Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Η ευκαιρία της Κύπρου να επιβληθεί στην ΑΟΖ της

Δημοσιεύτηκε στις

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Στις 20 Οκτωβρίου 2014 το τουρκικό σεισμογραφικό πλοίο «Μπαρπαρός Χαριεντίν Πασά», συνοδευόμενο από δύο σκάφη, ένα τουρκικό και ένα νορβηγικό (τα M/V «Bravο» και M/V «Deep Supporter»), εισήλθε στην κυπριακή ΑΟΖ, με σκοπό να διατελέσει παρανόμως μέχρι τις 30 Δεκεμβρίου 2014 σεισμογραφική έρευνα ώστε να αποτυπώσει τον ενεργειακό πλούτο μεγάλων τμημάτων των τεμαχίων 1, 2, 3 και 9 επί της Κυπριακής ΑΟΖ.

Σύμφωνα με τις γενικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, όλα τα κράτη απολαύουν του δικαιώματος της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, των υπερπτήσεων και της πόντισης καλωδίων εντός των ορίων της ΑΟΖ του αντίστοιχου παράκτιου κράτους. Εντούτοις, όσον αφορά τη θαλάσσια επιστημονική έρευνα, όπως θα δούμε στη συνέχεια, το καθεστώς είναι διαφορετικό, με αποτέλεσμα η ως άνω συμπεριφορά της Τουρκίας να αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου επί της ΑΟΖ της.

Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΟΗΕ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ Η ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ
Το 1982 δημιουργήθηκαν νέα δεδομένα για το Δίκαιο της Θάλασσας, με τη νέα Σύμβαση του ΟΗΕ (UNLOSC, εις το εξής η «Σύμβαση») στο Montego Bay της Τζαμάικα, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή στις 16 Νοεμβρίου 1994. Η βαρύνουσα σημασία της εν λόγω Σύμβασης έγκειται στο γεγονός ότι οριοθετήθηκαν εκ νέου οι έννοιες της αιγιαλίτιδας ζώνης (τα γνωστά σε όλους μας χωρικά ύδατα), η συνορεύουσα ή παρακείμενη ζώνη και η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ).
Η Κύπρος επικύρωσε τη Σύμβαση στις 12 Δεκεμβρίου 1988, ενώ η Τουρκία την καταψήφισε, εφόσον δεν εξυπηρετούνταν τα συμφέροντά της. Αυτό ως γεγονός ίσως θα μπορούσε να έχει κάποιον αντίκτυπο σε ό,τι αφορά την μη δέσμευση της Τουρκίας από τις πρόνοιες της εν λόγω Σύμβασης. Όμως, έχει γενικά αναγνωριστεί ότι με τη συμμετοχή 164 κρατών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως συμβαλλόμενων μερών της Σύμβασης, αυτή έχει πλέον αποκτήσει την ισχύ του Εθιμικού Δικαίου κι έτσι είναι δεσμευτική για όλα τα μέλη της διεθνούς κοινότητας, συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας. Επομένως, όλες οι πρόνοιες της Σύμβασης που αφορούν στη Θαλάσσια Επιστημονική Έρευνα, ισχύουν και για την Τουρκία ακόμα κι αν δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης.
ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ-ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΑΥΤΗΣ
Σύμφωνα με το άρθρο 56 της Σύμβασης, κάθε παράκτιο κράτος που έχει διακηρύξει και οριοθετήσει την ΑΟΖ του, όπως έπραξε η Κύπρος μέσω της σύναψης συμφωνιών με τα κράτη που οι ακτές τους είναι αντικείμενες των δικών της, έχει κυριαρχικά δικαιώματα επί αυτής, που αποσκοπούν στην εξερεύνηση, εκμετάλλευση, διατήρηση και διαχείριση των φυσικών πόρων, ζωντανών ή μη, όπως είναι οι υδρογονάνθρακες και τα ορυκτά, χωρίς να υπέχει καμιά υποχρέωση για διατήρηση ή συνετή χρήση αυτών.[1] Αυτά τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους επί των μη ζωντανών, φυσικών πόρων της ΑΟΖ του, είναι αποκλειστικά, υπό την έννοια ότι το παράκτιο κράτος δεν έχει καμιά υποχρέωση να μοιραστεί την πρόσβαση ή/και οποιαδήποτε οφέλη προκύψουν από την εκμετάλλευσή τους.[2] Το παράκτιο κράτος έχει δεεθνική δικαιοδοσία σχετικά με τη θαλάσσια επιστημονική έρευνα που διενεργείται στην ΑΟΖ του.
Η Σύμβαση δεν περιέχει κανέναν ορισμό για τη θαλάσσια επιστημονική έρευνα. Θα μπορούσαμε όμως να ορίσουμε την έννοια αυτή ως κάθε επιστημονική εργασία ή σχετική εμπειρική εργασία που έχει ως αντικείμενο το θαλάσσιο περιβάλλον και ως σκοπό να μεγιστοποιήσει τις γνώσεις που κατέχουμε επί των ωκεανών.[3] Για την πλήρη κατανόηση τόσο του όρου αυτού όσο και του καθεστώτος που διέπει τη θαλάσσια επιστημονική έρευνα, θα πρέπει κανείς να μελετήσει το άρθρο 56 της Σύμβασης συνδυαστικά με το άρθρο 246 αυτής, Μέρος XIII.
Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 246 της Σύμβασης, τα παράκτια κράτη κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας τους, έχουν το δικαίωμα να ρυθμίζουν, να εξουσιοδοτούν και να διεξάγουν θαλάσσια επιστημονική έρευνα στην ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα τους, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της Σύμβασης. Κάθε δε θαλάσσια επιστημονική έρευνα στην ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα διεξάγεται με τη συναίνεση του παράκτιου κράτους.
Λαμβάνοντας υπόψη την ως άνω πρόνοια της Σύμβασης που ρητά καθορίζει ότι για οποιαδήποτε θαλάσσια επιστημονική έρευνα στην ΑΟΖ ενός κράτους χρειάζεται η προηγούμενη συναίνεση αυτού, γίνεται πλήρως αντιληπτό ότι η Τουρκία δρα παράνομα, καταπατώντας το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, αφού ουδέποτε ζήτησε τη συναίνεση της Κυπριακής Δημοκρατίας προκειμένου να προβεί στις σεισμογραφικές έρευνες επί των τεμαχίων της κυπριακής ΑΟΖ.
Στο σημείο αυτό θεωρείται απαραίτητο να επισημανθεί ότι η Σύμβαση, στα πλαίσια της ειρηνικής επίλυσης οποιωνδήποτε διαφορών μεταξύ των κρατών και προς αποφυγή οποιασδήποτε έντασης μεταξύ τους, θεωρεί αναγκαία, υπό κανονικές συνθήκες, την χορήγηση άδειας από το παράκτιο κράτος προς ένα τρίτο κράτος για τη διεξαγωγή από το τελευταίο θαλάσσιας έρευνας επί της ΑΟΖ του πρώτου, εφόσον πληρούνται κάποιες τυπικές προϋποθέσεις, οι οποίες απαριθμούνται στην παράγραφο 5 του άρθρου 246 της Σύμβασης. Για τους σκοπούς μάλιστα εφαρμογής αυτής της ευρύτερης φιλοσοφίας που προωθεί η Σύμβαση με σκοπό την αποφυγή εντάσεων μεταξύ των κρατών, κανονικές συνθήκες μπορεί να υπάρχουν ακόμα κι όταν απουσιάζουν οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ του παράκτιου κράτους και του διεξάγοντος τις έρευνες κράτους (παράγραφος 4, άρθρο 246 της Σύμβασης).
Ενόψει της παραπάνω «ελευθεριότητας» της Σύμβασης, όσον αφορά τη διεξαγωγή θαλάσσιας επιστημονικής έρευνας σε ξένη ΑΟΖ, γεννιέται το ερώτημα γιατί η Τουρκία προτίμησε την παρανομία έναντι της νομιμότητας που θα μπορούσε να της προσδώσει η Σύμβαση και κατ’ επέκταση το Διεθνές Εθιμικό Δίκαιο, αν ζητούσε προηγουμένως τη συναίνεση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί εύκολα να δοθεί αφενός αν αναλογιστεί κανείς ότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος, αφετέρου αν μελετήσουμε προσεκτικά την παράγραφο 3 του Άρθρου 246 της Σύμβασης, σε αντιπαραβολή με την παράγραφο 5 αυτού.
Αν και η Σύμβαση δεν προβαίνει ευθαρσώς σε οποιαδήποτε διάκριση, εντούτοις στο ευρύτερο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου έχει αναγνωριστεί ότι η θαλάσσια επιστημονική έρευνα για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 246 της Σύμβασης, διακρίνεται σε «βασική» (pure/fundamental) και «εφαρμοσμένη» (applied/resource-oriented) θαλάσσια επιστημονική έρευνα.[4]
Ως βασική θεωρείται η θαλάσσια επιστημονική έρευνα που εκτελείται αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς και με σκοπό την αύξηση των επιστημονικών γνώσεων του θαλάσσιου περιβάλλοντος προς όφελος όλης της ανθρωπότητας (άρθρο 246, παράγραφος 3). Ως εφαρμοσμένη θεωρείται η θαλάσσια επιστημονική έρευνα που έχει άμεση σημασία για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, ζωντανών ή μη, εφόσον (α) συνεπάγεται γεώτρηση στην υφαλοκρηπίδα, τη χρήση εκρηκτικών ή την εισαγωγή επιβλαβών ουσιών στο θαλάσσιο περιβάλλον, (β) συνεπάγεται την κατασκευή, λειτουργία ή χρήση τεχνητών νήσων, εγκαταστάσεων και κατασκευών, όπως αναφέρονται στα άρθρα 60 και 80 της Σύμβασης (άρθρο 246, παράγραφος 5).
Από τις παραπάνω δύο κατηγορίες της θαλάσσιας επιστημονικής έρευνας, η εφαρμοσμένη έρευνα παραβιάζει ευθέως τα συμφέροντα του παράκτιου Κράτους και την άσκηση των κυριαρχικών του δικαιωμάτων επί των φυσικών του πόρων.[5] Οι σεισμογραφικές έρευνες της Τουρκίας επί της κυπριακής ΑΟΖ εμπίπτουν στην κατηγορία της εφαρμοσμένης θαλάσσιας επιστημονικής έρευνας, επομένως, ακόμα κι αν η Τουρκία ζητούσε τη συναίνεση της Κυπριακής Δημοκρατίας προτού προβεί στις εν λόγω έρευνες, η Κυπριακή Δημοκρατία θα είχε κάθε δικαίωμα να της αρνηθεί, καθότι με αυτόν τον τρόπο παρεμποδίζονται τα κυριαρχικά δικαιώματά της επί του φυσικού πλούτου της ΑΟΖ της.
ΣΕΙΣΜΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ: ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΓΙΑ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ;
Στην παρούσα φάση, εφόσον η Τουρκία έχει ήδη εισέλθει στην κυπριακή ΑΟΖ και πραγματοποιεί στα πλαίσια αυτής σεισμογραφικές έρευνες, το ερώτημα που πρωτίστως μας απασχολεί, εκτός από τη λήψη των κατάλληλων μέτρων για την απομάκρυνση του Μπαρμπαρός από τη θαλάσσια ζώνη της Κύπρου, είναι κατά πόσο θα μπορούσε να θεμελιωθεί στο μέλλον αξίωση της Τουρκίας επί των τεμαχίων 1, 2, 3 και 9 της Κυπριακής ΑΟΖ, όπου τώρα διεξάγει τις ανάλογες θαλάσσιες επιστημονικές έρευνες.
Το ενδεχόμενο αυτό μπορεί να αποκλειστεί, καθότι η Σύμβαση είναι κατηγορηματική στο άρθρο 241, όπου προνοείται ότι «δραστηριότητες σχετικές με θαλάσσια επιστημονική έρευνα δεν συνιστούν τη νομική βάση για οποιαδήποτε αξίωση σε οποιοδήποτε μέρος του θαλάσσιου περιβάλλοντος ή των πόρων του», πόσο μάλλον όταν η θαλάσσια επιστημονική έρευνα που διενεργείται ανήκει στην κατηγορία των εφαρμοσμένων θαλάσσιων επιστημονικών ερευνών και γίνεται χωρίς τη συναίνεση του παράκτιου κράτους.
Εντούτοις, η παραπάνω πρόνοια της Σύμβασης δεν θα πρέπει να μας καθησυχάζει, αλλά αντιθέτως, επιβάλλεται η Κυπριακή Δημοκρατία να δράσει άμεσα στις προκλήσεις της Τουρκίας με τέτοιο τρόπο, ώστε να υποδηλώνει αναντίρρητα την ικανότητα επιβολής της επί της ΑΟΖ και να μην δημιουργηθούν εντυπώσεις, ούτε σε πολιτικό ούτε σε νομικό επίπεδο, ότι πλέον έχει διαμορφωθεί ένα status quo στην περιοχή.
Η ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΟΖ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
Με την εξέλιξη του Δικαίου της Θάλασσας ανά τους αιώνες, έχει παρατηρηθεί ότι πλέον τα παράκτια κράτη έχουν το δικαίωμα να ασκούν υπέρμετρο έλεγχο στις θαλάσσιες ζώνες που εμπίπτουν στην κυριαρχία τους και στην εθνική τους δικαιοδοσία. Στηριζόμενη στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, η Κύπρος έχει στη διάθεσή της μια σειρά από δικαιώματα που μπορεί να ασκήσει προκειμένου να άρει την παρανομία του τουρκικού σεισμογραφικού πλοίου «Μπαρπαρός Χαριεντίν Πασά», απέχοντας ταυτόχρονα από κάθε χρήση απειλής ή βίας.
Δικαίωμα Συνεχούς Καταδίωξης του Μπαρμπαρός
Η Κύπρος προτού προβεί σε οποιαδήποτε προσπάθεια επίλυσης των διαφορών της με την Τουρκία, έχει πρωτίστως το δικαίωμα της συνεχούς καταδίωξης του πλοίου Μπαρμπαρός από την ΑΟΖ της, δυνάμει του άρθρου 111, παράγραφος 2 της Σύμβασης. Η Κύπρος δύναται ανά πάσα στιγμή να στείλει πολεμικά πλοία ή στρατιωτικά αεροσκάφη ή άλλα πλοία ή αεροσκάφη με εμφανή διακριτικά στοιχεία ότι ανήκουν σε κρατική υπηρεσία και να είναι εξουσιοδοτημένα για το σκοπό αυτό, για να καταδιώξει το τουρκικό πλοίο μαζί με τα δύο σκάφη που το συνοδεύουν, έως ότου αποχωρήσουν από την ΑΟΖ της. Η καταδίωξη θα μπορεί να αρχίσει μετά την εκπομπή οπτικού ή ηχητικού σήματος για την ανακοπή του πλου, το οποίο θα πρέπει να εκπέμπεται από απόσταση που να μπορεί να ακουστεί ή να γίνει ορατό από το ξένο πλοίο. Σε περίπτωση που το καταδιωκόμενο πλοίο δεν συμμορφωθεί, οι κυπριακές αρχές έχουν το δικαίωμα να συλλάβουν το πλοίο και να το συνοδεύσουν σε λιμάνι της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπου θα διεξαγάγουν ανάκριση του πληρώματος. Οι προϋποθέσεις που προνοεί το άρθρο 111 της Σύμβασης είναι σωρευτικές και θα πρέπει η καθεμιά από αυτές να πληρούται ξεχωριστά (υπόθεση Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες εναντίον Γουινέας ή M/V “Saiga”No2).
Όσον αφορά δε τη δυνατότητα του παράκτιου κράτους να προστρέξει σε τρίτα κράτη για βοήθεια ώστε να μπορέσει να καταδιώξει το πλοίο που βρίσκεται παρανόμως στις θαλάσσιες ζώνες του, η Σύμβαση δεν κάνει οποιονδήποτε λόγο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάτι τέτοιο απαγορεύεται. Ενδεχομένως θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι από τη στιγμή που η συμμετοχή τρίτων κρατών στην καταδίωξη θεωρείται αναγκαία από το ίδιο το παράκτιο κράτος και γίνεται με την έγκρισή του, είναι σύμφωνη με τις κύριες προϋποθέσεις, τόσο τις ουσιαστικές όσο και τις διαδικαστικές, που θέτει το Άρθρο 111 της Σύμβασης.[6] Άλλωστε παρόμοια καταδίωξη είχε σημειωθεί κατά το παρελθόν στο Νότιο Ωκεανό, εναντίον των πλοίων  Viarsa I και South Tomi.[7]
Κατάσχεση Σκάφους & Εξοπλισμού-Καταδίκη σε πρόστιμο ή φυλάκιση
Η Κύπρος κατά το έτος 2004 υπέβαλε στα Ηνωμένα Έθνη, δυνάμει της Σύμβασης, τον νόμο 64(Ι)/2004 (εις το εξής ο «Νόμος») με τον οποίο κήρυξε την ΑΟΖ της. Ο νόμος αυτός στην πραγματικότητα ενσωματώνει στην κυπριακή έννομη τάξη τις διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, ήτοι της Σύμβασης, σχετικά με την ΑΟΖ και αποτελεί έμπρακτη εφαρμογή του δικαιώματος που κατέχει η Κύπρος να ασκεί πλήρη δικαιοδοσία στην ΑΟΖ της.
Το άρθρο 8, παράγραφος 2 του Νόμου επιτρέπει στην Κυπριακή Δημοκρατία να επιβάλει χρηματική ποινή έως και €1.000.000 ή και φυλάκιση για χρονική περίοδο μέχρι και πέντε έτη ή και τις δυο αυτές ποινές σε οποιοδήποτε πρόσωπο προβαίνει μέσα στην ΑΟΖ σε εξερεύνηση και εκμετάλλευση των μη ζώντων πόρων, εκτός από τις περιπτώσεις που έχει λάβει άδεια από τον Υπουργό Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, ο οποίος με τη σειρά του θα πρέπει να έχει λάβει τη σύμφωνη γνώμη των Υπουργών Εξωτερικών, Άμυνας, Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος και Συγκοινωνιών και Έργων. Σε περίπτωση δε διάπραξης του αδικήματος από νομικό πρόσωπο, ποινική ευθύνη υπέχουν οι αξιωματούχοι αυτού.
Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε από τις παραπάνω ποινές, τα κυπριακά δικαστήρια δύνανται να διατάξουν την κατάσχεση οποιουδήποτε σκάφους, αντικειμένου, εξοπλισμού ή υλικού, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των μη ζώντων πόρων, που λήφθηκαν κατά τη διάπραξη του αδικήματος.
Συνεπώς, η Κυπριακή Δημοκρατία δύναται να προβεί σε κατάσχεση του σεισμογραφικού πλοίου Μπαρμπαρός, των σκαφών που το συνοδεύουν καθώς και του αντίστοιχου εξοπλισμού τους. Παράλληλα η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να ασκήσει ποινική δίωξη και να επιβάλει πρόστιμα ή/και φυλάκιση στην τουρκική εταιρεία πετρελαίου ΤΡΑΟ και τους αξιωματούχους αυτής, στο νορβηγικό επιστημονικό προσωπικό που εργάζεται εντός του Μπαρμπαρός καθώς και στο πλήρωμα των δυο συνοδευτικών σκαφών, M/V «Bravο» και M/V «Deep Supporter».
Ειρηνική Διευθέτηση της Διαφοράς
Σύμφωνα με το άρθρο 33 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών που έχει υπογράψει τόσο η Κύπρος όσο και η Τουρκία, σε κάθε διαφορά που η παράτασή της μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, τα ενδιαφερόμενα μέρη θα προσπαθούν πρώτα από όλα να λύσουν τη διαφορά τους με πολιτικές μεθόδους όπωςδιαπραγματεύσεις, έρευνα, μεσολάβηση, συνδιαλλαγή, προσφυγή σε τοπικούς οργανισμούςή με νομικές, όπως η διαιτησία και η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο.
Οι ως άνω αναφερόμενοι τρόποι ειρηνικής επίλυσης των διαφορών μεταξύ δυο χωρών, πιθανόν να είχαν κάποιο θετικό αποτέλεσμα και στην προκειμένη περίπτωση, αν η Τουρκία δεν προέβαινε σε μονομερή Διακήρυξη κατά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Άγκυρας στις 29 Ιουλίου 2005, με την οποία δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος και κατ’ επέκταση ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι αμφίβολο κατά πόσο θα μπορούσε η Τουρκία να παρευρεθεί στο ίδιο τραπέζι διαπραγματεύσεων με την Κύπρο ή να προβεί σε οποιουδήποτε είδους δικαστικό ή εξωδικαστικό διακανονισμό μαζί της. Άλλωστε για να μπορέσουν δυο διάδικα κράτη να απευθυνθούν ενδεχομένως στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την επίλυση της διαφοράς τους, θα πρέπει να συναινέσουν πρώτα και τα δυο μεταξύ τους.
Την παραπάνω περίπτωση διαφορών που δεν καρποφόρησε η επίλυσή τους με τα μέσα που προνοεί το άρθρο 33 του Καταστατικού Χάρτη, προβλέπει το άρθρο 37 του ίδιου Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, σύμφωνα με το οποίο μπορεί η εν λόγω διαφορά να υποβληθεί στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ώστε εκείνο να αναλάβει δράση ή να συστήσει τους όρους διακανονισμού που αυτό θα κρίνει κατάλληλους και τις νομικές διαφορές μπορεί να τις παραπέμψει το ίδιο στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Άλλωστε, κάτι τέτοιο είχε γίνει και στην περίπτωση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου κατά το 1976. Σε μια τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να προβεί κι η Κυπριακή Δημοκρατία και μάλιστα άμεσα.
ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Μια από τις πάγιες αρχές του Διεθνούς Δικαίου είναι ότι κανένα κράτος δεν θα πρέπει να υποβάλλεται στα δικαστήρια ενός άλλου κράτους[8], με αποτέλεσμα η Κύπρος να μην έχει τη δυνατότητα να «δικάσει» η ίδια την Τουρκία για την παράνομη διεξαγωγή σεισμογραφικών ερευνών στην ΑΟΖ της. Εντούτοις, όπως ήδη εξηγήσαμε παραπάνω, το Διεθνές Δίκαιο παρέχει στην Κύπρο άλλες δυνατότητες τις οποίες θα πρέπει να εξαντλήσει άμεσα, καθότι έγκεινται στα πλαίσια της πλήρους νομιμότητας και δεν αποτελούν ουδαμώς λόγο άσκηση βίας ή απειλών κατά της Τουρκίας.
Η Κύπρος, όπως ήδη εξηγήσαμε, δεν μπορεί να οδηγήσει την Τουρκία στα κυπριακά δικαστήρια για την παρανομία της, ούτε βέβαια μπορεί από μόνη της να απευθυνθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για επίλυση της διαφοράς χωρίς τη συναίνεση της Τουρκίας. Αυτό όμως που μπορεί να κάνει και είναι αναφαίρετο δικαίωμα που της προσδίδει έμμεσα το Διεθνές Δίκαιο μέσω του Νόμου 64(Ι)/2004 είναι να οδηγήσει Τούρκους υπηκόους ενώπιον της κυπριακής δικαιοσύνης. Με τον τρόπο αυτό η Τουρκία θα δεχθεί έμμεσο πλήγμα μέσω των υπηκόων της και το πιθανότερο είναι να θελήσει να ασκήσει διπλωματική προστασία υπέρ τους, εφόσον εκείνη ήταν που τους έδωσε το πράσινο φως για να ενεργήσουν τοιουτοτρόπως.
Η άσκηση διπλωματικής προστασίας πηγάζει από την αντίληψη ότι το κράτος ως κύριος φορέας διεθνών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει δικαίωμα να εξασφαλίσει το σεβασμό του διεθνούς δικαίου στο πρόσωπο των πολιτών του. Πρόκειται για δικαίωμα και όχι καθήκον του κράτους εκείνου του οποίου οι υπήκοοι οδηγούνται ενώπιον αλλοδαπών δικαστηρίων και καλύπτει τόσο τους υπηκόους του (συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών που έχουν ιδρυθεί στο έδαφος αυτού), όσο και τα πλοία και αεροσκάφη που πετάνε υπό τη σημαία αυτού του κράτους.[9] Από τη στιγμή που ένα κράτος ασκεί διπλωματική προστασία υπέρ ενός υπηκόου του, είναι αυτό που θα υπεισέλθει στη θέση του υπηκόου του, ως διαπράττον το αδίκημα εναντίον του αλλοδαπού κράτους κι έτσι πλέον η διαφορά μετατρέπεται σεδιακρατική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας περίπτωσης είναι το Ηνωμένο Βασίλειο που ανέλαβε τις υποθέσεις Βρετανών ιδιοκτητών αλιευτικών πλοίων που συνελήφθησαν σε τόπο αλιείας της Ισλανδίας, κατά την περίοδο του πολέμου για τα χωρικά ύδατα (“cod wars”) με την Ισλανδία.[10]
Με τον παραπάνω τρόπο, στο τέλος της ημέρας η Κύπρος θα μπορέσει να οδηγήσει την Τουρκία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, αφού προηγουμένως εξαντληθούν όλα τα ένδικα μέσα της κυπριακής έννομης τάξης εναντίον των Τούρκων υπηκόων. Σίγουρα υπάρχει ο κίνδυνος η Τουρκία να μην δεχθεί να παράσχει διπλωματική προστασία στους υπηκόους της, μιας και όπως επισημάναμε, πρόκειται για δικαίωμα κι όχι για καθήκον του αντίστοιχου κράτους. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Τουρκία θα έχει να αντιμετωπίσει την κατακραυγή της κοινής γνώμης στο εσωτερικό της κοινωνίας της, καθότι δεν αναλαμβάνει το βάρος των ευθυνών της και αφήνει εκτεθειμένους τους υπηκόους της έναντι των ξένων δικαστικών αρχών. Το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας θρασύδειλης συμπεριφοράς εκ μέρους της Τουρκίας σαφώς θα είναι μεγάλο για τους πολιτευτές της και είναι αμφίβολο κατά πόσο οι άμεσα εμπλεκόμενοι στην υπόθεση υπήκοοί της θα θελήσουν να συνεχίσουν το εγχείρημα που τους ανατέθηκε στην κυπριακή ΑΟΖ μέχρι τέλους.
Προτού λοιπόν μεμψιμοιρήσουμε για το μέλλον της Κύπρου και της ΑΟΖ της, ας αναλογιστούμε καλύτερα και ας ασκήσουμε έξυπνα τα δικαιώματα που εναπόθεσε στην φαρέτρα της Κύπρου το Διεθνές Δίκαιο.
[1] David M Ong, “Towards an International Law for the Conservation of Offshore Hydrocarbon Resources within the Continental Shelf?” στο επιστημονικό εγχειρίδιο των David Freestone, Richard Barnes και David M Ong (eds), “The Law of the Sea: Progress and Prospects”, Oxford University Press, 2006, p. 93.
[2] Donald Rothwell-Time Stephens, “The International Law of Sea”, Hart Publishing, 2010, p. 89
[3] Yoshifumi Tanaka, “The International Law of the Sea” Cambridge University Press, 2012, p.336
[4] Ibid, 337, R.R. Churchill, A.V. Lowe, “The Law of the Sea”, Manchester University Press, 3rdEdition, p. 405-406.
[5] R.R. Churchill, A.V. Lowe, “The Law of the Sea”, Manchester University Press, 3rd Edition, p. 405-406.
[6] Erik Jaap Molenaar, “Multilateral Hot Pursuit and Illegal Fishing in the Southern Ocean: The Pursuits of the Viarsa I and South Tomi” (2004) 19 International Journal of Marine and Coastal Law 19
[7] Donald Rothwell-Time Stephens, “The International Law of Sea”, Hart Publishing, 2010, p. 417.
[8] R.R. Churchill, A.V. Lowe, “The Law of the Sea”, Manchester University Press, 3rd Edition, p.449
[9] ibid
[10] ibid
Της ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΓΙΩΣΑ*
* Η Πηνελόπη Γιώσα είναι νομικός και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου με εξειδίκευση στο Ναυτικό Δίκαιο

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός4 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις4 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή