Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο υπόγειος οικονομικός πόλεμος

Δημοσιεύτηκε στις

Γιάννος Χαραλαμπίδης

Το διεθνές σύστημα δεν πάσχει μόνο από καταστροφικές συγκρούσεις με τη
χρήση όπλων, αλλά και από έναν πολύπλοκο οικονομικό πόλεμο. Και ενώ
συμβαίνουν όλα αυτά γύρω μας, στη μεν Αθήνα ερίζουν για την εξουσία, στη
δε Κύπρο η μακαριότητα συνεχίζεται…
Η χρήση όπλων στην Ουκρανία πυροδότησε μια οικονομική και εμπορική
σύγκρουση μεταξύ της Μόσχας από τη μια και της Ουάσιγκτον και των
Βρυξελλών από την άλλη. Στον οικονομικό αυτόν πόλεμο έχουν εμπλακεί εκ
των πραγμάτων και άλλα κράτη, με αποτέλεσμα οι επιπτώσεις από την
Ουκρανία και την πτώση της τιμής του πετρελαίου και του ρουβλίου να
επηρεάζουν το διεθνές σύστημα.

Προτού προχωρήσουμε στην ανάλυσή μας για
τον οικονομικό πόλεμο και τις επιπτώσεις του, θα πρέπει να επισημάνουμε
τα εξής:
1. Εάν η Ρωσία δεν είχε όπλα, δεν θα μπορούσε να προσαρτήσει ποτέ την Κριμαία.
2. Εάν οι ΗΠΑ δεν είχαν τη στρατιωτική ισχύ της πρώτης υπερδύναμης, η
Μόσχα θα προχωρούσε και παρακάτω. Από την άλλη, εάν η Ρωσία δεν ήταν
τόσο ισχυρή στρατιωτικά, τότε οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ θα την τιμωρούσαν
παραδειγματικά.

Οι αιτίες της πτώσης του… πετρελαίου

Τώρα, γινόμαστε μάρτυρες ενός οικονομικού πολέμου, με επίκεντρο την
ενέργεια. Η πτώση της τιμής του πετρελαίου και το εμπάργκο της Δύσης επί
της Ρωσίας προκαλούν τριγμούς στο ρούβλι. Αυτό λέγεται και φαίνεται.
Έτσι είναι τα πράγματα; Επηρεάζεται η Κύπρος; Τι συμπεράσματα και
διδάγματα μπορούν να εξαχθούν; Γιατί και πώς το ρούβλι βρίσκεται σε
ελεύθερη πτώση;

Η πρώτη απάντηση, στα πιο πάνω ερωτήματα, γιατί το ρούβλι ακολουθεί
ελεύθερη πτώση, το οποίο έχασε 50% περίπου της αξίας του, είναι
αυτονόητη: Οφείλεται στην πτώση της τιμής του πετρελαίου κατά 50%
περίπου.
Από 115 δολάρια το βαρέλι έχει πέσει ακόμη και στα 54 δολάρια. Και
συμβαίνει αυτό διότι αφενός έχει αυξηθεί η παραγωγή περισσότερο απ’ ό,τι
έχει αυξηθεί η ζήτηση. Και όταν αφετέρου διαπιστώθηκε η αναντιστοιχία,
δεν μειώθηκε η παραγωγή. Το 2014 η παγκόσμια παραγωγή ήταν 200 εκ.
βαρέλια την ημέρα έναντι 94,2 εκ. βαρέλια το 2013. Η προσφορά αργού
πετρελαίου ξεπερνούσε τη ζήτηση για τους εξής κυρίως λόγους:

1. Η στροφή των ΗΠΑ, του Καναδά και της Κίνας προς τον σχιστόλιθο.
Ειδικώς σε ό,τι αφορά τους Αμερικανούς, το 2001 κάλυπταν μόνο το 1% των
αναγκών τους από σχιστόλιθο. Σήμερα καλύπτουν περί το 39% και ώς το 2035
αναμένεται ότι ο σχιστόλιθος θα καλύπτει το 49% των ενεργειακών αναγκών
των ΗΠΑ.
2. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία δεν αύξησε τη ζήτηση περισσότερο από την αύξηση της παραγωγής.
3. Η σταθερή παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου από χώρες όπως η
Λιβύη και το Ιράκ. Και αυτό παρά τα προβλήματα πολιτικής αστάθειας και
συγκρούσεων στο έδαφός τους.
4. Η αποτυχία των χωρών του ΟΠΕΚ (Οργανισμός Πετρελαιοπαραγωγών Κρατών)
κατά τη σύνοδο της 27ης Νοεμβρίου στη Βιένη για τη μείωση της
παραγωγής, ώστε να κρατηθούν οι τιμές περί τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Κυρίως οι Σαουδάραβες προτίμησαν να έχουν κόστος από τη μείωση των
εσόδων παρά να χάσουν μεγάλη μερίδα της αγοράς, αλλά και για άλλους
λόγους που καταγράφονται στη συνέχεια και αφορούν, εκτός των άλλων,
πολιτικά παιχνίδια σε βάρος της Ρωσίας αλλά και του Ιράν, καθώς και σε
βάρος των ίδιων των ΗΠΑ, με τις οποίες όμως διαπιστώνεται σύγκλιση
συμφερόντων, ως προς τα ζητήματα του Ιράν.

Φυγή κεφαλαίων

Η δεύτερη απάντηση για την πτώση του ρουβλίου σχετίζεται με το εμπάργκο
της Δύσης επί της Μόσχας, σε συνδυασμό με τη μείωση της τιμής του
πετρελαίου. Ένας από τους βασικούς λόγους υποτίμησης του ρουβλίου είναι η
ανατροπή των προβλέψεων για τη ρωσική οικονομία, η οποία εκτιμούσε την
τιμή του πετρελαίου στα 100 δολάρια, γεγονός που δημιουργεί προβλήματα
στον προϋπολογισμό του 2015 και ανατρέπει τις αναλύσεις περί μικρής
ανάπτυξης. Υπό αυτές τις συνθήκες άρχισε η μείωση της ζήτησης του
ρωσικού νομίσματος από τη διεθνή αγορά, ενώ στην ίδια τη χώρα υπάρχει
πρόβλημα ρευστότητας.
Συνεπώς, αρχίζει να μειώνεται η συναλλαγματική ισοτιμία του ρουβλίου
και ταυτόχρονα αυξάνεται αυτή του δολαρίου. Η μείωση της ζήτησης και της
συναλλαγματικής ισοτιμίας του ρουβλίου συνοδεύεται από φυγή κεφαλαίων.
Για να διατηρήσει η Ρωσική Κεντρική Τράπεζα την αξιοπιστία του
νομίσματος και να βάλει φρένο στον κατήφορο και στη φυγή κεφαλαίων, στις
16 Δεκεμβρίου αύξησε το επιτόκιο από 11,5% σε 17%.

Ταυτοχρόνως, η Ρωσία διαθέτει συναλλαγματικά αποθέματα της τάξης των
220 δις ευρώ και, ως εκ τούτου, με βάση τη λογική θέλει να στείλει το
μήνυμα ότι και η οικονομία μπορεί να στηριχθεί και το νόμισμα. Συν το
ότι δεν έχει δημοσιονομικά προβλήματα και μεγάλα χρέη. Όμως, η μείωση
του ρωσικού νομίσματος κατά 50% καθιστά και το κράτος και τους πολίτες
φτωχότερους.

Ο επαναπατρισμός και το στοίχημα του Πούτιν

Οι επιπτώσεις αγγίζουν και την Κύπρο, λόγω του τουριστικού προϊόντος
προς το νησί. Η Κύπρος γίνεται πολύ πιο ακριβός προορισμός απ’ ό,τι τον
προηγούμενο χρόνο, αφού στοιχίζει περίπου τα διπλάσια. Ταυτοχρόνως, από
τη μια όσοι Ρώσοι μεγιστάνες και εταιρείες έχουν χρήματα στην Κύπρο
είναι δύσκολο να τα επαναπατρίσουν, ενώ από την άλλη ο Πρόεδρος Πούτιν
θα εξαπολύσει νέα επίθεση σε όσους βγάζουν χρήματα προς τα έξω ή/και σε
όσους δεν τα επιστρέφουν.
Το ρωσικό κράτος δεν έχει σοβαρούς -υπό αυτές τις συνθήκες- λόγους να
στηρίξει τράπεζες, ακόμη και οικονομίες κρατών, όπως η Κύπρος, όπου οι
Ρώσοι μεγιστάνες έχουν τα χρήματά τους. Αφενός η κυπριακή οικονομία
-όπως κάθε οικονομία- είναι δυνατό να επωφεληθεί από τη μείωση της τιμής
του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αφετέρου, όμως, είναι δυνατό να
προκύψει μεγάλο κόστος από τον τουρισμό, εάν δεν ληφθούν μέτρα και αν η
Κύπρος δεν στραφεί και προς άλλες αγορές ή προς την αναβάθμιση του
τουριστικού προϊόντος και της μείωσης των τιμών, ή της παροχής
διευκολύνσεων προς την τουριστική βιομηχανία, που παραμένει ζωντανή και
πηγή εσόδων εν μέσω κρίσης.
Ο Ρώσος Πρόεδρος, σε μια κίνηση επαναπατρισμού κεφαλαίων πριν από
μερικές βδομάδες, είχε προσφέρει άσυλο στους «παρανομούντες» και τώρα
ισχυρίζεται ότι στα επόμενα δύο χρόνια οι τιμές του πετρελαίου θα
επανέλθουν σε υψηλά επίπεδα, καθότι οι χαμηλές τιμές θα φέρουν ανάπτυξη
και θα αυξηθεί η ζήτηση.

Υπάρχει, όμως, και η άλλη άποψη. Ότι, δηλαδή, η στροφή προς τον
σχιστόλιθο και σε άλλες εναλλακτικές μορφές ενέργειας δεν θα οδηγήσει
τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ακόμη και αν
η Σαουδική Αραβία μειώσει την παραγωγή της.
Τα προβλήματα στη ρωσική οικονομία και στο ρούβλι οφείλονται, μεταξύ
άλλων, στο ότι: α. Τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο
καλύπτουν περί το 50% του ρωσικού ΑΕΠ. Συνεπώς, ανατρέπεται ο
προϋπολογισμός και η οικονομική σταθερότητα στη χώρα. β. Είναι πρόδηλα
τα δομικά προβλήματα της ρωσικής οικονομίας.
Προτιμούσε και προτιμά τις εισαγωγές ευρωπαϊκών και αμερικανικών
προϊόντων αντί της δικής της παραγωγής, ώστε να μπει στο παιχνίδι του
διεθνούς ανταγωνισμού. Με το δυτικό εμπάργκο παρουσιάστηκαν προβλήματα
σε καταναλωτικά είδη και αύξηση τιμών, δηλαδή πληθωρισμός, που
επιδεινώθηκαν με τη μείωση της τιμής του πετρελαίου και της ελεύθερης
πτώσης του ρουβλίου.
Το στοίχημα για τον Πούτιν είναι κατά πόσο θα δημιουργήσει ένα νέο
ρωσικό μοντέλο με εσωτερική αυτάρκεια και εξαγωγικές δυνατότητες, για να
αποφύγει μελλοντικές επιπτώσεις από δυτικά εμπάργκο και να γίνει
ανταγωνιστική δύναμη στην καπιταλιστική αγορά.
Η Μόσχα διαθέτει την τεχνολογία, απλώς δεν έχει επενδύσει σε υποδομές,
οι οποίες είναι παλαιές και δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις σημερινές
ανάγκες. Η Ρωσία είναι από τις πλουσιότερες χώρες στον κόσμο σε πρώτη
ύλη και τεχνολογική γνώση. Εκ των πραγμάτων, είναι θέμα στρατηγικών
επιλογών και οικονομικού μοντέλου, με στόχο τη μείωση των εξαγωγών από
τη Δύση και την όσο το δυνατό μεγαλύτερη αυτάρκεια.

Το κέρδος των Ευρωπαίων και ο σχιστόλιθος των ΗΠΑ

Όπως εξελίσσεται το σκηνικό, το διπλωματικό και οικονομικό όπλο που
διαθέτει η Μόσχα, λόγω της εξάρτησης των Ευρωπαίων από το ρωσικό φυσικό
αέριο, αποδυναμώνεται. Διότι, εάν η Ρωσία κλείσει τις κάνουλες στην
Ευρώπη, δεν θα έχει έσοδα και θα καταρρεύσει προφανώς, όπως και μεγάλες
ευρωπαϊκές χώρες, λόγου χάρη η Γερμανία.
Τα αποτελέσματα θα είναι καταστροφικά. Δεν αποκλείεται υπό αυτές τις
συνθήκες ακόμη και η πολεμική επιλογή. Από την άλλη, από τη μείωση της
τιμής του πετρελαίου ωφελούνται τα ευρωπαϊκά κράτη και δη εκείνα που
χρειάζονται μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου για σκοπούς βιομηχανίας
αλλά και θέρμανσης.
Οι μεν πολίτες ξελαφρώνουν τις τσέπες τους, οι δε βιομηχανίες μειώνουν
το κόστος τους και αυξάνουν την ανταγωνιστικότητά τους. Ειδικότερα οι
Ευρωπαίοι -και δη τα κράτη της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας,
ως βιομηχανικές χώρες- επωφελούνται από τη μείωση του κόστους παραγωγής
και από την υποχώρηση του ευρώ έναντι του δολαρίου, του οποίου η
συναλλαγματική ισοτιμία ενισχύεται. Από τη μείωση της τιμής του
πετρελαίου επωφελείται η αμερικανική κοινωνία, υπό την έννοια ότι εδώ
και χρόνια οι πολίτες των ΗΠΑ δεν έχουν τόσο φτηνό πετρέλαιο, βενζίνη
και φυσικό αέριο.
Το ερώτημα, βεβαίως, είναι κατά πόσο οι επενδύσεις που έγιναν στον
σχιστόλιθο θα πληγούν, ως αποτέλεσμα της χαμηλής τιμής του πετρελαίου.
Δηλαδή, κατά πόσο συμφέρει να αγοράζεις πετρέλαιο σε τιμή των 50 και 60
δολαρίων το βαρέλι ή να το παράγεις από τον σχιστόλιθο. Το τελευταίο
διάστημα εφαρμόζονται νέες μέθοδοι που μειώνουν την τιμή του πετρελαίου
μέσω σχιστόλιθου από 70 σε 57 δολάρια το βαρέλι.
Παρόλ’ αυτά, ειδικοί αναφέρουν ότι η «παραγωγή από οριζόντια πηγάδια
σχιστολίθου εξαντλείται τρεις φορές ταχύτερα από την παραδοσιακή κάθετη
διύλιση. Δηλαδή, θα πρέπει να διυλίζονται, περίπου, 1,8 εκατομμύρια
βαρέλια σε ημερήσια βάση για να διατηρηθεί η σταθερή παραγωγή» και να
είναι συμφέρουσα.
Αλλιώς οι επενδύσεις στον τομέα αυτό θα περιοριστούν κατά 20% και η
αύξηση της παραγωγής κατά 10%. Εάν η τιμή του πετρελαίου είναι στα 70
δολάρια το βαρέλι, η αύξηση παραγωγής μέσω σχιστολίθου θα μειωθεί στο
50% και θα μηδενιστεί η αύξηση παραγωγής. Αμερικανοί οικονομολόγοι
υποστηρίζουν ότι θα είναι συμφέρουσα η συνέχιση της εκμετάλλευσης του
σχιστολίθου, χωρίς μεγάλα προβλήματα, με την τιμή του πετρελαίου περί τα
80 δολάρια το βαρέλι και πάνω.
Εκτός και αν βρεθεί τρόπος για τη μείωση κόστους της παραγωγής
πετρελαίου από τον σχιστόλιθο, μια εξέλιξη η οποία έχει δρομολογηθεί από
τους Αμερικανούς. Μάλλον οι ΗΠΑ κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση και
την απεξάρτησή τους από τη Σαουδική Αραβία.
Συνεπώς, ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο η Σαουδική Αραβία δεν
συναινεί στη μείωση της παραγωγής πετρελαίου, είναι η πρόθεσή της να
περιορίσει την παραγωγή πετρελαιοειδών μέσω σχιστολίθου από τις ΗΠΑ.
Εκτιμάται ότι θα βρεθεί μια φόρμουλα μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και
των ΗΠΑ για μια τιμή αμοιβαίου οφέλους. Στην παρούσα φάση, στρατηγικά
ομιλούντες, ο κύριος στόχος για την Αμερική είναι να πλήξει τα
συμφέροντα της Μόσχας, ενώ τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Σαουδική Αραβία θα
ήθελαν να δώσουν ένα μάθημα στο Ιράν, που έχει εξίσου κόστος από την
πτώση των τιμών του πετρελαίου και του οποίου η οικονομία και δη η
ανάπτυξη θα εμφάνιζε θετικό πρόσημο το 2015.
Το Ιράν είναι άσπονδος εχθρός της Σαουδικής Αραβίας στον μουσουλμανικό
κόσμο, ενώ οι ΗΠΑ θέλουν να ασκήσουν πιέσεις επί της Τεχεράνης, στο
πλαίσιο των διαβουλεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, με σκοπό
την επίτευξη συμφωνίας.
Συνεπώς, η Σαουδική Αραβία, καθώς και οι ΗΠΑ είναι δυνατό να αφήσουν
την κατάσταση ως έχει για τους υπόλοιπους έξι μήνες. Άλλωστε, η Σαουδική
Αραβία έχει και η ίδια κόστος, το οποίο καλύπτει από τα μεγάλα
αποθεματικά της.
Παρότι δεν έχει χρέη και χαμηλό κόστος παραγωγής, δεν θα ήθελε να
συνεχιστεί μια ζημιογόνος διαδικασία για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.
Για τη Σαουδική Αραβία μια καλή τιμή θα ήταν τα 90 δολάρια το βαρέλι,
στην οποία δεν θα έλεγαν όχι οι ΗΠΑ, ενώ, ταυτοχρόνως, θα περιόριζε τις
ζημιές της Μόσχας.

Η δραχμή και η λίρα

Ο υπόγειος πόλεμος των ενεργειακών συμφερόντων και των παιγνίων ισχύος
αποτυπώνεται σήμερα στην ελεύθερη πτώση του ρουβλίου. Του νομίσματος της
ρωσικής πληγωμένης Αρκούδας, η οποία συνιστά μια υπερδύναμη που
γνωρίζει -ως φαίνεται- να πληρώνει το κόστος της εξυπηρέτησης των
στρατηγικών της συμφερόντων και της ανάκτησης εδαφών, όπως η Κριμαία.
Ταυτοχρόνως, όμως, μπορεί να γίνει κατανοητό ποιες επιπτώσεις θα ήταν
δυνατό να υποστούμε, εάν η Κύπρος ή η Ελλάδα επιστρέψουν στη λίρα και
στη δραχμή, όταν το νόμισμα μιας πανίσχυρης Ρωσίας, με τεράστια
αποθεματικά, δεν μπορεί να αντέξει τις πιέσεις.

Ειδικώς, στην παρούσα φάση, η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει τον κίνδυνο
συντριβής, με ό,τι αυτό σημαίνει, όχι μόνο εσωτερικά, αλλά και σε θέματα
εξωτερικής πολιτικής και δη στα ελληνοτουρκικά στο σύνολό τους,
περιλαμβανομένου και του Κυπριακού. Όπως, επίσης, μπορεί να γίνει
κατανοητό ότι το φυσικό αέριο που διαθέτει η Κύπρος δεν μπορεί από μόνο
του να επιλύσει τα οικονομικά και άλλα προβλήματά της, όπως η κατοχή και
οι σχέσεις της με την Τουρκία.
Όταν δεν διαθέτεις επαρκή ισχύ μέσω συμμαχιών -και ειδικότερα
στρατιωτική-, ώστε να αισθάνεσαι ασφαλής, παραμένεις εκ των πραγμάτων
και οικονομικά ευάλωτος. Φανταστείτε τι θα πάθαινε η Ρωσία από τη Δύση,
εάν δεν είχε ισχύ και τι θα πάθουν ακόμη και αυτές οι ΗΠΑ από τους
λοιπούς μνηστήρες της πρωτοκαθεδρίας του διεθνούς συστήματος, εάν δεν
έχουν ένοπλες δυνάμεις…

Ο Γιάννος Χαραλαμπίδης είναι διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων και Πολιτικός Αναλυτής

– See more at: http://www.sigmalive.com/opinions/giannos-charalampidis/714/o-ypogeios-oikonomikos-polemos#sthash.2tKLevF7.dpuf

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός11 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις11 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή