Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το τρις εξαμαρτείν

Δημοσιεύτηκε στις

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΙΛΙΑΡΔΟΣ

ΕΙΚΟΝΑ-Ελλάδα,-τρις-εξαμαρτειν,μνημονιο,εκλογές
Χρειάζεται η συναίνεση των πολιτικών
κομμάτων, η οποία θα εξασφαλίζει την πιστή εφαρμογή όλων όσων
συμφωνηθούν – καθώς επίσης να σταματήσουν τα περί πρόωρων εκλογών, όταν
έχει τεκμηριωθεί «δις» πως οδηγούν στην καταστροφή της χώρας

«Μία
σωστή διαπραγμάτευση με τους δανειστές απαιτεί αφενός μεν εθνική
ομοψυχία, αφετέρου τη συνεργασία όλων των κομμάτων – τα οποία πρέπει να
καταλάβουν πως μία χώρα που βρίσκεται σε πόλεμο, δεν έχει την πολυτέλεια
των εσωτερικών αντιθέσεων. Χρειάζεται απλά να συμφωνήσουν σε ένα θέμα:


Στο ότι είναι απαραίτητη η
ανάκτηση της πιστοληπτικής ικανότητας του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα,
μέσω της διαγραφής μέρους των μη βιώσιμων δημοσίων και ιδιωτικών χρεών
–  αναβάλλοντας τα κοινωνικά μέτρα για την εποχή που θα εξασφαλισθεί η
ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, οπότε οι επενδύσεις, η ανάπτυξη, η αύξηση των εισοδημάτων και η ευημερία της πατρίδας μας«.

Ανάλυση

Τον Οκτώβριο του 2009, μετά από πρόωρες εκλογές, η τότε κυβέρνηση
«υπεξαίρεσε» την εξουσία, μοιράζοντας υποσχέσεις που ήταν αδύνατον να
τηρηθούν – αφού προηγουμένως η αντιπαλότητα των δύο «μονομάχων» είχε φτάσει στο ζενίθ, με το διεκδικητή πρωθυπουργό να κατηγορεί σε καθημερινή βάση τον υφιστάμενο, χωρίς καμία δυνατότητα συνεννόησης μεταξύ τους.
Η νέα κυβέρνηση, αφού άρχισε να εφαρμόζει ορισμένα μέρη του
προγράμματος της, αυξάνοντας ανεύθυνα τις δαπάνες, προσπάθησε να
μεταφέρει τις μελλοντικές της ευθύνες στην απερχόμενη κυβέρνηση –
δηλώνοντας πως το έλλειμμα του προϋπολογισμού ήταν πολύ μεγαλύτερο.
Παράλληλα, άρχισε να δυσφημίζει δημόσια και διεθνώς τη χώρα, μετατρέποντας σταδιακά μία κρίση ρευστότητας σε μία κρίση φερεγγυότητας – όπως τεκμηριώνεται από την πορεία των επιτοκίων των δεκαετών ομολόγων (γράφημα).
.
ΓΡΑΦΗΜΑ-Ελλαδα, επιτοκια δεκαετων ομολόγων
.
Αφού τελικά τα «κατάφερε», παραλαμβάνοντας ουσιαστικά το δημόσιο χρέος στο 105,4% του ΑΕΠ (2008), όταν το αντίστοιχο της Ιταλίας είναι σήμερα στο 132,1% του ΑΕΠ και της Πορτογαλίας στο 130,2%, οδήγησε τη χώρα στο ΔΝΤ – υπογράφοντας ένα πρόγραμμα που καταδίκασε τη χώρα στη χρεοκοπία (ανάλυση).
Οφείλει βέβαια να σημειώσει κανείς πως η Ελλάδα, εκείνη την εποχή, είχε
ένα από τα μικρότερα συνολικά χρέη στη Δύση, δημόσια και ιδιωτικά
δηλαδή, ταυτόχρονα με μία πολύ σημαντική δημόσια και ιδιωτική περιουσία
– κάτι που θα μπορούσε και θα έπρεπε τότε να φανεί, με την κατάρτιση ενός ισολογισμού, κατά το παράδειγμα της Νέας Ζηλανδίας (ανάλυση 2010).
Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε πως μία εταιρεία διαθέτει ακίνητα αξίας 20 εκ. €, έχοντας δάνεια ύψους 5 εκ. € – τα οποία έχει συνάψει εσφαλμένα με βραχυπρόθεσμη λήξη, αντί με μακροπρόθεσμη
(όπως συνέβαινε με τα ελληνικά ομόλογα). Όταν τα ακίνητα αυτά, λόγω
κακής διαχείρισης, μείνουν ανοίκιαστα και δεν παράγουν έσοδα, τότε η
εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις – οπότε
αναφερόμαστε σε μία «κρίση ρευστότητας».
Εάν τώρα ο διευθυντής της δηλώσει δημόσια πως η εταιρεία είναι σε
δύσκολη θέση απέναντι στις τράπεζες, έχοντας λειτουργικές ζημίες, τότε ο
δανεισμός της γίνεται αδύνατος – οπότε η «κρίση ρευστότητας» μετατρέπεται σε «κρίση φερεγγυότητας» και η επιχείρηση πτωχεύει.
Εύλογα δε οι υφιστάμενοι δανειστές της εξουσιοδοτούν έναν σύνδικο
πτώχευσης (ΔΝΤ), προσπαθούν να της επιβάλλουν μείωση των εξόδων της,
καθώς επίσης να αγοράσουν τα ακίνητα της σε τιμή ξεπουλήματος –
επισφραγίζοντας τη χρεοκοπία της.
Συμπερασματικά λοιπόν, προφανώς τα μνημόνια έφεραν την ελληνική κρίση στην καταστροφική της υπόσταση και όχι η κρίση τα μνημόνια
– αφού η κατάρρευση της οικονομίας της χώρας, η χρεοκοπία εκατοντάδων
χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η αποψίλωση του παραγωγικού ιστού, η
κορύφωση της ανεργίας, η ραγδαία πτώση των τιμών των παγίων κόστους
περί το 1 τρις € κοκ., ξεκίνησαν μετά την εφαρμογή των εγκληματικών μέτρων που επιβλήθηκαν – ενώ υπήρχαν πολλές ορθολογικές λύσεις.
.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται

Περαιτέρω, τον Ιανουάριο του 2015, η ιστορία επαναλήφθηκε – με την
ίδια αντιπαλότητα των πρωθυπουργών, με ανάλογες προεκλογικές δεσμεύσεις,
με πρόωρες εκλογές (όταν ακόμη και ένας ανόητος θα αντιλαμβανόταν πως θα έπρεπε η προηγούμενη κυβέρνηση «να κλείσει τον κύκλο της»,
ολοκληρώνοντας την τελευταία αξιολόγηση των δανειστών), με την τήρηση
των πρώτων υποσχέσεων εις βάρος των δημοσίων δαπανών, παρά το ότι δεν
υπήρχε πλαίσιο χρηματοδότησης κοκ.
Έτσι, η διαδικασία της απελευθέρωσης της Ελλάδας, από τον ασφυκτικό
«κλοιό» των δανειστών, τουλάχιστον εν μέρει, σταμάτησε απότομα – ενώ ξεκίνησαν οι ατελείωτες διαπραγματεύσεις από μία κυβέρνηση που, αν μη τι άλλο, λειτουργούσε εντελώς ερασιτεχνικά, λόγω της εύλογης απειρίας της.

Φυσικά και εδώ η πορεία των επιτοκίων των δεκαετών ομολόγων  (κάτω από 6% το πρώτο εξάμηνο του 2014, ραγδαία άνοδος από τον Οκτώβριο που αναφέρθηκαν οι εκλογές), τεκμηριώνει τις αναφορές μας – αφού τα νούμερα, σε αντίθεση με τις λέξεις, δεν λένε ποτέ ψέματα.
.
ΓΡΑΦΗΜΑ-Ελλάδα, επιτοκια δεκαετων ομολόγων (2014)
.
Το γεγονός δε, σύμφωνα με το οποίο έχουν ξεπεράσει αυτά του 2010, δεν
είναι καθόλου εφησυχαστικό, όσον αφορά το μέλλον της χώρας μας – ενώ γίνεται όλο και πιο δύσκολο να έχει κανείς μία σαφή εικόνα των διαπραγματεύσεων που ευρίσκονται σε εξέλιξη.
.

