Διεθνή
Αγώνας για ισχύ στη Συρία και τη Μεσόγειο

Του ΜΑΡΙΟΥ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗ
Μια “είδηση-μήνυμα” κυκλοφορεί εδώ και ένα τρίμηνο, περίπου, που
αφορά τη Συρία και η οποία αρχίζει να λαμβάνει τη μορφή χιονοστιβάδας:
το καθεστώς Άσσαντ αδυνατεί να αναπληρώσει τις απώλειες σε ανθρώπινο
υλικό από τον εδώ και μια τετραετία πόλεμο φθοράς εναντίον του και πως,
τούτη τη φορά, έχει πραγματικά αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την
κατάρρευσή του.
Όπως όλες του είδους, η “είδηση-μήνυμα” για το καθεστώς Άσσαντ είναι εξαιρετικά εκλεπτυσμένη. Συνδυάζει γεγονότα, δογματικές αντιλήψεις αλλά και επιθυμίες. Οι επιθυμίες αυτές, “επαναλαμβανόμενες”, παράγουν νομοτελειακές προσδοκίες στο υποσυνείδητο (subliminal expectations): ο Άσσαντ είναι τελειωμένος. Όπως και στο αποτελεσματικό μάρκετινγκ, έτσι και στην προπαγάνδα στόχος είναι οι “πελάτες”, -στην συγκεκριμένη περίπτωση η κοινή γνώμη στη Δύση αλλά και στη Μέση Ανατολή, που τελευταία βομβαρδίζεται συνεχώς επί τούτου από τα δυτικά ΜΜΕ.
Από τα γεγονότα το πιο σημαντικό, χωρίς το οποίο δεν στέκεται η “είδηση- μήνυμα” πως το καθεστώς οσονούπω καταρρέει, είναι το πληθυσμιακό. Το καθεστώς Άσσαντ κυβερνά, αντλεί την δύναμή του και ένα μεγάλο ποσοστό της νομιμότητάς του από τη φυλή του Άσσαντ, την κοινότητα των Αλαουιτών. Στο πληθυσμιακό μωσαϊκό της Συρίας οι Αλαουίτες, που σήμερα θεωρούνται σχίσμα του Σιιτικού Ισλάμ αποτελούν μειονότητα με ποσοστό 12-15 τοις εκατό του συνολικού πληθυσμού, αριθμητικά λίγο περισσότεροι από δύο εκατομμύρια. Η μεγάλη πλειοψηφία της Συρίας αποτελείται από Σουννίτες μουσουλμάνους, περίπου 75 τοις εκατό, 10 τοις εκατό χριστιανούς και άλλες μικρές μειονότητες όπως Δρούσους, Γιαζίτηδες (Κούρδους), κ.α.
Οι Αλαουίτες κυριαρχούν πληθυσμιακά στις Μεσογειακές ακτές της Συρίας και στα παραλιακά βουνά. Γεωγραφικά οι πληθυσμοί τους εντοπίζονται από τον Βόρειο Λίβανο (100-120 χιλ.) μέχρι την Αντιόχεια στον Κόλπο της Αλεξαντρέττας (700-750 χιλ.), στη σημερινή Τουρκία. Μερικές χιλιάδες εντοπίζονται και στα Υψίπεδα του Γκολάν. Είναι σημαντικό για τις σημερινές εξελίξεις να υπογραμμιστεί πως επί Γαλλικής Εντολής, από το 1923 μέχρι το 1936, όταν έχουμε την πλήρη ανεξαρτησία της σημερινής Συρίας, λειτουργούσε στη γεωγραφική αυτή περιοχή, υπό την εποπτεία της Γαλλίας, η “Πολιτεία των Αλαουιτών” η οποία, τότε, δεν ήθελε να ενσωματωθεί στη Συρία.
Σήμερα τα θύματα του πολέμου στη Συρία ξεπερνούν τις 200.000. Από αυτά υπολογίζεται πως το ένα τρίτο, τουλάχιστον, προέρχεται από τις τάξεις του καθεστώτος. Είναι δηλαδή στη μεγάλη τους πλειοψηφία, Αλαουίτες. Και εδώ οικοδομείται το όλο επιχείρημα: πως αντίθετα με τους αντικαθεστωτικούς που θεωρητικά διαθέτουν μια ανεξάντλητη δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού, η αντίστοιχη δεξαμενή του καθεστώτος Άσσαντ δεν αναπληρώνεται. Αναπόφευκτα, το τέλος πλησιάζει.
Υπάρχει λοιπόν, λογική και βάση στο επιχείρημα. Όταν το ερώτημα τέθηκε πρόσφατα στον Άσσαντ, σε συνδιασμό με απώλειες εδαφών μετά από αρκετές νίκες του καθεστώτος, ο Σύρος ηγέτης παραδέχθηκε τις απώλειες αυτές αλλά το σημαντικό σε ένα πόλεμο, -τόνισε- είναι να μην χαθεί το ηθικό και η ψυχολογία. Και παρά το υψηλό κόστος του πολέμου το καθεστώς Άσσαντ συνεχίζει να χαίρει της λαϊκής υποστήριξης που υπερακοντίζει αυτή των Αλαουιτών. Χαίρει υποστήριξης δηλαδή από μεγάλο ποσοστό των Σουννιτών της χώρας και ολοκληρωτικά από τους Χριστιανούς και τις υπόλοιπες μειονότητες.
Αυτό που δεν λαμβάνεται υπόψη, ίσως λόγω γεωγραφικής άγνοιας, είναι πως τόσο η Συρία όσο και το Ιράκ αποτελούνται από μεγάλες αλλά έρημες εκτάσεις και πως η πλειοψηφία των πληθυσμών εντοπίζεται σε αστικά κέντρα. Στην περίπτωση της Συρίας, για παράδειγμα, ναι μεν υπάρχει μεγάλη απώλεια εδαφών αλλά πάνω από το 70% του πληθυσμού βρίσκεται σε αστικά κέντρα που ελέγχει το καθεστώς Άσσαντ.
Και το οποίο συνεχίζει να έχει την υποστήριξή τους, βέβαια, διότι διαφορετικά το καθεστώς θα είχε προ πολλού καταρρεύσει.
Το καθεστώς Άσσαντ είναι δεσποτικό και ανελεύθερο. Είναι όμως και κοσμικό. Και αυτό είναι το κρίσιμο πλεονέκτημά του. Είναι το μόνο κοσμικό αραβικό κράτος που έχει παραμείνει και το οποίο, ως τέτοιο, και αντίθετα με σχεδόν όλα τα υπόλοιπα, είναι ανεκτικό και παρέχει προστασία σε μή μουσουλμανικές εθνότητες και μειονότητες. Και πρωτίστως παρέχει προστασία προς τους Αλαουίτες τους οποίους, όχι μόνο οι τζιχαντιστές αλλά και οι αντικαθεστωτικοί σουννίτες, τους θεωρούν “άπιστους”. Συνεπώς η υποστήριξη για όλους αυτούς προς το καθεστώς είναι υπαρξιακός μονόδρομος. Η μέχρι τώρα εμπειρία σημαίνει πως η κατάρρευση του καθεστώτος θα σημαίνει και τον δικό τους φυσικό αφανισμό ή αν είναι τυχεροί, εξορία.
Το άλλο γεγονός, στη βάση του οποίου προαναγγέλλεται η κατάρρευση του καθεστώτος είναι πως τα γειτονικά της Συρίας κράτη που επιδιώκουν την ανατροπή του καθεστώτος Άσσαντ, συντονίζουν πλέον τις προσπάθειές τους στο ανώτατο δυνατό επίπεδο. Η αναφορά εδώ είναι στη συμμαχία Τουρκίας και Σαουδικής Αραβίας, κυρίως, μαζί με το Κατάρ. Και είναι γεγονός πως οι τελευταίες στρατιωτικές επιτυχίες των αντικαθεστωτικών πιστώνονται στην άφθονη χρηματοδότηση Σαουδικής Αραβίας-Κατάρ και την στρατιωτική εμπλοκή και επιμελητεία της ´Αγκυρας. Τα κράτη αυτά έχουν κοινό μέτωπο με τους τζιχαντιστές-αποκεφαλιστές και ναί, αποτελούν μέλος της λεγόμενης “Διεθνούς Κοινότητας” που επιδιώκει τάχατες να “εκδημοκρατίσει” την ευρύτερη Μέση Ανατολή!
Εδώ πρέπει να υπογραμμιστεί και ο ρόλος του Ισραήλ για τον οποίο δεν γράφονται πολλά παρά μόνο -και όχι τυχαία- από τους παλαιοσυντηρητικούς των ΗΠΑ . Οι τελευταίοι, ως παραδοσιακοί απομονωτιστές (isolationists), θέλουν απεμπλοκή των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή. Και δικαιολογημένα πιστεύουν πως το Ισραήλ προσπαθεί να εμπλέξει την Ουάσινγκτον σε ένα πόλεμο για την ανατροπή, αρχικά του Άσσαντ και ο οποίος θα οδηγήσει, τελικά, και σε πόλεμο των ΗΠΑ κατά της Τεχεράνης.
Αυτή την περίοδο οι Ισραηλινοί έχουν αγαστή συνεργασία με τους Σαουδάραβες. Στρατηγικός στόχος και των δυο είναι, ιδεωδώς, η ανατροπή του Σιιτικού καθεστώτος της Τεχεράνης ή, τουλάχιστον, το σαμποτάζ της διαφαινόμενης συμφωνίας μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν αναφορικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του τελευταίου. Η συμφωνία αυτή, που έχει παγκόσμια σημασία για την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, βρίσκεται σε πολύ καλό δρόμο. Αλλά το γεγονός αυτό θεωρείται ως εξαιρετικά επικίνδυνο για τα συμφέροντα ασφαλείας της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ. Ένα Ιράν απελευθερωμένο από τις κυρώσεις και δουλείες που του έχουν επιβληθεί εδώ και δεκαετίες από το Συμβούλιο Ασφαλείας και τη Δύση, θα εξισορροπεί και με το παραπάνω τις δυο αυτές δυνάμεις στην ευρύτερη περιοχή.
Ο άλλος κύριος παίκτης, η Τουρκία του τζιχαντιστικού διδύμου Έρντογάν -Νταβούτογλου, δεν έχει τόσο σύνθετη στρατηγική όσο η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ, ειδικά έναντι στο Ιράν. Δεν “καίγεται” δηλαδή για την ανατροπή του καθεστώτος των Μουλλάδων της Τεχεράνης το οποίο πιστεύει, λόγω και της Νατοϊκής της ιδιότητας, πως μπορεί να το διαχειριστεί. Αν η Άγκυρα εδώ και τέσσερα χρόνια βυσσοδομεί κατά του Άσσαντ και θέλει να τον ανατρέψει, είναι από “γινάτι”.
Η ´Αγκυρα, στο πλαίσιο της περιφερειακής “υψηλής στρατηγικής” της, που είναι η περιβόητη πολιτική “μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες”, προσέφερε μεγαλόψυχα καθοδήγηση και προστασία στη Συρία αλλά το “παιδαρέλι”-κατ´ αυτούς- ο Άσσαντ αρνήθηκε να την αποδεχτεί. Αρνήθηκε να γίνει υποχείριό της, ουσιαστικά.
Και συνεχίζει πεισματικά να μην “γνωρίζει την θέση του” (haddini bil) έναντι στη Μεγάλη (Buyuk) Τουρκία! Ναί αυτό είναι. Και αυτό ισχύει, παρεμπιπτόντως, και για την Κύπρο αλλά και για την Ελλάδα και ας κάνουν πως δεν το καταλαβαίνουν στη Λευκωσία, ειδικά. Όλα θα βρούν τον δρόμο τους όταν ο κάθε γείτονας της Μπουγιούκ Τουρκίας “γνωρίζει την θέση του”. Τότε, η μεγαλοψυχία της Άγκυρας θα είναι «απύθμενη» στον κάθε ένα γείτονα ξεχωριστά.
Όμως στην περίπτωση της Συρίας η ´Αγκυρα θέλει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτασμένο. Θέλει, η αλήθεια είναι πως κατά βάθος φοβάται αλλιώς θα το είχε ήδη κάνει η ίδια, τον ´Ασσαντ να τον ανατρέψει η αμερικανική αεροπορία, όπως και στην περίπτωση του Καντάφι της Λιβύης. Και εδώ τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο διότι η Αμερική έχει πλέον συμφιλιωθεί με την παρουσία του Άσσαντ στη Συρία. Αντίθετα με τους υπόλοιπους “συμμάχους της” βλέπει πλέον τον Άσσαντ ως “σταθεροποιητικό” παράγοντα, συγκριτικά πάντοτε με το τί συμβαίνει στην περιοχή και ως στέρεο αντιστάθμισμα κατά του των σαλαφιστών-εξτρεμιστών. Δεν τον έχει αγαπήσει ξαφνικά, βέβαια….
Μετά από απανωτές λανθασμένες εκτιμήσεις και συνεπακόλουθες αποτυχημένες παρεμβάσεις και με καθημερινό παράδειγμα τις εξελίξεις στο Ιράκ, η Ουάσιγκτον αποφάσισε πως η κατάρρευση του καθεστώτος Άσσαντ θα προκαλέσει ανεξέλεγκτες καταστάσεις, με τους τζιχαντιστές-αποκεφαλιστές-τρομοκράτες, να κυριαρχούν. Κοντολογίς οι αμερικάνοι φοβούνται τις συνέπειες δημιουργίας ενός “Αφγανιστάν στη Μεσόγειο”, σε μια άκρως ρευστή περίοδο.
Υπάρχουν, επιπλέον, ακόμη δύο ανασταλτικοί παράγοντες για τους αμερικανούς. Η προεδρική ισχύς του Ομπάμα φθείνει, αφού τελειώνει η θητεία του, ενώ έχει ήδη αρχίσει η προεκλογική περίοδος για τις προεδρικές του 2016. Υπό αυτές τις συνθήκες η αμερικανική εσωστρέφεια και σύνεση, ευτυχώς, κυριαρχούν. Τέλος κάτι που οι περιφερειακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ σχεδόν πάντοτε αγνοούν είναι πως η Αμερική είναι πλανητική δύναμη και σχεδιάζει πλανητικά. Ειδικά στη Μέση Ανατολή το στρατηγικό ζητούμενο για την Ουάσινγκτον είναι η εξομάλυνση των σχέσεών της με την Τεχεράνη, την πιο σημαντική χώρα της Μέσης Ανατολής. Μια μυωπική πολιτική κατά του πιο σημαντικού συμμάχου της Τεχεράνης την χρονική αυτή περίοδο, που είναι ο Άσσαντ της Συρίας, πιθανόν να οδηγήσουν σε ναυάγιο την κρίσιμη αυτή εξέλιξη. Και δεν αναφέρω καν την αντίδραση της Ρωσίας, του άλλου στρατηγικού εταίρου της Συρίας.
Τα πράγματα για την Συρία του Άσσαντ παραμένουν εξαιρετικά δύσκολα. Δεν είναι όμως τόσο “απελπιστικά” όσο προπαγανδιστικά παρουσιάζονται. Το καθεστώς έχει αντοχές, δεν έχει ηττηθεί ψυχολογικά και διαθέτει ισχυρούς συμμάχους. Ωστόσο η κατάρρευσή του δεν μπορεί να αποκλειστεί. Όσοι όμως, πέραν των τζιχαντιστών, που την επιδιώκουν και την εύχονται, θα πρέπει να θέλουν και τις συνέπειές της: τον Αρμαγεδώνα που θα ακολουθήσει στην περιοχή αλλά και στη Μεσόγειο. Ας ελπίσουμε πως η Ουάσιγκτον έχει πραγματικά αντλήσει κάποια μαθήματα από την πρόσφατη εμπειρία της στην περιοχή και δεν θα παρασυρθεί από τους περιφερειακούς της συμμάχους και ειδικά από το Ισραήλ.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
