Διεθνή
Τσίπρας: Οι Γερμανοί δεν πληρώνουν τους Έλληνες
Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύτηκε πριν λίγο στο Tagesspiegel αναφέρει τα παρακάτω.
Στην εξέλιξη μιας διαπραγμάτευσης είναι θεμιτή η επίμονη αντιπαράθεση
επιχειρημάτων, αρκεί να υπάρχει ειλικρίνεια και καλή πίστη μεταξύ των
μερών.
Διαφορετικά, όταν ο διάλογος δεν αποσκοπεί στην αλήθεια, πρέπει να
καταφύγει κανείς στις μεθόδους που περιγράφει ο σπουδαίος Γερμανός
φιλόσοφος Σοπενάουερ στο «Η Τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο»!
Γιατί είναι αθέμιτο να χρησιμοποιούνται επιλεκτικά στατιστικοί δείκτες, περιβεβλημένοι μάλιστα με το κύρος διακεκριμένων οικονομολόγων όπως ο Olivier Blanchard, για να παραχθούν αστήρικτες γενικεύσεις που συσκοτίζουν την πραγματικότητα.
Με δυό λόγια η σημερινή μου παρέμβαση στη φιλόξενη εφημερίδα σας αποσκοπεί στο να αποκαταστήσει έναν διαδεδομένο μύθο προς τον μέσο Γερμανό φορολογούμενο.
Όσοι του λένε ότι πληρώνει μισθούς και συντάξεις Ελλήνων δεν του λένε την αλήθεια.
Δεν παρεμβαίνω για να αρνηθώ ότι το ασφαλιστικό μας σύστημα έχει πρόβλημα. Αλλά για να επισημάνω που ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα και πως μπορεί να επιλυθεί. Γιατί τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει κύματα περικοπών, χωρίς όμως να αποδώσουν κάτι, παρά μόνο μεγαλύτερη ύφεση που έκανε το πρόβλημα ακόμα μεγαλύτερο.
Πιο συγκεκριμένα, ίσως να ακούγεται εντυπωσιακά μεγάλο ως μέγεθος ότι ποσοστό 75% των πρωτογενών δαπανών πηγαίνει στην πληρωμή μισθών και συντάξεων. Στην πραγματικότητα, όμως, μόλις το 30% αφορά τις συντάξεις και εν πάση περιπτώσει οι μισθοί είναι διαφορετικό πράγμα από τις συντάξεις και η άθροισή τους είναι σοβαρό μεθοδολογικό σφάλμα.
Ειδικά η σύγκριση με την Γερμανία είναι μάλλον παραπειστική καθώς σύμφωνα με τα διαχρονικά στοιχεία των Αgeing Reports (2009, 2015) η συνταξιοδοτική δαπάνη στην Ελλάδα από 11,7% του ΑΕΠ το 2007 (ελάχιστα υψηλότερη από το 10,4% της Γερμανίας) έφτασε στο 16,2% το 2013 (ενώ στη Γερμανία παρέμεινε περίπου σταθερό). Που οφείλεται αυτή η αύξηση; Μήπως στην αύξηση των συνταξιούχων ή στην αύξηση των συντάξεων; Τίποτα από τα δύο, αφού ο αριθμός των συνταξιούχων δεν έχει μεταβληθεί ιδιαίτερα ενώ το ύψος των συντάξεων έχει συρρικνωθεί δραματικά από τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν.
Αρκεί η απλή αριθμητική για να συμπεράνει κανείς ότι η αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης σαν ποσοστό του ΑΕΠ οφείλεται αποκλειστικά στη μείωση του ΑΕΠ (του παρονομαστή) και όχι στην αύξηση της δαπάνης (του αριθμητή). Με άλλα λόγια, το ΑΕΠ μειώθηκε πιο γρήγορα από τις συντάξεις.
Σε ότι αφορά τις ηλικίες συνταξιοδότησης, μήπως στην Ελλάδα οι εργαζόμενοι συνταξιοδοτούνται πολύ νωρίτερα; Η αλήθεια είναι το όριο συνταξιοδότησης στην Ελλάδα είναι στα 67 έτη για άντρες και γυναίκες, δηλαδή δύο χρόνια πάνω από τη Γερμανία.
Η μέση ηλικία αποχώρησης από την αγορά εργασίας των αντρών στην Ελλάδα είναι στα 64,4 χρόνια, δηλαδή 8 μήνες νωρίτερα από τα 65,1 χρόνια της Γερμανίας ενώ οι ελληνίδες γυναίκες αποχωρούν από την εργασία τους στα 64,5 χρόνια, 3,5 περίπου μήνες αργότερα από τις γερμανίδες που αποχωρούν στα 64,2 χρόνια.
Τα παραπάνω δεν τα αναφέρω για να αποφύγω το πρόβλημα ούτε για να αρνηθώ τις στρεβλώσεις και παθογένειες του ασφαλιστικού μας συστήματος αλλά για να αποδείξω ότι το πρόβλημα δεν είναι η υποτιθέμενη γενναιοδωρία του.
Η πιο σημαντική διαταραχή στο σύστημα οφείλεται στα μειωμένα έσοδα που κατέγραψε τα τελευταία χρόνια. Αυτά προέκυψαν τόσο από τις απώλειες περιουσιακών στοιχείων που προκάλεσε το PSI ( κούρεμα των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου που κατείχαν τα Ασφαλιστικά Ταμεία με συνολικό κόστος περίπου 25 δις) όσο όμως -και κυρίως- από την μεγάλη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών που προκάλεσε η εκτίναξη της ανεργίας και η μείωση των μισθών.
Ειδικότερα δε, κατά τη περίοδο 2010- 2014 με σειρά μέτρων αφαιρέθηκαν από το ασφαλιστικό μας σύστημα περί τα 13 δις ευρώ, με αντίστοιχη μείωση συντάξεων και παροχών σε ποσοστό περίπου 50%, γεγονός που έχει εξαντλήσει τα περιθώρια περεταίρω μειώσεων χωρίς να θιγεί ο πυρήνας λειτουργίας του συστήματος.
Εξάλλου πρέπει να καταλάβουμε ότι το σύστημα πιέζεται κυρίως από την πλευρά των εσόδων κι όχι τόσο των δαπανών, όπως συχνά υπονοείται.
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να επισημάνω και ένα επιπλέον στοιχείο που αποτελεί ιδιαιτερότητα της Ελλάδας της κρίσης. Το ασφαλιστικό σύστημα αποτελεί τον θεσμοθετημένο μηχανισμό αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών και η βιωσιμότητα του είναι κεντρικό ζήτημα για το σύνολο της κοινωνίας. Παραδοσιακά, αυτή η αλληλεγγύη σημαίνει ότι οι νέοι χρηματοδοτούν με τις εισφορές τους τις συντάξεις των γονιών τους. Όμως, στην Ελλάδα της κρίσης, συχνά βλέπουμε αυτή την αλληλεγγύη αντεστραμμένη αφού οι συντάξεις των γονιών χρηματοδοτούν την επιβίωση των παιδιών τους. Οι συντάξεις της τρίτης ηλικίας είναι το τελευταίο καταφύγιο για ολόκληρες οικογένειες που έχουν ένα ή κανένα πλέον μέλος να εργάζεται σε μια χώρα με ανεργία 25% στο γενικό πληθυσμό και 50% στους νέους.
Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση δεν μπορούμε να υιοθετούμε μια λογική τυφλών και οριζόντιων περικοπών, όπως μας ζητάνε κάποιοι, που θα προκαλέσουν δραματικές κοινωνικές συνέπειες. Από την άλλη δεν στεκόμαστε καθόλου αδιάφορα μπροστά στην αδύναμη προοπτική του ασφαλιστικού μας συστήματος και είμαστε αποφασισμένοι να εξασφαλίσουμε τη βιωσιμότητα του.
Η Ελληνική κυβέρνηση κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις για εξορθολογισμό του συστήματος. Συμφωνήσαμε στην άμεση κατάργηση του καθεστώς των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων που αυξάνουν τη μέση ηλικία συνταξιοδότησης και δεσμευτήκαμε να προχωρήσουμε άμεσα στην ενοποίηση των ταμείων, μειώνοντας τα λειτουργικά τους έσοδα και περιορίζοντας τα ειδικά καθεστώτα.
Όπως αναλύσαμε διεξοδικά στις συζητήσεις με τους θεσμούς, αυτές οι μεταρρυθμίσεις λειτουργούν αποφασιστικά υπέρ της βιωσιμότητας του συστήματος. Κι όπως όλες οι μεταρρυθμίσεις, τα αποτελέσματά τους δεν φαίνονται από τη μια μέρα στην άλλη. Όμως η βιωσιμότητα απαιτεί μακροπρόθεσμη οπτική και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με στενά βραχυπρόθεσμα δημοσιονομικά κριτήρια (πχ μείωση δαπάνης κατά 1% του ΑΕΠ το 2016).
Ο Ντισραέλι έλεγε ότι υπάρχουν τριών ειδών ψεύδη: τα συνήθη, τα καταστρεπτικά και η στατιστική. Ας μην επιτρέψουμε μια ιδεοληπτική χρήση των δεικτών να καταστρέψει την ώριμη συμφωνία που προετοιμάσαμε όλο το προηγούμενο διάστημα των εντατικών διαβουλεύσεων. Είναι καθήκον όλων μας.
Gastbeitrag von Alexis Tsipras: Deutsche zahlen nicht für Griechen
17.06.2015 20:25 UhrVon Alexis Tsipras
Diskussionen und das Beharren auf den eigenen Argumenten sind Teil jedes Verhandlungsprozesses
und als solche zu begrüßen, sofern sie auf Ehrlichkeit der
Gesprächspartner beruhen. Dialoge hingegen, die nicht auf
Wahrheitsfindung abzielen, führen uns notgedrungen zur Methodik, die
Arthur Schopenhauer in „Die Kunst, Recht zu behalten“ erörtert. So
scheint die Verzerrung der Realität durch die selektive Verwendung
statistischer Parameter nichts anderes als ein Rückgriff auf unlautere
Methoden zu sein, so man sich nicht einmal scheut, renommierte
Wirtschaftswissenschaftler wie den IWF-Chefökonomen Olivier Blanchard
infrage zu stellen.
Meine
Wortmeldung im Tagesspiegel dient der Richtigstellung eines
verbreiteten Mythos. Wer behauptet, deutsche Steuerzahler kämen für die
Löhne, Renten und Pensionen der Griechen
auf, lügt. Ich melde mich nicht zu Wort, um Probleme zu leugnen,
sondern um aufzuzeigen, wo sie sich befinden und wie sie gelöst werden
können. Und um aufzuzeigen, warum die Kürzungsoffensive der letzten
Jahre zu nichts geführt hat, außer in eine problemverschärfende
Rezession.
Es mag unerhört erscheinen, dass 75 Prozent
der Primärausgaben des griechischen Haushaltes für die Zahlung von
Löhnen, Renten und Pensionen verwendet werden. Tatsache ist jedoch, dass
davon gerade 30 Prozent für Renten und Pensionen anfallen.
Lohnzahlungen stellen eine getrennte Kategorie dar, deren einfache
Summierung einen bedeutenden methodologischen Fehler darstellt.
Der Vergleich mit Deutschland ist irreführend
Dabei
ist vor allem der Vergleich zur Bundesrepublik irreführend: Die Daten
der „Ageing Reports“ 2009 und 2015 belegen, dass die Staatsausgaben für
Renten und Pensionen in Griechenland von 11,7 Prozent des BIP im Jahr
2007 im Jahr 2013 auf 16,2 Prozent des BIP gestiegen sind. In der
Bundesrepublik beliefen sich die Rentenausgaben auf 10,4 Prozent des BIP
im Jahr 2007 und sind seitdem konstant auf demselben Niveau geblieben.
Woher kommt dieser Anstieg der griechischen Rentenausgaben? Die Zahl der
Rentner ist nicht wesentlich angestiegen, die Höhe der Renten infolge
der in den vergangenen Jahren verfolgten Politik sogar dramatisch
beschnitten worden.
Renteneintrittsalter in Griechenland liegt bei 67 Jahren
Man
muss nur die Grundrechenarten beherrschen, um zu erkennen, dass der
Anstieg der im Verhältnis zum BIP eines Landes ausgedrückten
Staatsausgaben für Renten und Pensionen ausschließlich aus dem
Zusammenschrumpfen der Wirtschaftsleistung Griechenlands rührt und nicht
aus der Erhöhung der vom griechischen Staat für die Zahlung von Renten
und Pensionen aufgewandten Summen. Anders formuliert ergibt sich dieser
Wert aus der Tatsache, dass das BIP Griechenlands viel schneller
gesunken ist als die Renten.
Anders als behauptet wird,
liegt das Renteneintrittsalter in Griechenland von Männern und Frauen
bei 67 Jahren, in Deutschland bei 65 Jahren. Das durchschnittliche
Alter, in dem Männer sich aus dem Arbeitsmarkt zurückziehen, liegt bei
64,4, für Frauen bei 64,5 Jahren. Die Werte liegen für deutsche
Arbeitnehmer und Arbeitnehmerinnen bei 65,1 und 64,2 Jahren.
Es
geht mir nicht darum, die Fehler und Verkrustungen unseres
Rentensystems zu leugnen, sondern zu zeigen, dass die Probleme dieses
Systems nicht aus dessen vermeintlicher Großzügigkeit rühren. Tatsache
ist, dass die schwerwiegendsten Probleme der griechischen Rentenkassen
aus dem dramatischen Einnahmerückgang der letzten Jahre resultieren.
Diese
sind das Ergebnis des Haircuts, bei dem die Einlagen der Rentenkassen
um 25 Milliarden Euro beschnitten wurden, ebenso wie dem Rückgang der
Sozialversicherungseinnahmen infolge des scharfen Anstiegs der
Arbeitslosenzahlen und der Lohnkürzungen. Die Maßnahmen haben für die
Rentenkassen zwischen 2010 und 2014 Ausfälle in Höhe von 13 Milliarden
Euro bedeutet. Im gleichen Zeitraum sind die Renten und Sozialausgaben
um bis zu 50 Prozent gekürzt worden, was weitere Eingriffe in diesen
sensiblen Bereich unmöglich macht.
Das Problem liegt nicht auf der Ausgaben-, sondern auf der Einnahmeseite
Das
Problem liegt somit nicht auf der Ausgaben-, sondern auf der
Einnahmenseite. Darüber hinaus muss auf eine Besonderheit der
griechischen Krisensituation hingewiesen werden: Sofern das Rentensystem
eine institutionalisierte Form der Solidarität der Generationen ist,
stellt das Überleben der Rentenkassen ein zentrales, das
gesellschaftliche Ganze betreffende Problem dar. Bisher bedeutete das,
dass durch die Sozialabgaben junger Menschen die Renten ihrer
Elterngeneration bezahlt wurden. In den Jahren der Krise hat sich dieses
Verhältnis jedoch umgekehrt, denn im heutigen Griechenland kommen
Rentner für den Lebensunterhalt ihrer Kinder auf.
Für
unzählige Familien, in denen es kein oder nur noch ein arbeitendes
Familienmitglied gibt, stellt die Rente der älteren Familienmitglieder
eine wichtige, oftmals die einzige Einkommensquelle dar. In einem Land,
dessen Bevölkerung zu 25 Prozent arbeitslos ist, in einem Land, in dem
die Hälfte aller jungen Menschen ohne Arbeit ist, kann das blinde
Beharren auf Kürzungen nichts anderes bringen als die weitere
Verschärfung der ohnehin dramatischen sozialen Lage.
Meine
Regierung ist entschlossen, das Überleben des Rentensystems zu sichern.
Dazu haben wir konkrete Vorschläge vorgelegt. Unter anderem die
Abschaffung von Regelungen zur Frühverrentung, die den Anstieg des
durchschnittlichen Rentenalters zur Folge haben, ebenso wie die
Zusammenführung der Rentenkassen, welche zur Senkung der
Verwaltungskosten beiträgt und die Abschaffung von Sonderregelungen zur
Folge hat. Wie in den Gesprächen mit den Institutionen
genauestens dargelegt, garantieren diese Maßnahmen die nachhaltige
Überlebensfähigkeit des Rentensystems. Keine Reform jedoch führt über
Nacht zu Ergebnissen. Die Sicherstellung der Nachhaltigkeit und des
Überlebens des Rentensystems muss eine langfristige Perspektive haben
und kann unmöglich engen haushaltspolitischen Kriterien, etwa einer
Kürzung der Ausgaben um 1 Prozent des BIP für 2016, unterliegen.
Wie
Benjamin Disraeli sagte, gibt es drei Arten von Lügen: gewöhnliche,
katastrophale und statistische. Wir dürfen nicht zulassen, dass die
obsessive Verwendung statistischer Parameter einen in den letzten
Monaten herangereiften Kompromiss vernichtet. Es ist unsere Pflicht.
Unser aller Pflicht.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας


