Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τα ‘ελληνικά’ νοσοκομεία της Γερμανίας

Δημοσιεύτηκε στις

ΓΙΑΤΡΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΠΟΥ ΒΡΗΚΑΝ… ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΤΟΥΣ

Οι Eλληνες γιατροί κατακλύζουν τη Γερμανία και αποσπούν επαίνους για την επιστημονική τους επάρκεια.

Η ελληνική «ομάδα» στο νοσοκομείο του Γκούμερσμπαχ: Αλέξιος Θεοδώρου, Θεοδώρα Κόττη, Σταύρος Χαρίστος, Μαρία Γεωργάκη, Αλεξάνδρα Τραπεζανίδου και Μάριος Μάμαλης.

Η ελληνική «ομάδα» στο νοσοκομείο του Γκούμερσμπαχ: Αλέξιος Θεοδώρου, Θεοδώρα Κόττη, Σταύρος Χαρίστος, Μαρία Γεωργάκη, Αλεξάνδρα Τραπεζανίδου και Μάριος Μάμαλης.
Μόνο στο κρατίδιο της Ρηνανίας – Βεστφαλίας εργάζονται σε νοσοκομεία και κλινικές περίπου 1.200 Ελληνες γιατροί, διαφόρων ειδικοτήτων. Μάλιστα, σε ορισμένα νοσηλευτικά ιδρύματα έχει ήδη σχηματιστεί μια ελληνική ιατρική «παροικία».
Στα χρόνια της κρίσης, η μετανάστευση αποτέλεσε για τους Ελληνες γιατρούς μια ελκυστική προοπτική. Στο γερμανικό σύστημα υγείας καταγράφονται αρκετές ελλείψεις σε προσωπικό, ενώ πολλά νοσοκομεία και κλινικές ήρθαν σε επαφή με Ελληνες επιστήμονες μέσα από ειδικές ημερίδες ενημέρωσης, αλλά και τη συνεργασία με εγχώριους φορείς.
Πρόσφατα, η υπουργός Υγείας του κρατιδίου, Μπάρμπαρα Στέφενς, σε εκδήλωση υποδοχής ιατρών, εκφράστηκε με τα πλέον θερμά λόγια: «Με τις ειδικές τους γνώσεις και τις πολύτιμες εμπειρίες τους, οι καλά εκπαιδευμένοι Ελληνες γιατροί συμβάλλουν στην περαιτέρω βελτίωση του ήδη υψηλού επιπέδου του γερμανικού συστήματος υγείας». Από το σύνολο των 9.400 αλλοδαπών ιατρών στο κρατίδιο της Ρηνανίας – Βεστφαλίας οι Ελληνες κατέχουν την πρώτη θέση με 12,1%, αφού 1.125 επιστήμονες εργάζονταν εκεί μέχρι τα τέλη του 2013. Μάλιστα, σε όλη τη Γερμανία έχουν εγκατασταθεί 2.847 γιατροί από την πατρίδα μας, οι περισσότεροι εκ των οποίων μετανάστευσαν μεσούσης της κρίσης.
«Oι διευθυντές κλινικών προσλαμβάνουν συνεχώς συμπατριώτες μας διότι όσοι έχουν περάσει άφησαν καλές εντυπώσεις ως ειδικευόμενοι» τονίζει ο Αλέξιος Θεοδώρου.

«Oι διευθυντές κλινικών προσλαμβάνουν συνεχώς συμπατριώτες μας διότι όσοι έχουν περάσει άφησαν καλές εντυπώσεις ως ειδικευόμενοι» τονίζει ο Αλέξιος Θεοδώρου.
Κερδίζουν τις εντυπώσεις
Καθόλου παράξενο, λοιπόν, να ακούγονται ελληνικά στους διαδρόμους των νοσηλευτικών ιδρυμάτων… Οπως στο Γενικό Περιφερειακό νοσοκομείο του Γκούμερσμπαχ κοντά στην Κολονία, όπου η ελληνική «παροικία» αριθμεί εννέα μέλη διαφόρων ειδικοτήτων. «Πράγματι οι Ελληνες έχουν καλό όνομα.
Στο νοσοκομείο μας υπάρχουν τμήματα όπου οι διευθυντές προσλαμβάνουν συνεχώς συμπατριώτες μας διότι όσοι έχουν περάσει άφησαν καλές εντυπώσεις ως ειδικευόμενοι. Ενας από τους λόγους που στη Γερμανία έρχονται αρκετοί Ελληνες είναι ότι δεν χρειάζονται ιδιαίτερες εξετάσεις και γραφειοκρατική διαδικασία για την άσκηση επαγγέλματος, καθώς και την αναγνώριση των ελληνικών πτυχίων.
Ο Γιάννης Γιαννακόπουλος εργάζεται εδώ και τέσσερα χρόνια στη Γερμανία.

Ο Γιάννης Γιαννακόπουλος εργάζεται εδώ και τέσσερα χρόνια στη Γερμανία.
Οι απολαβές είναι καλές και επιτρέπουν την αξιοπρεπή διαβίωση, ενώ υπάρχει και δυνατότητα εξέλιξης» επισημαίνει ο Αλέξιος Θεοδώρου, γενικός χειρουργός και… παλαιότερος της ελληνικής παροικίας στο νοσοκομείο του Γκούμερσμπαχ, το οποίο είναι αντίστοιχο του Θριασίου σε μέγεθος.
«Οι περισσότεροι είναι ευχαριστημένοι από την κατάσταση που επικρατεί εδώ, αν και σίγουρα μας λείπει η Ελλάδα. Πολλοί θα γυρνούσαν πίσω αν υπήρχε αντίστοιχη θέση. Ωστόσο, φαίνεται πως θα παραμείνουν, καθώς το γερμανικό σύστημα παρέχει ασφάλεια. Δεν σε απασχολούν τα μισθολογικά ζητήματα και μπορείς να ασχοληθείς απερίσπαστος με την εργασία σου, την ώρα που η επάρκεια σε υλικά και διαγνωστικά μέσα ακόμα και σε μικρά νοσοκομεία είναι εντυπωσιακή».
«Η Γερμανία δίνει πολλές ευκαιρίες σε επιστήμονες» λέει ο κ. Μάμαλης.

«Η Γερμανία δίνει πολλές ευκαιρίες σε επιστήμονες» λέει ο κ. Μάμαλης.
Με δεδομένη την έλλειψη γιατρών, το σύστημα είναι ανοικτό σε αλλοδαπούς, κυρίως Ευρωπαίους, ενώ και οι ασθενείς είναι εξοικειωμένοι. Οσο για την ελληνική «παροικία»; «Καμιά φορά όταν εφημερεύουμε μαζί, καταλήγουμε να μιλάμε ελληνικά σε μίνι ιατρικά συμβούλια», τονίζει ο κ. Θεοδώρου.
Σε διαφορετική κλινική εργάζεται ο γυναικολόγος Μάριος Μάμαλης, ο οποίος ταξίδεψε στη Γερμανία το 2011 για να κάνει την ειδικότητά του. «Ηρθα στη Γερμανία αφότου τελείωσα το Αριστοτέλειο και τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις. Αν και μετανάστευσα πριν από την παγίωση της κρίσης στην Ελλάδα, δεν ήταν αυτός ο βασικός λόγος. Αποφάσισα να έρθω εδώ μετά από παραινέσεις καθηγητών μου σχετικά με το υψηλό επίπεδο κατάρτισης. Πλέον μένουν δύο ακόμα χρόνια για την ολοκλήρωση της ειδικότητάς μου. Απαραίτητη προϋπόθεση για να εργαστώ στη Γερμανία ήταν η βελτίωση της γλώσσας, καθώς υπάρχει όριο για την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Χρειάστηκαν επτά μήνες για να βρω μια θέση, αφού δεν είναι πάντοτε εύκολο».
Επαγγελματική ανέλιξηΟ ίδιος εξηγεί ότι τα ωράρια είναι απαιτητικά. Ξεκινούν 7 το πρωί και φτάνουν μερικές φορές μέχρι τις 9 το βράδυ. Σε μια φυσιολογική ημέρα πάντως προβλέπονται 9-10 ώρες εργασίας. «Το σύστημα σε ανταμείβει αν δείξεις προσήλωση. Ισως όχι τόσο πολύ οικονομικά όσο σε επιβράβευση και τη δυνατότητα για επαγγελματική ανέλιξη.
Αναφορικά με τους Γερμανούς ασθενείς, οι περισσότεροι είναι ευγενικοί, ενώ είναι ενήμεροι για την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα. Επίσης, το επιστημονικό επίπεδο των Ελλήνων γιατρών, το οποίο εξ ορισμού είναι πολύ υψηλό, σταδιακά έχει αναγνωριστεί. Στην Ελλάδα η κατάρτιση είναι καλή και το πτυχίο έχει ιδιαίτερο βάρος, αν και αυτό είναι κάτι που οι γιατροί το αποδεικνύουν καθημερινά».
Με το πέρασμα του χρόνου ο κ. Μάμαλης είδε να καταφθάνουν φίλοι και γνωστοί, η ελληνική «παροικία» να μεγαλώνει και εξηγεί συχνά σε συναδέλφους, τα υπέρ και κατά της μετανάστευσης: «Δεν είναι τα πάντα ρόδινα. Δεν έχουμε καλό καιρό εδώ, ούτε τον υπέροχο ουρανό της Αθήνας, αλλά δικός μου πρωταρχικός στόχος είναι η επαγγελματική κατάρτιση. Πηγή δύναμης για εμάς είναι η Ελλάδα, η οικογένειά μας, οι άνθρωποι που αγαπάμε και βρίσκονται εκεί. Θέλουμε να μας στηρίζουν και το κάνουν».
Φ. Κοτσαμπόπουλος, αντιπρόεδρος του ελληνογερμανικού επιχειρηματικού συνδέσμου
«Σε μια δεκαετία 40 κλινικές θα έχουν Ελληνα διευθυντή»
Στο μέλλον, θεωρητικά οι Ελληνες γιατροί σταδιακά θα αναλάβουν τη διεύθυνση κλινικών στα γερμανικά νοσοκομεία, καθώς το σύστημα λειτουργεί αξιοκρατικά, ενώ ήδη αρκετοί αλλοδαποί κατέχουν επιτελικές θέσεις. «Σε μια δεκαετία 40 κλινικές θα έχουν Ελληνα διευθυντή», εξηγεί ο Φαίδων Κοτσαμπόπουλος, ιδιώτης ακτινολόγος γιατρός στην Κολονία και αντιπρόεδρος του ελληνογερμανικού επιχειρηματικού συνδέσμου. «Από το 2012 ανταλλάσσουμε επισκέψεις με αντίστοιχους συλλόγους, έχουμε οργανώσει υποδοχή για συναδέλφους και διατηρούμε επικοινωνία με το τοπικό υπουργείο Υγείας. Επίσης προωθούμε μαθήματα γερμανικών σε συνεννόηση και με το Ινστιτούτο Γκαίτε». Μάλιστα, όπως αναφέρει η κ. Χατζηδημητρίου, αντιπρόεδρος του Ι.Σ.Θ.: «Μεγάλο είναι το ποσοστό γιατρών που φεύγουν από την Ελλάδα και όχι μόνο όσοι θέλουν να κάνουν ειδικότητα».
ΠροκατάληψηΒεβαίως, σε αρκετές περιπτώσεις οι Ελληνες επιστήμονες κατά τη μετανάστευσή τους, εκτός από τις πρακτικές δυσκολίες είχαν να αντιμετωπίσουν και την προκατάληψη. «Ο διευθυντής της κλινικής μάς είχε πει ότι λόγω των γερμανικών ΜΜΕ ήταν επιφυλακτικός με τους Ελληνες. Μετά τη συνεργασία μας, ζητά Ελληνες ειδικευόμενους. Ακούγεται εγωιστικό αλλά είναι πραγματικότητα», τονίζει ο Γιάννης Γιαννακόπουλος, ορθοπεδικός που βρίσκεται τέσσερα χρόνια στη Γερμανία. «Ξεκίνησα ειδικότητα ορθοπεδική – τραυματιολογία στο νοσοκομείο της Κολονίας και τώρα συνεχίζω στο Ντίσελντορφ. Εδώ έχεις δικαίωμα να αλλάξεις νοσοκομείο για την ειδικότητά σου, ενώ οι Ελληνες έχουμε αποκτήσει πολύ καλή φήμη.
Είναι μια αντικειμενική άποψη και πιστοποιεί ότι γίνεται καλή δουλειά στα ελληνικά πανεπιστήμια. Εκ των υστέρων, βλέποντας τη δουλειά μας, οι Γερμανοί είναι πολύ ευχαριστημένοι και μιλούν με τα καλύτερα λόγια. Αυτό το αντιλαμβάνονται και οι ασθενείς, έστω κι αν κάποιοι ήταν προκατειλημμένοι. Με εξαιρετικά σχόλια έχουν εκφραστεί και οι ιατρικοί σύλλογοι της Γερμανίας. Προφανώς υπάρχουν πολλές δυσκολίες. Οι περισσότεροι είμαστε νέοι άνθρωποι 26-29 ετών και ξαφνικά από φοιτητές βρεθήκαμε εδώ με ελάχιστη εμπειρία, ή ίσως λίγο αγροτικό. Οι Γερμανοί πληρώνουν καλά, αλλά υπάρχει τεράστια ευθύνη.
Είναι ένα νέο σύστημα, μια νέα γλώσσα και φιλοσοφία, σημαντικό ρόλο παίζει ο καιρός, ενώ μερικοί μελαγχολούν. Εγώ το είδα ως ευκαιρία. Βεβαίως δεν μας αγάπησαν ξαφνικά, υπάρχει ανάγκη και έλλειψη ειδικοτήτων. Συγχρόνως τα χρήματα είναι πολύ καλά και μπορείς να έχεις την εξέλιξη για την οποία ήρθες εδώ», καταλήγει ο κ. Γιαννακόπουλος.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ
gapostolidis@pegasus.gr
Έθνος

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Newsroom8 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις17 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις47 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Δημοφιλή