Διεθνή
Υπομονή
ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΙΛΙΑΡΔΟΣ

Κρίνοντας από την Αργεντινή, ο χρόνος
μέχρι τη χρεοκοπία θα ήταν μακρύς, όπως και οι διαπραγματεύσεις – ενώ
θα προηγούνταν έλεγχοι κεφαλαίων, άδεια ΑΤΜ, πληρωμές με υποσχετικές,
τραπεζικές επιθέσεις, κοινωνικές εξεγέρσεις και η απόδραση της
κυβέρνησης
«Η ΕΚΤ δεν είναι ο Θεός της Ευρώπης. Το
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο της επέτρεψε μεν τις αμφιλεγόμενες αγορές ομολόγων
των κρατών της Ευρωζώνης, μετά από αγωγή που κατέθεσε η Γερμανία εναντίον της,
χρησιμοποίησε όμως την απόφαση του για να της επιβάλλει όρια – γεγονός
που θεωρείται σωστό, αφού η δύναμη της ΕΕ είναι το Δίκαιο και όχι τα
χρήματα, ούτε η δικτατορία του ισχυρότερου.Δεν είναι το ευρώ αυτό που κρατάει
ενωμένη την Ευρώπη, αλλά η δύναμη του Δικαίου, το οποίο ενσαρκώνεται από
το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο – καθώς επίσης η πίστη στη δικαιοσύνη. Σύμφωνα
με τους δικαστές, η ΕΚΤ είναι μεν ανεξάρτητη, αλλά όχι χωρίς περιορισμό,
ανεξέλεγκτη – οπότε, εάν απελευθερωθεί από τα δεσμά του Δικαίου, τότε θα επέμβει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, χωρίς κάτι τέτοιο να εκφράζει κάποια απειλή.Με βάση τη συγκεκριμένη απόφαση, η Ευρωζώνη είναι πλέον οχυρωμένη απέναντι σε μία ελληνική χρεοκοπία
– αφού η ΕΚΤ επιτρέπεται πλέον νόμιμα να επεμβαίνει στις αγορές
ομολόγων, πιέζοντας τα επιτόκια δανεισμού προς τα κάτω, όπου χρειαστεί»
(SZ).
.
Ανάλυση
Με βάση τα παραπάνω, θεωρούμε πως η Ελλάδα πρέπει να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εναντίον της Τρόικα και των μνημονίων, τα οποία ζημίωσαν τη χώρα μας κατά σχεδόν 1 τρις € – όπως έχουμε ήδη προτείνει, με μία ανάλογη ανάλυση μας. Με απλά λόγια, αφού το Δίκαιο είναι ο θεμέλιος λίθος της Ευρωζώνης, όπως κάποτε της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οφείλουμε να το χρησιμοποιήσουμε – όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα.
Περαιτέρω, σημειώνοντας πως η υπομονή που αναφέρουμε στον τίτλο είναι η ικανότητα να περιμένουμε ψύχραιμα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ένα αποτέλεσμα ή μία εξέλιξη, χωρίς να ενοχλούμαστε, να αναστατωνόμαστε ή να ανησυχούμε, τα εξής:
«Οι Έλληνες επέλεξαν τη φτώχεια, ας τους αφήσουμε να πάρουν το δρόμο τους», σχολίασε ιταλός οικονομολόγος την περασμένη εβδομάδα, στους FT (πηγή). Σύμφωνα με τον ίδιο, τα παρακάτω:
«Θα πρέπει να αναρωτηθούμε πραγματικά εάν είναι τόσο σημαντικό να κρατηθεί η Ελλάδα στην ΕΕ – ενώ το κριτήριο δεν πρέπει να είναι η προστασία των δανείων μας, αφού αυτά έχουν χαθεί είτε μας αρέσει, είτε όχι.
Δεν πρέπει να είναι ούτε οι ανησυχίες για
το ευρώ, λόγω της πιθανής μετάδοσης της κρίσης – αφού, χάρη στις
ενέργειες της ΕΚΤ, η νομισματική ένωση είναι σήμερα οχυρωμένη και
αντέχει την έξοδο της Ελλάδας. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να σταματήσουν να αντιμετωπίζουν το ελληνικό πρόβλημα σαν να ήταν απλά ένα οικονομικό θέμα
– αφού στοχεύει στην καρδιά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, όπου το ευρώ
δεν μπορεί να είναι υποκατάστατο της περαιτέρω πολιτικής ένωσης.
Πράγματι, χωρίς την ενσωμάτωση αυτή (τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης), το ευρώ δεν μπορεί να επιβιώσει – ενώ σήμερα η Ελλάδα στέκεται εμπόδιο στο δρόμο της«.
Η απάντηση στον Ιταλό δόθηκε από έναν Ιρλανδό συνάδελφό μας, ο οποίος αναρωτήθηκε εάν αυτή είναι η θέση της Ιταλίας, απέναντι στη Γερμανία – έτσι όπως η γερμανική άποψη εκφράζεται από τον εθνικιστή οικονομολόγο του ινστιτούτου του Μονάχου (πηγή).
Με αρκετά αναλυτικό τρόπο δε έγινε έμμεση αναφορά στις κυρίαρχες
απόψεις των πολιτικών, καθώς επίσης των τεχνοκρατών της Ευρωζώνης,
επηρεασμένες προφανώς από τον κ. Σόιμπλε (άρθρο), οι οποίες είναι σε γενικές γραμμές οι εξής:
(α) Η Ελλάδα, μέσω της αρνητικής στάσης της, είναι εξ ολοκλήρου ένοχη για όλα της τα προβλήματα.
(β) Εάν η Ευρωζώνη δεν εμποδιζόταν από την Ελλάδα, τότε η
νομισματική ένωση θα άνθιζε – ενώ δεν θα είχε προκληθεί η ευρωπαϊκή
κρίση χρέους (αν και ήταν αναπόφευκτη, λόγω της Γερμανίας και όχι της Ελλάδας – ανάλυση).
(γ) Δεν αναμένονται ιδιαίτερα μεγάλες αρνητικές εξελίξεις, εάν η Ελλάδα εγκαταλείψει την Ευρωζώνη – οπότε δεν υφίστανται λόγοι έντονης ανησυχίας.
.
Η δήθεν αρνητική στάση της Ελλάδας
Όσον αφορά τον πρώτο έωλο ισχυρισμό, η κοινή γνώμη έχει πεισθεί πως η
Ελλάδα αρνείται ανέκαθεν την υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων – οπότε αυτή
είναι υπεύθυνη για την κατακόρυφη μείωση του ΑΕΠ της πάνω από 25%, η οποία παρομοιάζεται με τη Μεγάλη Ύφεση του 1930 στις Η.Π.Α.
(ουσιαστικά το ΑΕΠ της Ελλάδας σήμερα, «εκκαθαρισμένο», είναι
χαμηλότερο από το αντίστοιχο του έτους πριν από την είσοδο μας στην
Ευρωζώνη – 2000).
Παρά το ότι όμως, κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι εξαιρετικά
δύσκολο να μεταρρυθμίσει κανείς σε τέτοιοι βαθμό μία Δημοκρατία, η Ελλάδα δρομολόγησε πάρα πολλές αλλαγές, ενάντια στους ισχυρισμούς του Ιταλού και στις εντυπώσεις της κοινής γνώμης – όπως, για παράδειγμα, τις παρακάτω (πηγή: F&W):
(α) Ο αριθμός των εργαζομένων της, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, μειώθηκε κατά 25% περίπου ή 255.634 άτομα (907.351 – 651.717), μεταξύ των ετών 2009 και 2014 – κάτι που δεν έχει συμβεί σε καμία άλλη χώρα (γράφημα).
.
(Total public sector = Συνολικός αριθμός εργαζομένων στον δημόσιο τομέα, κατ’ έτος) – (πηγή: Ευρωπαϊκή Κομισιόν)
.
(β) Το δημοσιονομικό έλλειμμα του προϋπολογισμού (μετά από φόρους), από -15,6% το 2009 μειώθηκε ραγδαία, στο -2,5% το 2014.
Κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τον Ιρλανδό οικονομολόγο, δεν έχει επιτευχθεί
ποτέ στην παγκόσμια ιστορία – από καμία άλλη χώρα δηλαδή, σε ένα τόσο
μικρό χρονικό διάστημα.
(γ) Πριν τις μεταρρυθμίσεις, η Ελλάδα είχε το χαμηλότερο μέσο όρο ηλικίας, όσον αφορά τη συνταξιοδότηση, σε ολόκληρη την Ευρώπη – σήμερα όμως ο μέσος όρος έχει αυξηθεί κατακόρυφα, θεωρούμενος πλέον από τους υψηλότερους.
(δ) Οι μέσοι μισθοί στην Ελλάδα, σε ωριαία βάση στον ιδιωτικό τομέα,
έχουν μειωθεί μεταξύ των ετών 2007 και 2014, παρά το ότι ήταν χαμηλοί –
όταν ακόμη και στις χώρες της κρίσης, όπως η Πορτογαλία και η Ισπανία, έχουν αυξηθεί (γράφημα).
.

.
Ουσιαστικά η Ελλάδα, με μοναδική
εξαίρεση τη Λιθουανία και τη Λετονία, έχει πλέον τους χαμηλότερους
μισθούς στον ιδιωτικό τομέα, σε ολόκληρη την Ευρώπη –
παρά το κόστος ζωής, το οποίο έχει μειωθεί ελάχιστα, την τεράστια αύξηση
των φόρων κοκ. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι υποχρεωμένη να εφαρμόσει
και άλλες μεταρρυθμίσεις (ανάλυση) – αρκεί όμως να υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες, οι οποίες ασφαλώς δεν χαρακτηρίζουν μία οικονομία σε ύφεση.
Η πολιτική λιτότητας
Στον ίδιο πρώτο ισχυρισμό (αρνητική στάση της Ελλάδας), το κεντρικό
ουσιαστικά σημείο της σύγκρουσης της κυβέρνησης με τους δανειστές,
επομένως των δήθεν συνεχών αρνήσεων της, αφορά το πρωτογενές (προ φόρων)
πλεόνασμα – αφού όλες οι υπόλοιπες «μεταρρυθμίσεις» έχουν στόχο να μειώσουν τις δαπάνες, για να διευκολύνουν την εξυπηρέτηση των δημοσίων χρεών (οι φόροι επίσης).
Σύμφωνα με το ισχύον πρόγραμμα, το οποίο συμφωνήθηκε με την
προηγούμενη κυβέρνηση, η Ελλάδα όφειλε να έχει πρωτογενές πλεόνασμα 3%
το 2015, καθώς επίσης 4,5% το 2016 – στόχος που έχει αναμορφωθεί στο 1% πλέον, λόγω της χειρότερης εξέλιξης των οικονομικών μεγεθών της χώρας, κυρίως επειδή έχουν καθυστερήσει υπερβολικά οι (εκβιαστικές) διαπραγματεύσεις.
Σύμφωνα τώρα με μία ανάλυση των FT (πηγή), για να μπορέσει η ελληνική κυβέρνηση να αυξήσει το πρωτογενές πλεόνασμα ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, όσο απαιτούν οι δανειστές, θα έπρεπε (απλοϊκά) να υιοθετήσει τα διπλά μέτρα, λόγω της πτώσης του ΑΕΠ που θα ακολουθούσε νομοτελειακά
– ενώ, παρά το πρωτογενές πλεόνασμα, το δημόσιο χρέος θα αυξανόταν κατά
περίπου 9% (λόγω των υπολοίπων τόκων, καθώς επίσης της μείωσης του
ΑΕΠ).
Ως εκ τούτου, θα περίσσευαν μεν χρήματα για την εξυπηρέτηση των δανείων της χώρας, αλλά εις βάρος μίας ακόμη μεγαλύτερης ύφεσης – η οποία θα επιδείνωνε περισσότερο τη βιωσιμότητα του χρέους, όπως άλλωστε έχει συμβεί μέχρι σήμερα.
Όλα αυτά είναι ασφαλώς γνωστά στους συμμετέχοντες – οι οποίοι όμως προτιμούν να «στύψουν την Ελλάδα σαν λεμονόκουπα», παρά να αποδεχθούν την αναγκαιότητα της διαγραφής χρεών (ανάλυση).
.
Η ενοχή της Ελλάδας για την ευρωπαϊκή κρίση χρέους
Έχοντας αναφερθεί στο θέμα πάρα πολλές φορές, τελευταία στην ανάλυση μας «Το βρώμικο μυστικό», καθώς επίσης σε μία πολύ παλαιότερη (Ευρωπαϊκές ασυμμετρίες), θεωρούμε πως έχει τεκμηριωθεί χωρίς την παραμικρή αμφιβολία ότι, η Ελλάδα δεν είναι σε καμία περίπτωση υπεύθυνη για την ευρωπαϊκή κρίση χρέους – αποτελώντας μόνο τη χώρα, λόγω της οποίας ήλθε στην επιφάνεια, πριν είναι ακόμη πολύ αργά για το κοινό νόμισμα.
Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας, σχετικά με τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης, όπως η Ιρλανδία και η Ισπανία, επίσης όμως η Ολλανδία και η Φιλανδία είναι απλά και μόνο το ότι, στην πατρίδα μας υπερχρεώθηκε ο δημόσιος τομέας – ενώ στα άλλα κράτη ο ιδιωτικός. Το πρόβλημα της Ευρωζώνης λοιπόν δεν είναι η Ελλάδα, αλλά η Γερμανία (ανάλυση) και τα τεράστια πλεονάσματα της – τα οποία κατάφερε να επιτύχει εις βάρος των άλλων, με συνεργό κυριολεκτικά την ΕΚΤ.
Όσον αφορά την επίλυση της κρίσης, η μοναδική δυνατότητα είναι η δημιουργία των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» (τραπεζική, δημοσιονομική και πολιτική ένωση, όπως οι Η.Π.Α.) – διαφορετικά η επιστροφή όλων των χωρών μαζί στην αφετηρία (ανάλυση).
.
Η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη
Σύμφωνα τώρα με την τρίτη κυρίαρχη άποψη της κοινής γνώμης, εάν η
Ελλάδα εγκατέλειπε την Ευρωζώνη, τότε το μέλλον του κοινού νομίσματος θα
ήταν πολύ καλύτερο – ενώ η νομισματική ένωση είναι οχυρωμένη απέναντι
σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Έχοντας ήδη αναφερθεί στο κατά πόσο θα ήταν
πράγματι ανώδυνη τυχόν έξοδος της Ελλάδας από οικονομικής πλευράς (ανάλυση), αυτό που σίγουρα θα προβληματίσει την ένωση είναι το ότι, δεν θα μπορεί να θεωρηθεί πλέον ως μία «αμετάκλητη κοινότητα».
Από εκείνη τη στιγμή και μετά λοιπόν, όλα τα καινούργια προβλήματα
που θα είχε η κάθε επί μέρους χώρα, καθώς επίσης τυχόν οξύνσεις
προηγουμένων, θα αντιμετωπίζονταν με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο
– αφού δεν θα μπορούσε πλέον να αποκλεισθεί μία ανάλογη με την Ελλάδα
έξοδος ενός κράτους, όταν θα ήταν αντιμέτωπο με δυσκολίες.
Το γεγονός αυτό θα εκφραζόταν με υψηλότερα επιτόκια δανεισμού (αποδόσεις ομολόγων) εκ μέρους των χρηματαγορών, τα οποία θα ενέτειναν τις ήδη υπάρχουσες φυγόκεντρες ευρωπαϊκές ασυμμετρίες
– με αποτέλεσμα την κλιμάκωση των κινδύνων δημιουργίας καθοδικών
σπειροειδών κύκλων, οι οποίοι συνήθως οδηγούν τα κράτη στη χρεοκοπία.
Με δεδομένο δε το ότι, σε μία νομισματική ζώνη με δημόσιο χρέος της τάξης των 9,62 τρις € (πηγή),
η αύξηση των επιτοκίων κατά 1% θα κόστιζε ετήσια σχεδόν 100 δις €,
κατανοεί κανείς τους κινδύνους από την επί πλέον επιβάρυνση – όπως
επίσης το πόσο θα ωφελούνταν οι τοκογλυφικές αγορές. Ως εκ τούτου, οι πιθανότητες διάλυσης της Ευρωζώνης θα αυξανόταν κατακόρυφα – πολύ περισσότερο εάν όλα τα παραπάνω λειτουργούσαν ως μία αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Εκτός των οικονομικών κινδύνων όμως, θα αυξάνονταν επίσης οι πολιτικοί, αφού η ευρωπαϊκή ενοποίηση θα αποδεικνυόταν ως μία ανατρέψιμη διαδικασία
– ένα μήνυμα που θα αντιλαμβάνονταν ως τέτοιο τα κόμματα στις διάφορες
χώρες της Ευρωζώνης, εν πρώτοις αυτά που τοποθετούνται εναντίον της
νομισματικής ένωσης, κλιμακώνοντας τις αντιδράσεις τους.
Η προθυμία τώρα να παραμείνουν όλες οι χώρες μαζί ενωμένες, όταν θα
συμβεί μία νέα κρίση στο μέλλον, η οποία ασφαλώς θα συμβεί, θα είναι
πολύ πιο μικρή, από ότι σήμερα – ενώ δεν πρέπει να υποτιμάει κανείς τις
γεωπολιτικές ανακατατάξεις που θα μπορούσαν να ξεκινήσουν από την
Ελλάδα, παρά το ότι είμαστε σίγουροι πως η χώρα μας θα πλήρωνε πάρα πολύ ακριβά τυχόν προσπάθεια της να αλλάξει γεωπολιτικό στρατόπεδο (Ρωσία κλπ.).
.
Επίλογος
Είμαστε σίγουροι πως τυχόν έξοδος τις Ελλάδας θα είχε σοβαρότατες
συνέπειες για την ίδια, για την Ευρωζώνη, καθώς επίσης για ολόκληρο τον
πλανήτη. Θεωρούμε λοιπόν πως εάν η τρόικα μας έδειχνε ένα σχέδιο, με το
οποίο θα μπορούσαμε να εξυπηρετούμε το δημόσιο χρέος μας, χωρίς να
καταστραφεί εντελώς η χώρα, τότε η κυβέρνηση θα έπρεπε να συμφωνήσει αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη
– επειδή η χρεοκοπία είναι μία πολύ επώδυνη κατάσταση, η διαδικασία της
ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν πρέπει να θεωρηθεί ανατρέψιμη ενώ, παρά τις
τεράστιες ευθύνες των μνημονίων για τη σημερινή μας θέση, οι «μακράν μεγαλύτερες» ευθύνες είναι δικές μας.
Όταν όμως η τρόικα απαιτεί νέα μέτρα, ειδικά στον τομέα της
φορολογίας, τα οποία οδηγούν νομοτελειακά σε έναν αργό, οδυνηρό θάνατο, έτσι ώστε να έχουν το χρόνο να λεηλατήσουν οι εντολείς της τόσο την ιδιωτική, όσο και τη δημόσια περιουσία, όπως έχει συμβεί σε τόσες άλλες χώρες του «τρίτου κόσμου» στο παρελθόν, τότε δεν υπάρχει δυστυχώς καμία επιλογή.
Εύλογα λοιπόν η κυβέρνηση, είτε τη συμπαθούμε, είτε όχι, δεν είναι πρόθυμη να υπογράψει καμία τέτοια συμφωνία, εάν δεν συμπεριλαμβάνει τον περιορισμό του δημοσίου χρέους σε ένα βιώσιμο ύψος –
κάτι που δικαιούται η χώρα, αφού δεν είναι αυτή υπεύθυνη, μετά το 2010,
για την απίστευτη καταστροφή που της προκάλεσαν τα λανθασμένα μνημόνια,
οι εσφαλμένοι συντελεστές του ΔΝΤ, οι συνεχείς λάθος προβλέψεις της
τρόικας, οι επιθέσεις του γερμανού υπουργού οικονομικών και όλα τα υπόλοιπα.
Αυτό δεν σημαίνει πως η ελληνική κυβέρνηση δεν κάνει τεράστια λάθη, έχοντας επί πλέον αρκετά εγγενή ελαττώματα – όπως το άνοιγμα της ΕΡΤ εν μέσω των διαπραγματεύσεων, η συμπεριφορά ορισμένων στελεχών της απέναντι στους Ευρωπαίους, η οποία αναδεικνύει τη «μη συμβατότητα» της με το ευρωπαϊκό σύστημα,
η εμμονή της στον κρατισμό κοκ. Δεν μπορεί όμως να καταδικαστεί ένας
ολόκληρος λαός, επειδή ανέκαθεν η πολιτική ηγεσία του «βρίθει» σφαλμάτων
και παραλείψεων – παραπλανώντας τον συνεχώς με σκόπιμα ψεύτικες
προεκλογικές υποσχέσεις.
από την Αργεντινή, όπου μέχρι στιγμής ακολουθούμε πιστά (by the Book) τα
ίχνη της (άρθρο), ο χρόνος μέχρι την επίσημη χρεοκοπία θα ήταν μακρύς, καθώς επίσης οι διαπραγματεύσεις
– ενώ θα προηγούνταν οι έλεγχοι στη διακίνηση των κεφαλαίων, οι
πληρωμές του δημοσίου με υποσχετικές (IOY), μία μορφή παράλληλου
νομίσματος δηλαδή, τα προβλήματα στα ΑΤΜ, οι τραπεζικές επιθέσεις, οι
κοινωνικές εξεγέρσεις και, τέλος, η απόδραση της κυβέρνησης.
Ολοκληρώνοντας, απαιτείται ψυχραιμία και υπομονή, αφού οτιδήποτε και να συμβεί, δεν θα είναι συνώνυμο με το τέλος του κόσμου – ειδικά για έναν λαό σαν το δικό μας, ο οποίος βρίσκεται σε αυτή τη χώρα για πολλές χιλιετίες, κατορθώνοντας πάντοτε να επιβιώνει, με οποιοδήποτε νόμισμα,
παρά τις όποιες αρνητικές συνθήκες και αντιξοότητες. Άλλωστε, οι
πιθανότητες να κερδίσει η Ελλάδα στις διαπραγματεύσεις αυτά που πράγματι
δικαιούται, εάν η κυβέρνηση παραμείνει ψύχραιμη, σταθερή και
ορθολογική, είναι πάνω από 70% – οπότε δεν πρέπει να τρομοκρατείται
κανένας Έλληνας.
.
© Copyright 2015 — Analyst.gr. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση / αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας


