Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η γερμανική υστερία

Δημοσιεύτηκε στις

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΙΛΙΑΡΔΟΣ

Γερμανία,-Ελλάδα,-πειθαρχία

Η αιτία των εξευτελισμών, καθώς
επίσης των προσβολών της Ελλάδας από την ηγεσία της εταίρου μας, είναι η
προσπάθεια αποφυγής της εξόφλησης του κατοχικού δανείου και των
πολεμικών επανορθώσεων – οφειλές που ξεπερνούν αρκετά τα 300 δις €

.
«Η Γερμανία δεν έχει κανένα λόγο να
συμπεριφέρεται σαν τον άμεπτο δάσκαλο και τον αυστηρό «θηριοδαμαστή».
Εάν το κάνει, τότε το μόνο που θα πετύχει θα είναι να προκαλέσει τις
υπόλοιπες χώρες – οπότε θα έλθει αντιμέτωπη με τους (παράνομα) απλήρωτους λογαριασμούς του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου«
(Albrecht Ritschl).

Ανάλυση

Η ελληνική κυβέρνηση κάνει πάρα πολλά λάθη στο θέμα των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές της. Το μεγαλύτερο όλων είναι αναμφίβολα η δημόσια δήλωση του υπουργού οικονομικών, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα είναι χρεοκοπημένη
– όχι επειδή δεν ισχύει (σαν υπουργός όμως, είτε δεν το λες, είτε το
λες και το κάνεις), αλλά για τα αποτελέσματα της, τα οποία ήταν κυρίως
τα εξής:
(α)  Η ΕΚΤ υποχρεώθηκε να πάψει να αποδέχεται τα ελληνικά ομόλογα, ως εγγύηση από τις τράπεζες για την παροχή δανείων, με επιτόκιο 0,05%, αναγκάζοντας τες να δανείζονται από το μηχανισμό ELA με 1,55%.
(β)  Περιορίσθηκαν οι εκδόσεις εντόκων γραμματίων, εις βάρος του δανεισμού του δημοσίου, το οποίο έχασε ως εκ τούτου ένα από τα βασικά εργαλεία χρηματοδότησης του.
(γ)  Εξαναγκάζονται ουσιαστικά οι εταιρείες αξιολόγησης να υποτιμήσουν την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας,
καταδικάζοντας την στην οριστική απομόνωση της από τις αγορές – όταν
κάποιες άλλες χώρες της Ευρωζώνης, με αντίστοιχα προβλήματα, δανείζονται
ήδη ελεύθερα, με πολύ χαμηλά επιτόκια.
Ο συνδυασμός των παραπάνω έχει οδηγήσει τις τράπεζες σε απόγνωση, καθώς επίσης στην απόλυτη εξάρτηση της Ελλάδας από τη χρηματοδότηση της Τρόικας, με αντάλλαγμα νέα, ακόμη πιο αυστηρά μνημόνια – οπότε εύλογα συμπεραίνει κανείς ότι, για μία ακόμη φορά επαναλήφθηκε το γνωστό «βάλαμε τα χεράκια μας να βγάλουμε τα ματάκια μας».
Στο σημείο αυτό θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε πως η χειραγώγηση μας, με τα δήθεν θαύματα της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, το συνολικό χρέος των οποίων, ακόμη και χωρίς τις τράπεζες, είναι κατά πολύ υψηλότερο από το ελληνικό (γράφημα), έναντι μηδενικής σχεδόν δικής τους δημόσιας περιουσίας, εξυπηρετεί άλλους σκοπούς – οι οποίοι δεν πείθουν κανέναν.
 .
ΓΡΑΦΗΜΑ - Ευρωζώνη, χρέος
 .
Εάν προσθέταμε δε τις τράπεζες, το συνολικό χρέος της Ελλάδας θα παρέμενε σχεδόν ως έχει, ενώ των υπολοίπων θα εκτοξευόταν σε πολύ υψηλότερα επίπεδα – για λόγους που έχουμε ήδη αναλύσει σε παλαιότερα άρθρα μας.
Όσον αφορά τώρα τον πρωθυπουργό, ο οποίος δήλωσε ότι περιμένει έναν
έντιμο συμβιβασμό με τους δανειστές της χώρας, είναι εύλογο πως από εκείνη τη στιγμή και μετά που παραιτήθηκε από την «απαίτηση» διαγραφής μεγάλου μέρους του χρέους, κανένας συμβιβασμός δεν είναι σε θέση να επιλύσει τα προβλήματα της Ελλάδας – ακόμη και αν είναι περισσότερο έντιμος ή αξιοπρεπής, από όσο θα ήθελε ο ίδιος, ότι και αν σημαίνει κάτι τέτοιο.
Άλλωστε, η μοναδική δυνατότητα της Ελλάδας, μετά τα εγκλήματα της Τρόικας, είναι πλέον (ακόμη) η στάση πληρωμών εντός της Ευρωζώνης,
με την υιοθέτηση ενός παράλληλου νομίσματος ή με τις υπόλοιπες
δυνατότητες που προσφέρονται – όπως περιγράφηκε στην ανάλυση μας «Πτώχευση εντός του ευρώ».
Όλα τα υπόλοιπα είναι απλά χάσιμο χρόνου, ενώ αυξάνουν τους κινδύνους μίας ανεξέλεγκτης, ξαφνικής χρεοκοπίας, η οποία θα υποχρέωνε την χώρα μας να εγκαταλείψει εκούσια την ΕΕ – ένα τρομακτικό, τραγικό σενάριο για τους Έλληνες, αφού θα οδηγούσε την Ελλάδα πολλές δεκαετίες πίσω.
Σε κάθε περίπτωση, η πατρίδα μας δεν θέλει και δεν έχει την ανάγκη της συμπόνιας κανενός
– πόσο μάλλον την αλληλεγγύη της πρωσικής Γερμανίας, η οποία δεν θα
διστάσει να διαλύσει την Ευρωζώνη, όταν και εάν θεωρήσει πως εξυπηρετεί
τα ιδιοτελή, δικά της συμφέροντα.

Οι οφειλές της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα

Περαιτέρω η κυβέρνηση, την οποία φυσικά στηρίζουμε, χωρίς όμως να διστάζουμε να την κρίνουμε για τα λάθη ή για τις παραλείψεις της, πρέπει να προσέξει πάρα πολύ τη Γερμανία – την πρωσική ηγεσία της δηλαδή, αφού ποτέ δεν εννοούμε τους Πολίτες.
Ειδικότερα η καγκελάριος, καθώς επίσης ο υπουργός οικονομικών, εναλλασσόμενοι στους ρόλους του καλού και του κακού, φαίνεται πως θα κάνουν ότι μπορούν για να αποδυναμώσουν εντελώς την Ελλάδα – είτε μετατρέποντας την σε δική τους αποικία χρέους, είτε οδηγώντας την στην έξοδο από την Ευρωζώνη.
Η αιτία δεν είναι τόσο ο ρόλος της Ιφιγένειας που ενδεχομένως
σχεδιάζουν για την Ελλάδα, η παραδειγματική τιμωρία της δηλαδή με στόχο
την πειθαρχία όλων των υπολοίπων χωρών της Ευρωζώνης, αλλά το κατοχικό δάνειο, καθώς επίσης οι πολεμικές επανορθώσεις που οφείλουν, χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία, στην πατρίδα μας.
Πόσο μάλλον όταν ήδη αρκετά γερμανικά ΜΜΕ, συνήθως εχθρικά διακείμενα προς την Ελλάδα, αναφέρουν ότι, οι απαιτήσεις της χώρας μας δεν είναι αδικαιολόγητες (πηγή)
– ενώ δεν επιτίθενται, ως συνήθως, στον υπολογισμό τους από το
λογιστήριο του κράτους, σύμφωνα με τον οποίο είναι της τάξης των 332 δις
€ (ελαφρά υψηλότερες από το δημόσιο χρέος της πατρίδας μας).
Προφανώς δε, εάν οι Γερμανοί πλήρωναν τα χρέη τους απέναντι μας, τότε δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να χρεοκοπήσουμε
– ενώ οι δανειστές μας θα έπρεπε να το απαιτήσουν από τη Γερμανία, αντί
να ζητούν από την Ελλάδα χρήματα που είναι αδύνατον να τα εξοφλήσει,
χωρίς να καταστραφεί ανεπανόρθωτα ολόκληρη η χώρα.
Ολοκληρώνοντας, επαναλαμβάνουμε πως ο γερμανός οικονομολόγος κ. A. Ritschl (London School of Economics), ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της οικονομίας, είχε πει μεταξύ άλλων στο Spiegel (πηγή) τα εξής:

«Η Γερμανία δεν έχει κανένα λόγο να συμπεριφέρεται σαν τον άμεπτο δάσκαλο και τον αυστηρό θηριοδαμαστή. Εάν το κάνει, τότε το μόνο που θα πετύχει θα είναι να προκαλέσει τις υπόλοιπες χώρες – οπότε θα έλθει αντιμέτωπη με τους (παράνομα) απλήρωτους λογαριασμούς του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου».

.

Οι πολεμικές αποζημιώσεις κατά τους Γερμανούς

Συνεχίζοντας, υπενθυμίζουμε τα παρακάτω, από το άρθρο μας «Γερμανικές επανορθώσεις», το οποίο δημοσιεύσαμε τον Οκτώβριο του 2011:

«Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχουμε ακούσει πάρα πολλά για τις συγκεκριμένες απαιτήσεις της χώρας μας – πρόσφατα από σημαντικό Γάλλο οικονομολόγο, ο οποίος τις τοποθέτησε στα 565 δις € (συμπεριλαμβανομένων των τόκων). Επίσης, από τον επιφανή Γερμανό ιστορικό κ. A.Ritschl, ο οποίος είπε χαρακτηριστικά ότι:

«Η ανθελληνική υστερία των γερμανικών ΜΜΕ είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για τη Γερμανία. Ουσιαστικά καθόμαστε μέσα σε ένα γυάλινο σπίτι: η
γερμανική ανάπτυξη οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο ότι, τόσο τα
θύματα του πρώτου, όσο και του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, παραιτήθηκαν
από τις απαιτήσεις τους.

Παρά το ότι η Γερμανία είναι υπεύθυνη για
δύο παγκοσμίους πολέμους, εκ των οποίων ο δεύτερος ήταν κάτι παραπάνω
από καταστροφικός,
 τα θύματα της συμφώνησαν να διαγραφεί ένα μεγάλο μέρος των χρεών της. Τα ότι η Γερμανία οφείλει την οικονομική της άνοδο στη γενναιοδωρία των άλλων λαών δεν το έχει ξεχάσει κανείς – ούτε οι Έλληνες.
Οι Έλληνες γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τα πολεμικά άρθρα των γερμανικών ΜΜΕ. Εάν αλλάξουν οι διαθέσεις στην Ελλάδα (εάν ξυπνήσουν δηλαδή οι Έλληνες, εάν εκλέξουν επαρκείς, ανιδιοτελείς, ικανούς, θαρραλέους πολιτικούς και διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους), τότε
είναι πολύ πιθανόν να ακολουθήσουν και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες –
απαιτώντας με τη σειρά τους τα χρήματα που χωρίς καμία αμφιβολία τους
χρωστάμε.
 

Εάν λοιπόν υποχρεωθούμε νομικά να εξοφλήσουμε όλες μας τις υποχρεώσεις, τότε θα μας πάρουν και τα πουκάμισα μας – αφού, με βάση τη συμφωνία του Λονδίνου, οι πολεμικές αποζημιώσεις, οι οποίες δεν πληρώθηκαν το 1953, θα έπρεπε να εξοφληθούν σε περίπτωση τυχόν επανένωσης της Γερμανίας. 
Στην περίπτωση αυτή, θα ήταν πολύ
καλύτερα όχι μόνο να αναδιοργανώναμε την ελληνική Οικονομία με δικό μας
αποκλειστικά κόστος, αλλά
 να το κάναμε πλουσιοπάροχα. Εάν, αντί να συμμορφωθούμε με τους διεθνείς νόμους και να πληρώσουμε τα χρέη μας, συνεχίσουμε να παριστάνουμε τον πλούσιο τραπεζίτη, ο οποίος καπνίζει ήρεμα το πούρο του και δεν θέλει να πληρώσει τα χρέη του, εκβιάζοντας τους πιστωτές του, τότε κάποια στιγμή θα μας έλθει ένας τεράστιος λογαριασμός.
Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα θα είχε την ευκαιρία να κάνει μία καινούργια αρχή – μία ευκαιρία που προσφέρθηκε στην αχάριστη Γερμανία πολλές φορές στο παρελθόν, ειδικά από τις Η.Π.Α. το 1953».

Περαιτέρω ένας άλλος σημαντικός Γερμανός ιστορικός, ο K.H.Roth, παραθέτει σε δύο πρόσφατα άρθρα του πάρα πολλά στοιχεία, τα οποία επιβεβαιώνουν τις απαιτήσεις της Ελλάδας – επιμένοντας στην καταβολή των πολεμικών επανορθώσεων στη χώρα μας.
Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι, υπάρχουν
πάρα πολλοί Γερμανοί επιστήμονες, οι οποίοι κατανοούν τις υποχρεώσεις
της χώρας τους και δεν επηρεάζονται από το «καθεστώς» της κυρίας
 Merkel –
το οποία είναι μειοψηφικό, κάνει πάρα πολλά λάθη, απειλεί την Ευρωπαϊκή
συνοχή και θέτει σε κίνδυνο την ίδια τη Γερμανία, ερήμην των Πολιτών
της.

Συνεχίζοντας, η λύση που προτείνει ο κ. K.H.Roth, είναι να μην επιβαρύνουν οι αποζημιώσεις τους Γερμανούς πολίτες, αλλά τη Γερμανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα (η οποία είναι ουσιαστικά διάδοχος της Τράπεζας του 3ου Ράιχ), καθώς επίσης τις μεγάλες επιχειρήσεις της Γερμανίας –
οι οποίες «λήστεψαν» στην κυριολεξία τον ορυκτό πλούτο της Ελλάδας,
μέσω της δήθεν Γερμανο-Ελληνικής «Εταιρείας Εμπορικών Συναλλαγών» (
Degrides).

Ειδικότερα, στις 14. Ιανουαρίου του 1946 στο Παρίσι, συζητήθηκε
και ψηφίσθηκε το Σύμφωνο Αποζημιώσεων, με βάση το οποίο η Γερμανία
υποχρεώθηκε να καταβάλλει «επανορθώσεις», συνολικού ύψους 7,1 δις $
– με κριτήριο την αγοραστική αξία του δολαρίου το 1938.

Στην Ελλάδα αντιστοιχούσε το 3,5% αυτού
του ποσού (248,5 εκ. $), για τις καταστροφές που υπέστη την περίοδο του
πολέμου, καθώς επίσης
 για
το δάνειο, το οποίο εξαναγκάσθηκε να χορηγήσει η Εθνική Τράπεζα, το
1942, στο γερμανικό στρατό, για την κάλυψη των εξόδων του!
 Συνολικά πρόκειται για 106,5 δις $ σε τιμές του 2010 ή για 79 δις € περίπου (χωρίς τόκους, πάντοτε σύμφωνα με το Γερμανό ειδικό).

Χωρίς να αναλωθούμε σε περισσότερες λεπτομέρειες, οι οποίες είναι αρκετά ενοχοποιητικές για την πολιτική ηγεσία της χώρας μας κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών,
η Ελλάδα εισέπραξε με κόπο περίπου 1,78 δις $ σε τρεις δόσεις (με αξίες
2010), από τα 106,5 δις $ των απαιτήσεων της – ένα πραγματικά ελάχιστο
ποσόν, σε σχέση με το συνολικό.

Επομένως, η Γερμανία της οφείλει ακόμη 104,72 δις $, πάντοτε χωρίς τους τόκους, παρά το ότι είναι αρκετοί αυτοί οι οποίοι ισχυρίζονται πως, η είσοδος της χώρας μας στην Ευρωζώνη «διευκολύνθηκε» σκόπιμα από τη Γερμανία –
με αντάλλαγμα τη μη απαίτηση της καταβολής των επανορθώσεων (ανεπίσημα
φυσικά, αφού το θέμα των αποζημιώσεων παραμένει πολιτικά ακόμη ανοιχτό –
ενώ κάτι τέτοιο
 θα χαρακτηριζόταν εύλογα ως εσχάτη προδοσία).

Εάν σκεφθεί δε κανείς ότι, με επιτόκιο 5% (το βασικό της Fed έφτασε κάποιες εποχές στο 20%), τα χρέη διπλασιάζονται ανά 15 χρόνια (10-20-40-80 κλπ.), τότε οι γερμανικές επανορθώσεις, ύψους 105 δις € περίπου σε σημερινές αξίες, φθάνουν εύκολα στα 565 δις € – τα οποία υπολόγισε πρόσφατα ο γνωστός Γάλλος οικονομολόγος, με χαμηλότερο επιτόκιο από το 5%.

Περαιτέρω υπενθυμίζουμε πως στις 4. Μαΐου του έτους 2000, ο Άρειος Πάγος επικύρωσε την απόφαση του δικαστηρίου της Λειβαδιάς, σύμφωνα με την οποία η Γερμανία όφειλε να αποζημιώσει με το ποσόν των 54 εκ. € τα θύματα του Διστόμου. Η κυβέρνηση της Γερμανίας αρνήθηκε να πληρώσει, οπότε ο Άρειος Πάγος επέτρεψε τη δήμευση γερμανικών περιουσιακών στοιχείων στην Ελλάδα.
Όταν όμως ο δικαστικός κλητήρας θέλησε να κατασχέσει το γερμανικό ακίνητο, στο οποίο στεγάζεται το Ινστιτούτο Γκαίτε, ο τότε υπουργός δικαιοσύνης της Ελλάδας δεν έδωσε τη συγκατάθεση του και εμπόδισε την κατάσχεση –
ένα γεγονός, το οποίο είναι δύσκολο να ερμηνεύσουμε. Σε κάθε περίπτωση,
τα θύματα του Διστόμου αναγκάσθηκαν να καταφύγουν εναντίον της
Γερμανίας μαζί με την Ιταλία – καταλήγοντας στη δίκη, η οποία διεξήχθη
πρόσφατα στη Χάγη
«.

Η υπόλοιπη συνέντευξη του κ. Ritschl

Ο Γερμανός ιστορικός αναφέρει πως η Γερμανία βίωσε τον 20ο αιώνα τις μακράν μεγαλύτερες χρεοκοπίες στην παγκόσμια ιστορία
– ενώ οφείλει τη σημερινή της οικονομική θέση αποκλειστικά και μόνο
στις Η.Π.Α., οι οποίες διέγραψαν πλήθος απαιτήσεων απέναντι της, κάτι
που δυστυχώς φαίνεται να έχει ξεχάσει.
Ειδικότερα, η «Δημοκρατία της Βαϊμάρη» έζησε μεταξύ των ετών 1924 και
1929 επί πιστώσει, δανειζόμενη τα χρήματα για τις πολεμικές
επανορθώσεις που όφειλε από τις Η.Π.Α. – με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία πιστωτική πυραμίδα, η κατάρρευση της οποίας οδήγησε στο κραχ του 1929, με καταστροφικά επακόλουθα τόσο για την Αμερική, όσο και για την παγκόσμια οικονομία.

Κάτι ανάλογο θα συνέβαινε και μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, εάν
οι Η.Π.Α. δεν φρόντιζαν να μην πληρώσει η Γερμανία μεγάλες αποζημιώσεις –
ενώ, με μικρές εξαιρέσεις, η εξόφληση των απαιτήσεων που συμφωνήθηκαν, αναβλήθηκε έως τη μελλοντική επανένωση της.
Έτσι τοποθετήθηκαν οι βάσεις για το γερμανικό θαύμα που ακολούθησε –
όπου όμως τα θύματα της, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, δεν
αποζημιώθηκαν καθόλου.
Συνεχίζοντας, ο κ. Ritschl αναφέρει πως εάν υπήρχε μία παγκόσμια κατάταξη των «βασιλιάδων της χρεοκοπίας», η Γερμανία θα ήταν ο αυτοκράτορας
– αφού τον 20ο αιώνα χρεοκόπησε τρεις φορές, αθετώντας την πληρωμή
υποχρεώσεων που δεν συγκρίνονται ούτε στο ελάχιστο με αυτές της Ελλάδας.
Η πρώτη πτώχευση ήταν τη δεκαετία του 1930, η δεύτερη το 1953 με τη γνωστή διαγραφή χρέους, ενώ η τρίτη το 1990 – όπου ο τότε καγκελάριος (H. Kohl) αρνήθηκε να εφαρμόσει τη συμφωνία του 1953, με βάση την οποία η χώρα θα έπρεπε να αποπληρώσει τους δανειστές της, κατά την επανένωση της.

Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, οι οποίες αφορούσαν πολύ μικρά ποσά, η Γερμανία δεν πλήρωσε τίποτα σε κανέναν – ούτε στην Ελλάδα, για την οποία είναι ουτοπικό να πιστεύει κανείς σήμερα πως μπορεί ποτέ να εξυπηρετήσει τα χρέη της.
Ο ιστορικός ολοκληρώνει λέγοντας πως το δίδαγμα των γερμανικών χρεοκοπιών του παρελθόντος είναι αναμφίβολα το ότι, η μοναδική λογική λύση μίας υπερχρεωμένης χώρας δεν είναι άλλη, από τη διαγραφή ενός μεγάλου μέρους  των δανείων της – ενώ η Γερμανία είναι ιστορικά υποχρεωμένη να αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος τους.
.

Επίλογος

Παρά το ότι οι ίδιοι οι Γερμανοί γνωρίζουν τις οφειλές τους απέναντι
μας, ελάχιστοι δυστυχώς Έλληνες συμμερίζονται τη συγκεκριμένη άποψη –
μεταξύ άλλων λόγω της χειραγώγησης τους εκ μέρους των γερμανικών ΜΜΕ, ορισμένων ελληνικών, καθώς επίσης μίας ομάδας Ελλήνων, οι οποίοι πληρώνονται από το γερμανικό υπουργείο εξωτερικών για να παρέχουν αυτές ακριβώς τις υπηρεσίες.

Μερικοί από εμάς θα το έχουν ασφαλώς διαπιστώσει, όταν παρακολουθούν
στην τηλεόραση κάποιον «διαπρεπή» δικηγόρο ή οικονομολόγο να αναφέρει
πως «η Ελλάδα δεν έχει καμία νομική
αξίωση, αφού δεν κατέθεσε ποτέ αγωγή ή άλλου είδους όχληση εναντίον της
Γερμανίας, παρά το ότι έχουν περάσει σχεδόν 70 χρόνια μετά το 2ο
Παγκόσμιο Πόλεμο»
.
Το μέγεθος της χειραγώγησης που προσπαθούν να ασκήσουν οι
διατεταγμένοι αυτοί Έλληνες, οι οποίοι δεν διατάζουν να προδώσουν την
πατρίδα τους, με αντάλλαγμα τα χρήματα του γερμανικού υπουργείου
εξωτερικών, διαπιστώνεται αμέσως από το ότι, αναφέρονται στα χρόνια που
πέρασαν μετά το 1945 – ενώ θα έπρεπε να αναφέρονται στο 1990, αφού τότε ενώθηκε η Γερμανία, οπότε έγιναν ληξιπρόθεσμες οι απαιτήσεις της Ελλάδας. 

Στα πλαίσια αυτά, ελπίζοντας πως ο σημερινός υπουργός Δικαιοσύνης θα τηρήσει το λόγο του, υπογράφοντας την απόφαση του Αρείου Πάγου,
η οποία επιτρέπει την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων της
Γερμανίας έναντι των οφειλών της, θεωρούμε πως είναι υποχρέωση όλων μας
να ενημερωθούμε – καθώς επίσης να ενημερώσουμε τους συμπολίτες μας που
δεν γνωρίζουν το θέμα, με την αποστολή ή με την αναφορά άρθρων που το
επεξηγούν ακριβώς.
Άλλωστε, όλοι γνωρίζουμε πως η γνώση είναι δύναμη, καθώς επίσης πως η Ελλάδα θα κερδίσει τελικά τον πόλεμο,
έχοντας μία κυβέρνηση που χαρακτηρίζεται μεν από έλλειψη εμπειρίας
ή/και από ανεπάρκεια, αλλά δεν έχει το σύνηθες θανατηφόρο ελάττωμα των
προηγουμένων κυβερνήσεων: ένα διεφθαρμένο παρελθόν.

Εάν βέβαια συμβιβαστεί χρηματιζόμενη, όπως ορισμένες προηγούμενες, αποδεχόμενη
το χρέος, την τρόικα και τα μνημόνια με άλλα ονόματα, καθώς επίσης
παραιτούμενη από την εξόφληση των γερμανικών οφειλών απέναντι στη χώρα
μας, τότε θα πρέπει να την αλλάξουμε αμέσως
– εκλέγοντας
μία επόμενη, επίσης καθαρή και με μη διαφθαρμένο παρελθόν, με τις ίδιες
ακριβώς εντολές εκ μέρους όλων των Ελλήνων Πολιτών.
.
Υστερόγραφο: Έχουμε την άποψη πως αυτό που θα βοηθούσε σίγουρα την Ελλάδα σήμερα, θα ήταν οι καθημερινές ειρηνικές
διαδηλώσεις διαμαρτυρίας μπροστά από τη γερμανική πρεσβεία των Αθηνών,
στις γερμανικές πρεσβείες όλων των χωρών που υπάρχουν Έλληνες, καθώς επίσης μπροστά από την καγκελαρία του Βερολίνου – με αντικείμενο την εξόφληση του κατοχικού δανείου και των πολεμικών επανορθώσεων.
Η χώρα πρέπει να καταλάβει ότι είναι υποχρεωμένη να πληρώνει τις υποχρεώσεις της, αφού έχει τη δυνατότητα να το κάνει – χωρίς να φέρει σε δύσκολη οικονομική θέση τους Πολίτες της, διαθέτοντας τα απαιτούμενα χρήματα.
.

Black-Strip
Vassilis Viliardos
Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι ένας σύγχρονος οικονομολόγος,
πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο
του Αμβούργου – όπου και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά για αρκετά
χρόνια, με ιδιόκτητες επιχειρήσεις σε όλες τις πόλεις της Γερμανίας.
Έχει  εκδώσει τρία βιβλία αναφορικά με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική
κρίση, ενώ έχει δημοσιεύσει πάνω από 5.000 αναλύσεις σε ηλεκτρονικά και
έντυπα μέσα, με κέντρο βάρους την εθνική και διεθνή μακροοικονομία,
καθώς επίσης το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Black-Strip
.

© Copyright 2015 — Analyst.gr. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση / αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των εκδοτών.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός3 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή