Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Σόιμπλε: Δεν γεφυρώσαμε τις διαφορές μας

Δημοσιεύτηκε στις

Για τον κίνδυνο να καταστραφούν όλα όσα έχουν επιτευχθεί, αν ακυρωθούν οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα προειδοποίησε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μιλώντας χθες το βράδυ στο πρώτο κανάλι της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ARD, σημειώνοντας ότι κατά τη χθεσινή του συνάντηση με τον Γιάνη Βαρουφάκη «δεν μπορέσαμε να γεφυρώσουμε τις διαφορές μας».

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών απέρριψε την ιδέα ενός προγράμματος που θα χρησιμεύσει ως γέφυρα και διευκρίνισε ότι δεν τον απασχολεί πώς θα ονομάζεται ο μηχανισμός ελέγχου του προγράμματος, υπογραμμίζοντας πάντως ότι μόνο με τους τρεις θεσμούς (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΚΤ, ΔΝΤ) μπορεί να γίνει η διαπραγμάτευση.

«Όλος ο ΕΜΣ και ο EFSF είναι ένα πρόγραμμα – γέφυρα. Αλλά γι’ αυτό η Ελλάδα έχει δεσμευθεί να κάνει κάποια συγκεκριμένα βήματα προκειμένου να διαλύσει τις βάσεις της οικονομικής δυσπραγίας», τόνισε ο κ. Σόιμπλε, σε έκτακτη εκπομπή που προβλήθηκε χθες το βράδυ. Θύμισε ακόμη ότι λίγο πριν από τα Χριστούγεννα το πρόγραμμα παρατάθηκε ως το τέλος Φεβρουαρίου, έπειτα από αίτημα της Ελλάδας, επειδή δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τους όρους για την τελευταία δόση. «Η Ελλάδα πρέπει να εκπληρώσει μόνο αυτό που είναι μέρος του προγράμματος εδώ και δύο χρόνια. Τότε θα εκταμιευθεί η δόση. Αλλά χωρίς αυτό, θα επρόκειτο για αλλαγή του προγράμματος και θα έπρεπε να δώσει έγκριση η Βουλή», δήλωσε ο κ. Σόιμπλε και εξήγησε ότι ούτως ή άλλως δεν θα υπέβαλλε τέτοιο αίτημα στη Βουλή, καθώς το θεωρεί λάθος.
«Διαπραγματευτήκαμε προσεκτικά τους όρους με όλες τις χώρες που βρίσκονται σε πρόγραμμα, το τι είναι απαραίτητο για μια χώρα που δεν έχει κανονική πρόσβαση στις αγορές, δηλαδή δεν δανείζεται πια, προκειμένου να κερδίσει πάλι αξιοπιστία. Για την Ελλάδα φτιάξαμε τους όρους κάτι παραπάνω από γενναιόδωρους. Τι θα έλεγαν οι άλλες χώρες στις οποίες επιβάλαμε πιο αυστηρούς όρους; Τι θα έλεγε ο Γερμανός φορολογούμενος;», διερωτήθηκε.
Επισήμανε ακόμη ότι τρέφει σεβασμό στη βούληση των ψηφοφόρων στην Ελλάδα, αλλά όπως είπε, εξίσου μεγάλος είναι και ο σεβασμός του στη βούληση των Γερμανών ψηφοφόρων και των ψηφοφόρων στα άλλα κράτη-μέλη. «Πρέπει να βρούμε έναν δρόμο, αλλά δεν είναι τόσο εύκολο, δηλαδή δεν τηρούμε αυτά που συμφωνήσαμε και ξαφνικά λέμε ,’τώρα χρειαζόμαστε όμως λεφτά’», παρατήρησε.
Κληθείς να σχολιάσει τις αποφάσεις της ΕΚΤ σχετικά με την Ελλάδα, ο κ. Σόιμπλε εξήγησε ότι όλα εξαρτώνται «από το αν η Ελλάδα συνεχίζει να είναι σε πρόγραμμα και αυτή τη στιγμή, τυπικά έχουμε ένα πρόγραμμα». Σημείωσε ωστόσο ότι, «αν η Ελλάδα αυξήσει πάλι τον κατώτατο μισθό πάνω από το επίπεδο άλλων ευρωπαϊκών χωρών, θα είναι δύσκολο να το εξηγήσεις στους φορολογούμενους σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ότι αυτό πρέπει να το χρηματοδοτήσεις εις βάρος του δικού σου προϋπολογισμού».
Υποστήριξε επίσης πως η Ελλάδα για πολλά χρόνια μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης «ζούσε πολύ πάνω από τις δυνατότητές της», για να συνεχίσει: «Κάποια στιγμή οι αγορές είπαν ‘δεν σε εμπιστευόμαστε και δεν σου δίνουμε άλλα δάνεια’ …και τώρα (οι Έλληνες) μας λένε ‘δεν έπρεπε να μας είχατε δώσει τόσα πολλά δάνεια’. Λοιπόν, με συγχωρείτε. Πρέπει λοιπόν να έρθουν σε έναν δρόμο προκειμένου να επανακτήσουν την εμπιστοσύνη άλλων δανειστών. Αυτός είναι ο δρόμος και σε αυτόν έχουν σημειώσει μεγάλη πρόοδο. Αλλά δεν έχουν ξεφύγει από τον κίνδυνο και αν σβήσουν όλα αυτά, θα καταστρέψουν όσα πέτυχαν».
Σε ό,τι αφορά το αίτημα της σύνδεσης της αποπληρωμής των δανείων με τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε απάντησε ότι δεν έγινε συζήτηση για αναδιάρθρωση του χρέους, και ότι δεν το πρότεινε ο κ. Βαρουφάκης. «Αυτό όμως δεν είναι το φλέγον πρόβλημα. Το υψηλό χρέος της Ελλάδας σήμερα είναι χρηματοδοτούμενο για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Ακόμη και οι πληρωμές των τόκων έχουν μετατεθεί στο μέλλον. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει πρόβλημα ρευστότητας αν δεν έχει πρόσβαση στις αγορές και για να έχει, χρειάζεται πρόγραμμα ώστε η ΕΚΤ να συνεχίσει να της διαθέτει ρευστότητα», σημείωσε.
Ερωτηθείς για τα περί κατάργησης της τρόικας ο Γερμανός ΥΠΟΙΚ ανέφερε: «Δεν τους αρέσει η λέξη τρόικα – αυτή είναι ελληνική λέξη, νομίζω. ΟΚ, εγώ είπα ότι αυτό δεν παίζει ρόλο». Διευκρίνισε πάντως ότι η Αθήνα πρέπει να συνεργαστεί με τους τρεις θεσμούς, δηλ. την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ.
Σε ό,τι αφορά το εάν η τρόικα θα ξαναπάει στην Αθήνα, ο κ. Σόιμπλε δήλωσε πως του είναι αδιάφορος ο τόπος συνάντησης. «Ήδη τον Σεπτέμβριο είχα προτείνει αν θέλουν να συναντηθούν στο Παρίσι, το οποίο και έκαναν. Αλλά για τους όρους και την υλοποίηση του προγράμματος, μόνο με αυτούς τους τρεις θεσμούς μπορεί να γίνει η διαπραγμάτευση. Χωρίς αυτό δεν υπάρχει πρόγραμμα. Αυτό όμως ο Βαρουφάκης το παραδέχθηκε ρητά», είπε.
Κληθείς να σχολιάσει την κριτική στάση του προέδρου της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ έναντι της τρόικας, ο Γερμανός υπουργός επισήμανε ότι έχει στενή επαφή μαζί του και ότι έχουν ήδη συζητήσει το θέμα, καθώς, όπως είπε, επιθυμεί κάποια στιγμή να μεταφέρουμε την ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση στο κοινοτικό δίκαιο. «Γι’ αυτό χρειάζονται αλλαγές συνθηκών. Αυτό δυστυχώς δεν είναι τόσο εύκολο. Γίνεται μόνο ομόφωνα και χρειάζεται χρόνο. Εμείς τηρούμε το ισχύον δίκαιο, δηλαδή τα κράτη-μέλη το έχουν συμφωνήσει και τα εθνικά κοινοβούλια πρέπει να το επικυρώσουν. Και αυτό δεν μπορώ να το αντικαταστήσω με τίποτα άλλο, διότι είμαστε δεσμευμένοι από το ευρωπαϊκό δίκαιο, από το γερμανικό Σύνταγμα και τους γερμανικούς νόμους», διευκρίνισε.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα δημοσκόπησης, σύμφωνα με τα οποία το 85% των Γερμανών ανησυχεί ότι τελικά η Γερμανία θα κληθεί να πληρώσει περισσότερα από όσα είχαν αρχικά υπολογιστεί, εξηγεί ότι το θέμα δεν είναι ότι πληρώνει η Γερμανία, αλλά ότι βοήθησε την Ελλάδα να βρει πάλι την πρόσβαση στις αγορές. «Αυτό ήταν το σκεπτικό των προγραμμάτων, να αναλάβουμε εγγυήσεις», παραδέχθηκε ο Σόιμπλε, ζητώντας επιμονή στις μεταρρυθμίσεις.
Υποστήριξε μάλιστα ότι το πρόγραμμα βοήθειας που εφαρμόστηκε ήταν πιο επιτυχές από την πολιτική των υπεύθυνων πολιτικών στην Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια. «Επαινώ τις επιτυχίες της Ελλάδας πολύ περισσότερο από ό,τι πολλοί Έλληνες. Δεν αναμιγνύομαι στις εσωπολιτικές αντιπαραθέσεις στην Ελλάδα. Αλλά όποιος θέλει να παραβλέψει ότι η Ελλάδα μπήκε σε αυτή τη βαριά κρίση λόγω δικών της παραλείψεων, όποιος θέλει να παραβλέψει ότι μέσω των ευρωπαϊκών προγραμμάτων βοήθειας φέραμε επιτέλους σε δρόμο που να έχει ανάπτυξη, να μειώσει επιτέλους ανεργία, να κάνει σιγά-σιγά τα δημοσιονομικά ξανά βιώσιμα ώστε να δανειστεί και πάλι από τις αγορές, έχει μόνο λίγη ιδέα από την πραγματικότητα. Και γι’ αυτό ο Βαρουφάκης ήταν πολύ ευγενικός και εγώ προσπάθησα να είμαι όσο το δυνατόν πιο ευγενικός. Αλλά επί της ουσίας, δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ αιτίου και συνέπειας», δήλωσε.
Καταλήγοντας σημείωσε πάντως ότι η συζήτηση με τον κ. Βαρουφάκη ήταν πολύ λογική και εποικοδομητική και εκτίμησε ότι ο Έλληνας ομόλογός του, έπειτα από τις τελευταίες συναντήσεις του, μπορεί να ξανασκεφτεί κάποια πράγματα.
Πηγή: ΑΜΠΕ, Ναυτεμπορική

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις26 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις56 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή