Διεθνή
“Ο κόσμος είναι επίπεδος”
Για να μην τα πολυλογούμε, η Ινδία είναι μια χώρα που στην ουσία δεν διαθέτει πλουτοπαραγωγικές πηγές και έμαθε να κάνει καλά ένα πράγμα: να εκμεταλλεύεται τα μυαλά των ανθρώπων της, εκπαιδεύοντας ένα μεγάλο μέρος των ελίτ της στις θετικές επιστήμες, στη μηχανική και την ιατρική. Το 1951, προς αιώνια τιμή του, ο Τζαβαχαρλάλ Νεχρού, ο πρωθυπουργός της Ινδίας, ίδρυσε το πρώτο από τα επτά Τεχνολογικά Ιδρύματα της Ινδίας στη Χάραγκπουρ, στην ανατολική Ινδία. Στα πενήντα χρόνια που έχουν περάσει από τότε, εκατοντάδες χιλιάδες Ινδοί έχουν διαγωνιστεί για να εισαχθούν και να αποφοιτήσουν από τα Τεχνολογικά Ιδρύματα και τα ισοδύναμα τους του ιδιωτικού τομέα (καθώς και από τα έξι Ινδικά Ιδρύματα Διοίκησης Επιχειρήσεων).
Αν αναλογιστούμε τον πληθυσμό της Ινδίας που ξεπερνάει το ένα δισεκατομμύριο κατοίκους, ο ανταγωνισμός αυτός παράγει μια εντυπωσιακή αριστοκρατία γνώσης. Είναι σαν μια βιομηχανία η οποία κατασκευάζει και εξάγει μερικούς από τους πιο χαρισματικούς και ταλαντούχους μηχανικούς, προγραμματιστές και επιστήμονες της πληροφορικής παγκοσμίως.
Αλίμονο, ο τομέας αυτός είναι ένα από τα λίγα πράγματα που έκανε σωστά η Ινδία. Διότι το συχνά δυσλειτουργικό πολιτικό της σύστημα, σε συνδυασμό με την κλίση του Νεχρού προς τη σοβιετικού τύπου σοσιαλιστική οικονομία, πέτυχε να μείνει το μεγαλύτερο μέρος των ταλαντούχων αυτών μηχανικών χωρίς καλές δουλειές μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Κι έτσι η Αμερική έγινε ο δεύτερος αγοραστής του πνευματικού δυναμικού της Ινδίας! Αν ήσουν έξυπνος και ταλαντούχος Ινδός, ο μόνος τρόπος για να εκμεταλλευτείς πλήρως τις δυνατότητες σου ήταν να φύγεις από τη χώρα και στην καλύτερη περίπτωση να πας στην Αμερική· πράγματι, από το 1953 και μετά μετανάστευσαν στις ΗΠΑ περίπου είκοσι πέντε χιλιάδες απόφοιτοι των κορυφαίων τεχνολογικών σχολών της Ινδίας, εμπλουτίζοντας την αμερικανική δεξαμενή γνώσης με τεχνογνωσία την οποία είχαν χρηματοδοτήσει οι Ινδοί φορολογούμενοι.
«Τα Τεχνολογικά Ιδρύματα της Ινδίας δεν επέτρεψαν στη γενική υποβάθμιση του ινδικού συστήματος να αλλοιώσει τα απαιτητικά κριτήρια τους και έγιναν θύλακοι αριστούχων», έγραφαν οι New York Times (l6.4.2003). «Κανείς δεν μπορεί να μπει στα ΤΙΙ με μέσο… Οι υποψήφιοι γίνονται δεκτοί κατόπιν σκληρών εξετάσεων. Η κυβέρνηση δεν παρεμβαίνει στο πρόγραμμα σπουδών και ο φόρτος εργασίας είναι εξαντλητικός… Είναι από πολλές απόψεις πιο δύσκολο να περάσεις σε ένα ΤΠ παρά στο Χάρβαρντ ή στο ΜΙΤ… Όπως λέει ο Βινόντ Χόσλα, απόφοιτος ενός ΤΙΙ και συνιδρυτής της Sun Microsystems: «Μετά την αποφοίτηση μου από το ΤΙΙ του Δελχί πήγα στο Κάρνεγκι Μέλον. Ήταν τόσο εύκολες οι σπουδές εκεί σε σχέση με το ΤΙΙ που νόμιζα πως έκανα διακοπές».
Τα πενήντα αυτά χρόνια της ζωής τους τα ΤΙΙ ήταν μία από τις μεγαλύτερες ευκαιρίες της Αμερικής. Ήταν σαν να είχε τοποθετήσει κάποιος έναν αγωγό πνευματικού δυναμικού που γέμιζε στο Νέο Δελχί και άδειαζε στο Πάλο Άλτο.
Κι ύστερα ήρθε το Netscape, η απορρύθμιση των τηλεπικοινωνιών του 1996 και η Global Crossing με τις οπτικές της ίνες. Ο κόσμος έγινε επίπεδος και η ροή αντιστράφηκε. «Η Ινδία δεν είχε πλουτοπαραγωγικές πηγές και υποδομή», λέει ο Ντινακάρ Σινχ, ένας από τους πιο αξιοσέβαστους νεαρούς διαχειριστές επενδυτικών κεφαλαίων υψηλού ρίσκου της Wall Street, οι γονείς του οποίου αποφοίτησαν από ένα ΤΙΙ και στη συνέχεια μετανάστευσαν στην Αμερική όπου γεννήθηκε και ο ίδιος. «Η Ινδία παρήγαγε σε μεγάλες ποσότητες ανθρώπους ποιότητας. Πολλοί από αυτούς όμως σάπιζαν στις αποθήκες σαν λαχανικά. Λίγοι μόνο κατάφερναν να μπουν σε ένα καράβι και να φύγουν. Η κατάσταση άλλαξε, γιατί υπάρχει πλέον αυτή η υπερπόντια γέφυρα: τα καλώδια οπτικών ινών… Για δεκαετίες έπρεπε να φύγεις από την Ινδία για να γίνεις επαγγελματίας… Τώρα μπορείς να συνδεθείς στον κόσμο από την Ινδία. Δεν χρειάζεται να σπουδάσεις στο Γέιλ και να πας να δουλέψεις στην Goldman Sachs [όπως εγώ]».
Τα χρήματα που δεν διέθετε η Ινδία για να πληρώσει τις ευρυζωνικές συνδέσεις που ένωσαν το πνευματικό δυναμικό της με την υψηλή τεχνολογία της Αμερικής τα έβαλαν οι Αμερικανοί μέτοχοι.
Οι υπερεπενδύσεις εξάλλου μπορεί να έχουν και θετικά αποτελέσματα. Η υπερεπένδυση στους σιδηροδρόμους ήταν ευλογία για την αμερικανική οικονομία. «Όμως η υπερεπένδυση στους σιδηροδρόμους έμεινε στη χώρα σας, όπως στη χώρα σας έμειναν και τα οφέλη», λέει ο Σινχ. Στην περίπτωση των ψηφιακών σιδηροδρόμων «επωφελήθηκαν οι ξένοι». Η Ινδία ανέβηκε στο τρένο, χωρίς να πληρώσει εισιτήριο.
Έχει πλάκα να μιλάς σε Ινδούς που έζησαν από κοντά την περίοδο όπου οι αμερικανικές εταιρείες άρχισαν να ανακαλύπτουν πως θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν το πνευματικό δυναμικό της Ινδίας μέσα στην ίδια την Ινδία. Ο Βιβέκ Πολ είναι ένας από αυτούς, πρόεδρος πλέον της Wipro, του Ινδού κολοσσού της πληροφορικής. «Από πολλές απόψεις, η επανάσταση της πληροφορικής τεχνολογίας [κατόπιν εξωτερικής ανάθεσης] στην Ινδία ξεκίνησε με την άφιξη της General Electric. Ήταν προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τις αρχές του 1990. Την εποχή εκείνη, η Texas Instruments σχεδίαζε ήδη ορισμένα τσιπ της στην Ινδία.
Κάποιοι από τους κορυφαίους σχεδιαστές της [στην Αμερική] ήταν Ινδοί. Τους άφηναν να επιστρέφουν στην πατρίδα τους και να εργάζονται από εκεί [χρησιμοποιώντας τα πρωτόγονα δίκτυα της εποχής]. Ήμουν τότε επικεφαλής της επιχείρησης Ιατρικών Συστημάτων της General Electric στην Μπανγκαλόρ. Ο Τζακ Γουέλς [ο πρόεδρος της GE] ήρθε στην Ινδία το 1989 και αιφνιδιάστηκε· κατάλαβε αμέσως ότι η Ινδία ήταν μια μεγάλη πηγή πλεονεκτημάτων για την GE. “Η Ινδία είναι μια χώρα υπό ανάπτυξη με ήδη αναπτυγμένο πνευματικό δυναμικό”, έλεγε τότε ο Τζακ. Ήταν μια δεξαμενή ταλέντων που περίμενε να την αντλήσεις. Είπε λοιπόν: “Ξοδεύουμε πολλά λεφτά φτιάχνοντας λογισμικά. Δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε μέρος της δουλειάς μας για το τμήμα υπολογιστικής τεχνολογίας από εδώ;”» Οι ινδικές εταιρείες είχαν αρχίσει να κατασκευάζουν προσωπικούς υπολογιστές και διακομιστές στα δικά τους εργοστάσια, γιατί το κράτος είχε κλείσει την αγορά του στις ξένες εταιρείες τεχνολογίας, όπως η IBM. Ο Γουέλς πίστευε πως αφού μπορούν να το κάνουν για τον εαυτό τους, τότε θα μπορούν να το κάνουν και για την GE.
Ο Γουέλς έβαλε μπροστά το πρόγραμμα και έστειλε στην Ινδία τον επικεφαλής του τμήματος πληροφορικής για να ελέγξει εάν υπήρχαν οι δυνατότητες. Την εποχή εκείνη, εκτός των άλλων, ο Πολ είχε και τη θέση του διευθυντή επιχειρηματικής ανάπτυξης για την Ινδία. «Τότε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ήταν μέσα στα καθήκοντα μου να συνοδεύσω το διευθυντή Πληροφορικής στο πρώτο του ταξίδι», θυμάται. «Είχαν φέρει μαζί τους κάποια πιλοτικά προγράμματα για να ξεκινήσουμε. Θυμάμαι που είχα πάει μες στη νύχτα να τους πάρω από το αεροδρόμιο του Δελχί με μια πομπή από ινδικά αυτοκίνητα, τύπου Ambassador- ήταν κάτι παλιά αυτοκίνητα βασισμένα σε ένα σχέδιο της Morris Minor από τη δεκαετία του 1950. Τέτοια είχαν όλοι στην κυβέρνηση.
Ευτυχώς για την Ινδία, το επιτελείο της GE δεν αποθαρρύνθηκε από την κακή ποιότητα των ινδικών αυτοκινήτων. Αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Ινδία και να ξεκινήσει σε συνεργασία με τη Wipro ένα πρόγραμμα ανάπτυξης. Άλλες εταιρείες δοκίμασαν διαφορετικά μοντέλα συνεργασίας. Ήταν ακόμη η εποχή πριν από τα καλώδια οπτικών ινών.
Ο εκδοτικός οίκος Simon & Schuster, για παράδειγμα, έστελνε τα βιβλία του, ιδίως εκείνα που, όπως τα λεξικά, χρειάζονται συχνά επιμέλεια, αναθεωρήσεις και διορθώσεις, στην Ινδία για να δακτυλογραφηθούν και να μετατραπούν σε ηλεκτρονικά αρχεία πληρώνοντας τους Ινδούς 50 δολάρια το μήνα (εκεί που στην Αμερική θα πλήρωνε 1.000 δολάρια). Το 1991, ο Μανμοχάν Σινχ, υπουργός τότε Οικονομικών της Ινδίας, άρχισε να ανοίγει την ινδική οικονομία στις ξένες επενδύσεις και να εισάγει τον ανταγωνισμό στην ινδική βιομηχανία τηλεπικοινωνιών για να ρίξει τις τιμές.
Προκειμένου να προσελκύσει περισσότερες ξένες επενδύσεις, ο Σινχ διευκόλυνε τις εταιρείες να στήσουν επίγειους δορυφορικούς σταθμούς λήψης στην Μπανγκαλόρ, για να μην εξαρτώνται από το τηλεφωνικό σύστημα της Ινδίας και να μπορούν να συνδέονται απευθείας με την έδρα τους στην Αμερική, στην Ευρώπη και την Ασία. Μόνο η Texas Instruments είχε τολμήσει μέχρι τότε να
αψηφήσει την ινδική γραφειοκρατία και ήταν η πρώτη πολυεθνική που ήδη από το 1985 είχε εγκαταστήσει στην Ινδία ένα κέντρο ανάπτυξης και σχεδιασμού κυκλωμάτων. Το κέντρο της ΤΙ στην Μπανγκαλόρ είχε βέβαια τον δικό του επίγειο δορυφορικό σταθμό, αλλά έπρεπε να υπομένει έναν υπεύθυνο της ινδικής κυβέρνησης, ο οποίος είχε το δικαίωμα να ελέγχει το παραμικρό δεδομένο που έμπαινε ή έβγαινε στο σταθμό. Το 1991, ο Σινχ χαλάρωσε όλους αυτούς τους περιορισμούς.
Λίγο καιρό αργότερα, το 1994, η HealthScribe India, μια εταιρεία που είχε ιδρυθεί εν μέρει από Ινδοαμερικανούς γιατρούς, εγκαταστάθηκε στην Μπανγκαλόρ, αναλαμβάνοντας με εξωτερική ανάθεση τις μεταγραφές ιατρικών εγγράφων για λογαριασμό γιατρών και νοσοκομείων της Αμερικής. Οι γιατροί κρατούν χειρόγραφες σημειώσεις, τις υπαγορεύουν σε ένα κασετο-φωνάκι και στη
συνέχεια τις στέλνουν στη γραμματέα τους ή σε κάποιον άλλο για να τις καθαρογράψει. Η διαδικασία αυτή μπορεί να πάρει μέρες ή και εβδομάδες. Η HealthScribe επινόησε ένα σύστημα το οποίο μετέτρεπε το απλό τονικό τηλέφωνο του γιατρού σε μηχανή υπαγόρευσης. Ο γιατρός μπορούσε να πληκτρολογήσει από οπουδήποτε έναν αριθμό και να υπαγορεύσει τις σημειώσεις του σε έναν προσωπικό υπολογιστή εφοδιασμένο με κάρτα ήχου, ο οποίος ψηφιοποιούσε τη φωνή του. Στη συνέχεια, χάρη στο δορυφόρο, μια νοικοκυρά ή ένας φοιτητής στην Μπανγκαλόρ έμπαινε στον υπολογιστή του γιατρού, κατέβαζε την ψηφιοποιημένη φωνή του και τη μετέγραφε, όχι σε δύο εβδομάδες αλλά σε δύο ώρες. Μετά την έστελνε πίσω, πάλι μέσω δορυφόρου, ως αρχείο κειμένου αυτή τη φορά, το οποίο καταχωριζόταν στο υπολογιστικό σύστημα του νοσοκομείου και συμπεριλαμβανόταν στο ιστορικό του ασθενούς. Λόγω της διαφοράς των δώδεκα ωρών μεταξύ της Αμερικής και της Ινδίας, οι Ινδοί έκαναν τη μεταγραφή, ενώ οι Αμερικανοί γιατροί κοιμόνταν. Έτσι, το αρχείο ήταν έτοιμο και τους περίμενε την άλλη μέρα το πρωί. Ήταν μια καθοριστική εξέλιξη για τις εταιρείες- αν οι ιατρικές εκθέσεις, οι διαγνώσεις και τα αποτελέσματα των εργαστηρίων μπορούσαν να μεταγραφούν με ακρίβεια, με ασφάλεια και κυρίως νόμιμα -σε έναν από τους πιο δικομανείς τομείς του κόσμου-, τότε ο δρόμος άνοιγε για πολλές άλλες επιχειρήσεις να κάνουν το ίδιο και να στείλουν τις λιγότερο απαιτητικές εργασίες τους στην Ινδία. Κάτι που το έκαναν. Ωστόσο περιορίζονταν ακόμη σε όσα μπορούσαν να γίνουν μέσω δορυφόρου, όπου υπήρχε πάντα το πρόβλημα της καθυστέρησης της φωνής.
πέμπτο από το αντίστοιχο κόστος στις Ηνωμένες Πολιτείες και αυτό κίνησε το ενδιαφέρον πολλών ανθρώπων.
Προς τα τέλη ωστόσο της δεκαετίας του 1990 η θεά Τύχη άρχισε να χαμογελάει στην Ινδία με δύο τρόπους. Αφενός η φούσκα των οπτικών ινών είχε αρχίσει να μεγαλώνει και αφετέρου είχε αφήσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα τόσο η δυνατότητα σύνδεσης της Ινδίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η κρίση του Υ2Κ, του επονομαζόμενου ιού της χιλιετίας. Όπως θα θυμάστε, ο ιός Υ2Κ ήταν το αποτέλεσμα του κακού προγραμματισμού των εσωτερικών ρολογιών των υπολογιστών. Προκειμένου να εξοικονομήσουν χώρο στη μνήμη, τα ρολόγια απέδιδαν την ημερομηνία με έξι μόνο ψηφία, δύο για τη μέρα, δύο για το μήνα και, όπως πολύ καλά μαντεύετε, δύο για τη χρονολογία. Αυτό σήμαινε πως οι υπολογιστές μπορούσαν να μετρήσουν μόνο μέχρι την 31/12/1999.
Έτσι, όταν το ημερολόγιο θα έφτανε στην 1η Ιανουαρίου 2000, πολλοί παλιότεροι υπολογιστές ήταν καταδικασμένοι να μη θεωρήσουν τη μέρα ως 01/01/2000 αλλά ως 01/01/00 και έτσι να ξαναρχίσουν να μετρούν από το 1900. Έπρεπε λοιπόν να ρυθμιστούν τα εσωτερικά ρολόγια και τα σχετικά συστήματα ενός τεράστιου αριθμού υπολογιστών (οι καινούργιοι είχαν φτιαχτεί με καλύτερα ρολόγια)· στην αντίθετη περίπτωση υπήρχε ο φόβος να καταρρεύσουν τα ψηφιακά συστήματα διαχείρισης -από το σύστημα παροχής νερού μέχρι την εναέρια κυκλοφορία- προκαλώντας παγκόσμια κρίση.
Η επισκευή των υπολογιστών ήταν μια τεράστια, ανιαρή εργασία. Ποιος διέθετε άραγε τόσο πολλούς τεχνικούς υπολογιστών για να την αναλάβει;
«[Η αναβάθμιση του Υ2Κ] ήταν μια βαρετή εργασία που δεν θα έδινε στις δυτικές εταιρείες μεγάλο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα», λέει ο Βιβέκ Πολ, ο επικεφαλής της Wipro, η οποία είχε αναλάβει μέρος της επίπονης εργασίας για τον Υ2Κ. «Κατά συνέπεια, είχαν πολύ σοβαρούς λόγους για να αναζητήσουν κάποιον που θα τους έκανε τη δουλειά για όσο το δυνατόν λιγότερα χρήματα.
Έλεγαν: “Απλώς θέλουμε να φτάσουμε ομαλά σ’ αυτή την καταραμένη χρονιά, το 2000”. Αρχισαν λοιπόν να δουλεύουν με ινδικές εταιρείες [τεχνολογίας] με τις οποίες σε άλλες συνθήκες ίσως να μη συνεργάζονταν ποτέ».
Για να επανέλθω στη μεταφορά που χρησιμοποίησα προηγουμένως, ήταν έτοιμες να κλείσουν ραντεβού στα τυφλά με την Ινδία. Ήταν έτοιμες να «τα φτιάξουν». Και προσθέτει ο Τζέρι Ράο: «Ο Υ2Κ σήμαινε για τον καθένα διαφορετικά πράγματα. Για την ινδική βιομηχανία αντιπροσώπευε τη μεγάλη ευκαιρία. Μέχρι τότε όλοι θεωρούσαν την Ινδία υπανάπτυκτη χώρα. Αίφνης, εξαιτίας του Υ2Κ έπρεπε να ελεγχθεί και ο παραμικρός υπολογιστής του κόσμου. Και στην Ινδία υπήρχε ο αριθμός των ανθρώπων που χρειάζονταν για να ελέγξουν τον κώδικα γραμμή προς γραμμή. Η βιομηχανία πληροφορικής τεχνολογίας της Ινδίας άφησε το ίχνος της σε κάθε γωνιά του πλανήτη, εξαιτίας του Υ2Κ. Ο Υ2Κ έγινε η δική μας μηχανή ανάπτυξης, η δική μας μηχανή για να γίνουμε γνωστοί σε ολόκληρο τον κόσμο. Μετά τον Υ2Κ δεν ξανακοιτάξαμε προς τα πίσω».
Στις αρχές του 2000, η δουλειά για τον Υ2Κ είχε αρχίσει να φθίνει, και τότε η αγορά πήρε ώθηση από μια νέα τάση στην αγορά, το ηλεκτρονικό εμπόριο. Η φούσκα των dot.com δεν είχε σκάσει ακόμη, οι ταλαντούχοι μηχανικοί ήταν σπάνιοι και η ζήτηση για dot.com τεράστια. Όπως λέει ο Πολ: «Ο κόσμος ήθελε τις εφαρμογές τις οποίες θεωρούσε μεγάλης κρισιμότητας (mission critical applications), πίστευε πως από αυτές εξαρτιόταν η ύπαρξη του και δεν ήξερε πού αλλού να στραφεί. Απευθύνθηκαν λοιπόν στις ινδικές εταιρείες και ανακάλυψαν πως τους παρείχαν περίπλοκα συστήματα υψηλής ποιότητας, πολλές φορές καλύτερα από αυτά που έπαιρναν από άλλους. Έτσι, οι Ινδοί προμηθευτές πληροφορικής τεχνολογίας κέρδισαν τεράστιο σεβασμό. Κι αν [με τη δουλειά για τον Υ2Κ] έγινε η πρώτη γνωριμία, τώρα είχε έρθει η στιγμή του έρωτα».
Η εξωτερική ανάθεση από την Αμερική στην Ινδία, ως μια νέα μορφή συνεργασίας, πήρε τα πάνω της. Συνδέοντας με μια γραμμή οπτικής ίνας ένα σταθμό εργασίας στην Μπανγκαλόρ με την κεντρική μονάδα της εταιρείας μου, μπορούσα να βάλω ινδικές εταιρείες πληροφορικής τεχνολογίας, όπως η Wipro, η Infosys και η Tata Consulting Services να διαχειρίζονται το ηλεκτρονικό μου
εμπόριο και τις κεντρικές μου εφαρμογές.
«Από τη στιγμή που συνδέσαμε τις κεντρικές μας μονάδες και από τη στιγμή που συνεργαζόμαστε στο ηλεκτρονικό εμπόριο, αυτό σημαίνει πως παντρευτήκαμε», λέει ο Πολ. Και πάλι όμως, η Ινδία είχε την τύχη να μπορέσει να εκμεταλλευτεί τα υποθαλάσσια καλώδια οπτικών ινών. «Το γραφείο μου τότε βρισκόταν πολύ κοντά στο ξενοδοχείο Λίλα Πάλας στην Μπανγκαλόρ», προσθέτει ο Πολ.
«Δούλευα με ένα εργοστάσιο που βρισκόταν στο τεχνολογικό πάρκο πληροφορικής του Γουάιτφιλντ, ενός προαστίου της Μπανγκαλόρ, και δεν μπορούσα να πιάσω μια τοπική τηλεφωνική γραμμή από το γραφείο μας στο εργοστάσιο. Αν δεν λάδωνες, δεν υπήρχε περίπτωση να πιάσεις γραμμή κι εμείς δεν τους πληρώναμε. Έτσι, το τηλεφώνημα μου στο Γουάιτφιλντ έφευγε από το γραφείο μου στην Μπανγκαλόρ, πήγαινε στο Κεντάκι, όπου υπήρχε μια κεντρική μονάδα της GE με την οποία συνεργαζόμασταν, και επέστρεφε από το Κεντάκι στο Γουάιτφιλντ. Χρησιμοποιούσαμε τη γραμμή οπτικών ινών που είχαμε μισθώσει και διέτρεχε τον ωκεανό, αλλά για να τηλεφωνήσω στην άλλη άκρη της πόλης έπρεπε να δωροδοκήσω».
Η Ινδία δεν επωφελήθηκε μονάχα από την άνθηση των dot.com. Όταν έσκασε η φούσκα των dot.com, επωφελήθηκε ακόμη περισσότερο. Αυιή ήταν η πραγματική ειρωνεία. Η άνθηση έστρωσε τα καλώδια που συνέδεσαν την Ινδία με τον κόσμο και η φούσκα σχεδόν εκμηδένισε το κόστος της χρήσης τους, ενώ αύξησε κατακόρυφα των αριθμό των αμερικανικών εταιρειών που ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τα καλούδια οπτικών ινών για να αναθέσουν εργασία γνώσης στην Ινδία.
Ο πυρετός της αναζήτησης ινδικού πνευματικού δυναμικού για την εκπόνηση εργασιών προγραμματισμού οφείλεται στον Υ2Κ. Οι ινδικές εταιρείες ήταν φτηνές και καλές, αλλά το κύριο μέλημα των πελατών τους δεν ήταν οι τιμές, το κύριο μέλημα ήταν να γίνει η δουλειά και η Ινδία ήταν το μόνο μέρος που είχε τόσους εργάτες για να την κάνει. “
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας



