Διεθνή
Το γεωπολιτικό αίνιγμα της Ευρώπης
αίνιγμα και αυτό εδράζεται στην αντίληψη στο ότι από τη μία δεν είναι
τίποτα άλλο από ένα Ατλαντικό δημιούργημα, δηλαδή μία φιλελεύθερη
καπιταλιστική ζώνη, μια κοινωνία ελεύθερης αγοράς που ενσωματώνει την
ιδεολογία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που όμως στην ουσία αποτελεί
επέκταση των αμερικανικών οικονομικών ομίλων που ελέγχουν το ευρωπαϊκό
χρηματοπιστωτικό σύστημα και παράλληλα επηρεάζεται από την στρατηγική
πολιτική του ΝΑΤΟ.
Από την άλλη η Ε.Ε. είναι η έκφραση, μιας καθαρά ευρωπαϊκής ταυτότητος που επιθυμεί να υλοποιήσει το Γκωλικό όραμα για μία ανεξάρτητη και κυρίαρχη Ευρώπη από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια.
Ο προβληματισμός γίνεται πολύ πιο έντονος, όταν διαπιστώνεται ότι η Γερμανική ηγεσία που δύναται να επιβάλει τις απόψεις της λόγω της οικονομικής ισχύος που διαθέτει, σε όλες σχεδόν τις ηγεσίες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο που προκαλεί ερωτηματικά και απορίες, ως προς το τι επιδιώκει.
Αναμφίβολα η Γερμανία αποτελεί τον κύριο πυλώνα της Ε.Ε. καθότι, είναι οικονομικά ισχυρή.
Η πολιτική που κατόρθωσε να επιβάλλει στους λοιπούς ευρωπαίους εταίρους την προβάλλει ως υπερασπιστής του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, (ΕΥΡΩ) παρά το γεγονός ότι από την εφαρμογή αυτής της πολιτικής δημιουργούνται δυσάρεστες καταστάσεις, απειλώντας πολλές φορές την κοινωνική ειρήνη σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα σε αυτές του Νότου…
Παράλληλα και ενώ έχει αναπτύξει σημαντική οικονομική συνεργασία με την Ρωσία, πρωτοστατεί στην επιβολή κυρώσεων εναντίον της λόγω του Ουκρανικού ζητήματος ενώ γνωρίζει την σημαντική εξάρτησή της από το Ρωσικό Φυσικό Αέριο, που τόσο χρειάζεται η οικονομία της αλλά και το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των εξαγωγών της απορροφάται από τη Ρωσία.
Όμως μπορεί να αμφισβητείται πραγματικά η Ρωσία, όταν υπάρχει κίνδυνος να κλείσει την στρόφιγγα, που προμηθεύει αέριο όχι μόνο στη Γερμανία αλλά και σε πάρα πολλές Ευρωπαϊκές χώρες;
Οι ερμηνείες που μπορούν να δοθούν είναι πολλές ωστόσο αυτή η συμπεριφορά του Βερολίνου δείχνει ότι επιδιώκει με κάθε τρόπο, χρησιμοποιώντας ακόμη και την Ευρωπαϊκή Ένωση (π.χ. Τρίτο ενεργειακό πακέτο) να σταματήσει την εξάρτηση της Γερμανίας αλλά και της Ευρώπης από το Ρωσικό Φυσικό Αέριο, που όμως για να γίνει αυτό θα χρειασθεί να βρεθούν νέοι προμηθευτές, αλλά και να δημιουργηθούν οι κατάλληλες υποδομές.
Μια πρώτη σκέψη θα πήγαινε στην προοπτική εισαγωγών Φ.Α. από την βόρεια Αμερική αλλά αφ’ ενός η παραγωγή στις ΗΠΑ από τα σχιστολιθικά πετρώματα βρίσκεται σε αρχικό στάδιο με πολλά προβλήματα στην παραγωγή και μετά βίας καλύπτει έστω και μεγάλο μέρος της εσωτερικής ζήτησης, αφ’ ετέρου, η εισαγωγή Καναδικού Φ.Α. δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθεί άμεσα, καθόσον θα πρέπει προηγουμένως να δημιουργηθούν οι κατάλληλες υποδομές για την μετατροπή του σε LNG (υγροποιημένο Φ.Α.) προκειμένου να μπορεί να μεταφερθεί στις ευρωπαϊκές αγορές, ενώ αν ληφθεί υπ’ όψη και η ανάγκη απόσβεσης των απαραίτητων επενδύσεων θα διεμορφώνετο μια τιμή που μάλλον θα το καθιστούσε ασύμφορο.
Τέλος είναι πολύ αμφίβολο εάν η Γερμανία θα επιθυμούσε να αντικαταστήσει την ενεργειακή εξάρτησή της από την Ρωσία με αυτήν των ΗΠΑ-Καναδά και μάλιστα με μεγαλύτερο κόστος, δημιουργώντας παράλληλα συνθήκες να αυξηθεί και η όποια επιρροή που ασκείται πάνω της σήμερα, από τα Υπερατλαντικά οικονομικά και Στρατηγικά συμφέροντα.
Σε δεύτερη σκέψη αναγκαστικά οδηγούμεθα στο ότι ο προσανατολισμός της πρέπει να στρέφεται προς ανατολάς δηλαδή:
1. προς την Μεσόγειο, που όπως δείχνουν τα πράγματα υπάρχουν σημαντικά αποθέματα υδρογοναθράκων.
Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν έχει φανεί κανένα επίσημο ενδιαφέρον μέχρι σήμερα για την συμμετοχή της σε μελλοντική εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της περιοχής, ήδη και εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης ασκεί καταλυτική επιρροή στη χώρα μας αλλά και στην Κύπρο.
Όσον αφορά στην Κύπρο, σύμφωνα με τον σύμβουλο επί γεωπολιτικών θεμάτων της ρωσικής κυβέρνησης Α. Ντούνκιν η χώρα πέρασε στον έλεγχο της Τρόικα λόγω της αδράνειας της Ρωσικής διπλωματίας κατόπιν μιας στρατηγικής αντεπιχείρησης της ατλαντικής πτέρυγας της Ρωσικής ελίτ, που συμβούλευσε τον Ρώσο πρόεδρο ΠΟΥΤΙΝ να μην αναμειχθεί στις Κυπριακές υποθέσεις και να μείνει μακριά από την Ελληνική πολιτική.
Ωστόσο η πολυπλοκότητα αυτής της γεωγραφικής περιοχής σε συνδυασμό με τις χαμηλές τιμές σήμερα, των υδρογονανθράκων μάλλον απαγορεύουν κάθε σκέψη για την οικονομική εκμετάλλευσή τους τουλάχιστον σε βραχύ ορίζοντα.
2. Στη Μέση Ανατολή
Εδώ θα μπορούσαμε να εικάσουμε ότι κύρια επιλογή της θα μπορούσε να αποτελέσει το ΙΡΑΝ όπου υπάρχει το 10% των παγκόσμιων αποθεμάτων του πετρελαίου καθώς και το 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων Φ.Α..
Και τούτο γιατί η χώρα αυτή, μόλις βγαίνει από ένα καθεστώς 35ετούς αποκλεισμού και κυρώσεων που είχε επιβληθεί από διεθνείς δυνάμεις, πρωτοστατουσών των ΗΠΑ και του Η.Β., οι οποίες εάν θέλουν να εισέλθουν στην Ιρανική αγορά, θα πρέπει να καταβάλουν ιδιαίτερες προσπάθειες, ώστε να ξεπεραστεί η αμοιβαία καχυποψία και η παλιά έχθρα που εδράζεται και στην πολιτική των κυρώσεων και στις διαχρονικές παρεμβάσεις τους αλλά και στο αποικιοκρατικό παρελθόν τους.
Αντιθέτως η Γερμανία βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση, καθ’ όσον διατηρούσε για όλη αυτήν την περίοδο έστω και υποτονικά, μια οικονομική πολιτική εμπορικών συναλλαγών, που έχει όμως και βαθιές ρίζες που έρχονται από τον 19ο αιώνα.
Ωστόσο, σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί κανείς να παραγνωρίσει τους βαθείς δεσμούς της Ρωσίας με το ΙΡΑΝ, δεσμοί που έχουν σφυρηλατηθεί από τον χρόνο και που εδράζονται στη διαχρονική υποστήριξή του από την Ρωσία παρά την ύπαρξη διεθνών κυρώσεων εναντίον του, πράγμα για το οποίο είχε κατηγορηθεί η Ρωσία πολλάκις στο παρελθόν.
Έτσι λοιπόν, με βάση τις ιδιαίτερες σχέσεις που υφίστανται μεταξύ των, οι δύο χώρες, τον Αύγουστο 2014 προχώρησαν στην υπογραφή μνημονίων εμπορικών συναλλαγών, που αφορούν περίοδο 5 ετών σηματοδοτώντας μια απότομη εντατικοποίηση της οικονομικής συνεργασίας τους.
Η συμφωνία αυτή θέτει τα θεμέλια για μία ολοκληρωμένη συνεργασία πολλών δις $ που αφορά στο εμπόριο, του πετρελαίου, του Φ.Α, των πετροχημικών αλλά και της δημιουργίας στο Ιράν εργοστασίου λιπασμάτων.
Βέβαια στο ερώτημα που προκύπτει, πώς η Ρωσία με τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου, να προβαίνει σε μία τέτοια εμπορική συμφωνία που να αφορά τα κατ’ εξοχήν εξαγώγιμα προϊόντα της, η απάντηση που μπορεί να δοθεί, είναι μόνο μία, να επηρεάζει και να διοχετεύει την ποσότητα αυτή, σε αγορές της επιλογής της όχι μόνο διατηρώντας τες και μη επιτρέποντας την είσοδο σε νέους προμηθευτές, αλλά και ενισχύοντας την επιρροή της (ενδεχομένως να μην είναι άσχετη με αυτήν την συμφωνία η απόφαση των Σαουδαράβων να διαθέτουν το πετρέλαιό τους σε χαμηλές τιμές).
Τεκμαίρεται λοιπόν ότι σε προνομιακή θέση στην αγορά του Ιράν βρίσκεται η Ρωσία πράγμα που θέτει προς το παρόν τουλάχιστον τις Γερμανικές προσπάθειες σε δεύτερη μοίρα.
3. Ανατολική Ευρώπη, χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
Η γεωγραφική θέση αλλά και η μορφολογία του εδάφους της Γερμανίας που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη φυσικών εμποδίων στα σύνορά της, την κατέστησαν διαχρονικά ανασφαλή από την εποχή της ενοποίησής το 1871 και επιθυμώντας να δημιουργήσει συνθήκες στρατηγικής διασφάλισης των εδαφών της, επανειλημμένα στο παρελθόν είχε επιχειρήσει, καταπατώντας ακόμη και διακρατικές συμφωνίες, (Γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο, άλλως Σύμφωνο Ρίμπετροπ-Μολότωφ) να αποκτήσει ζωτικό χώρο προς ανατολάς και ιδιαίτερα επί των Ουκρανικών εδαφών χωρίς να παραγνωρίζεται και η προσπάθεια απόκτησης πλουτοπαραγωγικών πηγών.
Αναμφίβολα η ενέργεια για την ένταξη της Ουκρανίας στην Ανατολική εταιρική σχέση στα πλαίσια της Ε.Ε. συμπλέει απόλυτα με τον στρατηγικό στόχο της να αποκτήσει καταλυτική επιρροή στη χώρα αυτή αποκτώντας παράλληλα και το εφαλτήριο για το μεγάλο άλμα της προς τον Καύκασο και τις χώρες της Ευρασίας.
Αν όμως αποτελεί Στρατηγική επιλογή της Γερμανίας η επέκταση προς ανατολάς, η Γερμανική ηγεσία θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τους στενούς δεσμούς της Ρωσίας και τα ζωτικά συμφέροντα που έχει με τις χώρες που αυτή συνορεύει, συμπεριλαμβανομένου και του Ιράν και που -όπως δείχνουν οι κινήσεις της- σε καμμία περίπτωση δεν πρόκειται να απεμπολήσει.
Όσον αφορά στην σημερινή κατάσταση, που επικρατεί στην Ουκρανία δεν θα πρέπει να αγνοείται και ο Πολωνικός παράγοντας, που σε συνεργασία με τις Βαλτικές χώρες κυρίως την Λιθουανία και με την προτροπή των Αγγλοσαξωνικών δυνάμεων που από την εποχή των κυβερνήσεων Μ. Θάτσερ και Ρ. Ρέηγκαν κατόρθωσαν να αποκτήσουν σημαντική επιρροή στις χώρες αυτές, προσπαθεί να επηρεάσει τις εξελίξεις στην περιοχή.
Ίσως κάποιοι να οραματίζονται την επανασύσταση του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας το οποίο επεκτάθηκε ειρηνικά από τον 13ο αιώνα και που πέραν της Λιθουανίας περιελάμβανε εδάφη από την σημερινή Πολωνία, Λευκορωσία, Ρωσία, Ουκρανία.
Τέλος καταστράφηκε το 1795 και τα εδάφη του μοιράστηκαν μεταξύ της Ρωσίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας.
Όσον αφορά στις επιλογές της Ουκρανικής κυβέρνησης για πολιτική και οικονομική σύμπλευση με την Ε.Ε. τα γεγονότα και η περίπλοκη κατάσταση που επικρατεί στη χώρα μάλλον δεν θα της επιτρέψουν να επιλύσει το σύνθετο πρόβλημα του κράτους με συνέπεια η αστάθεια να συνεχιστεί για χρόνια και να αποτελεί σημείο τριβής μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Όμως ανεξάρτητα από τις όποιες ανησυχίες της Γερμανίας ως προς την ασφάλειά της είναι διαπιστωμένο ότι η χώρα αυτή έχει την δυνατότητα μεταποιώντας πρώτες ύλες να παράγει, βιομηχανικά αλλά και άλλα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας αποτελεσματικά και συνεχώς, διοχετεύοντας, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της παραγωγής εκτός από τις χώρες της Ε.Ε. σε όλη την υδρόγειο σχεδόν, που ουσιαστικά συνετέλεσε στην επίτευξη ενός υψηλού βιοτικού και πολιτιστικού επιπέδου για τους κατοίκους της χώρας αυτής.
Με βάση τα παραπάνω πρώτιστο καθήκον αλλά και στρατηγική επιλογή των Γερμανικών κυβερνήσεων αποτελεί η διατήρηση αλλά και η αύξηση του επιπέδου των εξαγωγών και αυτό τις αναγκάζει να δημιουργούν συνθήκες διατήρησης της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων τους περιλαμβανομένης και της πολιτικής λιτότητας (agenda 2010, που αποτελεί από το έτος 2000 συμφωνία κυβέρνησης-συνδικάτων για πάγωμα των μισθών), ώστε να είναι σε θέση να διατηρούν σε αυξητική τάση το ΑΕΠ της χώρας, να μην αντιμετωπίζουν σοβαρά δημοσιονομικά ελλείμματα, να διατηρείται σταθερό το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων, να αντιμετωπίζουν την ανεργία αλλά και το ενδεχόμενο των κοινωνικών αναταραχών.
Όμως η διατήρηση σε υψηλό επίπεδο των εξαγωγών πέρα από το πρόβλημα των υδρογονανθράκων και την απεξάρτησή της απο την προμηθεύτρια Ρωσία, εξαρτάται και από πρώτες ύλες που η Γερμανία δεν διαθέτει και για την κατανόηση του προβλήματος, αναφέρουμε ότι σύμφωνα με μια μελέτη παρελθόντων ετών που παρήγγειλε η Γερμανική κυβέρνηση και χαρακτηρίστηκε άκρως απόρρητη, τονίζεται, ότι αν η χώρα αντιμετωπίσει δυσκολίες στην εισαγωγή 5 μεταλλευμάτων που προέρχονται κυρίως από την Αφρική του νοτίου ημισφαιρίου, τότε εκατομμύρια εργαζόμενοι στους τομείς της μεταλλουργίας, του αυτοκινήτου, της αεροναυπηγικής και της ναυπηγικής θα χάσουν την δουλειά τους. (πρόκειται για το χρώμιο, το μολυβδαίνιο, το βανάδιο, τον αμίαντο, και το μαγγάνιο.)
Η Γερμανική ηγεσία σταθμίζοντας τις ανάγκες τις χώρας και τους κινδύνους, που απορρέουν από τυχόν μελλοντική έλλειψη των πρώτων υλών, πράγμα που ενδεχομένως να απειλήσει ακόμα και την ύπαρξη της, προχωρά διαχρονικά με μέθοδο, την εξάλειψη αυτής της απειλής και αφού μέσω του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, κατόρθωσε να προωθήσει τα συμφέροντά της και να επιβάλει την οικονομική της πολιτική στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προσπαθεί να βρει τον τρόπο ώστε να εδραιώσει την παρουσία της αλλά και τα συμφέροντά της στους πόρους της Μ. Ανατολής, της Αφρικής αλλά και της Μεσογείου.
Όμως δεν θα πρέπει να διαλάθει της προσοχής της Γερμανικής ηγεσίας ότι στην σημερινή Μ. Ανατολή υφίστανται κυρίαρχες σχέσεις μεταξύ ΡΩΣΙΑΣ-ΙΡΑΝ, ΣΥΡΙΑΣ και άλλων χωρών της Μ.Ανατολής με τις οποίες συναλλάσσεται εμπορικά. Επίσης κυρίαρχες σχέσεις υπάρχουν και μεταξύ χωρών της περιοχής με ΗΠΑ-ΗΒ που διατηρούν έντονο γεωπολιτικό ενδιαφέρον για τον ευρύτερο χώρο και ιδιαίτερα για την Αφρική, όπου «μαίνεται ο πόλεμος» με τα Κινεζικά συμφέροντα.
Κατά συνέπεια ένα εγχείρημα για την απόκτηση δεσπόζουσας επιρροής σε περιοχές, που θα διασφάλιζε με διαφορετικό καθεστώς από το σημερινό, τα συμφέροντά της, θα έχει ανυπέρβλητες δυσκολίες υλοποίησης, ιδιαίτερα τώρα που η Ριζοσπαστική Ισλαμική απειλή έχει ισχυρά ερείσματα από το Αφγανιστάν μέχρι την Λιβύη επεκτεινόμενη και σε πολλές χώρες της Αφρικής.
Επίσης ένα ιδιαίτερο στοιχείο που πρέπει να προσεχθεί είναι ότι οι ισχυρές δυτικές δυνάμεις ΗΠΑ-Η.Β. δεν δείχνουν ιδιαίτερη προθυμία να αντιμετωπίσουν τους ριζοσπάστες ισλαμιστές εκτός και εάν μία στρατιωτικοποιημένη Ευρωπαϊκή Ένωση αποφασίσει στο μέλλον να εμπλακεί, εφόσον βέβαια αποκτήσει και τις ανάλογες δυνατότητες.
Με βάση τα παραπάνω και προσπαθώντας να δώσουμε μια απάντηση στο ευρωπαϊκό αίνιγμα θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο ότι οι τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Γερμανία, με τη Ρωσία, είναι προϊόν μιας εξωτερικής πολιτικής που ανεξάρτητα από που σχεδιάζεται, διαταράσσει τις ισορροπίες των τελευταίων 70 ετών.
Η πολιτική αυτή μάλλον εδράζεται στις επιδιώξεις της Γερμανίας να επιχειρεί σε περιοχές όπου βρίσκεται αντιμέτωπη πρωτίστως με τα Ρωσικά συμφέροντα και λιγότερο με τα Αγγλοαμερικανικά και βρίσκει προς το παρόν, κύριο πεδίο δράσης στις πεδιάδες της Ουκρανίας, όπου σήμερα παίζεται, με πολλούς παίκτες, το γεωπολιτικό παιχνίδι, με μοναδικό ίσως έπαθλο, την κυριότητα των μεγάλης χωρητικότητας ουκρανικών αγωγών διαμετακόμισης Φ.Α. μια και κάτω από τις επικρατούσες διεθνώς συνθήκες είναι πολύ δύσκολο να περιθωριοποιηθεί μεσοπρόθεμα τουλάχιστον, το ρωσικό Φ.Α. από τις Ευρωπαϊκές οικονομίες.
Τέλος δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ότι αναγκαστικά παραμένει στρατηγική επιλογή των Γερμανικών κυβερνήσεων η συνέχιση των εξαγωγών προς τις χώρες της Ε. Ε. που αποτελούν τον κύριο αποδέκτη των γερμανικών προϊόντων, πράγμα όμως, που θα πρέπει προηγουμένως να έχει υπάρξει αλλαγή στην υφιστάμενη πολιτική της λιτότητας, που άλλωστε με τα σημερινά δεδομένα έχει διαφορετική αφετηρία και επιπτώσεις για κάθε χώρα της Ε.Ε. καθώς επίσης θα πρέπει να αποτελεί και κύριο μέλημα των Γερμανικών κυβερνήσεων η αποφυγή μιας στρατιωτικής αναμέτρησης γύρω από τα σύνορά της, που βέβαια με τα σημερινά δεδομένα θα ήταν ολέθριο αν προκληθεί…
Άρθρο του Δημήτρη Α. Ζακοντίνου
Οικονομολόγου, αντιπροέδρου του ΕΛΙΣΜΕ (Eλληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών)
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