Η πολιτική αντιπαλότητα

Δυστυχώς, παρά την απελπιστική κατάσταση των οικονομικών της χώρας,
συνεχίζεται ανεύθυνα η αντιπαλότητα των κομμάτων εξουσίας, τα οποία
φαίνεται να μην κατανοούν το αυτονόητο: το ότι η Ελλάδα ευρίσκεται στην άκρη του γκρεμού, στα όρια του χάους, καθώς επίσης πως ο χρόνος στην κλεψύδρα της τελειώνει, οπότε είναι υποχρεωμένα να συνεργασθούν μεταξύ τους.
Ειδικότερα, τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο λήγουν υποχρεώσεις συνολικού ύψους 18,14 δις € (έντοκα γραμμάτια, ΔΝΤ, ΕΚΤ / γράφημα), οι οποίες είναι αδύνατον να εξυπηρετηθούν από τα μηνιαία έσοδα του κράτους – ενώ έχουν επιβληθεί καταναγκαστικά μέτρα, με τα αποθεματικά της χώρας να έχουν ήδη στερέψει.
.
ΓΡΑΦΗΜΑ-Ελλάδα, ληξιπρόθεσμες υποχρεωσεις (2015)

.
Την ίδια στιγμή οι καταθέσεις των τραπεζών έχουν εξανεμισθεί, ενώ το δημόσιο έχει βυθιστεί ξανά στην ύφεση – με την κυβέρνηση να διαπραγματεύεται μειωμένα πλεονάσματα (!), όταν η χώρα παράγει ξανά ελλείμματα.
Οι αριθμοί στο γράφημα που ακολουθεί επιβεβαιώνουν δυστυχώς τις
αναφορές μας – με τη γαλάζια καμπύλη να περιγράφει τη μείωση των
τραπεζικών καταθέσεων, καθώς επίσης με τη μαύρη τις υποχρεώσεις της Τράπεζας της Ελλάδας στο σύστημα Target II, ειδικά από τις αρχές του 2015.
.
ΓΡΑΦΗΜΑ-Ελλάδα, εκροες καταθέσεων και υποχρεώσεις
.
Συνεχίζοντας, ίσως να είμαστε υπερβολικοί στην κρίση μας για τους δανειστές (άποψη), όπως επίσης ορισμένοι συνάδελφοί μας στην κρίση τους για την Ελλάδα (άρθρο).
Εν τούτοις, τόσο οι συνάδελφοί μας, όσο και εμείς, δεν
διαπραγματευόμαστε αλλά απλά γράφουμε τις απόψεις μας – οπότε δεν
προκαλούνται ζημίες, ακόμη και όταν κάνουμε λάθος.
Η κυβέρνηση όμως ενεργεί, όπως επίσης η τρόικα, στην πενταμελή της
πρόσφατη μορφή (Γερμανία, Γαλλία, ΕΚΤ, ΔΝΤ, Κομισιόν) – οπότε θα έπρεπε
να είναι όλοι πολλοί προσεκτικοί, αφού οι αποφάσεις τους θα επηρεάσουν άμεσα το μέλλον της Ελλάδας, της Ευρωζώνης, του ευρώ, του χρηματοπιστωτικού συστήματος και ενδεχομένως ολόκληρου του πλανήτη.

Οι διαπραγματεύσεις

Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, εάν «το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού», το «τρις εξαμαρτείν» είναι ίσως συνώνυμο με την απόλυτη ανοησία, οπότε με την καταστροφή
– όσο και αν δεν πρέπει να τρομοκρατείται κανείς ή να χάνει το θάρρος
του. Σε κάθε περίπτωση, τα επόμενα «στάδια» είναι τα εξής:
(α)  Η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει την ερχόμενη Παρασκευή (5 Ιουνίου) να πληρώσει το ποσόν των 310 εκ. € στο ΔΝΤ – ενώ κανένας δεν γνωρίζει εάν τα χρήματα είναι διαθέσιμα ή τι ακριβώς συμβαίνει με τις τράπεζες, παρά τα 500 εκ. € που τους ενέκρινε ξανά η ΕΚΤ (ELA).
(β)  Η συμφωνία με τους δανειστές θα έπρεπε να υπογραφεί πριν τις 19 Ιουνίου, αφού δεν είναι δυνατόν να πληρωθούν χωρίς αυτήν τα δάνεια του ΔΝΤ – ενώ ίσως δεν είναι εφικτή η ανανέωση των εντόκων γραμματίων.
(γ)  Η Ευρώπη ισχυρίζεται πως δεν θα δώσει καθόλου χρήματα στην Ελλάδα, εάν δεν τηρηθούν ορισμένες υποχρεώσεις της – τις οποίες υπέγραψε δυστυχώς η σημερινή κυβέρνηση, στις 20.02.2015, χωρίς κανένα αντάλλαγμα ή επιφύλαξη.
(δ)  Οι διαπραγματεύσεις εμποδίζονται από τις διαφορές στο ασφαλιστικό/συνταξιοδοτικό (τις οποίες βέβαια προκάλεσαν τα μνημόνια, μέσω της κορύφωσης της ανεργίας),
καθώς επίσης από το ύψος του μελλοντικού πρωτογενούς πλεονάσματος, από
το οποίο εξαρτάται η βιωσιμότητα ή μη του χρέους – όπου, με δεδομένο το
έλλειμμα που προβλέπεται, το δημόσιο χρέος είναι εκτός ορίων.
Μία συμφωνία λοιπόν που δεν θα συμπεριελάμβανε την ονομαστική διαγραφή μέρους του δημοσίου χρέους, έτσι ώστε να διαγραφεί μέρος του ιδιωτικού χρέους, οπότε να αποκατασταθεί η πιστοληπτική ικανότητα του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα,
η έξοδος στις αγορές, οι επενδύσεις, η ανάπτυξη και η μείωση της
ανεργίας, απλά θα μετέθετε το πρόβλημα ξανά στο μέλλον – «θεμελιώνοντας»
το τρις εξαμαρτείν.
(ε)  Ένα επόμενο εμπόδιο είναι η επιμονή της κυβέρνησης στην εφαρμογή του προγράμματος της Θεσσαλονίκης, με δανεικά χρήματα – κάτι που θεωρούμε εντελώς παράλογο, αφού με δάνεια δεν επιτρέπεται κανείς να χρηματοδοτεί δαπάνες, αλλά μόνο επενδύσεις. Στο σημείο αυτό η Ελλάδα είναι απαράδεκτη – ενώ δυστυχώς η Τρόικα έχει δίκιο.
(στ)  Εάν επιτευχθεί συμφωνία και στο μέρος της διαγραφής χρέους που
τη θεωρεί απαραίτητη το ΔΝΤ, για να εξασφαλισθεί η βιωσιμότητα του,
χωρίς την οποία (βιωσιμότητα) δεν επιτρέπεται να συμμετέχει στο δανεισμό
μίας χώρας, τότε μόνο θα εκταμιευθεί το συνολικό ποσόν της τελευταίας δόσης διάσωσης, ύψους 7,2 δις €
– διαφορετικά θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την Ελλάδα μόνο η Ευρώπη.
Εν τούτοις, τα 7,2 δις € είναι «σταγόνα στον ωκεανό», αφού στο τρίμηνο
λήγουν υποχρεώσεις 18,4 δις €.
Συνεχίζοντας, οι συνέπειες της καθυστέρησης δόσεων περιγράφονται στο κείμενο «Στο ζενίθ της κρίσης» –
από το οποίο φαίνεται καθαρά πως η Ελλάδα έχει ακόμη χρόνο στη διάθεση
της, έως το σημείο μηδέν (πιστωτικό γεγονός), από όπου δεν θα απέφευγε
την άτακτη χρεοκοπία.
Ο χρόνος όμως μειώνεται συνεχώς, ειδικά επειδή θα πρέπει να επιτύχει
μία συμφωνία που να επιλύει μακροπρόθεσμα τα προβλήματα της –
ξεφεύγοντας «άπαξ και δια παντός» από τη δίνη του κυκλώνα. Διαφορετικά θα βρεθεί ξανά στο ίδιο σημείο μετά από μερικούς μήνες, με πολύ χειρότερα όμως οικονομικά μεγέθη
– κάτι που πρέπει να αποφευχθεί με κάθε θυσία, αφού έχει «καταφέρει» να
είναι ήδη μισητή, αποκρουστική και αναξιοπρεπής στην πλειοψηφία των
Ευρωπαίων Πολιτών.
.

Επίλογος

Κατά την άποψη μας, δεν φτάνει μόνο να επιτευχθεί μία μακροπρόθεσμη λύση, στα πλαίσια που έχουμε ήδη περιγράψει. Χρειάζεται επί πλέον η συναίνεση των μεγαλυτέρων τουλάχιστον πολιτικών κομμάτων, όπως αναφέραμε και το 2014 (άρθρο), η
οποία θα εξασφαλίζει την πιστή εφαρμογή όλων όσων συμφωνηθούν – καθώς
επίσης να σταματήσουν οι ανοησίες περί πρόωρων ξανά εκλογών, όταν οι
πρόσφατες εμπειρίες έχουν τεκμηριώσει πως οδηγούν νομοτελειακά στην
καταστροφή της χώρας.
Εάν δεν συμβεί κάτι τέτοιο, η οποιαδήποτε συμφωνία επιτευχθεί, ακόμη
και η καλύτερη που θα μπορούσε να φαντασθεί κανείς (κάτι που φυσικά δεν
είναι αναμενόμενο), δεν πρόκειται να οδηγήσει την πατρίδα μας στην έξοδο από την κρίση.
Επομένως, απαιτείται η μέγιστη δυνατή πολιτική και κοινωνική ωριμότητα
– έτσι ώστε να αποφευχθεί το «τρις εξαμαρτείν», το οποίο θα ήταν
μοιραίο για την Ελλάδα. Ευχόμαστε και ελπίζουμε να συμβεί κάτι τέτοιο,
αφού είμαστε σχεδόν σίγουροι πως συνειδητοποιούν την αναγκαιότητα της
συνεργασίας όλα τα πολιτικά κόμματα – έστω ελάχιστα λεπτά πριν από τα
μεσάνυχτα.

Υστερόγραφο: Στην ανάλυση μας «Στη δίνη του κυκλώνα ΙΙ»
είχαμε αναφέρει πως ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων του στενού
δημόσιου τομέα στην Ελλάδα, είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη – με βάση τη μελέτη του ΟΟΣΑ που παραθέσαμε, στον πίνακα της σελίδας 105 του εγγράφου σε PDF (πηγή).
Μας υποδείχθηκε όμως πως θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε και έναν άλλο
πίνακα της ίδιας μελέτης που αναφέρεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα –
στον οποίο οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι περισσότεροι, συγκριτικά με τη
Γερμανία. Εν τούτοις, η τοποθέτηση αυτή θεωρούμε πως είναι λανθασμένη, αφού δεν γνωρίζει κανείς τον ακριβή αριθμό και το είδος των επιχειρήσεων του δημοσίου, εισηγμένων ή μη, στις διάφορες χώρες, οπότε δεν αποτελούν συγκρίσιμα μεγέθη.
Με δεδομένο δε το ότι, οι περισσότερες επιχειρήσεις της Γερμανίας, άλλων χωρών επίσης, έχουν αποκρατικοποιηθεί, στα πλαίσια της εφαρμογής της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, ενώ της Ελλάδας όχι (ακόμη), δεν είναι εύλογες οι συγκρίσεις με στοιχεία του ευρύτερου δημοσίου τομέα.
Σε κάθε περίπτωση, πιστεύουμε πως το
πρόβλημα της χώρας στο συγκεκριμένο τομέα δεν είναι ο αριθμός, αλλά η
ελλιπέστατη ανταγωνιστικότητα των δημοσίων υπαλλήλων
–
λόγω του «κακώς εννοούμενου» συνδικαλισμού, του πελατειακού κράτους, των
ελλειμματικών υποδομών, της κακής οργάνωσης (από Η/Υ έως τη σωστή
κατανομή των δημοσίων υπαλλήλων) κοκ.

Black-Strip
Vassilis Viliardos
Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι ένας σύγχρονος οικονομολόγος,
πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο
του Αμβούργου – όπου και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά για αρκετά
χρόνια, με ιδιόκτητες επιχειρήσεις σε όλες τις πόλεις της Γερμανίας.
Έχει  εκδώσει τρία βιβλία αναφορικά με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική
κρίση, ενώ έχει δημοσιεύσει πάνω από 2.500 αναλύσεις σε ηλεκτρονικά και
έντυπα μέσα, με κέντρο βάρους την εθνική και διεθνή μακροοικονομία,
καθώς επίσης το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

© Copyright 2015 — Analyst.gr. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση / αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website

με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των εκδοτών.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO14 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός15 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις15 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO15 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO15 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή