Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γιατί ο Τσίπρας επέλεξε την οδό του δημοψηφίσματος

Δημοσιεύτηκε στις

Pierre Kroll στη LE SOIR, τη μεγαλύτερη γαλλόφωνη εφημερίδα του Βελγίου.

Τσίπρας: «Κοιτάξτε πόσο συμπαθητικοί είναι στις Βρυξέλλες: €κτύπωσαν τα ψηφοδέλτια για μας»
Βαρουφάκης: “Ναι, οικονομία”
Στα ψηφοδέλτια: ένα τεράστιο ΝΑΙ (OUI) και από κάτω ένα μικροσκοπικό όχι  (non)

Του Σταύρου Λυγερού
Με την προκήρυξη δημοψηφίσματος για την επόμενη Κυριακή απάντησε ο
πρωθυπουργός στο τελεσίγραφο των δανειστών, γεγονός που αλλάζει ριζικά
το πλαίσιο της πεντάμηνης φθοροποιού διελκυστίνδας μεταξύ της Ελλάδας
και του ευρωιερατείου.
Το ερώτημα θα είναι ναι ή όχι στο τελεσίγραφο, με
τον Τσίπρα και όλους τους υπουργούς να παίρνουν ξεκάθαρη θέση υπέρ του
“όχι”.
Αν και ο πρωθυπουργός υπογράμμισε πως το αντικείμενο του
δημοψηφίσματος δεν έχει να κάνει με την παραμονή της Ελλάδας στην
Ευρωζώνη, ήταν εξαρχής σαφές πως τόσο η εγχώρια αντιπολίτευση όσο και το
ευρωιερατείο θα επιχειρήσουν να μεταθέσουν το δίλημμα από το “ναι” ή
“όχι” στο τελεσίγραφο των δανειστών στο δίλημμα “ευρώ ή δραχμή”. 
Έτσι
και έγινε.

Η ΝΔ, το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ χρησιμοποίησαν εξαιρετικά σκληρές εκφράσεις για να καταδικάσουν την πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Ουσιαστικά την κατηγορούν πως εξωθούν την Ελλάδα εκτός Ευρωζώνης. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, στην τηλεφωνική επικοινωνία που ο πρωθυπουργός είχε με τη Μέρκελ προκειμένου να την ενημερώσει για την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, η καγκελάριος έδωσε μία τέτοια διάσταση. Όχι όμως και ο Ολάντ.

Η αντιπολίτευση κατηγορεί επίσης τον Τσίπρα πως με την προκήρυξη δημοψηφίσματος μεταθέτει την ευθύνη της απόφασης στους πολίτες. Η κυβέρνηση αντιπαραθέτει τη δημοκρατική αρχή κι αυτό είναι ένα ισχυρό επιχείρημα όχι μόνο έναντι των Ελλήνων, αλλά και έναντι της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης.

Όλο το προηγούμενο διάστημα, όταν οι διαπραγματεύσεις έδειχναν να περιέρχονται σε αδιέξοδο, αρκετοί υπουργοί και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ έκαναν δηλώσεις για προσφυγή στον λαό. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, όμως, έσπευδε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το μήνυμα προς το ευρωιερατείο να θολώνει και να μην λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.

Δεν ελήφθη σοβαρά ούτε κι όταν το είπε ο ίδιος ο πρωθυπουργός στη συνέντευξή του στο κανάλι Star. Προβάλλοντας τον ευσεβή πόθο τους, ορισμένοι είχαν τότε ερμηνεύσει τη δήλωσή του για προκήρυξη δημοψηφίσματος σαν έναν τρόπο για να νομιμοποιήσει πολιτικά την αποδοχή μίας επώδυνης συμφωνίας και την παραβίαση της λαϊκής εντολής του Ιανουαρίου. Είχαν δει, μάλιστα, στο δημοψήφισμα έναν τρόπο για να εξουδετερωθούν οι αναπόφευκτες μαζικές και πιθανότατα ανεξέλεγκτες εσωκομματικές αντιδράσεις.

Αν και ο Τσίπρας ήταν πεπεισμένος πως η μελλοντική κυβέρνησή του θα κατέληγε σ’ έναν έντιμο συμβιβασμό με τους δανειστές, στην Κουμουνδούρου είχαν καταλήξει από τις αρχές του 2014 πως ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσουν μία ενδεχόμενη προσπάθεια στραγγαλισμού της μελλοντικής κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η προκήρυξη δημοψηφίσματος.

Το σχετικό ερώτημα είχε τεθεί επανειλημμένως και πιεστικά προς τον Τσίπρα και τα στελέχη του κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Τότε, η Κουμουνδούρου διαβεβαίωνε πως θα απαλλάξει τον ελληνικό λαό από τις μνημονιακές πολιτικές σε συνθήκες οικονομικής ομαλότητας και εντός Ευρωζώνης. Αυτή ήταν η πρόθεσή της, αλλά δεν μπορούσε να εγγυηθεί πως θα εξελίσσονταν έτσι τα πράγματα. Κι αυτό, επειδή δεν είχε εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη του “ξενοδόχου”.

Η απάντηση που προεκλογικά έδινε ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν πως δεν υπάρχει περίπτωση ρήξης, επειδή η Ελλάδα είναι συστημικός κίνδυνος για την Ευρωζώνη. Στην πραγματικότητα, δεν ήθελε να εμπλακεί προεκλογικά σε μία συζήτηση που εκ των πραγμάτων τον έφερνε σε μειονεκτική θέση. Δικαιολογημένα φοβόταν πως εάν μιλούσε τη γλώσσα της αλήθειας θα διευκόλυνε τους αντιπάλους του, οι οποίοι κινδυνολογούσαν, προκαλώντας αιμορραγία στο τραπεζικό σύστημα.

Δεν χρειάσθηκε να περάσει πολύς χρόνος μετά τις εκλογές για να φανεί πως οι διαβεβαιώσεις της Κουμουνδούρου δεν είχαν πολιτικό αντίκρισμα. Τώρα, μάλιστα, που ο κόμπος έφθασε στο χτένι, ο Τσίπρας κινδύνευε να βρεθεί υπόλογος και εάν δεχόταν το τελεσίγραφο των δανειστών, αλλά και εάν προχωρούσε μόνος του σε ρήξη. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση είχε σοβαρό πρόβλημα πολιτικής νομιμοποίησης, το οποίο θα εκμεταλλεύονταν στο έπακρο οι αντίπαλοί της.

Η προκήρυξη εκλογών, την οποία υποστήριξαν ορισμένα κυβερνητικά στελέχη, μπορούσε να καλύψει αυτό το κενό πολιτικής νομιμοποίησης. Δεν είναι, όμως, σε θέση να αλλάξει ριζικά τους όρους της αντιπαράθεσης με τους δανειστές. Στην καλύτερη περίπτωση οι νέες εκλογές θα αύξαναν λίγο το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, εξασφαλίζοντάς του αυτοδυναμία. Αυτό θα είχε σημασία εάν αντιμετώπιζε πρόβλημα με τους ΑΝΕΛ. Το κόμμα του Καμμένου, όμως, δεν έχει δημιουργήσει προβλήματα στον Τσίπρα.

Το δημοψήφισμα μπορεί όχι μόνο να καλύψει το κενό πολιτικής νομιμοποίησης, αλλά και να επηρεάσει αποφασιστικά τους όρους της αντιπαράθεσης με τους δανειστές. Το πρώτο πολιτικό πλεονέκτημά του για την κυβέρνηση είναι ότι, σε αντίθεση με τις εκλογές, στο δημοψήφισμα μπορεί να αθροισθούν πολιτικά οι αντιμνημονιακές ψήφοι. Το ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν οι ψηφοφόροι είναι εάν αποδέχονται ή όχι το τελεσίγραφο των δανειστών, δηλαδή την επιστροφή ή όχι στο μνημονιακό μονοπάτι.

Αυτό το τελεσίγραφο δεν θα το απορρίψουν κατά κανόνα μόνο οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ. Θα το απορρίψουν κατά κανόνα και οι ψηφοφόροι του ΚΚΕ, μικρότερων αντιμνημονιακών κομμάτων, αλλά και της Χρυσής Αυγής. Με άλλα λόγια, η απόρριψη του τελεσιγράφου έχει τις προϋποθέσεις να συγκεντρώσει μία άνετη απόλυτη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος και ως εκ τούτου να έχει ιδιαίτερη πολιτική ισχύ.

Το δεύτερο πολιτικό πλεονέκτημα που έχει το δημοψήφισμα είναι ότι η απόρριψη της επιστροφής στο μνημονιακό μονοπάτι θα ακυρώσει τον ισχυρισμό του ευρωιερατείου πως ο ελληνικός λαός έπεσε θύμα των λαϊκιστικών και ανεδαφικών προεκλογικών υποσχέσεων του ΣΥΡΙΖΑ. Θα ακυρωθεί, δηλαδή, η πολιτική βάση της στρατηγικής εκβιασμού του Τσίπρα.

Εάν επικρατήσει το “όχι”, το ευρωιερατείο θα υποχρεωθεί να επανακαθορίσει τη στάση του. Αυτή τη φορά βάση θα είναι το κριτήριο τι θέλει να κάνει με την Ελλάδα ως χώρα κι όχι η προσδοκία πως μπορεί να αποσταθεροποιήσει την ανεπιθύμητη κυβέρνησή της.

Στην Αθήνα ελπίζουν πως ένα ηχηρό “όχι” μπορεί να οδηγήσει σε επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, εάν όχι στην αποδοχή της τελευταίας ελληνικής πρότασης. Δεν αποκλείεται, όμως, και να οδηγήσουν σε κλιμάκωση της ρήξης με απροσδιόριστες συνέπειες. Οι προθέσεις των δανειστών θα αρχίσουν να φαίνονται στη σαββατιάτικη συνεδρίαση του Eurogroup.

Με τον χρόνο να μετράει αντίστροφα, με τους δανειστές ουσιαστικά να αρνούνται τη διαπραγμάτευση και με την κυβέρνηση να απορρίπτει την πρόταση-τελεσίγραφο, ο πρωθυπουργός δεν είχε πια πολλές επιλογές. Στην πραγματικότητα, είχε εγκλωβιστεί. Μ’ αυτή την έννοια, η προκήρυξη του δημοψηφίσματος είναι μία φυγή προς τα εμπρός. Η κίνηση αυτή, άλλωστε, όπως προαναφέραμε, ήταν εδώ και πολύ καιρό στην πολιτική φαρέτρα της κυβέρνησης.

Ο πρωθυπουργός δεν επιθυμούσε τα πράγματα να φθάσουν σ’ αυτό το σημείο, αλλά οι δανειστές δεν του άφησαν άλλη διέξοδο. Οι εναλλακτικές που είχε ήταν ή να αποδεχθεί την απαράδεκτη πρόταση των δανειστών ή να αφεθεί σε μία πολιτικά μη διαχειρίσιμη κατάσταση που θα προέκυπτε από τη μη πληρωμή της δόσης στο ΔΝΤ και τη συνεπακόλουθη πρόκληση οικονομικού πανικού.

Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, η αντίστροφη μέτρηση άρχισε όταν στη συνάντησή του με τη Μέρκελ και τον Ολάντ το πρωί της Παρασκευής διαπίστωσε πως απέναντί του είχε τοίχο. Για μία ακόμα φορά οι δύο ηγέτες, παρά τις μεταξύ τους διαφωνίες, παρέπεμψαν τον Έλληνα πρωθυπουργό στην Τρόικα και στο Eurogroup, όπου κατά γενική ομολογία κυριαρχεί το πνεύμα του Σόιμπλε. Το γενικότερο κλίμα, άλλωστε, ήταν αποπνικτικό. Οι πιέσεις ήταν κάτι περισσότερο από ασφυκτικές και οι απειλές ευθείες.

Το μεσημέρι της Παρασκευής συνεργάτης του πρωθυπουργού μας είπε ότι στο σημείο που είχαν φθάσει τα πράγματα ο Τσίπρας δεν είχε πολλές επιλογές. «Θα καταβληθεί μία ύστατη προσπάθεια συμβιβασμού, αλλά εάν οι δανειστές επιμείνουν στις παράλογες απαιτήσεις τους, η προσφυγή στον λαό θα καταστεί αναπόφευκτη».

Η ύστατη προσπάθεια ήταν οι πρόσθετες υποχωρήσεις της ελληνικής πλευράς και η ευελιξία που αυτή επέδειξε προκειμένου να γεφυρωθεί το χάσμα ενόψει του σαββατιάτικου Eurogroup. Η αμετακίνητη στάση των δανειστών δεν άφησε άλλη επιλογή.

Αν και οι δανειστές επένδυαν όλο αυτό το διάστημα τις διαπραγματεύσεις με τεχνοκρατικό-οικονομικό μανδύα, ήταν εξόφθαλμο πως επρόκειτο πρωτίστως για πολιτικού χαρακτήρα επιχείρηση με έντονα στοιχεία εκβιασμού. Κυβερνητική πηγή υποστηρίζει πως προκάλεσαν ασφυξία στην ελληνική οικονομία για να εξαναγκάσουν την κυβέρνηση σε άνευ όρων παράδοση. Εάν, μάλιστα, αντιστεκόταν μέχρι το τέλος μεθόδευαν θα προκαλέσουν την αποσταθεροποίησή της.

Είναι απολύτως ενδεικτική η δήλωση ανώτατου Ευρωπαίου αξιωματούχου πριν από δύο περίπου μήνες πως εάν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν ματώσει, λαμβάνοντας μέτρα υψηλού πολιτικού κόστους, όπως το ασφαλιστικό και τα εργασιακά, δεν πρόκειται να πάρει συμφωνία. Το τελεσίγραφο των δανειστών επιβεβαιώνει εκείνη τη δήλωση.

Στο ευρωιερατείο θεωρούσαν δικαιολογημένα πως εάν υποχρέωναν τον Τσίπρα να λερώσει τα χέρια του με “αίμα”, θα έχανε το ηθικό πλεονέκτημά του. Για την ακρίβεια, θα υποχρεωνόταν να υπερασπίσει τις επιλογές του, γεγονός που με τη σειρά του θα τον εξωθούσε να αλλάξει συμμαχίες και στην εσωτερική πολιτική σκηνή.

Κυνηγώντας τη συμφωνία, ο πρωθυπουργός έκανε αλλεπάλληλες μονομερείς υποχωρήσεις για να προσεγγίσει τις απαιτήσεις των δανειστών. Κυβερνητικό στέλεχος ομολογεί ότι από ένα χρονικό σημείο και πέρα ο Τσίπρας βρέθηκε υπό την επήρεια αρχικά του Γιούνκερ και στη συνέχεια και της Μέρκελ. Για την ακρίβεια, πείστηκε πως και αυτοί επιδιώκουν συμφωνία. Κατά συνέπεια, συνέπλευσε μαζί τους για να παραμερίσει τον Σόιμπλε που επιδιώκει Grexit και κατ’ επέκτασιν για να δρομολογηθεί μία εποικοδομητική πολιτική διαπραγμάτευση με αμοιβαία πρόθεση τη γεφύρωση των διαφορών.

Παρά τις διαδοχικές συναντήσεις σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο, όμως, πραγματική πολιτική διαπραγμάτευση δεν έγινε μέχρι τώρα. Το Βερολίνο παρέμεινε σταθερό σε δύο θέσεις: Πρώτον, ότι η συμμετοχή του ΔΝΤ στην ελληνική υπόθεση είναι αναγκαία. Δεύτερον, ότι οι ηγέτες δεν θα αναμιχθούν στις διαπραγματεύσεις, με την έννοια ότι δεν θα καθορίσουν τις ορίζουσες της επιδιωκόμενης συμφωνίας. Με άλλα λόγια, ενώ ο Σόιμπλε βγήκε κάποιες στιγμές από τη σκηνή, η μπάλα δεν έφυγε ποτέ από το γήπεδό του.

Η αγωνιώδης προσπάθεια του πρωθυπουργού να επιτύχει έναν έστω και ετεροβαρή συμβιβασμό τον οδήγησε να αφεθεί σε μία διαδικασία που εκτός από πολιτική φθορά είχε και άλλη παρενέργεια. Η κυβέρνηση έριξε τα κάθε είδους αποθεματικά στη μαύρη τρύπα της εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων, χωρίς ελπίδα να τα πάρει πίσω. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως στην πραγματικότητα από την ελληνική οικονομία έφυγαν οριστικά περίπου επτά δισ που έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για αποπληρωμές (σχεδόν 4% του ΑΕΠ).

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα όριο στο μέχρι που μπορεί να υποχωρήσει. Το ίδιο ισχύει, άλλωστε, και για όσους τον ψήφισαν. Είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν σημαντικές εκπτώσεις στις προεκλογικές εξαγγελίες της Κουμουνδούρου, αλλά όχι επιστροφή στο μνημονιακό μονοπάτι και μάλιστα με δυσμενέστερους όρους. Με την ύστατη πρότασή του, ο Τσίπρας υπερέβη αυτά τα όρια, ελπίζοντας ότι κατ’ αυτό τον τρόπο θα επιτύχει μία συμφωνία.

Όταν, όμως, διαπίστωσε ότι απαιτούν από αυτόν γη και ύδωρ έκανε στροφή 180 μοιρών και προκήρυξε στο δημοψήφισμα. Για μία ακόμα φορά επιβεβαιώθηκε το δίδαγμα της ιστορίας πως όταν τραβάς υπέρμετρα το σκοινί αρκετές φορές σπάει.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα την Κυριακή 28 Ιουνίου 2015

mignatiou.com

var _wau = _wau || []; _wau.push([“tab”, “qjb8omazks27”, “ifv”, “left-middle”]);(function() { var s=document.createElement(“script”); s.async=true; s.src=”http://widgets.amung.us/tab.js”;document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή