Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι σχέσεις των Αρμενίων και των Ελλήνων Ποντίων στην πρώην Σοβιετική Ένωση

Δημοσιεύτηκε στις

Οι διακοινοτικές σχέσεις των Αρμενίων και των Ελλήνων Ποντίων
και η καθημερινή τους ζωή στους τόπους εγκατάστασής τους στην πρώην
Σοβιετική Ένωση (1) λίγο πριν τη μαζική μετανάστευση προς την Κύπρο.

γράφει η Δρ Μάρη Λαυρεντιάδου,
Εργαστήριο Μελέτης της Μετανάστευσης και Διασποράς (ΕΜΜΕΔΙΑ), Τμήμα
Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Πανεπιστήμιο Αθηνών.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την ανεξαρτησία της
Δημοκρατίας της Αρμενίας το 1991, το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Κύπρο
πήρε σημαντικές διαστάσεις, λόγω της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.
Η γεωγραφική θέση της Κύπρου αλλά κυρίως το ειδικό καθεστώς που
απολαμβάνει η αρμένικη μειονότητα προσελκύει τόσο μετανάστες που
σκέφτονται να εγκατασταθούν μόνιμα στο Νησί όσο και άλλους που απλώς
χρησιμοποιούν την Κύπρο σαν τόπο μετάβασης προς άλλους προορισμούς.

Μέσα από την μελέτη των διεθνικών δεσμών της ελληνικής κοινότητας της
Γεωργίας και της Αρμενίας θα αναδείξουμε τη δημιουργία ενός κοινού τόπου
μεταξύ των δύο χωρών. Ένας τόπος που έπαψε να υπάρχει μετά τη
μετανάστευση προς την Ελλάδα και την Κύπρο. Η παρουσίαση της
ανθρωπογεωγραφίας των ποντιακών χωριών δίνει σημαντικές πληροφορίες των
συνθηκών εγκατάστασής τους.
Μέσα από τη τυπολογία των μεταναστών, θα αναδείξουμε τα μεταναστευτικά
τους δίκτυα και τις διαδικασίες ένταξής τους τόσο μέσα στην κυπριακή
κοινωνία όσο και στην αρμένικη κοινότητα.
Λέξεις κλειδιά: Αρμενία, Κύπρος, Πόντιοι, μεταναστευτικά δίκτυα, ένταξη.

Résumé.
Depuis la dissolution de l’Union soviétique et l’indépendance de la
République d’Arménie en 1991, le flux migratoire vers Chypre a pris des
dimensions importantes, en raison de la crise économique et sociale. La
position géographique de l’île de Chypre, mais surtout la reconnaissance
statutaire de la minorité arménienne attire des migrants en transit ou
permanents.
Nous allons étudier des liens transfrontaliers entre la communauté
grecque de la Géorgie et celle de l’Arménie qui permettent à créer un
espace commun entre les deux pays.
À travers l’étude de la typologie des migrants, nous allons mettre en
valeur leurs réseaux d’immigration et les processus d’intégration, aussi
bien dans la société chypriote que dans la communauté arménienne.
Mots clés : Arménie, Chypre, Grecs Pontiques, flux migratoires, intégration.

Η ανθρωπογεωγραφία των ποντιακών χωριών της πρώην Σοβιετικής Αρμενίας.
«Οι πρώτοι Πόντιοι είχαν εγκατασταθεί στην Αρμενία από τον 18ο αιώνα, όταν μετοίκησαν από την περιοχή της Αργυρούπολης για να εργασθούν στα μεταλλωρυχεία της Μονής Akhtala. Ένα δεύτερο κύμα έφτασε μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1827-29. Οι πρόσφυγες αυτοί που κατάγονταν από τις περιοχές του Κάρς και του Ερζερούμ εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Λενινακάν»(2). Στην απογραφή του 1989 είχαν καταγραφεί 4 650 Έλληνες.

Οι Έλληνες της πρώην Σοβιετικής Αρμενίας έζησαν για πάνω από έναν αιώνα συγκεντρωμένοι σε μερικά χωριά της βόρειας Αρμενίας, στη συνοριακή ζώνη με τη Γεωργία. Αυτά τα ελληνικά χωριά – Giangdan, Akhtala, Samloug, Len-rudnic – βρίσκονταν στην περιφέρεια του Alaverdi.
Υπήρχαν επίσης μερικές οικογένειες Ποντίων στο αρμένικο χωριό Agarak. Το χωριό Kongkes είχε κάποτε ποντιακό πληθυσμό, αργότερα όμως κατοικήθηκε μόνο από Αρμένιους.
Το Alaverdi, αρχαίο κέντρο εξόρυξης χαλκού, ήταν χωριό μέχρι το 1938. Με την οικονομική ανάπτυξη της μεταπολεμικής περιόδου απετέλεσε μια από τις νέες πόλεις της Αρμενίας. Ήταν κύριο κέντρο έγχρωμης μεταλλουργίας και συγκέντρωνε και άλλες μικρότερες βιομηχανικές μονάδες. Οι κατοικίες που κατασκευάστηκαν στα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας ήταν χαρακτηριστικές για τη σύγχρονη αρχιτεκτονική τους. Έπαιρναν υπόψη τους τις ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες της Αρμενίας. Πολλοί Πόντιοι κατοίκησαν σε αυτά τα πολυώροφα κτίσματα με τα διαμπερή διαμερίσματα και τις βεράντες.

Το Giangdan ήταν ένα αγροτικό χωριό. Οι κάτοικοι δούλευαν στα κολχόζ και παρήγαγαν φρούτα και λαχανικά. Το Len-rudnic ήταν ένα πολύ μικρό ποντιακό χωριό. Όλοι τους οι κάτοικοι δούλευαν στο Alaverdi. Αντιθέτως, στη Samloung, υπήρχε ένα εργοστάσιο υφασμάτων, θυγατρική του μεγάλου εργοστασίου μεταξιού στο Alaverdi, που απασχολούσε 200 άτομα, οι περισσότεροι Πόντιοι.

Η ορεινή κωμόπολη Akhtala και πιο συγκεκριμένα η κάτω πόλη αποτελούσε από τα τέλη του 18ου αιώνα το ιστορικό κέντρο της εγκατάστασης των Ποντίων. Είχε πληθυσμό 5 000 κατοίκους και κλίμα ηπειρωτικό. Ο ποντιακός ελληνισμός αντιπροσώπευε το 1/3 του πληθυσμού. Οι υπόλοιποι κάτοικοι ήταν Αρμένιοι και υπήρχε ένας πολύ μικρός πληθυσμός Αζέρων. Οι Αζέροι εγκατέλειψαν την Akhtala στην αρχή της σύγκρουσης στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Αυτή η κωμόπολη, γνωστή για το ομώνυμο μεσαιωνικό μοναστήρι με τοιχογραφίες από τον 11ο-13ο αιώνα, αναπτύχθηκε μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Οι σοβιετικές αρχές έχτισαν 22 πενταόροφες πολυκατοικίες για να στεγάσουν τους εργάτες που δούλευαν στα εργοστάσια της πόλης και στο Alaverdi. Το μεγαλύτερο εργοστάσιο της Akhtala ήταν το εργοστάσιο του αλουμινίου που τροφοδοτούσε το Alaverdi. Η λειτουργία αυτού του εργοστασίου σταμάτησε μετά την ανεξαρτησία της Αρμενίας γιατί θεωρήθηκε εργοστάσιο με υψηλά επίπεδα μόλυνσης. Και άλλα εργοστάσια, όπως αυτό της παραγωγής κουτιών κονσέρβας μείωσαν την παραγωγή τους και απέλυσαν προσωπικό.
Η κωμόπολη της Akhtala αποτελούσε ένα μικρό αστικό κέντρο που κάλυπτε τις ανάγκες του πληθυσμού σε σχολεία, αθλητικά κέντρα με πισίνα και σινεμά. Αλλά το καμάρι όλων των κατοίκων ήταν το τελεφερίκ που ένωνε την πάνω πόλη με το σιδηροδρομικό σταθμό.
Η οικονομική κρίση που χτύπησε την Akhtala μετά το κλείσιμο του εργοστασίου αλουμινίου υποχρέωσε βίαια τον πληθυσμό να μεταναστεύσει. Η ποντιακή κοινότητα εγκατεστημένη εδώ και αιώνες στην περίφερεια του Alaverdi αλλά και οι Αρμένιοι συμπατριώτες τους υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή.

Οι σχέσεις μεταξύ των ελληνικών κοινοτήτων της Αρμενίας και της Γεωργίας.

Τα ελληνικά χωριά της νότιας Γεωργίας- Gora και Sakire (Hachhatala, το ποντιακό του όνομα) και αυτά της βόρειας Αρμενίας- Giangdan και Agarak στην επαρχία Stepanavan- δημιουργούσαν μια ενότητα με συμπληρωματικές δραστηριότητες. Τα τρία πρώτα χωριά κατοικούνταν από Έλληνες Πόντιους που μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο.
Οι οικογένειες των χωριών αυτών ήταν συχνά συγγενείς. Κατά τη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου, η κυκλοφορία από τη μια και από την άλλη πλευρά των συνόρων γίνονταν χωρίς καμιά διαδικασία. Οι γάμοι μεταξύ των Ποντίων της Αρμενίας και αυτών της Γεωργίας ήταν αρκετά συχνοί. Οι γάμοι ήταν η αφορμή για τη διοργάνωση μιας μεγάλης γιορτής όπου οι μουσικοί του χωριού παίζανε ποντιακή και τούρκικη μουσική. Δεν τραγουδούσαν ρώσικα τραγούδια γιατί οι ηλικιωμένοι δεν τα γνωρίζανε.
Κατά τη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου, η Gora ήταν σε πλήρη άνθηση. Ήταν ένα ορεινό χωριό που μαζί με το ποντιακό χωριό Sakire και με ένα αζέρικο χωριό αποτελούσαν ένα κολχόζ. Εκεί δούλευαν όλοι οι κάτοικοι. Καλλιεργούσαν σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, πατάτες, αχλάδια, κεράσια και μήλα.
Η μορφολογία των κατοικιών ήταν σε μεγάλο βαθμό ομοιογενής: σπίτια ενός ορόφου με το στάβλο στο ισόγειο για τα ζώα (πρόβατα, κατσίκες, γαϊδούρια) και την κατοικία στον πρώτο όροφο.
Η θέρμανση γίνονταν με ξύλα ή με κάρβουνο. Οι κάτοικοι είχαν το δικαίωμα να μαζέψουν ξύλα στο δάσος με την προϋπόθεση να κόβουν τα δέντρα που έχουν ήδη πέσει ή είναι άρρωστα. Μπορούσαν επίσης να πάνε για κυνήγι.

Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, οι κάτοικοι των χωριών αυτών πουλούσαν στην αγορά των χωριών άγρια φρούτα, φράουλες και σμέουρα που μάζευαν οι ίδιοι στο δάσος. Κατασκεύαζαν το ψωμί τους μόνοι τους στο φούρνο από ξύλα (περίπου 20 με 30 καρβέλια κάθε δύο μήνες). «Μόνο οι τεμπέληδες είναι αυτοί που δεν φτιάχνουν μόνοι τους το ψωμί τους και πήγαιναν να το ζητήσουν στο γείτονα»3. Το χειμώνα πάστωναν λάχανο το οποίο κατανάλωναν όλο το χρόνο.
Δεν υπήρχαν πολλές δυνατότητες για διασκέδαση. Πήγαιναν στο σινεμά που λειτουργούσε μόνο το Σαββατοκύριακο και που ήταν ο κύριος τόπος συναντήσεων κυρίως των νέων.

Η θρησκεία δημιουργός νέων τόπων εθνοτικής ταυτότητας.
Για τους Έλληνες Πόντιους από την πρώην Σοβιετική Ένωση, η θρησκεία ήταν πάντα ένα προσδιοριστικό στοιχείο της εθνικογεωγραφικής τους ταυτότητας και αποτελούσε το σημείο σύνδεσης με την ελληνική εθνική τους ταυτότητα και την ιστορική τους πατρίδα. Οι παραδόσεις και οι κοινοτικοί δεσμοί διατηρούνταν γύρω από την εκκλησία. Οι τελετές και οι θρησκευτικές γιορτές ήταν μια σημαντική στιγμή για την ποντιακή κοινότητα.
Όλος ο κόσμος μαζευότανε στο Len – rudnic για την γιορτή της Παναγίας στις 21 Μαΐου. Στις τρεις εκκλησίες του Giangdan και στην ελληνική εκκλησία της Akhtala συναντιόνταν όλοι οι κάτοικοι των ελληνικών χωριών. Στην Akhtala, η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που κατασκευάστηκε το 1830 έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας. Ήταν το σημείο συνάντησης για χιλιάδες Πόντιους που μαζευόντουσαν εκεί στις 21 Σεπτεμβρίου.
Οι Έλληνες Πόντιοι έζησαν αρμονικά με τους Αρμένιους για δεκαετίες και είχαν ενταχθεί εξ΄ολοκλήρου στη χριστιανική αρμένικη κοινωνία. Αυτή η ιδιαιτερότητα της Αρμενίας οδήγησε τους Έλληνες και τους Αρμένιους να μοιράζονται τις ίδιες εκκλησίες παρ΄ όλες τις θεολογικές τους διαφορές. Οι θρησκευτικοί χώροι αποτελούσαν χώρο αναφοράς για το σύνολο της κοινωνίας. Έτσι, μέσα από τη θρησκεία δημιουργείται μια διπλή ταυτότητα, αρμένικη και ελληνική η οποία αργότερα στην Κύπρο, λαμβάνοντας υπόψη και την ισχυρή θέση της αρμένικης κοινότητας στο Νησί, τους βοηθάει να διατηρήσουν και να αναπτύξουν τις πολιτισμικές και εθνοτικές ιδιαιτερότητές τους.
Αντιθέτως, στη Γεωργία, στα συνοριακά χωριά με την Αρμενία, οι εκκλησίες δεν είχαν παπάδες. Ένας κάτοικος του χωριού διάβαζε τα κείμενα της λειτουργίας και η κοινότητα όριζε έναν υπεύθυνο για τη φύλαξη της εκκλησίας ώστε να αποφεύγονται οι καταστροφές.
Στο χωριό Gora υπήρχαν πολλές εκκλησίες και η διάσημη εκκλησία της Παναγίας όπου γιορτάζονταν κάθε χρόνο στις 28 Αυγούστου η μεγάλη γιορτή της Ανάληψης. Αυτή η γιορτή συγκέντρωνε εκατοντάδες Ποντίους που έρχονταν από όλα τα γειτονικά χωριά της Αρμενίας και της Γεωργίας και καμιά φορά και από πολύ μακρύτερα. Οι προμήθειες για αυτή τη μεγάλη γιορτή εξασφαλίζονταν από τα χωριά και τις γειτονικές πόλεις: από το Dmanisi στη Γεωργία και το Kalinino στην Αρμενία4.

Η μετανάστευση προς την Ελλάδα και την Κύπρο.
Το μεταναστευτικό κύμα πήρε τεράστιες διαστάσεις στα χρόνια που ακολούθησαν τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και ειδικότερα μετά την ανεξαρτησία της Γεωργίας και της Αρμενίας. Η δεινή οικονομική κρίση μετά τη μείωση της βιομηχανικής παραγωγής στην Αρμενία και τον πόλεμο με το Αζερμπαϊτζάν οδήγησε σε ερήμωση τα ποντιακά χωριά. Το ίδιο συνέβη και στη Γεωργία. Σήμερα, στη Gora δεν μένουν παρά μόνο τριάντα οικογένειες που αποτελούνται από ηλικιωμένα άτομα. Παλαιότερα κατοικούσαν 120 οικογένειες. Τα σπίτια τους κατοικούνται σήμερα από Γεωργιανούς και Αζέρους. Στο χωριό Sakire οι μισές οικογένειες έχουν επίσης μεταναστεύσει. Λίγο πριν τη μεγάλη μετανάστευση το χωριό αυτό αριθμούσε 150 οικογένειες.

Οι Έλληνες Πόντιοι με τις οικογένειες τους, ενημερωμένοι σχετικά με τη δυνατότητα εγκατάστασής τους στην Ελλάδα, διάλεξαν την ιστορική τους πατρίδα ως μελλοντικό τόπο εγκατάστασής τους. Με τους Αρμένιους και Ρώσους συγγενείς τους και σε πολύ λίγες περιπτώσεις με Γεωργιανούς συγγενείς μετακινήθηκαν προς την Ελλάδα.
Είναι αλήθεια ότι τα πρώτα χρόνια της μετανάστευσης ο μοναδικός προορισμός ήταν η Ελλάδα. Παρ΄ όλα αυτά μέσα σε μερικά χρόνια οι δύσκολες συνθήκες εγκατάστασης στην Ελλάδα και οι δυσκολίες στην εύρεση εργασίας τους έκαναν να αλλάξουν το μεταναστευτικό τους προορισμό.
Η Κύπρος αποτελεί το δεύτερο σε επιλογή προορισμό για τους Έλληνες Πόντιους από την Αρμενία. Δεν πήγαν όλοι στην Κύπρο κατευθείαν από τα χωριά καταγωγής τους. Πολλοί πήγανε πρώτα στη νότια Ρωσία, στο Krasnodar και στο Novorossiisk, που είχαν συγγενείς.

Κύπρος και αρμένικη κοινότητα.

Η Κύπρος αποτελεί σημαντικό προορισμό γιατί συνεχίζει να παίζει έναν καθοριστικό ρόλο για την αρμένικη διασπορά της Μέσης Ανατολής. Η γεωγραφική της θέση, αλλά κυρίως η θεσμική αναγνώριση της αρμένικης μειονότητας προσελκύει πρόσκαιρους ή μόνιμους μετανάστες. Η προέλευση των μεταναστών διαφοροποιείται σε σχέση με τις τοπικές κρίσεις. Οι Αρμένιοι του Λιβάνου και της Συρίας κατέκλυσαν το νησί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας της Αρμενίας το 1991, το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Κύπρο πήρε σημαντικές διαστάσεις λόγω της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης στην Αρμενία.

Αυτή η μετανάστευση αφορά πέντε κατηγορίες μεταναστών: α. αυτούς που διατήρησαν σχέσεις συγγένειας ή άλλης με την αρμένικη κυπριακή διασπορά. Πρόκειται κυρίως για οικογένειες «επαναπατρισθέντων» από τη Σοβιετική Αρμενία της παραμονές του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου, β. αρμένικες οικογένειες που στέλνουν τα παιδιά τους να σπουδάσουν στο Ινστιτούτο Μελκονιάν5 που διεύρυνε έτσι το χώρο προέλευσης των μαθητών του πέρα από τη διασπορά και στην Αρμενία. Κατά τη διάρκεια των σπουδών των παιδιών τους οι οικογένειες μεταναστεύουν οριστικά στην Κύπρο, γ. ευκατάστατοι Αρμένιοι που ψάχνουν μια χώρα υποδοχής. Χρησιμοποιούν την Κύπρο σαν ένα χώρο μετάβασης και έναν ενδιάμεσο σταθμό προς την Αγγλία και της ΗΠΑ, δ. Πρόσφυγες από το Καραμπάχ, κυρίως φοιτητές του Ινστιτούτο Μελκονιάν. Το κυπριακό τμήμα της Παναρμενικής Ένωσης «Hayastan» οργανώνει αναπτυξιακά έργα στις περιοχές που χτυπήθηκαν από τον πόλεμο. Επιπλέον, το Ταμείο Φιλανθρωπίας «Titsmairi» ιδρύθηκε για την αποκατάσταση των συνοριακών περιοχών μεταξύ Αρμενίας και Καραμπάχ, ε. Τέλος, Έλληνες Πόντιοι της Αρμενίας ή «Αρμενοπόντιοι» (όπως τους ονομάζει η αρμένικη κοινότητα της Κύπρου) που φτάνουν στο νησί κυρίως μετά από μια περισσότερο ή λιγότερο σύντομη διαμονή στην Ελλάδα.

Τα μεταναστευτικά δίκτυα: ιδιαιτερότητες των διαφορετικών ομάδων των μεταναστών.

Α. Οι Αρμένιοι.
Οι Αρμένιοι μετανάστες έρχονται κυρίως από το Vanadzor (Kirovakan) και λιγότερο από το Gumri (Leninakan) και από το Erevan. Η άφιξη στην Κύπρο πραγματοποιείται χάρη στην ύπαρξη ενός δικτύου μετανάστευσης, το οποίο στην πραγματικότητα, δεν σταμάτησε ποτέ να λειτουργεί από την εποχή του «επαναπατρισμού» στη Σοβιετική Αρμενία. Τα πήγαινε έλα ήταν συχνά.

«Αυτοί που έφυγαν από την Αρμενία μετά τα γεγονότα μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων δεν ρίζωσαν στη Σοβιετική Αρμενία. Μερικοί ήρθαν πίσω αμέσως, άλλοι ήρθαν σταδιακά μέχρι το 1980. Η οικονομική διάσταση μεταξύ των δύο χωρών, τα διαφορετικά έθιμα και η βουνίσια συμπεριφορά των σοβιετικών Αρμενίων δεν επέτρεψαν τη γρήγορή τους ένταξη»6. Η οικογένεια που μένει ανάμεσα στις δύο χώρες τροφοδοτεί το μεταναστευτικό δίκτυο και ευνοεί την υποδοχή στην Κύπρο. Η αεροπορική σύνδεση με το Erevan, δύο φορές το μήνα, διευκολύνει αυτές τις επαφές.
Η μετανάστευση είναι οικογενειακού χαρακτήρα και αρκετά συχνά αφορά άτομα που ζουν στην ίδια γεωγραφική περιοχή. Τα δίκτυα της μετανάστευσης δημιουργούνται μεταξύ διαφορετικών γενιών. Αυτά τα δίκτυα της διευρυμένης οικογένειας και των φίλων δημιουργούν δεσμούς αλληλεγγύης μεταξύ παλαιών και νέων μεταναστών.
Παρ΄ όλα αυτά, αυτά τα δίκτυα συνδέουν σπανίως τους Αρμένιους της πρώην Σοβιετικής Αρμενίας με την αρμένικη κοινότητα της Κύπρου. Οι νεοαφιχθέντες δεν εντάσσονται εύκολα.
Από την στιγμή της άφιξής τους φτιάξανε τους δικούς τους Συλλόγους. Αν και ορισμένοι συμμετέχουν στις δραστηριότητες του Συλλόγου Parekortzakan, ενός από τους πιο σημαντικούς Συλλόγους του Νησιού, στην πραγματικότητα αποτελούν μια ξεχωριστή ομάδα. «Η κοινωνική τους συμπεριφορά είναι πιο κοντά σε αυτήν των Κυπρίων της υπαίθρου. Έχουν διατηρήσει τις παλιές παραδόσεις. Προτιμούν το αρμένικο φολκλόρ. Για παράδειγμα, ο γάμος γιορτάζεται πάντα σε ένα εστιατόριο με ένα καλό και πλούσιο γεύμα όπου χορεύουν τους εθνικούς τους χορούς. Αποφεύγουν το σύγχρονο κυπριακό κοσμοπολιτισμό»7.
Η συμμετοχή στο Σύλλογο A.Y.M.A8 είναι λιγότερο σημαντική «φτιάξαμε μια ειδική επιτροπή για να τους βοηθήσουμε να βρουν εργασία. Αλλά δύσκολα εντάσσονται στην αρμένικη κοινότητα και δεν συμμετέχουν στην κοινοτική ζωή. Μόνο στα σχολεία της κοινότητας συναντούμε μια ανάμειξη»9.
Οι Σύλλογοι βοηθούν τους νεοαφειχθέντες να εκπληρώσουν όλες τις διοικητικές διαδικασίες. Οι καταγόμενοι από την Κύπρο έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την κυπριακή υπηκοότητα. Παρ΄ όλα αυτά, τα καθημερινά προβλήματα των μεταναστών σπανίως αναδεικνύονται στον κοινοτικό τους τύπο.
Ο αρμένικος εκπρόσωπος στο κυπριακό Κοινοβούλιο θεωρεί την εγκατάσταση των επαναπατριζόμενων από τη Σοβιετική Αρμενία μια προτεραιότητα. Παρεμβαίνει ώστε να παίρνονται μέτρα για την εγκατάστασή τους (κατοικία και επιδόματα στήριξης). Αμέσως μετά την άφιξή τους, το Υπουργείο Εσωτερικών δίνει στους Αρμένιους κυπριακής καταγωγής ένα επίδομα 47 λιρών το μήνα, περιμένοντας να βρουν μια εργασία. Καθώς ο αριθμός τους δεν είναι πολύ μεγάλος, το δίκτυο κρατικής βοήθειας ή κοινοτικής βοήθειας λειτουργεί αρκετά καλά.
Ο ρόλος της αρμένικης εκκλησίας είναι επίσης καθοριστικός. Αποτελεί τον κατεξοχήν χώρο υποδοχής των μεταναστών.

Β. Οι Έλληνες Πόντιοι από την πρώην Σοβιετική Αρμενία. Δυνατότητες και προοπτικές.

Με την άφιξη τους στην Κύπρο, οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί μεταξύ των διαφορετικών γενιών των Ελλήνων Ποντίων ενεργοποιούν όλους τους δεσμούς αλληλοβοήθειας και υποστήριξης μεταξύ κοντινών ή και μακρινότερων συγγενών, μεταξύ φίλων και συμπατριωτών. Αυτές οι σχέσεις βασίζονται πάνω στην εμπιστοσύνη και την αδελφικότητα και τροφοδοτούν τα μεταναστευτικά τους δίκτυα τα οποία ενισχύουν το μεταναστευτικό ρεύμα από την πρώην Σοβιετική Αρμενία.
Τα δίκτυά τους είναι πολύ πιο δυνατά από αυτά των Αρμενίων γιατί οι «Αρμενοπόντιοι» φτάνουν σε μια χώρα άγνωστη και ξένη και κατά συνέπεια γνωρίζουν πολύ καλά ότι μόνο η μεταξύ τους αλληλεγγύη μπορεί να τους βοηθήσει. Παρόλο που η Κύπρος είναι μέρος του ελληνισμού είναι ανεξάρτητο κράτος και οι Έλληνες Πόντιοι από την πρώην ΕΣΣΔ είναι αλλοδαποί πολίτες. Έχουν είτε την ελληνική υπηκοότητα είτε βρίσκονται στη διαδικασία απόκτησής της.
Αυτό το είδος σχέσεων αποτελεί δίκτυο πληροφοριών μεταξύ του «εδώ» και του «εκεί» και παράλληλα αυτά τα δίκτυα είναι οι κύριοι φορείς υποδοχής στην Κύπρο.
Αυτοί που φτάνουν στο νησί μετά από μια διαμονή στην Ελλάδα, χάρη στα παραπάνω δίκτυα απέκτησαν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που τους έκαναν να φύγουν για την Κύπρο και είναι αυτά τα ίδια δίκτυα που τους στηρίζουν το πρώτο διάστημα της άφιξής τους και εξασφαλίζουν την πρόσβαση στην κατοικία και την εργασία.

Επιπλέον, οι Έλληνες Πόντιοι που έρχονται στην Ελλάδα από την Αρμενία εντάσσονται πολύ πιο δύσκολα στην ελληνική κοινωνία γιατί δεν είναι εύκολο εξ΄ αρχής να αναπτύξουν δεσμούς με τους άλλους Πόντιους από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Στην Ελλάδα ήταν εγκατεστημένοι στη Θράκη, στα χωριά Εύμοιρος και Νέα Παλαγία, και στη Θεσσαλία στο χωριό Φαρκαδόνα όπου δεν υπήρχε αρμένικη ελληνική κοινότητα (Λαυρεντιάδου, 2006). Έτσι, από τη στιγμή που υπάρχει η δυνατότητα να μετακινηθούν σε μια άλλη χώρα όπου οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες είναι καλύτερες από την Ελλάδα και όπου, παράλληλα, μπορούν να διατηρήσουν την αρμένική τους ταυτότητα αποφασίζουν να μεταναστεύσουν.

Στην Κύπρο αν και αποτελούν μέρος των Ποντίων, οι Έλληνες Πόντιοι από την Αρμενία επιθυμούν να διακρίνονται από τους άλλους Πόντιους. Όλοι, ακόμα και αυτοί που δεν είναι μεικτά ζευγάρια συμμετέχουν στους αρμένικους Συλλόγους. Στους ποντιακούς Συλλόγους πάνε μόνο όταν χρειάζονται κάποια βοήθεια κυρίως διοικητικού χαρακτήρα.
Το γεγονός ότι έχουν ζήσει αρμονικά κατά τη διάρκεια δεκαετιών με τους Αρμένιους και είχαν ενταχθεί εξ΄ ολοκλήρου στη χριστιανική αρμένικη κοινωνία δημιουργεί μια διπλή ταυτότητα, αρμένικη και ελληνική, η οποία στην Κύπρο λαμβάνοντας υπόψη την ισχυρή θέση της αρμένικης κοινότητας τους βοηθάει να διατηρήσουν και να αναπτύξουν τις πολιτισμικές και εθνοτικές ιδιαιτερότητές τους.

Επίλογος.

Ο κύκλος της μετανάστευσης δεν έχει κλείσει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΟΤΣΙΩΝΗΣ Π., Λαοί και πολιτισμοί στην πρώην Σοβιετική Ένωση : η ελληνική παρουσία, Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα, 1999.
ΛΑΥΡΕΝΤΙΑΔΟΥ Μ., Να φεύγεις και να ριζώνεις, Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 2006.
CHARATSIDIS E., Les Grecs d’Arménie et de Kars aux XIXe et XXe siècles,
in: BRUNEAU M.(sous la dir.), Les Grecs pontiques, CNRS Éditions, Paris,
1998.

http://www.24grammata.com/?p=3487

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις31 λεπτά πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Τομ Μπάρακ: Ο μυστικός παίκτης της τουρκικής αναβάθμισης; Το παιχνίδι ισχύος από τον Λευκό Οίκο ως την Ανατολική Μεσόγειο

F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Μάζης: Οι υποχωρήσεις καταγράφονται – Η Τουρκία ανοίγει διαρκώς μέτωπα

Κριτική για Κρήτη, Κάσο και Διακήρυξη των Αθηνών από τον καθηγητή στη «Ναυτεμπορική» – Οι ανησυχίες για τη Λιβύη, τον...

Δημοφιλή