Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η γερμανική διαστροφή

Δημοσιεύτηκε στις

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΙΛΙΑΡΔΟΣΓερμανία,-Μέρκελ

Εάν περιμένει η Ελλάδα τη βοήθεια της
καγκελαρίου, αποδεχόμενη την παράλογη πολιτική που της επιβάλλεται
δικτατορικά, κάνει μεγάλο λάθος – το μόνο που θα μπορούσε να πετύχει, θα
ήταν να παραμείνει στο διηνεκές η δαμόκλειος σπάθη επάνω της 

«Θεωρούμε ως ένα διαρκές, διαχρονικό
και αποτρόπαιο έγκλημα την οικονομική πολιτική, η οποία επιβλήθηκε
«τιμωρητικά» στην πατρίδα μας, από την ευρωπαϊκή παραλλαγή του ΔΝΤ: από την Τρόικα, στην οποία η πρωσική Γερμανία δίνει ουσιαστικά την κατεύθυνση».

 .

Άρθρο

Οι Γερμανοί είναι ένας λαός συμπαθής ως επί το πλείστον, αλλά έντονα διαφοροποιημένος, παράξενος και παράδοξος μαζί – αφού διακρίνεται από μία μικρή, «διεστραμμένη», κακεντρεχή, ζηλόφθονη, «προτεσταντική» και εξαιρετικά αιμοβόρα μειοψηφία,
η οποία όμως υπερισχύει απόλυτα μίας, έντονα επιρρεπούς στον σκόπιμο
εκφοβισμό και πολύ εύκολης στη χειραγώγηση, συντριπτικής πλειοψηφίας.

Η μικρή αυτή μειοψηφία, με έντονα ναζιστικά κατάλοιπα βαθιά μέσα στο γενετικό της κώδικα, είναι
ικανή να βασανίζει, με μία απίστευτη εξωτερική ευγένεια, ακόμη και τους
δικούς της Πολίτες, όταν την ίδια στιγμή ακούει κλασσική μουσική
– γεγονός που παρατηρήθηκε πολύ συχνά, πριν και κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, με οδυνηρά θύματα κυρίως τους Εβραίους.

Όσον αφορά τη ψυχολογία του συγκεκριμένου λαού, παραθέτουμε την άποψη
του Keynes, ο οποίος προσπάθησε να βοηθήσει τη χώρα μετά τον 1ο
Παγκόσμιο Πόλεμο, προτείνοντας τον περιορισμό των χρεών της – λέγοντας
πολύ σωστά ότι, οι συμμαχικές δυνάμεις
δεν θα έπρεπε να επιβάλλουν μόνο τις πολεμικές αποζημιώσεις, αλλά και να
μεριμνήσουν έτσι ώστε, να μπορούν οι Γερμανοί να τις εξοφλούν
(κάτι που ισχύει σήμερα και για την Ελλάδα, όσον αφορά τη βιωσιμότητα, καθώς επίσης την ομαλή εξυπηρέτηση του υπέρογκου δημοσίου χρέους της). Σύμφωνα με τον Keynes, στο βιβλίο του «Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης», τα εξής:

«Ο Γερμανός δεν καταλαβαίνει και δεν
μπορεί να καταλάβει τίποτα, παρά μόνο τον εκφοβισμό – δεν δείχνει καμία
απολύτως γενναιοδωρία ή ενδοιασμό στις διαπραγματεύσεις, δεν υπάρχει πλεονέκτημα που δεν θα προσπαθήσει να εκμεταλλευθεί, κανένα σημείο στο οποίο δεν θα ξέπεφτε χάριν του κέρδους, ενώ είναι άνευ τιμής, υπερηφάνειας ή οίκτου.

Ως εκ τούτου, δεν πρέπει ποτέ να διαπραγματεύεσαι με έναν Γερμανό ή να συμφιλιώνεσαι μαζί του
– πρέπει να του υπαγορεύεις αυτά που θέλεις. Υπό οποιουσδήποτε άλλους
όρους, δεν θα σε σέβεται ή δεν θα τον εμποδίσεις από το να σε εξαπατήσει
«.

Με κριτήριο την παραπάνω περιγραφή του γερμανικού χαρακτήρα από έναν
εμπνευσμένο οικονομολόγο, η σημερινή αντιμετώπιση της Γερμανίας από την
ελληνική κυβέρνηση, είναι εντελώς λανθασμένη – ενώ, εάν δεν αλλάξει άμεσα, θα οδηγήσει την πατρίδα μας, η οποία είναι σαφώς υπό κατοχή, στην απόλυτη καταστροφή.
Για να υπαγορεύσει δε αυτά που θέλει ή για να εκφοβίσει κανείς τους
Γερμανούς, κάτω από την αδύναμη θέση που ευρίσκεται η Ελλάδα, θα πρέπει
να αναλάβει συνειδητά το ρίσκο της χρεοκοπίας – χωρίς φυσικά να χρησιμοποιήσει «άδεια φυσίγγια».

Με απλά λόγια, η Ελλάδα δεν οφείλει μόνο να απειλήσει την εχθρικά
διακείμενη απέναντι της πρωσική κυβέρνηση της Γερμανίας, με τη χρεοκοπία
της – αφού δεν πρέπει ποτέ κανείς να απειλεί, εάν δεν έχει την πρόθεση να κάνει ακριβώς αυτό που λέει.
Είναι άλλωστε σαν να σηκώνει το πιστόλι του εναντίον ενός βαριά
οπλισμένου κακοποιού, χωρίς να μπορεί ή μη έχοντας την πρόθεση να
πυροβολήσει – με αποτέλεσμα να προσελκύσει μαζικά τα δολοφονικά πυρά του
«αντιπάλου» του.

Η Ελλάδα πρέπει λοιπόν να αντικρίσει κατάματα και με θάρρος το εξαιρετικά οδυνηρό σενάριο της χρεοκοπίας, χωρίς να διστάσει να το αντιμετωπίσει – αφού η εναλλακτική επιλογή της, ο αργός, βασανιστικός θάνατος, με την ίδια επώδυνη κατάληξη, θα της κοστίσει κατά πολύ περισσότερο.
Μόνο τότε υπάρχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας – ενώ είναι η μοναδική
ίσως χώρα σήμερα που έχει το ηθικό έρεισμα να αθετήσει τις πληρωμές της,
καταστρέφοντας εκείνο το σύστημα που θέλει να την καταστρέψει.

Όπως έχει λοιπόν αναφερθεί ήδη (άρθρο) «οι
Έλληνες, αφού υπέφεραν τα πάνδεινα, έχοντας ακολουθήσει πιστά το
πρόγραμμα που τους επέβαλλε η Τρόικα, η οποία παραδέχθηκε επανειλημμένα
πως ήταν λανθασμένο, έχουν κάθε δικαίωμα, εάν όχι υποχρέωση εκ του συντάγματος τους, να χρεοκοπήσουν – να αθετήσουν λοιπόν την εξόφληση του υπέρογκου χρέους, το οποίο δημιούργησε η ίδια η Τρόικα, με τις πολιτικές της.

Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, εάν αποκτήσουν δηλαδή οι Έλληνες το θάρρος που απαιτεί μία τέτοια απόφαση, το σύστημα της δημιουργίας σκλάβων μέσω του χρέους, πιθανότατα θα καταρρεύσει
– με αποτέλεσμα να απελευθερωθεί ολόκληρος ο πλανήτης από το ζυγό της
ελίτ. Άλλωστε, έχουν κάθε δικαίωμα να καταστρέψουν ένα σύστημα που
προσπαθεί να τους
καταστρέψει – όπως πολύ σωστά διακηρύσσουν οι Αμερικανοί Πολίτες σήμερα.

Δεν είναι δε σε καμία περίπτωση υποχρεωμένοι να ανέχονται τη «γερμανική μπότα», ούτε τον υπουργό οικονομικών της χώρας, ο οποίος απαιτεί με θράσος τη συνέχιση των μέτρων εξαθλίωσης, για να συνεχίσει τις θηριώδεις «ελεημοσύνες» του – αντί να τιμήσει τις οφειλές του απέναντι σε ένα Έθνος που κατέστρεψαν οι ναζί πρόγονοί του«.

.

Η ιστορική αναδρομή

Για να τεκμηριώσουμε τις τεράστιες ευθύνες της γερμανικής κυβέρνησης, όσον
αφορά γενικότερα την κρίση χρέους της Ευρωζώνης, τους κινδύνους
διάλυσης της, καθώς επίσης την καταστροφή που προκάλεσε στην Ελλάδα,
οφείλουμε να κάνουμε μία μικρή ιστορική αναδρομή.

Ειδικότερα, πρόκειται ίσως για το μεγαλύτερο «πραξικόπημα δημοσίων σχέσεων» όλων των εποχών το γεγονός ότι οι τράπεζες, οι οποίες προκάλεσαν τη χρηματοπιστωτική κρίση, δεν βρίσκονται πλέον στο στόχαστρο
– στο οποίο τοποθετήθηκε έντεχνα η Ελλάδα, με αποτέλεσμα να συρθεί
κυριολεκτικά σε μία παγίδα, στην οποία βυθίζεται καθημερινά όλο και
περισσότερο (πηγή).
Επιστρέφοντας
στις αρχές του 2010, αφού είχε προηγηθεί η παραποίηση των ελλειμμάτων
της χώρας, μέσω των οποίων εκτοξεύθηκε αργότερα το δημόσιο χρέος με τη
βοήθεια του ΔΝΤ (γράφημα), καθώς επίσης ο δημόσιος εξευτελισμός της από την τότε κυβέρνηση, η οποία διέσυρε διεθνώς την Ελλάδα,
οι τράπεζες, τα κερδοσκοπικά κεφάλαια, οι πολιτικοί και οι
δημοσιογράφοι στοιχημάτιζαν ασύστολα, στην επερχόμενη χρεοκοπία της –
χωρίς να αποκλείουν ακόμη και την εκδίωξη της από την Ευρωζώνη.

 .

Ελλάδα – η εξέλιξη του δημόσιου χρέους ως προς το ΑΕΠ της χώρας

 .

Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώνει συνεχώς υψηλότερα επιτόκια, όταν δανειζόταν από τις αγορές,
αφού διαφορετικά δεν της πρόσφερε κανείς χρήματα – ενώ η οικονομική της
κατάσταση επιδεινωνόταν καθημερινά, παρά το ότι το συνολικό της χρέος
ήταν το χαμηλότερο στην Ευρώπη, ενώ διέθετε μεγαλύτερη δημόσια
περιουσία, από κάθε άλλη χώρα.

Εκείνη ακριβώς τη δύσκολη εποχή, επισκέφθηκε την καγκελάριο ένας
έμπιστος συνομιλητής της: ο πρόεδρος μίας από τις ισχυρότερες τράπεζες
της Γερμανίας και του πλανήτη, της Deutsche Bank, με μία πρόταση που την
εξέπληξε. Ο κ. Ackermann πρότεινε την παροχή ενός πακέτου χρηματοδότησης της Ελλάδας ύψους 30 δις €,
σε συνεργασία με ορισμένες ιδιωτικές τράπεζες, καθώς επίσης με κάποια
κράτη της Ευρωζώνης – έτσι ώστε να αντιμετωπισθεί η τότε κρίση
ρευστότητας της χώρας μας, έως ότου τουλάχιστον βρεθεί μία μακροπρόθεσμη
λύση των προβλημάτων της.

Η γερμανίδα απέρριψε αμέσως την
πρόταση σωτηρίας, με την οποία η Ελλάδα δεν θα οδηγούταν στα νύχια του
ΔΝΤ, ενώ δεν θα ξεσπούσε η κρίση χρέους της Ευρωζώνης
. Η
αιτία ήταν οι επικείμενες, δύσκολες εκλογές στη Ρηνανία Βεστφαλία –
όπου είχε την εντύπωση ότι, εάν επί πλέον στην ενίσχυση των
υπερχρεωμένων γερμανικών τραπεζών (η οποία δεν ήταν καθόλου δημοφιλής),
προσέθετε και τη δανειοδότηση της Ελλάδας, με χρήματα των φορολογουμένων
Πολιτών, θα διακινδύνευε μία εκλογική ήττα.

.

Το μοιραίο «λάθος»

Η αναπάντεχη, ανεύθυνη άρνηση της καγκελαρίου, ήταν ένα πολύ ακριβό λάθος τόσο για την Ελλάδα, όσο και για την Ευρώπη – αν και έθεσε τις βάσεις της κρίσης, από την οποία τρέφεται αχόρταγα η Γερμανία απομυζώντας επαίσχυντα τους «εταίρους» της,
καθώς επίσης επιβάλλοντας την απόλυτη ηγεμονία της σε ολόκληρη σχεδόν
την ήπειρο. Εδώ δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς το «όνειρο» του Χίτλερ: την
ειρηνική διείσδυση με οικονομικά όπλα, σε όσο το δυνατόν περισσότερες
χώρες.

Σε κάθε περίπτωση, το σκόπιμο ή μη «όχι» της γερμανίδας, ήταν η τελευταία ευκαιρία για να περιορισθεί η πυρκαγιά στην Ελλάδα – ενδεχομένως δε ακόμη και να σβηστεί, εάν η βοήθεια συνοδευόταν με συνεπείς, αποφασιστικές ενέργειες.
Επειδή όμως αρνήθηκε, η πυρκαγιά διευρύνθηκε σε ολόκληρη τη Νότια
Ευρώπη, συμπεριλαμβάνοντας και την Ιρλανδία – με καταστροφικές
επιπτώσεις για τους Πολίτες όλων αυτών των χωρών.

Περαιτέρω, η κρίση της Ελλάδας σηματοδότησε μία αποφασιστική διαφοροποίηση στην Ευρωζώνη – αν και στην αρχή φάνηκε σαν να επρόκειτο για μία ανώδυνη «αλλαγή ετικετών», μέσω της οποίας η χρηματοπιστωτική κρίση μετονομάσθηκε, μεταλλάχθηκε καλύτερα, σε μία δημοσιονομική κρίση.

Φυσικά αντικαταστάθηκαν οι βασικοί ένοχοι, οι τράπεζες, από τα κράτη –
τα οποία, επειδή διέσωσαν τις τράπεζες τους (η Ελλάδα πολλές
ευρωπαϊκές, με τα πακέτα της Τρόικας), κάθισαν στη θέση του
κατηγορούμενου, με την κατηγορία πως το βιοτικό τους επίπεδο ήταν κατά
πολύ υψηλότερο, από τις επιδόσεις των Οικονομιών τους! Ειδικά η Ελλάδα, η
οποία εξευτελίσθηκε, έχασε εντελώς την αξιοπρέπεια και την εθνική της
ανεξαρτησία, ενώ έγινε αντικείμενο επιθέσεων από πολλά ΜΜΕ του πλανήτ
η
– κυρίως από τα γερμανικά, τα οποία εκείνη την εποχή έδειξαν πως ο
χαρακτήρας και το επίπεδο της χώρας δεν έχει αλλάξει καθόλου, από την
εποχή του στυγνού ναζισμού.

Συνεχίζοντας οι πολιτικοί, πριν από όλους η καγκελάριος και ο πρόεδρος της Γαλλίας, απέσυραν
μεθοδικά τις ευγνώμονες τράπεζες από το προσκήνιο, ενισχύοντας τες
παράλληλα οικονομικά και τοποθέτησαν στο κάδρο τα δημόσια χρέη
– μετατρέποντας τα σε κεντρικό θέμα.

Έτσι έφεραν στη ζωή την πολιτική λιτότητας, σύμφωνα με την οποία οι
ευρωπαϊκές χώρες θα ακολουθούσαν στο εξής έναν μονόδρομο, μία και μόνο
τριπλή οδηγία: οικονομία, οικονομία και ξανά οικονομία. Αργότερα ακολούθησε η ευρωπαϊκή δημοσιονομική συμφωνία, η πειθαρχία και η απαίτηση ισοσκελισμένων προϋπολογισμών – την οποία αρνήθηκαν να ακολουθήσουν μόνο η Μ. Βρετανία και η Τσεχία.

.

Το τέλος της θεωρίας της ζήτησης

Θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς χαριτολογώντας πως η Γερμανία
αντιπαθεί τον Keynes, λόγω του επιτυχούς χαρακτηρισμού της στο παρελθόν –
αφού με την παραπάνω πολιτική που εγκαινίασε, έθεσε τέλος στο μοναδικό διεθνώς μέχρι σήμερα αποτελεσματικό μέσον αντιμετώπισης των παράπλευρων ζημιών, τις οποίες προκαλούν οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις στην πραγματική οικονομία.

Οι Ευρωπαίοι πάντως οδηγήθηκαν σε έναν λανθασμένο δρόμο, με την έννοια «κρίση χρέους» –  παραπλανήθηκαν
δηλαδή, αφού με τον τρόπο αυτό συγκαλύφθηκε συνειδητά το γεγονός ότι,
με εξαίρεση την Ελλάδα, επρόκειτο για μία κρίση των τραπεζών
, καθώς επίσης του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Η αιτία ήταν το ότι οι τράπεζες κερδοσκοπούσαν, αντί να ασχολούνται με την υγιή χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.
Στην πραγματικότητα λοιπόν χώρες όπως η Ισπανία, καθώς επίσης η
Ιρλανδία, είχαν πλεονάσματα στους προϋπολογισμούς τους πριν από την
κρίση – ενώ το χρέος τους, ως ποσοστό του ΑΕΠ τους, ήταν χαμηλότερο
συγκριτικά με αυτό της Γερμανίας.

Ακόμη και σήμερα, η Ισπανία (γράφημα) έχει χαμηλότερο δημόσιο χρέος από τη Γερμανία ή από τη Γαλλία – αν και ο ιδιωτικός της τομέας, ιδίως αυτός της Ιρλανδίας, είναι κατά πολύ περισσότερο χρεωμένος, από αυτόν της Ελλάδας.

 .

Ισπανία – η εξέλιξη του δημόσιου χρέους ως προς το ΑΕΠ της χώρας, ποσοστά.

 .

Συνεχίζοντας, αυτός που διασώθηκε με τα προγράμματα στήριξης που
δόθηκαν στην Ελλάδα, στην Ιρλανδία και στην Πορτογαλία, ενδεχομένως
μελλοντικά στην Ισπανία και στην Ιταλία, δεν ήταν άλλος από τις τράπεζες
– εις βάρος των Πολιτών και των επιχειρήσεων της πραγματικής οικονομίας, καθώς επίσης του κοινωνικού κράτους.

Παράλληλα, διευκολύνθηκε η περαιτέρω αποκρατικοποίηση των δημοσίων εταιριών, ιδίως των κοινωφελών, προς όφελος των αχόρταγων πολυεθνικών κολοσσών – με τη βοήθεια της πολιτικής, η οποία φυσικά υπηρετεί, πιστά και έμμισθα, τους κυρίαρχους του πλανήτη.

Ένα τυπικό παράδειγμα αποτελεί η χρηματοπιστωτική βοήθεια, δήθεν προς όφελος της Ελληνικής Δημοκρατίας – τα 130 δις €.
Εξ αυτών, τα 71,5 δις € εισέπραξαν οι ιδιώτες δανειστές της Ελλάδας,
όταν γινόταν ληξιπρόθεσμες οι δόσεις αποπληρωμής, μαζί με τους τόκους.
Τα επόμενα 23 δις € αφορούσαν τις ελληνικές τράπεζες, ενώ τα 35,5 δις €
διατέθηκαν για την αγορά ομολόγων, σε χαμηλότερες τιμές (haircut).

.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, θεωρούμε σκόπιμο να σημειώσουμε ότι, για τις έννοιες «χρέος και ένοχος» οι Γερμανοί έχουν την ίδια λέξη –
γεγονός που ταιριάζει με την αυστηρή, προτεσταντική ηθική της χώρας,
σύμφωνα με την οποία ο ένοχος (άρα και ο οφειλέτης), πρέπει να
τιμωρείται παραδειγματικά και δημόσια.

Αν είναι δυνατόν να αποκεφαλίζεται σε μία «γκιλοτίνα», η οποία να τοποθετείται στο κεντρικότερο σημείο της Ευρώπης, σε υπερυψωμένο βάθρο, έτσι ώστε να μπορούν να την βλέπουν όλοι – για να μην τολμήσουν ποτέ να κάνουν κάτι ανάλογο.

Στα πλαίσια αυτά, εάν περιμένει η κυβέρνηση την αλληλεγγύη ή τη
βοήθεια της καγκελαρίου στο θέμα του δημοσίου χρέους, μη υπακούοντας
στις εντολές της, αρνούμενη δηλαδή να υποταχθεί γονυπετής στην παράλογη πολιτική που της επιβάλλεται δικτατορικά, κάνει ένα πολύ μεγάλο λάθος.

Ακόμη όμως και αν υποταχθεί, αποδεχόμενη τα πάντα, δεν θα αλλάξει απολύτως τίποτα – απλά θα συνεχίσει να κρέμεται η δαμόκλειος σπάθη επάνω από τα κεφάλια των Ελλήνων στο διηνεκές, αφού τόλμησαν να αμαρτήσουν.

Μεταξύ άλλων, επειδή δεν κατάφεραν να προστατευθούν από τη διαφθορά των ελληνικών πολιτικών κομμάτων, τα οποία διεφθάρησαν από τους παγκόσμιους πρωταθλητές των διαφθορέων: από τη γερμανική βιομηχανία, ιδίως από την εξοπλιστική (ανάλυση), η οποία κυριολεκτικά οργίασε στην πατρίδα μας.

Βασίλης Βιλιάρδος, για το Analyst.gr

.

© Copyright 2014 — Analyst.gr. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση / αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των εκδοτών.

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις27 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις57 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή