Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Απαραίτητη η διαφύλαξη και η ενδυνάμωση των Ελληνορωσικών σχέσεων

Δημοσιεύτηκε στις

Νίκος Σταματάκης
Νέα Υόρκη
Καθώς κορυφώνεται η αντιπαράθεση της Δύσης με την Ρωσία είναι η καταλληλότερη στιγμή να ειπωθούν μερικές αλήθειες για τις ελληνορωσικές σχέσεις.  Τα εναύσματα πολλά: tις ώρες που γράφονταν οι γραμμές αυτές η Γερμανία διαπραγματεύονταν μυστικά με την Ρωσία μια συμφωνία για το τέλος της κρίσης στην Ουκρανία…
Και το Ισραήλ – που εξακολουθεί λαμβάνει ανυπολόγιστη οικονομική και στρατιωτική βοήθεια από τις ΗΠΑ ενώ τις αψηφά στο διπλωματικό πεδίο – ήδη από καιρό έχει παραχωρήσει μερίδιο σε θαλάσσια οικόπεδα του στην Γκαζπρόμ. Στις συνθήκες αυτές – που σαφώς αποκαλύπτουν την αποδυνάμωση της αμερικανικής παρουσίας στην ευρύτερη περιοχή στα πλαίσια της παγκόσμιας στροφής προς ένα πολυπολικό σύστημα –  η Ελλάδα δεν έχει δικαίωμα να διστάσει και δεν έχει τίποτα να φοβηθεί στην πορεία προς μια ελληνορωσική προσέγγιση (εκτός ίσως από τους Εφιάλτες που ευδοκιμούν πάντοτε στην πολιτική ηγεσία της)… Απο το φυσικό αέριο στον τουρισμό και τις εξαγωγές και από την αμυντική συνεργασία στις μεταφορές, τα ελληνορωσικά συμφέροντα είναι πολλαπλά και πολύπλοκα και η διαφύλαξή τους απαιτεί σωστούς χειρισμούς.
Οι ελληνορωσικές σχέσεις διακρίνονται από μια εξαιρετική ιδιατερότητα, που πρωτίστως σχετίζεται με την απαράμιλλη γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας (και της Κύπρου) και την αναντικατάστατη διαχρονική αξία της για τα ρωσικά συμφέροντα τόσο ως διεξόδου στη Μεσόγειο όσο και ως συμμάχου έναντι ενός κοινού γεωστρατηγικού αντιπάλου, της Τουρκίας.  Πολλοί άλλοι παράγοντες (πολιτιστικοί, θρησκευτικοί, ιστορικοί, εμπορικο-οικονομικοί και κοινωνικοί) από την εποχή του Βυζαντίου, της Τουρκοκρατίας και, στα νεώτερα χρόνια, του Καποδίστρια και του Κολοκοτρώνη που συνεχίζονται ισχυροί έως τις ημέρες μας, προσδίδουν στις σχέσεις αυτές την σπάνια ιδιαιτερότητά τους.  Η πρωτοκαθεδρία ανήκει ωστόσο στον γεωστρατηγικό παράγοντα, την βασική αιτία των προβλημάτων αλλά και των ωφελημάτων και προνομίων και ουσιαστικού πλούτου του Ελληνισμού…
Η πρώτη αλήθεια που διαφεύγει συχνά την προσοχή των περισσοτέρων αναλυτών είναι απλή, γνωστή και παραδεκτή σε Ανατολή και Δύση: η Ρωσία έχει καταστήσει σαφές πρός όλους τους διεθνείς παράγοντες από την εποχή της Συνθήκης της Λωζάνης για το καθεστώς των Στενών και την Συμφωνία της Γιάλτας (με την περίφημη χαρτοπετσέτα του Τσόρτσιλ προς τον Στάλιν) ότι έχει κατοχυρώσει ένα ποσοστό επιρροής στον ελληνικό χώρο και ειδικά στο Αιγαίο.  Το εάν το ποσοστό αυτό είναι 10% ή 20% δεν έχει και τόση σημασία.  Σημασία έχει ότι η αμφισβήτησή του δεν είναι δυνατόν σε καμία περίπτωση να γίνει αποδεκτή από τη Μόσχα με τον ίδιο τρόπο που δεν έγινε αποδεκτή η «προέλαση» των Δυτικών στη Συρία και στην Ουκρανία.
Το γεγονός αυτό είχε πολύ πρακτικά – και κυριολεκτικά αξιοθαύμαστα – αποτελέσματα από το 1974 έως σήμερα.  Α) Στη δεκαετία του 1970, μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου, η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή παραχώρησε στην τότε Σοβιετική Ενωση διευκολύνσεις στο Νεώριο Σύρου και αγκυροβόλιο για το σοβιετικό στόλο δυτικά της Κρήτης – σε απόσταση αναπνοής μάλιστα από την αμερικανική βάση της Σούδας! Β) Αργότερα, με την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, η Ελλάδα έγινε και εξακολουθεί να είναι σήμερα Η ΜΟΝΗ δυτική χώρα και μέλος του ΝΑΤΟ (!!) που διαθέτει εξελιγμένα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα (πυράλους S-300, TOR-M1 κλπ.) αλλά και τα περίφημα αερόστρωμνα πλοία Zubr.  Τα οπλικά αυτά συστήματα θεωρούνται ζωτικής σημασίας για την ελληνική άμυνα.
Το γεγονός ότι όλα τα παραπάνω κατέστησαν δυνατά καταδεικνύει του λόγου το αληθές, ότι δηλαδή ένα σημαντικό ποσοστό ρωσικής επιρροής στην Ελλάδα είναι δεδομένο και έχει γίνει αποδεκτό στη Δύση. Εάν τούτο δεν ίσχυε, οι γνωστοί δυτικοί κύκλοι θα είχαν βρει τρόπο να ακυρώσουν τις συναλλαγές αυτές.  Κάτι το οποίο έπραξαν στην υπόθεση του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης, οπότε χρησιμοποίησαν τα ανδρείκελά τους στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία για τη ματαίωσή του… Θα μείνει στην ιστορία η προεκλογική ομιλία του Γιώργου Παπανδρέου στην Αλεξανδρούπολη το 2009, όπου εξήγγειλε την ματαίωση του αγωγού για …περιβαλλοντικούς λόγους.  Προφανώς εκτιμήθηκε στη Δύση ότι ο αγωγός αυτός υπερβαίνει τα συμφωνηθέντα ποσοστά επιρροής και επιπλέον εμποδίζει άλλους σχεδιασμούς. Μόνο που οι γνωστοί «κύκλοι» στην έξαρσή τους να υπερασπίσουν τα δυτικά συμφέροντα, υπερέβησαν κάθε έννοια νομιμότητας και έφθασαν στο σημείο ακόμα και να αποπειραθούν την δολοφονία του Κώστα Καραμανλή, εκλεγμένου πρωθυπουργού της χώρας.  Και τούτο είναι κάτι που η ελληνική ηγεσία και ο ελληνικός λαός δεν πρέπει ούτε να το ξεχνά, ούτε και να το αφήνει αναπάντητο.
Η καλύτερη απάντηση δεν είναι άλλη από την παραχώρηση στη Ρωσία τμήματος των ελληνικών σιδηροδρόμων στη Βόρεια Ελλάδα μαζί με το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, εφόσον δημιουργηθούν έντονες κοινοτικές αντιρρήσεις ή άλλα εμπόδια για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης.  Το σπουδαιότερο κεφάλαιο της Ελλάδας – όπως άλλωστε περίτρανα απέδειξε η κινεζική επένδυση στον Πειραιά – είναι η γεωστρατηγική της θέση.  Και είναι απαραίτητο για την προώθηση των συμφερόντων της χώρας και για την επιβίωση του Ελληνισμού να παραχωρούνται προς όλες τις δυνάμεις που έχουν συμφέρον τα δικαιώματα χρήσης με τα κατάλληλα ανταλλάγματα – και όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτικά ή στρατιωτικά ή άλλα.
Η ελληνοκινεζική συνεργασία έχει ήδη αποδώσει στην Ελλάδα, άμεσα ή έμμεσα, πολλαπλάσια πολιτικά και οικονομικά οφέλη από τα μισθώματα του λιμανιού του Πειραιά.  Δεν είναι πλέον μυστικό ότι η Κίνα επέβαλλε στην Γερμανία την διάσωση της Ελλάδας και την παραμονή της στο ευρώ  (κατά την επίσκεψη της Μέρκελ στο Πεκίνο πριν δύο χρόνια τον Αύγουστο του 2012).  Τότε η κα. Μέρκελ αναχωρούσα έκανε σαφέστατες δηλώσεις ότι η Ελλάδα παραμένει στο ευρώ, που σηματοδότησαν την οριστική στροφή στο ελληνικό θέμα. Μπορεί οι κινεζικοί υπολογισμοί να ήταν ευρύτεροι, ωστόσο η επένδυση στην Ελλάδα σαφώς έπαιξε ρόλο. Η παραχώρηση στην Ρωσία προσβάσεων στη Βόρεια Ελλάδα – εκτός από τα σπουδαία οικονομικά οφέλη – θα βάλει οριστικά και τελεσίδικα ταφόπλακα στις τουρκικές διεκδικήσεις στη Θράκη και το Αιγαίο. Παρενθετικώς να σημειώσουμε ότι η ευρεία συνεργασία Ρωσίας με Κίνα έχει πολλές φανερές και κρυφές επιπτώσεις στα σχεδιαζόμενα επί του ελληνικού χώρου…
Και η συζητούμενη τώρα παραχώρηση νέας στρατιωτικής βάσης στις ΗΠΑ στην Κρήτη για μη επανδρωμένα αεροπλάνα (drones) δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να γίνει χωρίς τα  κατάλληλα ανταλλάγματα – και οι ιδέες είναι πάρα πολλές..  Η Ελλάδα στάθηκε πάντοτε – και μάλιστα στις κρισιμότερες στιγμές – στο πλευρό της Δύσης, θυσιάζοντας μάλιστα ποταμούς αίματος των παιδιών της.  Ακόμα και χωρίς τις θυσίες αυτές θα είχε το δικαίωμα να ζητά ανταλλάγματα. Αλλά στην ελληνική περίπτωση το ουσιαστικό δικαίωμα ενισχύεται και πολλαπλασιάζεται από το ηθικό δικαίωμα.  Πόσες άραγε χώρες στον κόσμο μπορούν να ισχυρισθούν κάτι τέτοιο;  Πέρασαν πολλές δεκαετίες – και αρκετές προδοσίες σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων – για να κατανοήσουν οι μαθητευόμενοι μάγοι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ότι η Τουρκία ήταν πάντοτε και εξακουθεί να είναι αναξιόπιστος σύμμαχος. Μόνον τον τελευταίο καιρό φαίνεται ότι αναγκάσθηκαν εκ των πραγμάτων να αλλάξουν στάση.  Πρέπει όπως τώρα να αποδείξουν έμπρακτα και με τα ανάλογα ανταλλάγματα ότι αναγνωρίζουν την διαφορά…
Το κυριώτερο από τα ανταλλάγματα αυτά είναι ο σεβασμός από όλους των κυριαρχικών δικαιωμάτων της, της εδαφικής της ακεραιότητας και της γεωστρατηγικής της θέσης – λόγω της οποίας είναι προορισμένη να παίζει καίριο ρόλο στην παγκόσμια ασφάλεια.  Με απλά λόγια, ναι, είμαστε μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, ναι εξυπηρετούμε με μύριους τρόπους τα δυτικά συμφέροντα ΑΛΛΑ σε καμία περίπτωση δεν ξεγράφουμε φιλικούς δεσμούς αιώνων με αδελφικούς λαούς όπως ο ρωσικός.  Και σε καμία περίπτωση, η προνομιακή εξυπηρέτηση των δυτικών συμφερόντων δεν ισοδυναμεί με μονοπώληση των δικαιωμάτων χρήσης και διέλευσης στην ελληνική επικράτεια.
Ας κλείσουμε το κείμενο αυτό με την κατάρριψη ενός ακόμα μύθου για τις ελληρωσικές σχέσεις, του μύθου ότι δήθεν δεν υπάρχει ευρεία πολιτική, διακομματική συμφωνία για τιςς σχέσεις αυτές.  Το ακριβώς αντίθετο είναι η αλήθεια, ειδικά στην περίοδο της μεταπολίτευσης, οπότε επικρατεί ευρεία, ευρύτατη, συναίνεση για το ζήτημα αυτό.  Οχι μόνο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής παρεχώρησε τα προαναφερθέντα δικαιώματα στο σοβιετικό ναυτικό αλλά και ο Ανδρέας Παπανδρέου τον ξεπέρασε με το θέμα της προμήθειας φυσικού αερίου από την τότε Σοβιετική Ενωση.  Οταν μάλιστα οι Αμερικανοί του προέβαλλαν αντιρρήσεις για το θέμα του φυσικού αερίου, ο Ανδρέας τους αποστόμωσε λέγοντας το περίφημο: «Φέρτε μου στα ελληνικά σύνορα αέριο σε καλύτερη τιμή και θα το αγοράσω από εσάς».
Η ευρεία πολιτική και δακομματική συμφωνία, από το ΚΚΕ έως την άκρα δεξιά για την ανάγκη ενίσχυσης των ελληνορωσικών σχέσεων συνεχίστηκε τις τελευταίες δεκαετίες (με τις αξιοσημείωτες εξαιρέσεις του Γιώργου Παπανδρέου και της Ντόρας Μπακογιάννη, γνωστών και μη εξαιρετέων «δακτύλων» της Ουάσιγκτον στην Ελλάδα, που έπραξαν ότι ήταν δυνατόν για να τις υποσκάψουν).  Είναι χαρακτηριστικό ότι τον περασμένο Μάιο, λίγο πριν τις ευρωεκλογές, βρέθηκαν ταυτόχρονα στη Μόσχα για επαφές αντιπροσωπείες του ΣΥΡΙΖΑ και της Χρυσής Αυγής!  Αλλά είναι ακόμα πιο σημαντικό ότι αυτή η ευρεία συναίνεση βασίζεται πάνω σε βαθειά αισθήματα φιλίας του ελληνικού λαού για το ρωσικό λαό:  συνεχείς δημοσκοπήσεις στις μέρες μας αποδεικνύουν ότι τα αισθήματα αυτά παραμένουν αμείωτα ακόμα και εν μέσω της θύελλας διεθνούς αντιρωσικής προπαγάνδας.
Διεθνείς σχέσεις που θεμελιώνονται σε τόσο βαθιά ιστορικά και πολιτιστικά ερείσματα, προωθούνται από μεγάλα οικονομικά, στρατιωτικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα και ενισχύονται από την ισχυρή θέληση των λαών, είναι άξιες σεβασμού από όλους.  Οσοι εσωτερικοί και διεθνείς παράγοντες δεν κατανοούν την απλή αυτή αλήθεια είναι καταδικασμένοι να διαπράξουν μεγάλα λάθη και να πληρώσουν βαρύ τίμημα, ανάλογα με τα τιμήματα που ήδη καταβάλλονται (πρωτίστως σε αίμα αθώων) σε άλλες περιοχές της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Μακριά από την Ελλάδα τέτοια τύχη…

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός6 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις17 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO18 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO48 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

Δημοφιλή