, προκαλεί αμφιβολία για την ικανότητα του συγγραφέα να σκέφτεται ρεαλιστικά. Κρίμα που δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι στη βάση των φιλικών αισθημάτων των Κυπρίων προς τη χώρα μας δεν βρίσκονται οι παραμυθένιες ιδεολογικές δυνατότητες της πρώην ΕΣΣΔ, αλλά η προσηλωμένη στις αρχές θέση της Μόσχας για το Κυπριακό, που πάντα ήταν υπέρ της ανεξαρτησίας, κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Το πώς «αποδεικνύει» τις «ανακαλύψεις» του ο συγγραφέας δείχνει ότι δεν είναι ιστορικός, αλλά ερευνητής-ερασιτέχνης «με πείρα», που δεν γνωρίζει την επιστημονική μεθοδολογία των ιστορικών μελετών και τις αρχές ιστορισμού και αμεροληψίας, δεν ξέρει να αναλύει και να αξιολογεί τα γεγονότα. Παρουσιάζει τα επινοημένα «συμπεράσματά» του ως δεδομένα, αλλά δεν είναι σε θέση να τα τεκμηριώσει. Αν και καταβάλλει προσπάθειες -κατά το πλείστον άκαρπες- μόνο για να προσαρμόσει σε αυτά τις «αποδείξεις», που δεν πείθουν και σε αρκετές περιπτώσεις επιβεβαιώνουν ακριβώς το αντίθετο. Ως αποτέλεσμα, τα «συμπεράσματά» του έρχονται σε ολοφάνερη αντίθεση με την πραγματικότητα.
Έτσι, τη θέση του ότι «την πιο ουσιαστική υποστήριξη στην Τουρκία την είχε δώσει η Σοβιετική Ένωση» (σ.102) ο συγγραφέας στηρίζει στο γεγονός ότι ο πρέσβης της Τουρκίας στη Μόσχα μετά τη συνάντηση που είχε στις 20 Ιουλίου 1974 με τον τότε ΥΠΕΞ ΕΣΣΔ Α. Γκρομίκο, εκτίμησε πως ο Σοβιετικός υπουργός «δέχθηκε την αιτιολόγηση της τουρκικής επέμβασης στην Κύπρο με κατανόηση» (σ.102).
Χαρακτηριστική απεικόνιση της «λογικής» του συγγραφέα αποτελεί η φράση: «Η Μόσχα έδωσε εμμέσως κάλυψη στην τουρκική εισβολή, αναφερόμενη στη «συνεχιζόμενη επίθεση εναντίον της κυπριακής ανεξαρτησίας εκ μέρους του ελληνικού στρατού» και λέγοντας ότι «η ελληνική επίθεση» έγινε με την υποστήριξη «συγκεκριμένων κύκλων του ΝΑΤΟ», υπονοώντας σαφέστατα τις ΗΠΑ» (σ.113). Ισχυρίζεται ότι «η Μόσχα τοποθετήθηκε απερίφραστα υπέρ της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο» (σ.104) και δεν βλέπει ότι οι ισχυρισμοί του αντιβαίνουν στις «ανησυχίες» που ο Α. Γρομίκο «εξέφρασε… σε τρία σημεία»: «σενάριο διχοτόμησης», «ζήτημα… απόσυρσης των τουρκικών δυνάμεων από την Κύπρο» και θέμα της «τουρκικής δέσμευσης για την αποκατάσταση της «νόμιμης κυβέρνησης» της Κύπρου» (σ.102-103).
Με την ίδια «λαμπρή λογική» βγάζει το «συμπέρασμα» ότι το περιεχόμενο των επιστολών του Λ. Μπρέζνιεφ στον Ρ. Νίξον» του Ιουλίου 1974 «επιβεβαίωνε τη σοβιετική προσέγγιση ότι το πρόβλημα της Κύπρου ήταν μόνον το ελληνικό πραξικόπημα και ότι η Τουρκία, με την επέμβασή της, ματαίωσε τα ελληνικά σχέδια προσάρτησης του νησιού» (σ.117). Και δεν τον ενοχλεί το γεγονός ότι στην πραγματικότητα αυτό το «συμπέρασμα» δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των επιστολών του Λ. Μπρέζνιεφ και δεν συνδυάζεται με την παραδοχή του συγγραφέα ότι «πολλές φορές στο παρελθόν η Μόσχα είχε προειδοποιήσει την Άγκυρα και την Αθήνα ότι δεν θα αποδεχόταν αλλαγή του καθεστώτος της Κύπρου» και «δεν θα παραμένει αδιάφορη σε ενέργειες εχθρικές προς την ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου» (σ.46).
Ο ρόλος της Σοβιετικής Ένωσης αποτελεί ένα από τα βασικά αντικείμενα που το βιβλίο επιχειρεί να ανασκευάσει. Όμως ο συγγραφέας στηρίζεται «κατά κύριο λόγο σε πρωτογενείς πηγές πληροφοριών που άντλησε από τα εθνικά αρχεία των ΗΠΑ και της Βρετανίας», γιατί δεν είχε πρόσβαση στα αρχεία της Σοβιετικής Ένωσης «λόγω γλώσσας» (σ.11). Σημειώνουμε ότι η μη χρησιμοποίηση, «λόγω γλώσσας», των γνήσιων σοβιετικών εγγράφων στάθηκε ένας από τους παράγοντες που προσδιόρισαν τον μονόπλευρο χαρακτήρα του βιβλίου.
Παράλληλα διερωτώμαστε για ποιον λόγο ο συγγραφέας παραγνωρίζει π.χ. τα σχετικά πορίσματα της Βουλής των Ελλήνων και της Βουλής των Αντιπροσώπων; Απαντάμε: για το λόγο ότι δεν εξυπηρετούν τον «ανατρεπτικό» του στόχο.
Παρά τις «ανατρεπτικές» προσπάθειες του συγγραφέα παραμένει γεγονός ότι η νατοϊκή συνωμοσία κατά της Κύπρου έλαβε χώρα. Ο σοβιετικός πρέσβης στη Λευκωσία, ήδη τον Δεκέμβριο του 1971, πρώτος προειδοποίησε τον Πρόεδρο Μακάριο ότι το ΝΑΤΟ αποφάσισε να δοθεί λύση στο Κυπριακό το γρηγορότερο δυνατόν και αυτή να είναι προς το συμφέρον της συμμαχίας, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο της ανατροπής του ίδιου του Μακαρίου. Το γεγονός ότι η απόφαση του ΝΑΤΟ ήταν γνωστή στη σοβιετική πλευρά καθιστά αμφίβολο τον ισχυρισμό του συγγραφέα ότι «οι εξελίξεις» που είχαν σχέση με το πραξικόπημα «έχουν αιφνιδιάσει» τον Χ. Κίσινγκερ, τον «πανίσχυρο» υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ (σ. 47), της χώρας που ηγείται του ΝΑΤΟ. Ενώ το έγγραφο του ΓΓ του ΝΑΤΟ Γ. Λουνς ημερομηνίας 12/7/1974, με το οποίο ο τελευταίος συμμερίζεται την απόφαση του ΥΦΥΠΕΞ των ΗΠΑ Τζ. Σίσκο για υποστήριξη των τουρκικών στρατευμάτων κατά την απόβασή τους κατά τη βίαιη ανατροπή του Μακαρίου αποδεικνύει αδιάψευστα ότι το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και η Βρετανία όχι απλώς γνώριζαν εκ των προτέρων για το πραξικόπημα, αλλά και είχαν εγκρίνει την τουρκική εισβολή. Το επιβεβαιώνουν και άλλα έγγραφα, π.χ. το από την 15/7/1974 τηλεγράφημα του Αμερικανού πρέσβη στη Λευκωσία προς το Χ. Κίσινγκερ.
Ορισμένα γεγονότα της «realpolitic των ΗΠΑ», όπως η άρνησή τους «να τοποθετηθούν με ευθύτητα στο ζήτημα αναγνώρισης ή μη του Μακαρίου και στη σχέση της αμερικάνικης κυβέρνησης με το νέο καθεστώς στην Κύπρο» (σ.59), από μόνα τους διαψεύδουν μια σειρά θέσεις του βιβλίου. Όμως ο συγγραφέας που χωρίς δισταγμούς κατηγορεί την ΕΣΣΔ για το δήθεν «διπλό παιχνίδι» της, όταν αναφέρεται στη σχέση των ΗΠΑ με το πραξικοπηματικό καθεστώς της Κύπρου, γίνεται διστακτικός και ντρέπεται να πει «τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη». Παρά τη δική του παραδοχή ότι αυτή η σχέση «ερμηνεύθηκε από τον αμερικανικό Τύπο ως έμμεση στήριξη στο καθεστώς Σαμψών» (σ.59), προσποιείται πος δεν βλέπει ότι η άρνηση των ΗΠΑ να καταδικάσουν το καθεστώς του Σαμψών και να συμβάλουν στην επιστροφή του Μακαρίου αποδεικνύει ότι «διπλό παιχνίδι» δεν έκανε η Μόσχα, αλλά η Ουάσινγκτον. Η «διττή» στάση των ΗΠΑ μπορεί να ερμηνευθεί μόνον ως ανεκτική προς το πραξικόπημα. Και μήπως ακριβώς αυτή η αμερικανική ανεκτικότητα «εξώθησε» την τουρκική εισβολή;
Είναι αξιολύπητος ο απρεπής τρόπος, με τον οποίο παρουσιάζονται τα στοιχεία για τη βοήθεια που παρείχαν στην Κύπρο οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ (σ.280). Μήπως ο συγγραφέας δεν πήγε σχολείο και δεν ξέρει πως τα δολάρια (περίπτωση αμερικανικής βοήθειας) δεν συγκρίνονται με τόνους και κουτιά (περίπτωση σοβιετικής βοήθειας); Εκτός απ’ αυτό, αναφέρει στοιχεία που αφορούν την αμερικανική βοήθεια «μεταξύ του 1974 και του 1975» και «από 1976 μέχρι το 1981» και τα αντιπαραβάλλει σε εκείνα της σοβιετικής βοήθειας «για την ανακούφιση των προσφύγων», για την οποία ο πρέσβης της ΕΣΣΔ ανακοίνωσε στις 5 Σεπτεμβρίου 1974. Καταλαβαίνει ο ίδιος ο συγγραφέας για σοβιετική βοήθεια ποιάς περιόδου γράφει; Πρόκειται για μια πολύ μικρή περίοδο και αν έκανε τον κόπο να μεταφράσει τους τόνους σε δολάρια, θα έβλεπε ότι βιάστηκε να χαρακτηρίσει τη σοβιετική βοήθεια «μηδαμινή».
Ο συγγραφέας βάσιμα προβλέπει ότι «αυτή η υπόθεση εργασίας θα προκαλέσει αντιδράσεις» (σ.11), όμως κάνει λάθος ισχυριζόμενος ότι θα τις προκαλέσει «διότι είναι ανατρεπτική» (σ.11). Προκαλεί έντονες αρνητικές αντιδράσεις διότι αποτελεί μιαν αδέξια και ατελέσφορη προσπάθεια παραχάραξης ιστορίας. Δεν είναι σοβαρή επιστημονική μελέτη, αλλά στην καλύτερη των περιπτώσεων μια ογκώδης αλλά αναξιόπιστη δημοσιογραφική υπόθεση.
Πιστεύουμε ότι αυτό που ξεχωρίζει μέσα από το βιβλίο είναι μόνον το θράσος (όχι η τόλμη, όχι το θάρρος, αλλά ακριβώς το θράσος), με το οποίο ο συγγραφέας ανέλαβε να επιχειρήσει «να ανασκευάσει την επικρατούσα άποψη για το πραξικόπημα και την εισβολή όσον αφορά στον ρόλο των μεγάλων δυνάμεων» (σ.10), χωρίς να διαθέτει έστω και στοιχειώδεις απαραίτητες προϋποθέσεις να το πετύχει. Τα «ανατρεπτικά συμπεράσματα» του συγγραφέα αποτελούν καρπούς της φαντασίας του και ως εκ τούτου αντιβαίνουν στα γεγονότα.
Η προσπάθεια του συγγραφέα να απενοχοποιήσει τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ μπορεί να θεωρηθεί λογική συγκυριακά, γιατί αντικατοπτρίζει τον σημερινό επαναπροσδιορισμό της εξωτερικής πολιτικής της Κύπρου. Αλλά η κακοφτιαγμένη προσπάθειά του να κηλιδώσει την ΕΣΣΔ φαίνεται παράξενη, γιατί δεν συμβαδίζει με επανειλημμένες δηλώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας ότι ο επαναπροσδιορισμός αυτός δεν θα πραγματοποιείται σε βάρος των σχέσεων με τους παραδοσιακούς φίλους της Κύπρου, στους οποίους ανήκει η χώρα μας.
Τα αίτια του συγγραφέα είναι ολοφάνερα και δεν μας απασχολούν. Το μόνο που μας ενοχλεί, σε σχέση με το άκρως χαμηλού επιστημονικού επιπέδου και απαράδεκτο πολιτικά βιβλίο του, είναι το γεγονός ότι δεν γράφτηκε από έναν ερασιτέχνη γραφομανή, αλλά από ειδικό συνεργάτη του Προέδρου της Δημοκρατίας. Είναι τυχαίο;
Η Πρεσβεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Κυπριακή Δημοκρατία

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO14 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός15 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις15 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO15 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO15 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή