Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πώς ο Πούτιν αντέστρεψε τη στρατηγική του ΝΑΤΟ

Δημοσιεύτηκε στις

Επιστροφή στη διαχρονική
ρωσική τακτική της καμένης γης…

Τιερί Μεϊσάν, Δίκτυο
Βολταίρος (Γαλλία)            (μτφ.
Κριστιάν)

Η Ρωσία αντιδρά στον οικονομικό πόλεμο που της κάνει το ΝΑΤΟ με τον τρόπο
που θα το είχε κάνει σ’ ένα συμβατικό πόλεμο. Άφησε τον
εαυτό της να πληγεί από τις μονομερείς κυρώσεις για να οδηγήσει καλύτερα τον
αντίπαλό της στον δρόμο που η ίδια επέλεξε. Ταυτόχρονα, υπέγραψε συμφωνίες με
την Κίνα για να διασφαλίσει το μέλλον της, και μετά με την Τουρκία για να αποδιοργανώσει
το ΝΑΤΟ.
Όπως κάποτε ενώπιον της Γαλλίας ή της Γερμανίας, η αρχική ήττα της μπορεί να
είναι η εγγύηση για τη τελική νίκη της.

Κατά την ετήσια σύνοδο κορυφής για την Ασφάλεια, που διοργανώθηκε από το
Ίδρυμα Bertelsmann και το ΝΑΤΟ
στο Μόναχο το 2007, ο Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν τόνισε ότι το συμφέρον των
Δυτικοευρωπαίων δεν ήταν πλέον μόνο στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, αλλά επίσης και
προπαντός στη Ρωσία. Από τότε, δεν έπαψε να προσπαθεί να οικοδομήσει οικονομικές σχέσεις, όπως
την κατασκευή του αγωγού Nord Stream, υπό τη διεύθυνση του πρώην καγκελάριου της
Γερμανίας Γκέρχαρντ Σρέντερ. 
Από την πλευρά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν τα πάντα για να αποτραπεί
αυτή η προσέγγιση, μεταξύ άλλων με την οργάνωση του πραξικοπήματος του Κιέβου και το
σαμποτάρισμα του αγωγού South Stream .
Σύμφωνα με τον ατλαντικό τύπο, η Ρωσία έχει επηρεαστεί έντονα από τις μονομερείς
«κυρώσεις» -στην πραγματικότητα πράξεις οικονομικού πολέμου-  που πάρθηκαν με αφορμή την προσάρτηση της
Κριμαίας στην Ομοσπονδία ή την κατάρριψη του Boeing των Malaysia Airlines και με τη πτώση των τιμών του πετρελαίου. 
Το ρούβλι έχασε το 40% της αξίας του, οι άχρηστες επενδύσεις στον αγωγό South Stream κόστισαν 4,5 δις. δολάρια, και το εμπάργκο στα τρόφιμα κόστισε 8,7 δις. δολάρια. 
Εν τέλει, σύμφωνα με τον ατλαντικό τύπο, η Ρωσία φαλίρισε και είναι πολιτικά
απομονωμένη.
Ο ατλαντικός τύπος παραλείπει όμως να αναφέρει τις συνέπειες αυτού του
οικονομικού πολέμου για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ούτε ότι η απαγόρευση της εξαγωγής τροφίμων είναι πιθανό να καταστρέψει
ολόκληρα τμήματα της γεωργίας της, και ούτε ότι η εγκατάλειψη του South Stream θα σταθμίσει πολύ σοβαρά το μέλλον της Ένωσης, με την αύξηση της τιμής
της ενέργειας.

JPEG - 14.3 ko
Η υποτίμηση του ρουβλίου έναντι του δολαρίου
Πηγή: Boursorama
Φαίνεται ότι οι μονομερείς «κυρώσεις» είχαν ως συνέπεια την απρόβλεπτη πτώση
των τιμών του πετρελαίου. 
Πράγματι, οι τελευταίες άρχισαν να πέφτουν στις 20 Ιουνίου, αλλά βγήκαν από
το πλαίσιο των συνηθισμένων παραλλαγών στα τέλη του Ιουλίου, με τις πρώτες οικονομικές
«κυρώσεις». 
Οι τιμές του πετρελαίου δεν έχουν καμία σχέση με τον νόμο της προσφοράς και
της ζήτησης, αλλά όπως και για κάθε κερδοσκοπική αγορά, με τον όγκο των
κεφαλαίων που κερδοσκοπούν σ’ αυτό το τομέα, και οι μετακινήσεις των ρωσικών
κεφαλαίων με την ανακοίνωση των κυρώσεων επιτάχυναν τη κίνηση.
Σε πρώτη εκτίμηση, είχε αποδοθεί η πτώση των τιμών του πετρελαίου σε μια
προσπάθεια της Σαουδικής Αραβίας να περιοριστούν οι αμερικανικές επενδύσεις στο
φυσικό αέριο από σχιστόλιθο και στο μη συμβατικό πετρέλαιο, αλλά, κατά τη
συνεδρίαση του ΟΠΕΚ, αποδείχθηκε ότι οι Σαουδάραβες δεν ήταν πιθανώς η αιτία. Εξάλλου,
φαίνεται αδύνατο η Σαουδική Αραβία να κερδοσκοπεί εναντίον του Αμερικανού Επικυριάρχου
της.

JPEG - 17.6 ko
Η πτώση των τιμών του πετρελαίου.
Πηγή: Boursorama
Εν πάση περιπτώσει, η Ρωσία εξέπληξε την Ουάσιγκτον αντιστρέφοντας τη
διπλωματική σκακιέρα: ο Βλαντιμίρ Πούτιν επισκέφθηκε την Τουρκία, ένα κράτος
μέλος του ΝΑΤΟ, αμέσως μετά τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν, για να συνάψει
τεράστιες οικονομικές συμφωνίες.
Όχι μόνο δεν παρακάμπτουν τις μονομερείς κυρώσεις της Συμμαχίας, αλλά την αποδιοργανώνουν
βαθιά.
Η Τουρκία σήμερα είναι μια χώρα έτοιμη να γίνει μια τρομερή δικτατορία.   
Σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ -όμως εφησυχαστικό βιζαβί ενός μέλους του
ΝΑΤΟ- λογοκρίνει το Διαδίκτυο, η κυβέρνηση έχει καταχραστεί την εξουσία της για να σταματήσει τις έρευνες
διαφθοράς που διεξάγονται εναντίον των μελών της και των οικογενειών τους, τιμώρησε
τους αστυνομικούς και το δικαστικό σώμα που διεξήγαγαν τις έρευνες, οι  μειονότητες
δεν έχουν κανένα δικαίωμα, εκτός από τις τρεις μειονότητες που κατονομάζονται
στην Συνθήκη της Λωζάννης το 1923, η κυβέρνηση Ερντογάν κρατά εκατοντάδες πολιτικούς κρατουμένους (κυρίως
ανώτεροι αξιωματικοί ένοχοι αφού ήλθαν σε επαφή με το κινεζικό στρατό, πολιτικοί
της αντιπολίτευσης, δημοσιογράφοι και δικηγόροι), τα βασανιστήρια είναι ευρέως
διαδεδομένα, οι κρατήσεις αυθαίρετες και οι εξωδικαστικές εκτελέσεις είναι
λεγεώνες.

Ο Πρόεδρος Ερντογάν έκτισε το μεγαλύτερο παλάτι του κόσμου. Το έκανε σ’ ένα
φυσικό πάρκο, ενώ η Δικαιοσύνη του το είχε απαγορεύσει.
 Κόστισε 615
εκατομμύρια δολάρια για τους φορολογούμενους.

Η εγκληματική παρέκκλιση της κυβέρνησης Ερντογάν έχει γίνει μια σημαντική
ανησυχία στους κόλπους του ΝΑΤΟ. 
Τόσο περισσότερο που η Τουρκία αποδεικνύει ότι τείνει να γίνει ένας
απρόθυμος σύμμαχος. 
Επιμένει να βοηθά τους τζιχαντιστές στον πόλεμο τους εναντίον του
κουρδικού λαού (αν και με πολύ μεγάλη σουνιτική πλειοψηφία) αντί να προσεγγίσει
ενεργά τον συνασπισμό των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του Ισλαμικού Εμιράτου. 
Αυτός είναι ο λόγος που ο Αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν επισκέφθηκε στις 22
Νοεμβρίου την Άγκυρα, προφανώς για να απειλήσει τον Πρόεδρο Ερντογάν αν δεν έμπαινε
στην αμερικανική τάξη.
Από την άλλη, την 1η Δεκεμβρίου, ο Πούτιν μετέβη επίσης στην Άγκυρα. 
Χωρίζοντας τα οικονομικά θέματα από τα πολιτικά, παρουσίασε μια από καιρό προετοιμασμένη
προσφορά: μια πρωτοφανή οικονομική συμμαχία μεταξύ των δύο εθνών. 
Κατανοώντας ότι αυτή η απροσδόκητη προσφορά ήταν η μόνη διέξοδος του
ενώπιον της Ουάσιγκτον, ο Πρόεδρος Ερντογάν υπέγραψε όλα τα έγγραφα που είχαν
συνταχθεί από τους Ρώσους. 
Δέχτηκε την ενίσχυση του υποθαλάσσιου αγωγού που συνδέει τη χώρα του με τη
Ρωσία μέσω της Μαύρης Θάλασσας, αγόρασε σε καλή τιμή ρωσικό φυσικό αέριο, ακόμα και εγκαταστάσεις πυρηνικής
ενέργειας για να τροφοδοτήσει τη βιομηχανία του, πούλησε τα γεωργικά
προϊόντα του στη Ρωσία, παρά το εμπάργκο όλων των άλλων ατλαντικών κρατών, κ.λπ.
Για το ΝΑΤΟ, το τουρκικό πρόβλημα μετατρέπεται σε εφιάλτη.
Ο Πούτιν σίγουρα δεν άλλαξε γνώμη για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. 
Είναι ένας απατεωνίσκος που προσέγγισε τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, που προωθήθηκε στην εξουσία με τη βοήθεια της CIA, και ο οποίος συμπεριφέρεται σήμερα σαν ένα πραγματικό αφεντικό της
μαφίας. 
Αλλά ο Ρώσος πρόεδρος εξοικειώνεται στην αντιμετώπιση των ολιγαρχών ή των αρχηγών
κρατών της Κεντρικής Ασίας, που δεν αξίζουν περισσότερο. 
Ο ίδιος αναρριχήθηκε στο Κρεμλίνο διεισδύοντας στο κύκλο του Μπόρις Γέλτσιν και του
Μπόρις Μπερεζόφσκι.
Από την πλευρά του, ο Ερντογάν ξέρει ότι χρωστάει την εξουσία στο ΝΑΤΟ, και
ότι σήμερα του ζητά να λογοδοτήσει. Ο ίδιος δεν έχει κανένα πρόβλημα να κάνει τη μεγάλη
έκταση των ποδιών του: πολιτικός σύμμαχος της Ουάσιγκτον και οικονομικός
σύμμαχος της Μόσχας.
Γνωρίζει ότι κανένα κράτος δεν μπορούσε ποτέ να βγει από την συμμαχία, αλλά
φαντάζεται ότι μπορεί να παραμείνει στην εξουσία με αυτό το διπλό παιχνίδι.
Ας παρατηρήσουμε
τώρα τη στρατηγική του Βλαντιμίρ Πούτιν.
Η δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών στηρίζεται τόσο στο νόμισμά τους, το οποίο επιβάλλουν
στον υπόλοιπο κόσμο μέσω του ελέγχου της αγοράς του πετρελαίου, όσο και στο
στρατό τους.
Το ΝΑΤΟ ξεκίνησε έναν οικονομικό πόλεμο κατά της Ρωσίας. 
Για τις ανάγκες προπαγάνδας, κρύβει τις επιθέσεις κάτω από τον όρο «κυρώσεις».
Ωστόσο, οι κυρώσεις θα έπρεπε να είναι συνέπιες κάποιου κατηγορητήριου, μια
δίκη και ετυμηγορία. 
Όχι σε αυτή την περίπτωση. Οι κυριότερες «κυρώσεις» αποφασίστηκαν μετά την καταστροφή ενός πολιτικού
αεροσκάφους στην Ουκρανία, ενώ κατά πάσα πιθανότητα, το τελευταίο καταρρίφτηκε από
τις νέες αρχές του Κίεβου.
Σε απάντηση, ο Βλαντιμίρ Πούτιν ανέτρεψε πρώτα το μέλλον της χώρας του από
τη Δυτική Ευρώπη προς την Άπω Ανατολή υπογράφοντας τα μεγαλύτερα εμπορικά
συμβόλαια της ιστορίας με τους Κινέζους εταίρους του. 
Στη συνέχεια χρησιμοποίησε την Τουρκία εναντίον του ΝΑΤΟ για να παρακάμψει τις
δυτικές εμπορικές «κυρώσεις». 
Είτε με την Κίνα είτε με την Τουρκία, η Ρωσία πωλεί την ενέργεια της σε
τοπικά νομίσματα ή με ανταλλαγή, ποτέ σε δολάρια.
Οι Ρώσοι ειδικοί έχουν υπολογίσει ότι η Ουάσιγκτον θα επέμβει αν η τιμή του
πετρελαίου διατηρηθεί για πάνω από έξι μήνες σε τιμή κάτω από 60 δολάρια το
βαρέλι. 
Πριν από δυο μήνες, η Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας, Ελβίρα Σ
Nabiullina, κατέθεσε
ενώπιον της Δούμας ότι είναι έτοιμη για αυτό το σενάριο, το ίδρυμα της κατέχει επαρκή
αποθέματα.
Ως εκ τούτου, αν και αυτή τη στιγμή η Ρωσία έχει πληγεί σοβαρά από την
οικονομική επίθεση του ΝΑΤΟ, η κατάσταση θα μπορούσε να αντιστραφεί σε έξι
μήνες. 
Για να διατηρήσει την κυριαρχία της επάνω από τον κόσμο, η Ουάσιγκτον θα
αναγκαστεί να παρέμβει για να ανεβάσει τις τιμές του πετρελαίου. Αλλά εν τω
μεταξύ, αυτός ο πόλεμος θα έχει σφραγίσει την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, ενώ
η Ρωσία θα έχει μεταφέρει την οικονομία της προς όφελος του Κινέζου συμμάχου
της.
Εν τέλει, η Ρωσία ενεργεί εδώ, όπως το έκανε πάντα. 
Παλαιότερα, εφάρμοζε τη «στρατηγική της καμένης γης» όταν εισέβαλε η Γαλλία
του Ναπολέοντα ή η Γερμανία του Αδόλφου Χίτλερ. 
Κατέστρεφε η ίδια τους ιδίους πόρους της στις θέσεις των στρατευμάτων
του εχθρού και οπισθοδρομούσε προς την Άπω Ανατολή. 
Στη συνέχεια κυλούσε πίσω κατά των εξαντλημένων εισβολέων από την υπερβολικά
μεγάλη τους διείσδυση.
Thierry Meyssan   Δαμασκός, 5.12.2014
http://www.voltairenet.org/article186136.html

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή