Διεθνή
Η μάχη των μαχών (α)
Αλέξης Ζακυνθινός

Eίναι προφανές πως οι Η.Π.Α. χάνουν
συνεχώς δυνάμεις, ενώ δεν επιθυμούν συνεργασία με τη Ρωσία, η οποία
συνεχώς βελτιώνεται, ανεβάζοντας όμως αργά τον πήχη της σύγκρουσης με
τις Η.Π.Α., χωρίς εξάρσεις.
«Η μεγαλύτερη νίκη είναι αυτή που δεν απαιτεί καμία μάχη» (Sun Tzu, Η τέχνη του πολέμου).
Καμία σύγκρουση δεν ξεκινάει με πόλεμο και δεν τελειώνει με πόλεμο – αφού ουσιαστικά ο πόλεμος είναι μόνο ένα ενδιάμεσο στάδιο, το οποίο απλά σηματοδοτεί μία αδυναμία συμβιβασμού. Ο βασικός σκοπός του πολέμου είναι
(α) είτε να δημιουργήσει νέες συνθήκες, οι οποίες να εξασφαλίζουν τη δυνατότητα συμβιβασμού,
(β) είτε να μην υπάρχει ανάγκη επίτευξης συμβιβασμού – κάτι που μπορεί να συμβεί, μόνο όταν η μία πλευρά ηττηθεί κατά κράτος, χάνοντας τον πόλεμο.
Περαιτέρω, ο πόλεμος τελειώνει όταν έλθει η ώρα του συμβιβασμού –
όταν δηλαδή η πραγματική έκβαση της αντιπαράθεσης καθορίζεται από τους
πολιτικούς και τους διπλωμάτες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Φυσικά
δε, οι πολιτικές αποφάσεις δεν είναι συχνά κατανοητές από τους λαούς ή από το στρατό, επειδή δεν έχουν τις απαιτούμενες πληροφορίες –
ενώ για να καταλάβει κανείς πότε και κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί
να τελειώσει η στρατιωτική σύγκρουση, θα πρέπει να γνωρίζει τι θέλουν
οι πολιτικοί, καθώς επίσης το πώς βλέπουν τις συνθήκες του μεταπολεμικού
συμβιβασμού.
Στα πλαίσια αυτά, στο θέμα της σύγκρουσης των Η.Π.Α. με τη Ρωσία, οφείλει κανείς να ερευνήσει για ποιο λόγο η στρατιωτική δράση μετατράπηκε σε έναν χαμηλής έντασης εμφύλιο πόλεμο, με σποραδικές εκεχειρίες, τόσο στην Ουκρανία, όσο και στη Συρία – επίσης, γιατί οι οικονομικές επιθέσεις της Δύσης περιορίσθηκαν, δεν διευρύνθηκαν καλύτερα, επιτρέποντας στη Ρωσία να αναπνεύσει.
Συνεχίζοντας, είναι προφανές πως οι απόψεις των ουκρανών πολιτικών
δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον, αφού δεν αποφασίζουν για τίποτα –
ενώ το γεγονός ότι οι ξένοι κυβερνούν την Ουκρανία, οι αμερικανοί κυρίως, δεν είναι πλέον μυστικό.
Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τα «αποσχιστικά κινήματα» στην ανατολική
πλευρά της – αφού υπάρχουν και δραστηριοποιούνται μόνο επειδή τα
υποστηρίζει η Ρωσία.
Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση υπό την ηγεσία της Γερμανίας, τυπικά
μαζί με τη Γαλλία, η θέση της παρουσίαζε κάποιο ενδιαφέρον μέχρι το
καλοκαίρι του 2014 – όπου ο πόλεμος θα μπορούσε να είχε προληφθεί ή να
είχε σταματήσει στο ξεκίνημα του. Εάν
τότε η ΕΕ είχε κρατήσει μία ηθική, αντιπολεμική στάση, εμποδίζοντας τις
Η.Π.Α. να ξεκινήσουν τον πόλεμο, θα είχε μετατραπεί σε έναν σημαντικό,
ανεξάρτητο γεωπολιτικό παίκτη – κάτι που όμως δεν συνέβη, οπότε χάθηκε η ευκαιρία, με την ΕΕ να συμπεριφέρεται ως πιστός υποτελής της υπερδύναμης.
Εύλογα λοιπόν υποθέτει κανείς πως η Ευρώπη θα μπορούσε να έχει την ίδια «οδυνηρή τύχη» με την Ουκρανία στο μέλλον,
σε μεγαλύτερο όμως βαθμό, καθώς επίσης με μικρότερες πιθανότητες να
αποκατασταθεί η τάξη – αφού βρίσκεται στα πρόθυρα του ξεσπάσματος
μεγάλων εσωτερικών αναταραχών, οι οποίες πολύ δύσκολα θα αποφευχθούν.
Στην πραγματικότητα, η Ευρώπη έχει δύο επιλογές: είτε να παραμείνει υποτελής, ένα άβουλο εργαλείο δηλαδή των Η.Π.Α., είτε να πλησιάσει περισσότερο τη Ρωσία, επιδιώκοντας ένα είδος συνεργασίας ή συμμαχίας μαζί της.
Ανάλογα με το τι θα αποφασίσει, θα εξαρτηθεί το μέλλον της – αν και,
κρίνοντας από την απροθυμία της ευρωπαϊκής πολιτικής ελίτ να συγκρουστεί
με τις Η.Π.Α., καθώς επίσης από την υποταγή των γερμανικών μυστικών
υπηρεσιών (BND) στις αμερικανικές, φτάνοντας σε σημείο να κατασκοπεύουν
ακόμη και τη Γαλλία κατ’ εντολή της υπερδύναμης, η διάλυση της Ευρωζώνης
και η κατάρρευση της ΕΕ φαίνονται σχεδόν αναπόφευκτα.
Σε τελική ανάλυση επομένως, αυτό που
πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι οι δύο βασικοί «μονομάχοι», από τους
οποίους εξαρτάται η τελική έκβαση του πολέμου και η μελλοντική τάξη
πραγμάτων στη γεωπολιτική σκακιέρα: οι Η.Π.Α. και η Ρωσία, οι οποίες έχουν ήδη ξεκινήσει τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, παρά το ότι δεν γίνεται ευρέως αντιληπτό.
.
Η θέση της υπερδύναμης φαίνεται σαφής και καθαρή, απόλυτα διαφανής.
Ειδικότερα οι Η.Π.Α., μετά το 1990, έχασαν την ευκαιρία να
μεταρρυθμίσουν το οικονομικό σύστημα του ψυχρού πολέμου σε ένα άλλο, η
ανάπτυξη του οποίου θα περιοριζόταν από την πεπερασμένη φύση του
πλανήτη μας, καθώς επίσης από τους πόρους του, φυσικούς και ανθρώπινους,
οι οποίοι είναι αντίθετοι με την εκτύπωση άπειρων ποσοτήτων δολαρίων – αποφεύγοντας τη σημερινή κρίση.
Αφού συνέβη αυτό, το μόνο που μπορούν πλέον να επιτύχουν οι Η.Π.Α. είναι η παράταση της επιθανάτιας αγωνίας του συστήματος, μέσω της λεηλασίας των υπολοίπων χωρών
– όπου προηγήθηκαν τα κράτη του τρίτου κόσμου, ακολούθησαν οι δυνητικοί
ανταγωνιστές τους, ενώ δημιουργήθηκαν ήδη οι προϋποθέσεις για την
εκμετάλλευση των συμμάχων και φίλων τους, μεταξύ άλλων με τη βοήθεια της
ελληνικής (εισβολή στην Ευρωζώνη) και ουκρανικής κρίσης.
Η λεηλασία αυτή μπορεί να συνεχιστεί μόνο για όσο διάστημα οι Η.Π.Α. παραμένουν ο αδιαφιλονίκητος ηγεμόνας του πλανήτη
– σε οικονομικό, χρηματοπιστωτικό, στρατιωτικό και ενεργειακό επίπεδο.
Στα πλαίσια αυτά, όταν η Ρωσία προβάλλει το δικαίωμα της στη λήψη
ανεξάρτητων πολιτικών αποφάσεων, σχεδιάζοντας και δρομολογώντας τη δημιουργία ενός παράλληλου οικονομικού κόσμου, αποδεσμευμένου από το δολάριο,
καθώς επίσης από το δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, η σύγκρουση είναι
αναπόφευκτη – ενώ πολύ δύσκολα μπορεί να καταλήξει σε μία συμβιβαστική
ειρήνη.
Η αιτία είναι το ότι, ένας συμβιβασμός των Η.Π.Α. με τη Ρωσία θα
σήμαινε την εκούσια παραίτηση τους από την ηγεμονία του πλανήτη – κάτι που θα οδηγούσε την υπερδύναμη σε μία μεγάλη πολιτική και οικονομική κρίση, στην παράλυση των Θεσμών και στην αδυναμία της κυβέρνησης να λειτουργήσει, οπότε στην ολοκληρωτική κατάρρευση της χώρας.
Αντίθετα, μία ήττα της Ρωσίας θα
οδηγούσε στη δική της καταστροφή και κατάρρευση, ενισχύοντας παράλληλα
την ηγεμονική θέση των Η.Π.Α. στον πλανήτη – αφού η Κίνα
θα αναγκαζόταν να συμβιβαστεί, αδυνατώντας να αντιμετωπίσει μόνη της
την υπερδύναμη. Οι άρχουσες τάξεις της Ρωσίας θα τιμωρούταν με την
κατάσχεση όλων των περιουσιακών τους στοιχείων, καθώς επίσης με τα
φυλάκιση τους, ο στρατός της χώρας θα διαλυόταν και τα εδάφη της θα
κατακερματιζόταν – όπως στο παράδειγμα της πρώην Γιουγκοσλαβίας.
Επομένως, ο πόλεμος φαίνεται πως θα διαρκέσει μέχρι να κερδίσει η μία ή η άλλη πλευρά, ενώ η κάθε ενδιάμεση συμφωνία, όπως η σημερινή, οφείλει να θεωρείται μόνο ως μία χρονικά περιορισμένη ανακωχή
– έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η ανασύνταξη των δυνάμεων των δύο
μονομάχων, για να μπορέσουν να κινητοποιηθούν νέοι πόροι και να
αναζητηθούν επί πλέον σύμμαχοι.
του στην εξουσία ο ρώσος πρόεδρος, παρά τα μεγάλα προβλήματα που
αντιμετώπισε στο εξωτερικό και στο εσωτερικό της χώρας του, προσπάθησε
να μεγιστοποιήσει το ρόλο της κυβέρνησης, του κοινοβουλίου και των
τοπικών Αρχών – έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα σύστημα πλήρες, σταθερό και λειτουργικό, το οποίο να έχει εξασφαλίσει τη συνέχεια του, ανεξάρτητα από τον εκάστοτε ηγέτη που θα τοποθετείται στην κορυφή του.
στιγμής να φέρει εις πέρας το βασικό έργο του – να μπορεί να λειτουργεί
δηλαδή το σύστημα χωρίς την εποπτεία του προέδρου του και ειδικά του
ίδιου. Το βασικό στοιχείο του συστήματος παραμένει η εμπιστοσύνη των Ρώσων στο πρόσωπο του – πολύ λιγότερο στη δομή της χώρας, έτσι όπως αυτή αντιπροσωπεύεται από τις δημόσιες Αρχές και τους μεμονωμένους οργανισμούς.
– καθώς επίσης πως κατάφερε να κατανοήσει τόσο τη φύση του «αγώνα», όσο
και τον αντίπαλο του, αφού διαφορετικά δεν θα είχε μείνει τόσα χρόνια
στην εξουσία.
στα κινήματα της Γεωργίας (Νοέμβριος 2003 – Ιανουάριος 2004) και της
Ουκρανίας (Νοέμβριος 2004 – Ιανουάριος 2005), αλλά δεν παρενέβη ενεργά –
ενώ το 2008 χρησιμοποίησε τα στρατεύματα της στο πλευρό των Η.Π.Α., αντιδρώντας για πρώτη φορά ενεργά στο θέμα της Γεωργίας.
στόλος εξέφρασε την πρόθεση του να αντιμετωπίσει τις Η.Π.Α. και τους
συμμάχους τους στο ΝΑΤΟ, στο θέμα της Συρίας – ενώ μετά το ένοπλο κίνημα στο Κίεβο (Φεβρουάριος του 2014), η Ρωσία τέθηκε σε ανοιχτή αντιπαράθεση με την υπερδύναμη, όπου επιδεινώθηκαν ταχύτατα οι σχέσεις των δύο χωρών, φτάνοντας σχεδόν αμέσως στο προηγούμενο στάδιο της πυρηνικής εποχής.
ο Putin δεν περιορίζει σήμερα το επίπεδο της αντιπαράθεσης με τις
Η.Π.Α., συμπεραίνεται πως πιστεύει ότι, η Ρωσία μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο των κυρώσεων, της πληροφορίας και των νεύρων, τον εμφύλιο πόλεμο της Ουκρανίας, καθώς επίσης γενικότερα τον οικονομικό πόλεμο της Δύσης.
πήρε την απόφαση να μην υποχωρήσει στις πιέσεις των Η.Π.Α. αλλά,
αντίθετα, να απαντήσει σε αυτές, θα είχε κάποιες συγκεκριμένες εγγυήσεις
της νίκης του – οι οποίες θα φανούν αργότερα, όπου προφανώς θα κριθεί εκ του αποτελέσματος.
υπάρξει μία κατά μέτωπο αντιπαράθεση, η περίοδος της παγκόσμιας
ηγεμονίας των Η.Π.Α. θα τελειώσει σύντομα, ενώ θα μεσολαβήσουν μεγάλες
αλλαγές (κοινωνικές αναταραχές) στο εσωτερικό τους – οπότε
προσπαθεί να το αποφύγει, επιδεικνύοντας μία αξιοθαύμαστη υπομονή. Κατά
τον ίδιο, το στρατιωτικό και βιομηχανικό, καθώς επίσης το
χρηματοπιστωτικό σύστημα της Δύσης, είναι καταδικασμένο να
αυτοκαταστραφεί – ενώ είναι απλά θέμα χρόνου (θεωρία του ώριμου
φρούτου).
– ειδικά επειδή η συγκεκριμένη κατάσταση είναι επωφελής για τη χώρα του
λόγω του ότι, χωρίς μεγάλες δαπάνες, επιτυγχάνει το ίδιο αποτέλεσμα από
γεωπολιτικής πλευράς.
ειδικούς η στάση του κατά το γνωστό απόφθεγμα του στρατηγού Sun Tzu –
σύμφωνα με το οποίο «η μεγαλύτερη νίκη είναι αυτή που δεν απαιτεί καμία μάχη».
κυβερνάται από ηλιθίους – οπότε αντιλαμβάνεται πολύ καλά τη δύσκολη
κατάσταση, στην οποία βρίσκεται. Κατανοεί επίσης πως η Ρωσία δεν
σχεδιάζει να της δημιουργήσει προβλήματα, ενώ είναι πράγματι διατεθειμένη να συνεργασθεί μαζί της, αρκεί αυτή η συνεργασία να είναι σε ισότιμο επίπεδο
– όχι όπως η αντίστοιχη με την Ευρώπη, η οποία έχει αποδεχθεί την
υποτέλεια της, ακόμη και σε επιχειρηματικό πλαίσιο (συμφωνίες TTIP, TISA).
τουλάχιστον τα τελευταία 25 χρόνια μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής
Ένωσης. Αδυνατούν δε να κατανοήσουν πώς είναι δυνατόν να αμφισβητήσει
κανείς τα βασιλικά τους προνόμια – ενώ, σε αντίθεση με τη Ρωσία, θεωρούν
τον πόλεμο ως ζωτικής σημασίας για τις ίδιες, ειδικά επειδή ο πόλεμος
είναι αρχικά ένας αγώνας για την κατάκτηση πόρων.
κερδίζει τους περισσότερους πόρους, εξασφαλίζοντας έτσι τη δυνατότητα να
κινητοποιήσει τελικά περισσότερα στρατεύματα, πλοία και αεροπλάνα –
ενώ, ακόμη και αν βρίσκεται σε μειονεκτική θέση, μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα με μία τακτική νίκη στο πεδίο του πολέμου.
μπορούν να αντιπαρατεθούν κατά πρόσωπο, οι μάχες για την έμμεση
κατάκτηση πόρων και συμμάχων είναι υψίστης σημασίας – όπου όμως η Ρωσία ευρίσκεται σε καλύτερη θέση, αφού
οι χώρες που ευθυγραμμίζονται μαζί της ελέγχουν περίπου το 60% του
παγκόσμιου ΑΕΠ, τα δύο τρίτα του πληθυσμού του πλανήτη, καθώς επίσης τα
τρία τέταρτα της επιφανείας του.
υποχρεωμένες να δράσουν άμεσα, αφού αρνούνται να αποδεχθούν τη
συνεργασία της Ρωσίας (οπότε και των συμμάχων της) σε ισότιμο επίπεδο – έχοντας δύο βασικές επιλογές τακτικής, τις οποίες θα αναλύσω σε επόμενο άρθρο.
Αλέξης Ζακυνθινός, Senior Analyst (Geopolitics)
http://www.analyst.gr/2015/05/03/i-maxi-ton-maxon/1/
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
